Παρασκευή, 24 Αυγούστου 2007

Ο τζουτζές

Μονάχος κάθεται ο Στέφανος ο 1ος,
ο μελαγχολικός Βασιλιάς
στο σκοτεινό του κάστρο
και θλίβεται, δακρύζει,
που η άλλοτε(;) πιστή του υπήκοος
- κι ας ζει σε χώρα εξωτική και μακρινή -
μια ακόμα ευκαιρία δεν του χαρίζει.
Ας ήτανε να κάνει εκείνη
ένα νεύμα – θα αρκούσε - ένα μικρό
χαμόγελο, μια σύντομη ματιά,
ένα απαλό του μαντηλιού της κούνημα.

Κι αμέσως θα ξεσήκωνε το στρατό
Και μπροστά θα στεκόταν
σιδερόφρακτος και απαστράπτων
και με το σπαθί του θα έδινε το σύνθημα:
Εμπρός, οι πεζοί! Εμπρός, το ιππικό!
Τα λάβαρα θα ανέμιζαν
και θα κινούσαν όλοι μπροστά
για νέες κατακτήσεις, για νέες μάχες!

Τί με ρωτάς, πώς τα ξέρω όλα αυτά;
Ξέρω πολλά που άλλοι δεν ξέρουν.
Τί με ρωτάς, πώς τα βλέπω όλα αυτά;
Βλέπω πολλά που άλλοι δε βλέπουν.
Τον κόσμο εγώ παρατηρώ
από εδώ που πάντα στέκομαι.
Πού, ρωτάς; Να, γύρνα δες:
Εκεί ψηλά. Στον πιο μακρινό, μοναχικό πύργο.
Δε βλέπεις; τρεμοπαίζει στο παραθύρι μου το φως,
το πιο αδύναμο ανάμεσα στα άλλα τα φωτάκια.
Εμένα να μ’ ακούς κι ας είν' παράξενα τα ρούχα μου
φτιαγμένα από κουρέλια, παρδαλά
και από το καπέλο μου κρεμώνται κουδουνάκια.

Δεν υπάρχουν σχόλια: