Συναρμέγεις ολμοθέτη αλτεπίφωρε
γοργομέτρησης κλωβαίσχυντη πρώσση
ενδιατρέχεσαι κακτηκόντεια σαθρύματα
και ζωίζεσαι απανταχούμενες ρώβλες
εντεκνώς οιστροφιλέστατοι έκδερμοι
φλοισβαλίζουν διθριππείς αναβλύες
ενώ Ουγκ, Μινμορμόν και Φουίτ-Γιαλέ
δε στρυχνούν, δεν πληνθέτουν, δε δλύφουν
αστυμόρια του κρίμπαντος σύλαμπρα
βροχωδούν με αλλέφωτη εγκάστιξη
Κουμπρολί, Ζονπλοντέ λωβοτύσαυλα
Ενκαρσέλ, Λορλεμούρ αβραχθέντα
ορεβάσιντας καρδεχτής ποσθηφάνειας
εναλγούς αγαρσίας ζομβρώτα
κρεμαστόριας μύνθεξης στείλα
χασμοδίλημμα ψαλμωδέστατης ύλασης
Λαζαγκού, Αλταρέξ υδραπόρτας
Γκριτεφλόν, Συρταρίν, Αναμούρκ-ορέ
Γαστουρμπέν, Ωροντάν, Σειστροβέλ-μπε
ο ανυπερθέτης, ο ορθοεπίστρωτος, ο καθηλάτης
διεομβολύνεται, ανταπαντέχει, μουσωνυφαίνει
καθηλορμά φαεινοκλίνη κυκλόγωνη
και καρταβαίνει βοείθυμη γέλγωση
θρασυμάχοι, αειπότες, ποιητούντες
κλωθολογίζονται εντυπωσικές ποτελέξεις
θελοντοθεϊκά παλινομίζοντας άγραπτα
χαρτισκαλίζοντας Γιαγκ, Ασταρόγκ
Καγκεμούς, Περφορβέρ λωστοτέλος.
Δευτέρα 20 Απριλίου 2026
Συνθυπερεαλανυπαρκτλέξ
Τρίτη 14 Απριλίου 2026
Σουρεάλ Ηθικοπλάστ
Μη λησμονείς τη φαιδρά αλκυόνη
μην αφορίζεις
θρύλους, αίνους, πεσσούς
τ΄όνομα Του πώς
άρχιζε έχω ξεχάσει
μα σίγουρα
τελείωνε σε –σούς
Σου λείπει νομίζεις το επιδέξιο δοξάρι
μα οι φτέρες δεν
φτάνουν στους γλόμπους
καμμιά φορά
αργούνε οι λέξεις
να δέσουν και να
λύσουνε κόμπους
Σου προσφέρω
ανυπέρθετες ύλες
σου στερώ
επιτόπιες στολές
τόσα τραγούδια
που λέγαμε τά ‘χεις ξεχάσει
και μόνο πώς θά
‘χουμε σίγουρο μέλλον μου λες
Τί κοιτάς
χάσκοντας πυγολαμπίδα
και πατάς φρένος
κι ορμάς οπισθέν
μην τους ακούς,
διαβάζεις, θαυμάζεις
φερέφωνα είναι
όλοι δηθέν
Καλημερίζοντας
μια κούφια σελήνη
υπερβαίνοντας την
παραμεθόρια σφαγή
δες σταγόνες πώς
βγάζει πια λίγες μονάχα
η σχεδόν στερεμένη
πηγή
Άριες φλοιών
εξαπολύουν κρηπίδες
σε έναν αμήχανο,
λαιμοδέτη μουσώνα
οι καλές πράξεις
και τα αισθήματα
στοιχεία
περιουσίας είναι τα μόνα
Κορδωμένη φοιτάς
σε προαύλιο
πριν λιγώσει
χαραυγή η πληβεία
όλην τη ζωή του
επιμόνως αρνήθηκε
διακρίσεις,
αμοιβές και βραβεία
Καμινέττο δεν
κρίθηκε βρώσιμο
ούτε ύποπτο, φωσφορώδες
κουτάλι
έχεις βγει μα
δεκαετίες μέσα ήσουνα
μόνιμα και βαθιά
στο μπουκάλι
Φουντωτή βιοτή
αφομοίωνε
μια συνθήκη
αέναου κρότου
ευλογία σαν οι
αγωνίες του έσχατου
γίνονται πράξεις
βοήθειας του πρώτου
Μελανίνη της
δύσης εφορμά με αγνόηση
αυταπάρνηση
άδικη, λυσιτελής αμνησία
λαμπερά τόσα
πλήθος μπορεί να μου λες
με ελάχιστη μόνο
ή καθόλου ουσία
Μετουσίωση
πάμφωτη διαταράσσει σανίδες
αναπέμπεται
σύνομμος επαρκής ιοβόλος
ταπεινά πλάσματα
είμαστε
αλλά μας σκέπει ο
επουράνιος Θόλος
Πλώρη συντρίβουσα
αλιπάστων θωπεία
κανών
επανεξαίρετος φευγαλίζουσας ρώμης
μεγαλυτέρα
ουδεμία εστί δύναμις
της ειλικρινούς,
ολοψύχου συγγνώμης
Μια καθέλκυση
κάθαρση κροταλώδους φοβίας
επισείει
φερώνυμες άστατες δίνες
μα της Πίστης το
γάργαρο και άφθονο
ξεπηδούνε το νερό
τους οι κρήνες
Αστυφύλια μομφή
υπό σύνοψης όριο
σε φαρδιά,
δυσανάλογη, κομβική ακηδία
αχ! δεν είμαστε
τίποτα σήμερα
η βάφτιση· αύριο
η κηδεία
Κροκοδείλια
υπόθετα, φθονερά φαλιμέντα
υπερτείνουν
εμπόδια καθαιρούμενου ρέματος
ευλογημένοι εστέ
πάντες εις τ’ όνομα
του Πατρώς και
του Υγιού και του Άϊου Πνέβματος
Ουλαμός
ατιμώρητος, επιστήθιος κρίκος
υποβολέας
ατημέλητος, χολερικός κανταδόρος
όλοι μαζί Μου θα
έλθετε, ο πτωχός
ο φυγάς, ο διωκόμενος, ο ασθενής, ο οδοιπόρος.
Σάββατο 11 Απριλίου 2026
Άγιον Πάσχα Δύο Χιλιάδες Εικοσιέξι
Κρύβεται πάλι στα ζαχαρότευτλα
κρυώνει, πυργώνεται
και αφαιμάσσει παρτίδες
δεν σύμπνοια επέρχεται
ανακωχή επιτελείται
φυσητήρες διακρίνονται
φασματικές εκατόμβες
συμπυκνώνοντας έκθαμβες
πλήθη οδοντοστοιχίες
ως υπαίτιος φαίνεται
ταπεινός ιαγουάρος
φειδωλής ανακύκλωσης
γεωπόνος κουρσάρος
πεπρωμένη αυταπάρνηση
ασταθής μελωδία
αν δεν στέργεις την πλήρωση
όταν πληροίς νοσταλγία
μην απλώνεις φερώνυμα
και ματαιώνεις κοστούμια
μισαλλόδοξος Δούναβης
ερεβώδης Ζαμβέζης
κάρτα, κέρμα, κερί κατατάσσοντας
παραλείπεις αλμπίνους πυγμαίους
δαταράσσεις πτυχές έρπην αθροίζοντας
τη φορά που συντάσσεται κρύα
ενώ οι φρουροί ορρωδούν εντελέστατα
οι καλτσοδέτες πλέουν με όνειρα στείρα
κάτι σαπούνια κρίνονται ένοχα
μα οι αστροναύτες στήνουν το τσίρκο
συναλλαγή αλησμόνητη
αχαλίνωτης δίψας
άλαλα λόγια όλη νύχτα συμπίεζες
καθαιρούμενης φράξιας φοβερής πεμπτουσίας
ο Θεός πανσκεπής και εν σοφία παρήγορος
συν τοις αγίοις δια δόξης βοών την αγάπη
φορτίο ηχηρό από ασύστολα κρίματα
σαλπιγκτές αμαρτίες και ενοχών απαρτία
φέρων σκύφτοντας τον ανήφορο εβάδιζεν
ποτάμι ο ιδρώς, στάλες το αίμα
καθ΄οδόν για τον λόφο όπου συναθροισμένοι επερίμεναν
από ώρα εντέλει για να τον σταυρώσουν.
Πέμπτη 6 Ιανουαρίου 2022
Στίχοι διάφοροι του περιώνυμου Πέρσου ποιητού Αχταρμάση
Οι κυνικοί πασατέμποι πορεύονταν
αδιανόητα θρύλοι
φασιανοί περιβόητοι τέμνονταν
αντιθέτως οργίλοι
Αφού μοιράζεις το κούτελο
με ψιλή οχλαγωγία
δες και σύντομα πέδιλα
σαν κραυγής ευλογία
Δεν περνάς υποτείνουσα
με ασύμβατο πάθος
ένα στρέμμα ψηλάφισα
με κουμπιά πού 'ταν λάθος
Κλινοσκεπάσματα άυλα
συνιστούν φάλτσο μπόγο
τζαμαρίας εκτόπισμα
προκαλεί στείρο ψόγο
Μονοκινητήρια γόνδολα
στρώνει την πέρα τιμή σου
ένας κρίκος γραμμόφωνα
ζυμώνει τη δύναμη σου
Ίππος βαθύς κι ανοξείδωτος
καθιερώνει τη μέρα
τραμ που εξακοντίζεται
κι αφομοιώνει παντιέρα
Με ενέχυρο τσιριτσάντζουλες
θα υπερβείς μαυσωλείο
τόσο κρίμα απογείωσης
είναι φιάσκο και λείο
Το σαρδόνιο σου ενδιαίτημα
στριφώνει μπάσα κασόνια
η σκακιέρα που βούιξε
περιούσια κορδόνια
Αλκατράζ που ίσως στρίμωξε
κάποιον αβίαστο μάγο
σε υποβρύχιο περίτρανο
βρες τον φιλόδοξο τράγο
Κόντρα σινιάλο αμφίδρομο
με χθεσινό το φουρνέλο
το μέλλον κραδαίνει πιο σύντομο
καθώς διογκώνει σκαρπέλο
Αναστήθηκε γρήγορα σύγκορμος
νουνεχής μυρμηγκοφάγος
ο σουλτάνος αφέθηκε βόστρυχος
συντηρώντας γλυκόπικρο άλγος
Σουλτανίνα με τρυκ κλωθογύριζες
και σημείωνες επίδομα φόνου
δε γυρίζω με καρμπόν και αντίποινα
στη σκηνή του υπόξινου χρόνου
Πέρα δώθε φορτηγό ανατείνεται
σε μια φάλαινα που βιώνει μονάδες
κάθε βίδας ελπίδα εντείνεται
με ανυπόστατα κιχ τις ραγάδες
Κούφια η ώρα που σού ΄λειψα σύγκορμος
και δειλός σαν το γλάρο που σκάει
ω, τη μέρα που ο πλανήτης καρφώθηκε
θα φανεί ποιός τη βίδρα τολμάει
Σέρνεις φόβους κι αναπολείς πρίμα κάστανα
που σου λείπουν στο στεγνό αεροσκάφος
δε βιώνεις μαζούτ κι έτσι ανάσανα
ως σου γνέφει μονοσήμαντος τάφος
Αργυρούπολη, Μπρυζ, Χονολούλου, Οντάριο
μ΄ένα κέρμα σα βαθύ κατσαβίδι
Σιδηρόκαστρο, Βιέννη, Γιοχάνεσμπουργκ
σπέρνει αντίθετα χνώτα το φίδι
Με καθεστώς πολυώνυμο έλκεσαι
σε παραδόπιστη σύννομη σφαίρα
αν θα δεις μιας κοπής την αντίδραση
φρίκης την καθαγιασμένη φλογέρα
Οσονούπω νυχτώνει με σύνδρομα
και ανάξιους δρυοκολάπτες
δε θαρρείς κάθε τάχα πως βάφεται
από φειδωλούς, ασύμμετρους ράπτες;
Μια σημαία στο κύμα ξεκόλλησε
από το μετείκασμα της παρρησίας
κάποιον κόκκο σίγουρα ρώτησες
με σπουδή στιβαρής αμνησίας
Τί σου έλαχε ξάγναντο σήμερα
κι αν πακτώσεις αριθμούς με το νου σου
μη μονοιάζεις με πυγμαίο θρασύτατο
του παρείσακτου φράξε στενού σου
Καν μη τι ο θε να αλί ων σαν π.χ. αμήν τίποτα
και προχώρα περίλαμπρος όντας
αν σου φέγγει το κότερο έρποντας
μη ζορίσεις τη φόδρα της σπόντας
Ψιττακός ολόγιομος έθαλπε
φρούδες μάνικες με σήψη και νάζι
αποστόμωνα πρίσματα ερίφια
με γκρι γνώμονα κι όσιο χαλάζι
Σαν τα τείχη ανειδίκευτου πάστορα
που αντιβαίνουν σε κάνιστρο πλάι
σου δανείζω μια ξύστρα και δίνομαι
πριν τριτώσει το φαύλο αγλάι
Μπικ παλιούς μαστορεύεις μα δύστοκα
ξηρασίας χιονιστής αναλόγως
στο κραταιό ομνύεις το έδρανο
κι αλυχτάς "Εν αρχή ην ο Λόγος".
Τετάρτη 27 Νοεμβρίου 2019
Μηνοσουρεαλόγιο
Στρέφετ' ο μάβρος Μάιος
στον άλικο Νοέβρη
και τον ρωτά αν Άβγουστος
με Μάρτη συνωθούνται
ολοταχώς σε Ιούλιο
και στυγερό Γενάρη
ή ο σεπτός Σεπτέμβριος
έλκεται του Οκτώβρη
γενέθλια του Απρίλιου
γιορτή του Δεκεβρίου
Φλεβάρη θα σε αμυνθώ
Ιούνιο θα σε χάσω.
Σάββατο 21 Σεπτεμβρίου 2019
Μασώντας φύλλα κόκας
Παρορμητική απάτη
μίσος ανιστόρητο
φουτουριστική παγίδα
στήθος δυσθεώρητο
Ανοδίωση κερδώα
ανυπόληπτο μπαράζ
εναντίωση ελθούσα
αστραπόβροντο γκαράζ
Κρινοπάρθενος Μαρία
στερημένος Ιωσήφ
απευκταία φασαρία
δεισιδαίμον πορτατίφ
Ερμηνεία ακτινοβόλος
αυτοδύτου ευφυούς
αρμενίζων δισκοβόλος
εξορκίζων μιαρούς
Πάντα τέτοια, ευχή κατάρα
και εις το επανειδείν
σούρτα φέρτα, σάρα μάρα
πέμψατε μοι εις την ειρκτήν
Ανελέητου προφήτου
όψιμες απαντοχές
και εις τας ρωγμάς του τοίχου
πλάγια έρπονται ενοχές
Κόραξ, κόρακος και βάλε
εύσημα κι εγκώμια
στης χελώνος το καβούκι
δρέπονται προνόμια
Πεσιμιστικό βαγόνι
και πικροκονφισερί
δε θα ιδείς ποτέ παγώνι
μόνο του σε ουζερί
Μέρα μπαίνει, μέρα βγαίνει
και ο βίος σώνεται
όστις μέσα νά 'μπει θέλει
βρίσκει τρούπα, χώνεται
Οίνος ρέει και ευφραίνει
κατευναστικά επιδρών
θρήνος έγινε εν γένει
νέος ήτο ο εκλιπών
Της χηρός η θαλερότης
έκαμε εντύπωσιν
εν αστείον η αγνότης
βρήκε άλλους είκοσιν
Κλωθογύριζ΄επί ώραν
δια ποιόν λόγον άγνωστον
είπε "θέλω μιαν οπώραν,
έχω τέκνον άρρωστον"
Δίχως ν' αντικατοπτρίσεις
πρόοδον δε δύνασαι
κι αν στον κόρφον σου δε φτύσεις
πλοίον γιοκ κι οδόν δια σε
Ασυνάρτητη ευτυχία
και μουρμούρα εντελής
μου τελείωσαν τα πούρα
τόσον είμαι δυστυχής
Με αφιόνι θα ποτίσω
το κορμί σου τ΄άδολο
Θεία δε θα προσκυνήσω
δε φοβάμαι Διάβολο
Στη Σελήνη περπατάω
μ΄αλαφρά πατήματα
κύριε Πέτρο, βεβαιώνω:
λίγα έχω κρίματα
Χουζουριάρικη αρκούδα
με πλισσέ φορέματα
κι απροσδιόριστη μουσούδα
είδανε στα ρέματα
Κριτικός ενδελεχούσε
αυστηρώς συνέγραφε:
"ένα μέτριον στο τέλος
μας σερβίραν κιούνεφε"
Μια ο σκύλος ανοικτίρμων
δυο ο γάτος μπεσαλής
τρεις ο ψιττακός αφέτης
και ο ψύλλος παραλής
Συγγνωστή αντινομία
φρούδα εγκατάλειψη
σκόπιμος παρανομία
στείρα επικάλυψη
Δεν πληρώνω, είμαι μάγκας
τζάμπα στα διόδια
κι εμπιστεύομ' όσους ξέρουν
εμβριθώς τα Ζώδια
Το κουκί και το ρεβύθι
χάλασε το ρουμπινέ
"μήπως είσαι κουτορνίθι;
μη φοβάσαι, πες το ναι!"
Παρ' ελπίδα αν ελπίσεις
μ' επιείκεια θα κριθείς
κ αν με θάρρος θα τολμήσεις
ξεύρε το, θα ηττηθείς
Διδακτορικό θα κάνω
στο Πανεπιστήμιο
αμαρτίας θα διαπράττω
δίχως επιτίμιο
Άσπρα μούρα, μάβρα μούρα
άκρη νά ΄βρω δε μπορώ
Άγγελο έχω για σωτήρα
Άγγελο για τιμωρό
Σαρδανάπαλη σοπράνο
ψάχνω - είναι σπάνια
και ελπίζω ν' αποθάνω
έχων πάθει άνοια
Όντας τσίφτης μα γελοίος
δέκα χρόνια θυρωρός
και τριάντα κωπηλάτης
βρε, πώς πέρασ' ο καιρός;
Βαίνει μέτωπον θυέλλης
προς το Νότο ολοταχώς
τα πατζούρια κλείσ' αν θέλεις
και ας γίνομε μπουχός
Το πολύφωτον ομοιάζει
σάμπως αλληγορικό
σχολική εκδρομή θυμίζει
σ' ένα τόπο ιστορικό
Αν ποτέ θα σταματήσω
να περιδινίζομαι
μού 'ρχετ' ο ουρανός σφοντύλι
τότε είν' που ζαλίζομαι
Βρήκα μες στα γαριδάκια
δώρον σπάνιον κι εκλεκτόν
το χειμών' όλο φοράω
ένα καμηλό παλτόν
Δριμύ ψύχος αν ενσκήψει
έτοιμον θε να με βρει
και θα πάμε εις την Πόλιν
θά ΄ναι τσοκ γκιουζέλ γιαβρί
Ολωσδιόλου πεπεισμένος
αγερώχως ίσταμαι
κι ότι λεν' το απαρνούμαι
κι έντονα ενίσταμαι
Αχ! καημένο αστεγούδι
κλίναι πού την κεφαλήν
οι επιτρόποι σε εκδιώξαν
του Ναού απ' την αυλήν
Μήπως θά 'ρθει άσπρη μέρα
για να λάβεις πλησμονή
ρούφα ως τότε τον αέρα
κάνε κι άλλο υπομονή
Δεν αλλοίωσα τους θρύλους
τις γητείες, τους χρησμούς
μα σπαράσσοντας αλλήλους
θα μουντάρω στους θεσμούς
Ων αναφανδόν προπέτης
και συχνά περίλυπος
αλλ' αρέσκομαι στο τζόγο
πόκα, ζάρια, φίλιππος
Βρε σταμάτα πια την πάρλα
πού τα βρίσκεις και τί θες;
ζαλιστήκαμε με τόσα
που αράδιασες μαθές
Ασταμάτητα μασάω
φύλλα παραισθητικά
κι όλο κούφια λόγια λέω
και τα κάνω και γραπτά.
Παρασκευή 20 Ιουλίου 2018
Λεξιπλασία Αντιφασουρεάλ
Σάββατο 9 Σεπτεμβρίου 2017
Ο λυρισμός του χειμωνιάτικου Αυγούστου
Τρίτη 9 Μαΐου 2017
Αντιφασουρεάλ (με καταληκτική παράβαση*)
Σάββατο 26 Δεκεμβρίου 2015
Poeticus Maximus Surealus Contradictus
και θεία.
Πέμπτη 6 Αυγούστου 2015
Figlia del sole
χειμωνιά καλοκαιριού.
Σάββατο 11 Ιουλίου 2015
Ο Κόνδωρ
Πέμπτη 31 Ιουλίου 2014
Υπέρ ανυπάρκτων, συνθέτων λέξεων, επιθέτων τε άμα και ουσιαστικών
ποιηταπαίσιοι, αξιαλήτες.
Τρίτη 22 Μαΐου 2012
Ο αντιφατικός ήρωας μου
Τετάρτη 13 Ιουλίου 2011
Η ημέρα των υπερβατικών αντιφάσεων
ξεκίνησα στάσιμος να πάω πιο πέρα
βαριά βήματα βάδιζα ασθμαίνοντας
ελαφρά και γοργά περπατώντας
βλέπεις νέος κι ευκίνητος ήμουνα
γέρων και υπέρβαρος όντας
σ΄ ένα δρόμο παράλληλα κάθετο
μπροστά μου είδα έναν που’ ρχόταν πλαγίως
«Ρε, σε σιχαίνομαι!» τού ‘κανα
και μ’ απάντησε «Χαίρω ομοίως!»
το παπούτσι μου ύστερα τρύπησε
με μια μεγάλη, ολόκλειστη τρύπα
«Έλεος πια, φτάνει!» τον παρακάλαε
«κι άλλο χτύπα με, χτύπα Με! Χτύπα!»
τολμηρός ποτέ μου δε στάθηκα
θαρραλέος όμως ήμουνα πάντα
γι αυτό αποφασιστικά τον εμπόδισα
και τον παρότρυνα να συνεχίσει
μετά ήπια νερό τόσο άφθονο
σε κομμάτια σκληρά απ’ τη βρύση
θυμήθηκα τον παππού μου, το ναύαρχο
που ήταν σταθμάρχης στα τραίνα
όπως και μια παλιά ερωμένη μου
που δεν είχα ποτέ μου γνωρίσει
έναν πράσινο κάκτο αγόρασα
κι αυτομάτως τον επέστρεψα πίσω
άιφνης μια μπριζόλα επιθύμησα
κι ευθύς μπήκα σε ψαροταβέρνα
του σερβιτόρου το πρόσωπο θύμιζε άλογο
ω! μα... ολόιδιος ήταν με σμέρνα!
χορτασμένος, βαρύς αποχώρησα
και τότε κατάλαβα πόσο πεινούσα
τον περίπατο μου συνέχισα
καθιστός σ’ ένα παγκάκι του πάρκου
μεσημέρι είχε πιάσει και έκαιγε
ο ήλιος που προ πολλού είχε δύσει
ναρκώθηκα αμέσως κι αποκοιμήθηκα
καθώς με βασάνιζαν φοβερές αϋπνίες
αρκετά αργότερα ξύπνησα
την ώρα που ξημέρωνε πάλι
προχωρώντας μπροστά υποχώρησα
την ώρα που έπεφτε φωτεινό το σκοτάδι
απομακρυνόμουν στο σπίτι, γυρίζοντας
κι έφτασα φεύγοντας μπρος του
κοντά στο τζάκι βολεύτηκα σβήνοντας
τη φωτιά που είχε αφεθεί να ανάψει
το ποτήρι μου ουΐσκι το γέμισα
κι άρχισα να ρουφώ το αχνιστό μου το τσάι
μισή ώρα περίπου ενωρίτερα
ξάπλωσα ξανά στη συνέχεια
γλυκά είδα αμέτρητα όνειρα
κι όλη νύχτα δεν έκλεισα μάτι.
Σημ. γραμμένο στις 12/7/011, μια μέρα καύσωνα, στην -όμως - δροσερή αίθουσα αναμονής διεκπεραίωσης υποθέσεων του Υποθηκοφυλακείου Αθηνών
Σάββατο 14 Αυγούστου 2010
Υπερρεαλιστικό – ακαταννόητο (πρέπει να σταματήσω τα ναρκωτικά)
Αφηρηνιάστηκε και δίπλωσε προς τα πάνω
Ήξερε βέβαια, τώρα πια τάχα πως τίποτα
Σύλλεγε σκιάχτρα μονάχος
Βάση πήγαν που έστρωνε κέρματα
Βρέχει σκοπίμως
Μια σφραγίδα πουθενά
Τον διακάτεχαν φέτες από στιλπνό πορτοκάλι
Δεν ήταν πρόθυμοι οι τοίχοι του
Θα φύγω ξοπίσω
Φοβισμένα τα ασύδοτα σε απόχρωση οδύνης
Κάθισε μέσα του
Ένα φαιδρό μεθεόρτιο πέρα από σφήνες αρίστου
Τρόμος και γύψος
Η μητέρα χωρίστηκε μα η αυλή βήχει και κρίνει
Σε λιγνές καμήλες ακούμπησε
Είχε κι αυτός την ιδιαίτερη του κουβέρτα
Ο γόης που ρώταγε με προπέρσινο πέταλο
Μα και μήπως ιδιότητες χάνανε λάμψη στο πλήθος;
Πάλι και πάλι μουρμούριζε με βρεγμένο παπούτσι
Μια φίλη κορύφωνε στατικά απαρτία
Και συμπλήρωνε θάμνοντα, αναδύοντα κείνος
«- Βρε! Πού να;» τον προχώρησε
Κι αυτός γιάλωνε πρόκες
Να σου δύσω κορδόνια και πήδησε
Τώρα ξέρω κι εντόνως
Κάθε γιέτι μουρμούριζε σαραντάχρονη κάμπια
Κραταιός βατραχάνθρωπος με απαστράπτον σουσάμι
«- Τί μας λες αλεξίσφαιρα;»
Μήπως τρομάζει η παγίδα;
Θα συλληφθώ ούτε βούκινο, με θαλλασί πιρουέττες
Κρόκος στάζει κι ωρύεται
Συμβιβάζεται η τέρψη
Ο μειλήχιος γορίλλας μου
Ευφροσύνη και κλίμα
Σταυρωτός επιδιώκεται σπαρταρώντας πατίνια
Η αγάπη εκτίμησε οδοντόκρεμα βύνης
Μια ιδέα ασήμωσε σφριγηλή υπεροψία
Μ’ ένα πάθος σφυρήλατο καντίνας ανάσα
Δεν σπουδαίο ασσύμετρα
Γάτας μαχαίρι
Κουνιστή, κρυφοκίτρινη με τριάντα συνέπειες
Ανεξάντλητε πύθωνα ταπεινά καθελκύεις,
μ’ ένα στήθος παρήγορο μολυβένια σταφύλια
Ιδιοχείρως ξεσήκωσε ένα σμήνος ομπρέλλες
Πουθενά κάποια ίωση σα μια γλάστρα σαρδέλλες
Ωχριούν εξαπτέρυγα σε μια γέφυρα όντας
Κι από πάνω δυο πέρδικες σε ρυθμό εναντίον
Τρικυμία και όνειδος σε μια κούφια ταράτσα
Σιδεριάς εξαΰλωση στης γαλήνης το πέλος
Μέσα τώρα στο πέλαγος κηπουρέ, στρατηλάτη
Αναγόμωσις ύστερα με φορτίο πλημμύρας
Κουνούπια κι εσσώρουχα σε αρένα που δύει
Λίγο θά ‘θελα έντιμα να σου ντύνω την πίστη
Πανταχόθεν κλιμάκωση με σωρούς σημασίας
Με ερεθίζουνε κύματα αλλεπάληλης σκόνης
Αρχηγέ μου αλοίθωρε, ροχαλίζεις σαν πρίσμα
Στιβαρός τυφλοπόντικας ατενίζει τηγάνια
Σού ‘πα άλλωστε γίγαντα να διορίζεις μαδέρια
Ααααα! Στρογγυλή προκατάληψη, τρυφερή κουστωδία
Σαν το λύχνο ψιθύριζε ο μανδαρίνος σανδάλια
Σαν τσιπούρα ορθώθηκε η ανασφαλής μαζορέττα
Κρότος κι ένδειας επίδειξη θεοσεβούμενου πότη
Και λυγμός ένας τετράγωνος αμφιβάλλει μονίμως
Δε διαρκεί η συνείδηση στην αυλαία που ουρλιάζει
Κάνω κάτι ορόσημα και μετά γδέρνω μπίρες
«- Σού ΄χει τύχει αφαλτόστρωση;»
Νομίζω πνίγηκε απ’ έξω
Με θανάσιμη κλείδωση κι ένα τέλος ξοάνου
Ως τις τρεις σβήνουν μεσάνυχτα
Σε αυτό το τετράδιο πισίνας.
Δευτέρα 26 Νοεμβρίου 2007
Ένα απόγευμα τρελλό
κόσμο γεμάτα τα καφενεία
κυρίες, κύριοι, νεαροί, δεσποινίδες,
γλυκά, αναψυκτικά, καφεδάκια
και γύρω τριγύρω του κόσμου η χαρά
φωνάζαν, παίζανε τα παιδάκια.
Ένας μάγκας περίφημος γόης
όλο εκοίταζε μια όμορφη ξανθιά
που καθότανε με τη μαμά
και το μπαμπά και τ’ αδέρφια της
κι έπινε βυσσινάδα.
Όλο χαμόγελα της έστελνε
και πονηρά νοήματα
και υπολόγιζε το βράδυ
να της κάνει καντάδα.
Μα εκείνη αγέλαστη, σοβαρή,
όλο κοίταγε αλλού
κι ούτε απαντούσε,
(όμως πόσο της άρεσε, ω πόσο πολύ
και τί συγκίνηση, τι λαχτάρα το παλληκάρι)
γιατί ήξερε και της είχαν πει
πως έτσι πρέπει, έτσι αρμόζει.
Την ίδια ώρα κει παραπέρα
στο άδειο οικόπεδο στήνανε
μπερντέ του Καραγκιόζη.
Γιατί το βράδυ είχε παράσταση.
Μα ήταν περίεργη η κατάσταση.
Λέγαν ο δάσκαλος με τον παπά, οι γραμματιζούμενοι,
σ’ ένα τραπέζι με το χωροφύλακα και τον κλητήρα,
και παραδίπλα όρθιοι ακούγανε και χάσκαν
κάτι αγράμματοι, περιπλανώμενοι γύφτοι
που δεν είχαν βρει θέση, περισσευούμενοι.
Λέγανε για του κόσμου τα μυστήρια τα μεγάλα
και τις χώρες τις παράξενες,
τους ωκεανούς, τα όρη
και τους τρανούς ποταμούς……
τον Αμαζόνιο, το Βόλγα,
το Μισισσίπη, το Ζαμβέζη
και πίνανε καφέ και τρώγαν πετιμέζι.
Αχ! οι άνθρωποι πάντα κοιτούν τον ποταμό
κι κανείς ούτε κουβέντα
για τον ήσυχο και ταπεινό,
τον τροφοδότη, τον παραπόταμο,
μονολογούσε εκεί κοντά
ένας του τσίρκου θηριοδαμαστής
που αυτή την ώρα πότιζε
στη βρύση του χωριού
ένα ασημένιο ιπποπόταμο.
Γιατί είχαμε τις μέρες εκείνες,
περαστικούς από την πόλη,
τσίρκο και θεάματα,
κλόουν, ακροβάτες, θηρία εξωτικά,
το μάγο που κατάπινε σπαθιά
και εξαφάνιζε παπούτσια
και πράματα και θάματα!
Είχανε, λέει, έρθει από
τη μακρινή Μαδαγασκάρη
και παρουσίαζαν – μοναδικοί στον κόσμο –
μέσα σε όλα τ’ άλλα
ένα που μίλαγε με ανθρώπινη φωνή
σοφό σκαθάρι.
Μάλιστα διαφημίζανε
όλο το απόγευμα τις παραστάσεις,
μέχρι που τις ρεκλάμες τους κορόιδεψαν
και βρίσανε χυδαία,
κάτι που πίνανε μαστίχα από νωρίς
αδειούχοι απ’ το στρατόπεδο το κοντινό, φαντάροι.
Πάλι καλά που μεσολάβησε ο οδοντίατρος
και τους εκέρασε ένα γύρω
λέγοντας – διπλωμάτης, πονηρός –
«Μαζί σας κι εγώ πίνω»
κάτι ποτήρια με πιοτό
μία μερίδα ρούμι, εφτά κινίνο.
Εκείνος βλέπεις τό ’χυσε, δεν ήπιε,
μα στην παρέα των φαντάρων έφερε πανικό
και φύγανε εκείνοι πικραμένοι,
πίσω γυρίσανε στο στρατώνα
και πήγαν γι αύριο
να δουν την αγγαρεία,
ποιόν είχαν βάλει μαγειρεία
και ποιόν σκοπό.
Βέβαια τότε που όλοι
το νου τους είχανε στο περιστατικό
ευκαιρία βρήκανε τα χαμίνια
να μπούνε στου μπακάλη την αυλή
και να ρημάξουνε τον εύφορο μπαξέ
που έβγαζε γιομάτα σαν αίμα το ζουμί
τα πιο καλά τα σαγκουίνια.
«Κι έτσι πήγανε κι έτσι πάνε»..
μουρμούραγε μονάχος του
σε μια γωνιά ένας γέρος,
«έτσι φτιαγμένοι είμαστε οι ανθρώποι
αδερφοί, κορίτσια, παληκάρια,
έτσι ήταν κι έτσι – μιλάει η φύση
και προστάζει – θά ’ναι».
Μα πίσω του στον τοίχο – αν είναι δυνατόν! –
μα πάλι, είχε βρέξει το πρωί,
ιάμβους σχηματίζανε, κοπάδια σαλιγκάρια.
Σκοτείνιασε, σουρούπωσε, βραδυάζει
και λίγο – λίγο φεύγουν οι νοικοκυραίοι
και η πλατεία αδειάζει.
Ε! πρέπει νά ‘ναι τώρα
η ώρα των παράξενων.
Γιατί μου φαίνεται πως βλέπω
- και πρέπει να ταιριάζει -
εφτά χελιδονόψαρα να κάνουνε παρέα
σ’ εκείνη που όλο το απόγευμα
από πάνω μας φτεράκαγε
και τώρα κουρασμένη,
αλλόκοτη, πορτοκαλιά,
ανεβασμένη στη μουριά,
την κουκουβάγια που κουρνιάζει.
Και στη σκιά της μουριάς,
του φακίρη που έκανε
την ώρα εκείνη τα μαγικά του,
ξεκουραζόταν ο βοηθός
και έτρωγε τουλούμπες.
Ε! λοιπόν μέσα σ’ όλη την τρέλλα,
τρελλός κι εγώ,
ξεκίνησα καταμεσής στην πλατεία
να κάνω κάτι ψηλές
και θεότρελλες τούμπες!