Σάββατο, 30 Ιουλίου 2011

Στο μάτι του κυκλώνα

Ακόμα και στις ώρες τις πιο δύσκολες
τότε που τα προβλήματα έρχονται
το ένα θαρρείς μετά το άλλο
που νομίζεις, χάνεις το μυαλό σου
και για έλεος εκλιπαρείς:
"Θεέ Μου! Όχι άλλο!"
υπάρχουνε κάτι στιγμές
που - όσο κι αν αδιαννόητο ακούγεται -
νοιώθεις ξαφνικά μια ηρεμία
μια σπάνια και ανέλπιστη ησυχία.
Κράτα την αίσθηση αυτή
τόσο πολύτιμη να ξέρεις είναι
δείχνει πως όσο απαίσια
κι άγρια νά 'ναι η δίνη
έχεις ακόμα (κι είναι αυτό τόση παρηγοριά)
δικαίωμα στη γαλήνη.

Τετάρτη, 27 Ιουλίου 2011

Ένα δυνατό ουρλιαχτό όμως με έναν και μοναδικό ακροατή

Ουρλιάζω δυνατά, εντός μου,
γαμήθηκε ο ρυθμός του κόσμου
ακούγεται, ρωτάω, ο ουρλιαχτός μου;
«πολύ!» μου απαντάει... ο εαυτός μου.

Τρίτη, 26 Ιουλίου 2011

Ντιν-νταν-ντον! (Για ποιόν χτυπάει η καμπάνα; - η παράφραση του αχόρταγου)

26 Ιουλίου – της Αγίας Παρασκευής

Με τη βοήθεια Της ζήσαμε και φέτος και μπορούμε να τιμήσουμε και να γιορτάσουμε τη χάρη της Αγίας. Όμως την ώρα που (αφού έχουμε ετοιμάσει όλα για το πανηγύρι) πάμε στην εκκλησία.... Εκείνος γυρνάει μόνος στους έρημους δρόμους του χωριού. Μ’ ένα βλέμμα παράφρονος, περπατά ο Αχόρταγος, κατατρεγμένος από το πάθος του που δε μπορεί να τιθασσεύσει και σιγοτραγουδά έναν σκοπό που επιννόησε για να το διακωμωδήσει και να το ξορκίσει – ή μήπως χωρίς να το παραδέχεται, να το εξυμνήσει ;- ούτε κι αυτός δεν ξέρει. Ο καημένος.
Μέσα μου έχω ένα θεριό
που όλο πεινάει – ποτέ δε χορταίνει
θ’ ανέβω στο καμπαναριό
και θα φάω τον πελαργό

Ντιν-νταν-ντον!
Ντιν-νταν-ντον!
Ντιν-νταν-ντον!
Ντιν-νταν-ντον ντιν-ντον!

Εγεννήθηκα χωρίς
το φαΐ να μου φτάνει καλέ μου Χριστούλη
και Σένα θα φάω – μην απορείς
δεν έχω αίσθηση υπερβολής

Ντιν-νταν-ντον!
Ντιν-νταν-ντον!
Ντιν-νταν-ντον!
Ντιν-νταν-ντον ντιν-ντον!

Κι όλοι παν στην εκκλησιά,
την Αγιά Παρασκευή να τιμήσουν
κι εγώ τρώω τρία καζάνια μα αλί!
την πείνα μου δεν μπορούν να τη σβήσουν

Ντιν-νταν-ντον!
Ντιν-νταν-ντον!
Ντιν-νταν-ντον!
Ντιν-νταν-ντον ντιν-ντον!

Θεέ μου τί νύχτα – τί καλοκαιριά!
μα θα ξανάρθει ο χειμώνας που το φαΐ λιγοστεύει
ε, τότε κι εγώ θα φάω τα παιδιά
θα φάω τα χιόνια, θα φάω τα κλαδιά

Ντιν-νταν-ντον!
Ντιν-νταν-ντον!
Ντιν-νταν-ντον!
Ντιν-νταν-ντον ντιν-ντον!

Κυριακή, 17 Ιουλίου 2011

Με βάση ένα παραλλαγμένο γνωμικό

Ο καημένος, ο σε Δευτέρα Παρουσία ελπίζων, παράκουσε τη φράση του Νίτσε και στα παραλλαγμένα λόγια της βασίστηκε για να γράψει μερικούς στίχους και να εμψυχωθεί καθώς τελευταία πολύ είχε κλονιστεί η πίστη του:

Κάθε τι που (όπως λεν) με σκοτώνει
με κάνει πιο δυνατό.
Ε! αφού κάθε μέρα με σκοτώνουνε τόσα
παντοδύναμος θά ‘μαι εν τέλει
αν ποτέ Αναστηθώ.

Σάββατο, 16 Ιουλίου 2011

Ο μαστοράκος

Ο εργατικός μαστοράκος
συνεχώς μαστορεύει
γυαλίζει, πλανίζει
ξύνει και τρίβει
τρυπάει και βιδώνει
χτίζει, γκρεμίζει
ισιώνει, λυγίζει
μετράει και σκέφτεται
και όλο δουλεύει
μελετάει τα προβλήματα
λύσεις τους δίνει
την ασχήμια ομορφαίνει
και το χάος τιθασεύει
και ειν’ η δουλειά του
να! καθώς κάθομαι, σκέπτομαι
πολύ ανώτερο «ποίημα»
από κείνα που η οκνηρή αφεντιά μου
να γράψει - τάχα! - παλεύει.

Τετάρτη, 13 Ιουλίου 2011

Η ημέρα των υπερβατικών αντιφάσεων

Μια βροχερή και ηλιόλουστη μέρα
ξεκίνησα στάσιμος να πάω πιο πέρα

βαριά βήματα βάδιζα ασθμαίνοντας
ελαφρά και γοργά περπατώντας

βλέπεις νέος κι ευκίνητος ήμουνα
γέρων και υπέρβαρος όντας

σ΄ ένα δρόμο παράλληλα κάθετο
μπροστά μου είδα έναν που’ ρχόταν πλαγίως

«Ρε, σε σιχαίνομαι!» τού ‘κανα
και μ’ απάντησε «Χαίρω ομοίως!»

το παπούτσι μου ύστερα τρύπησε
με μια μεγάλη, ολόκλειστη τρύπα

«Έλεος πια, φτάνει!» τον παρακάλαε
«κι άλλο χτύπα με, χτύπα Με! Χτύπα!»

τολμηρός ποτέ μου δε στάθηκα
θαρραλέος όμως ήμουνα πάντα

γι αυτό αποφασιστικά τον εμπόδισα
και τον παρότρυνα να συνεχίσει

μετά ήπια νερό τόσο άφθονο
σε κομμάτια σκληρά απ’ τη βρύση

θυμήθηκα τον παππού μου, το ναύαρχο
που ήταν σταθμάρχης στα τραίνα

όπως και μια παλιά ερωμένη μου
που δεν είχα ποτέ μου γνωρίσει

έναν πράσινο κάκτο αγόρασα
κι αυτομάτως τον επέστρεψα πίσω

άιφνης μια μπριζόλα επιθύμησα
κι ευθύς μπήκα σε ψαροταβέρνα

του σερβιτόρου το πρόσωπο θύμιζε άλογο
ω! μα... ολόιδιος ήταν με σμέρνα!

χορτασμένος, βαρύς αποχώρησα
και τότε κατάλαβα πόσο πεινούσα

τον περίπατο μου συνέχισα
καθιστός σ’ ένα παγκάκι του πάρκου

μεσημέρι είχε πιάσει και έκαιγε
ο ήλιος που προ πολλού είχε δύσει

ναρκώθηκα αμέσως κι αποκοιμήθηκα
καθώς με βασάνιζαν φοβερές αϋπνίες

αρκετά αργότερα ξύπνησα
την ώρα που ξημέρωνε πάλι

προχωρώντας μπροστά υποχώρησα
την ώρα που έπεφτε φωτεινό το σκοτάδι

απομακρυνόμουν στο σπίτι, γυρίζοντας
κι έφτασα φεύγοντας μπρος του

κοντά στο τζάκι βολεύτηκα σβήνοντας
τη φωτιά που είχε αφεθεί να ανάψει

το ποτήρι μου ουΐσκι το γέμισα
κι άρχισα να ρουφώ το αχνιστό μου το τσάι

μισή ώρα περίπου ενωρίτερα
ξάπλωσα ξανά στη συνέχεια

γλυκά είδα αμέτρητα όνειρα
κι όλη νύχτα δεν έκλεισα μάτι.


Σημ. γραμμένο στις 12/7/011, μια μέρα καύσωνα, στην -όμως - δροσερή αίθουσα αναμονής διεκπεραίωσης υποθέσεων του Υποθηκοφυλακείου Αθηνών