Κυριακή, 26 Αυγούστου 2007

Ο καλός μας άνθρωπος

Τέλος της δεκαετίας του ’70, έτος 1980. Και εγώ μαθητής του δημοτικού σχολείου (στις τελευταίες τάξεις – νομίζω θυμάμαι καλά). Του 36ου Δημοτικού σχολείου Αθηνών για την ακρίβεια, στην οδό Μεθώνης, στα Εξάρχεια. Ένα παλιό κτίριο δύο επιπέδων (εδώ και πάρα πολλά χρόνια λειτουργεί ως ταβέρνα, με είσοδο και από την οδό Καλλιδρομίου, εκεί που τότε ήταν ο τοίχος του περιβόλου του σχολείου).
Ήταν πρωί και δεν είχαμε ακόμα συγκεντρωθεί όλοι οι μαθητές. Δεν είχε κτυπήσει το κουδούνι για παράταξη και προσευχή και η πόρτα, η μεγάλη σιδερένια πόρτα του σχολείου, ήταν ακόμα ανοικτή. Υποθέτω ήμασταν σκορπισμένοι στην αυλή και κάναμε ότι κάνουν συνήθως τα παιδιά του σχολείου που είναι σκορπισμένα στην αυλή το πρωί, πριν κτυπήσει το κουδούνι για παράταξη και προσευχή.
Όταν ξαφνικά ακούστηκε μια φωνή: «Παιδιά ο Βέγγος!». Αστραπιαία η αυλή του σχολείου άδειασε καθώς όλοι μας, αυτομάτως τρέξαμε πίσω από το συμμαθητή μας που είχε μπει λαχανιασμένος και όλο έξαψη στο σχολείο, είχε φωνάξει και βγήκε τρεχάτος ξανά. Οι δασκάλες και οι δάσκαλοι μας ούτε που πρόλαβαν να αντιδράσουν. Το κύμα των παιδιών βγήκε από το σχολείο και ακολουθώντας το παιδί που φώναζε, συγκεντρώθηκε έξω από την πόρτα ενός ισόγειου διαμερίσματος, σε κοντινή πολυκατοικία, στη γωνία των οδών Μεθώνης και Ζωσιμάδων.
Ο συμμαθητής μας βεβαίωνε: παιδιά εκεί, μπήκε, εκεί, τον είδα! Εκεί μπήκε ο Βέγγος! Ενθουσιασμένοι αρχίσαμε να φωνάζουμε ρυθμικά και να κτυπάμε παλαμάκια: «Θέλουμε το Βέεεγγο – θέλουμε το Βέεεγγο!». Αδύνατον οι δάσκαλοι να επιβάλουν την τάξη. Αδύνατον να μας οδηγήσουν ξανά μέσα στο χώρο του σχολείου. Όλο και πιο δυνατά φωνάζαμε «Θέλουμε το Βέγγο!» έξω από την πόρτα που ωστόσο παρέμενε κλειστή (την πόρτα, όπως αργότερα αποδείχθηκε του γραφείου του Κου Ντίνου Κατσουρίδη, του γνωστού μοντέρ, σκηνοθέτη, παραγωγού και συνεργάτη του Κου Βέγγου. Η ώρα περνούσε. Η πόρτα δεν άνοιγε. Ο ενθουσιασμός των παιδιών άρχιζε να υποχωρεί. Η δύναμη των φωνών ελαττωνόταν. Μα πάνω που η μικρή συγκέντρωση ήταν σχεδόν έτοιμη να αρχίσει να διαλύεται, τότε η πόρτα άνοιξε. Και βγήκε ο Βέγγος. Μας κοίταξε γελαστά και είπε: «Καλά μου παιδιά!». Αυτό ήταν! Πανζουρλισμός! Παροξυσμός! Πανδαιμόνιο! Ζητωκραυγάζαμε, χειροκροτούσαμε, γελάγαμε! Ο Κος Βέγγος κατευθύνθηκε προς το αυτοκίνητο του εκεί κοντά – ένα πρασινολαδί Citroen θυμάμαι, με παράξενο σουλούπι, γύρισε με φωτογραφίες και αυτόγραφα και μας μοίραζε! Τρέλλα – ευτυχία!
Με τα πολλά οι δάσκαλοι μας μάζεψαν πίσω στο σχολείο. Τις επόμενες μέρες άρχισαν στη γειτονιά γυρίσματα για την ταινία «Θανάση, σφίξε κι άλλο το ζωνάρι». Εγώ…… πού μ’ έχανες – πού μ’ έβρισκες, στα γυρίσματα. Πριν το σχολείο, μετά το σχολείο, ενδιάμεσα αφού τελείωνα όπως – όπως τα διαβάσματα και τα μαθήματα, έτρεχα στα σημεία που γινόταν το γύρισμα και παρακολουθούσα ενθουσιασμένος, τον αγαπημένο μου από τις ταινίες της τηλεόρασης κωμικό, τον τρομερό και φοβερό ΘΟΥ ΒΟΥ, από κοντά. Η πίστη μου ανταμείφθηκε. Με χρησιμοποίησαν στην ταινία! Ως κομπάρσο βέβαια, σε μια σκηνή πλήθους (ο συμμαθητής μου, ο Μανώλης ο Βασάλος - αν θυμάμαι καλά τ’ όνομα του – ας είναι καλά όπως κι αν βρίσκεται, που δεν ήταν τόσο «επιμελής» όσο εγώ – πανάθεμά με – με το σχολείο και τα μαθήματα, και ξημεροβραδυαζόταν στα πλατώ, είχε συμμετοχή και με πρώτο πλάνο!), αλλά…. Τι σημασία είχε;
Έπαιξα σε ταινία του Βέγγου!!! Στο κτίριο της γωνίας Θεμιστοκλέους και Καλλιδρομίου απέξω, τάχα μου η Εφορία, έξω από την οποία έκανε απεργία πείνας διαμαρτυρόμενος, ο υπάλληλος Θανάσης και κάποια στιγμή ήρθε ο Υπουργός και εμείς, πλήθος συγκεντρωμένο τον υποδεχθήκαμε.

Έχω κάνει κάποια (λίγα) πράγματα στη ζωή μου για τα οποία είμαι ικανοποιημένος ή χαρούμενος ή ευχαριστημένος. Αλλά υπερήφανος είμαι γι αυτό μονάχα: που έχω παίξει σε ταινία του Θανάση Βέγγου.
Ο καλός μας άνθρωπος. Ο Κος Βέγγος
Ο καλός μας άνθρωπος. Ο Θανάσης.

Δεν υπάρχουν σχόλια: