Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Σουρ Ρεάλ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Σουρ Ρεάλ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 20 Απριλίου 2026

Συνθυπερεαλανυπαρκτλέξ


Συναρμέγεις ολμοθέτη αλτεπίφωρε
γοργομέτρησης κλωβαίσχυντη πρώσση
ενδιατρέχεσαι κακτηκόντεια σαθρύματα
και ζωίζεσαι απανταχούμενες ρώβλες
εντεκνώς οιστροφιλέστατοι έκδερμοι
φλοισβαλίζουν διθριππείς αναβλύες
ενώ Ουγκ, Μινμορμόν και Φουίτ-Γιαλέ
δε στρυχνούν, δεν πληνθέτουν, δε δλύφουν
αστυμόρια του κρίμπαντος σύλαμπρα
βροχωδούν με αλλέφωτη εγκάστιξη
Κουμπρολί, Ζονπλοντέ λωβοτύσαυλα
Ενκαρσέλ, Λορλεμούρ αβραχθέντα
ορεβάσιντας καρδεχτής ποσθηφάνειας
εναλγούς αγαρσίας ζομβρώτα
κρεμαστόριας μύνθεξης στείλα
χασμοδίλημμα ψαλμωδέστατης ύλασης
Λαζαγκού, Αλταρέξ υδραπόρτας
Γκριτεφλόν, Συρταρίν, Αναμούρκ-ορέ
Γαστουρμπέν, Ωροντάν, Σειστροβέλ-μπε
ο ανυπερθέτης, ο ορθοεπίστρωτος, ο καθηλάτης
διεομβολύνεται, ανταπαντέχει, μουσωνυφαίνει
καθηλορμά  φαεινοκλίνη κυκλόγωνη
και καρταβαίνει βοείθυμη γέλγωση
θρασυμάχοι, αειπότες, ποιητούντες
κλωθολογίζονται εντυπωσικές ποτελέξεις
θελοντοθεϊκά παλινομίζοντας άγραπτα
χαρτισκαλίζοντας Γιαγκ, Ασταρόγκ
Καγκεμούς, Περφορβέρ λωστοτέλος.


Τρίτη 14 Απριλίου 2026

Σουρεάλ Ηθικοπλάστ

Μη λησμονείς τη φαιδρά αλκυόνη

μην αφορίζεις θρύλους, αίνους, πεσσούς

τ΄όνομα Του πώς άρχιζε έχω ξεχάσει

μα σίγουρα τελείωνε σε –σούς

 

Σου λείπει νομίζεις το επιδέξιο δοξάρι

μα οι φτέρες δεν φτάνουν στους γλόμπους

καμμιά φορά αργούνε οι λέξεις

να δέσουν και να λύσουνε κόμπους

 

Σου προσφέρω ανυπέρθετες ύλες

σου στερώ επιτόπιες στολές

τόσα τραγούδια που λέγαμε τά ‘χεις ξεχάσει

και μόνο πώς θά ‘χουμε σίγουρο μέλλον μου λες

 

Τί κοιτάς χάσκοντας πυγολαμπίδα

και πατάς φρένος κι ορμάς οπισθέν

μην τους ακούς, διαβάζεις, θαυμάζεις

φερέφωνα είναι όλοι δηθέν

 

Καλημερίζοντας μια κούφια σελήνη

υπερβαίνοντας την παραμεθόρια σφαγή

δες σταγόνες πώς βγάζει πια λίγες μονάχα

η σχεδόν στερεμένη πηγή


Άριες φλοιών εξαπολύουν κρηπίδες

σε έναν αμήχανο, λαιμοδέτη μουσώνα

οι καλές πράξεις και τα αισθήματα

στοιχεία περιουσίας είναι τα μόνα

 

Κορδωμένη φοιτάς σε προαύλιο

πριν λιγώσει χαραυγή η πληβεία

όλην τη ζωή του επιμόνως αρνήθηκε

διακρίσεις, αμοιβές και βραβεία

 

Καμινέττο δεν κρίθηκε βρώσιμο

ούτε ύποπτο, φωσφορώδες κουτάλι

έχεις βγει μα δεκαετίες μέσα ήσουνα

μόνιμα και βαθιά στο μπουκάλι

 

Φουντωτή βιοτή αφομοίωνε

μια συνθήκη αέναου κρότου

ευλογία σαν οι αγωνίες του έσχατου

γίνονται πράξεις βοήθειας του πρώτου

 

Μελανίνη της δύσης εφορμά με αγνόηση

αυταπάρνηση άδικη, λυσιτελής αμνησία

λαμπερά τόσα πλήθος μπορεί να μου λες

με ελάχιστη μόνο ή καθόλου ουσία

 

Μετουσίωση πάμφωτη διαταράσσει σανίδες

αναπέμπεται σύνομμος επαρκής ιοβόλος

ταπεινά πλάσματα είμαστε

αλλά μας σκέπει ο επουράνιος Θόλος

 

Πλώρη συντρίβουσα αλιπάστων θωπεία

κανών επανεξαίρετος φευγαλίζουσας ρώμης

μεγαλυτέρα ουδεμία εστί δύναμις

της ειλικρινούς, ολοψύχου συγγνώμης

 

Μια καθέλκυση κάθαρση κροταλώδους φοβίας

επισείει φερώνυμες άστατες δίνες

μα της Πίστης το γάργαρο και άφθονο

ξεπηδούνε το νερό τους οι κρήνες

 

Αστυφύλια μομφή υπό σύνοψης όριο

σε φαρδιά, δυσανάλογη, κομβική ακηδία

αχ! δεν είμαστε τίποτα σήμερα

η βάφτιση·   αύριο η κηδεία

 

Κροκοδείλια υπόθετα, φθονερά φαλιμέντα

υπερτείνουν εμπόδια καθαιρούμενου ρέματος

ευλογημένοι εστέ πάντες εις τ’ όνομα

του Πατρώς και του Υγιού και του Άϊου Πνέβματος

 

Ουλαμός ατιμώρητος, επιστήθιος κρίκος

υποβολέας ατημέλητος, χολερικός κανταδόρος

όλοι μαζί Μου θα έλθετε, ο πτωχός

ο φυγάς, ο διωκόμενος, ο ασθενής, ο οδοιπόρος.


Σάββατο 11 Απριλίου 2026

Άγιον Πάσχα Δύο Χιλιάδες Εικοσιέξι

Κρύβεται πάλι στα ζαχαρότευτλα

κρυώνει, πυργώνεται

και αφαιμάσσει παρτίδες

δεν σύμπνοια επέρχεται

ανακωχή επιτελείται

φυσητήρες διακρίνονται

φασματικές εκατόμβες

συμπυκνώνοντας έκθαμβες

πλήθη οδοντοστοιχίες

ως υπαίτιος φαίνεται

ταπεινός ιαγουάρος

φειδωλής ανακύκλωσης

γεωπόνος κουρσάρος

πεπρωμένη αυταπάρνηση

ασταθής μελωδία

αν δεν στέργεις την πλήρωση

όταν πληροίς νοσταλγία

μην απλώνεις φερώνυμα

και ματαιώνεις κοστούμια

μισαλλόδοξος Δούναβης

ερεβώδης Ζαμβέζης

κάρτα, κέρμα, κερί κατατάσσοντας

παραλείπεις αλμπίνους πυγμαίους

δαταράσσεις πτυχές έρπην αθροίζοντας

τη φορά που συντάσσεται κρύα

ενώ οι φρουροί ορρωδούν εντελέστατα

οι καλτσοδέτες πλέουν με όνειρα στείρα

κάτι σαπούνια κρίνονται ένοχα

μα οι αστροναύτες στήνουν το τσίρκο

συναλλαγή αλησμόνητη

αχαλίνωτης δίψας

άλαλα λόγια όλη νύχτα συμπίεζες

καθαιρούμενης φράξιας φοβερής πεμπτουσίας

ο Θεός πανσκεπής και εν σοφία παρήγορος

συν τοις αγίοις δια δόξης βοών την αγάπη

φορτίο ηχηρό από ασύστολα κρίματα

σαλπιγκτές αμαρτίες και ενοχών απαρτία

φέρων σκύφτοντας τον ανήφορο εβάδιζεν

ποτάμι ο ιδρώς, στάλες το αίμα

καθ΄οδόν για τον λόφο όπου συναθροισμένοι επερίμεναν

από ώρα εντέλει για να τον σταυρώσουν.


Πέμπτη 6 Ιανουαρίου 2022

Στίχοι διάφοροι του περιώνυμου Πέρσου ποιητού Αχταρμάση

Οι κυνικοί πασατέμποι πορεύονταν

αδιανόητα θρύλοι

φασιανοί περιβόητοι τέμνονταν

αντιθέτως οργίλοι

 

Αφού μοιράζεις το κούτελο

με ψιλή οχλαγωγία

δες και σύντομα πέδιλα

σαν κραυγής ευλογία

 

Δεν περνάς υποτείνουσα

με ασύμβατο πάθος

ένα στρέμμα ψηλάφισα

με κουμπιά πού 'ταν λάθος

 

Κλινοσκεπάσματα άυλα

συνιστούν φάλτσο μπόγο

τζαμαρίας εκτόπισμα

προκαλεί στείρο ψόγο

 

Μονοκινητήρια γόνδολα

στρώνει την πέρα τιμή σου

ένας κρίκος γραμμόφωνα

ζυμώνει τη δύναμη σου

 

Ίππος βαθύς κι ανοξείδωτος

καθιερώνει τη μέρα

τραμ που εξακοντίζεται

κι αφομοιώνει παντιέρα

 

Με ενέχυρο τσιριτσάντζουλες

θα υπερβείς μαυσωλείο

τόσο κρίμα απογείωσης

είναι φιάσκο και λείο

 

Το σαρδόνιο σου ενδιαίτημα

στριφώνει μπάσα κασόνια

η σκακιέρα που βούιξε

περιούσια κορδόνια

 

Αλκατράζ που ίσως στρίμωξε

κάποιον αβίαστο μάγο

σε υποβρύχιο περίτρανο

βρες τον φιλόδοξο τράγο

 

Κόντρα σινιάλο αμφίδρομο

με χθεσινό το φουρνέλο

το μέλλον κραδαίνει πιο σύντομο

καθώς διογκώνει σκαρπέλο

 

Αναστήθηκε γρήγορα σύγκορμος

νουνεχής μυρμηγκοφάγος

ο σουλτάνος αφέθηκε βόστρυχος

συντηρώντας γλυκόπικρο άλγος

 

Σουλτανίνα με τρυκ κλωθογύριζες

και σημείωνες επίδομα φόνου

δε γυρίζω με καρμπόν και αντίποινα

στη σκηνή του υπόξινου χρόνου

 

Πέρα δώθε φορτηγό ανατείνεται

σε μια φάλαινα που βιώνει μονάδες

κάθε βίδας ελπίδα εντείνεται

με ανυπόστατα κιχ τις ραγάδες

 

Κούφια η ώρα που σού ΄λειψα σύγκορμος

και δειλός σαν το γλάρο που σκάει

ω, τη μέρα που ο πλανήτης καρφώθηκε

θα φανεί ποιός τη βίδρα τολμάει

 

Σέρνεις φόβους κι αναπολείς πρίμα κάστανα

που σου λείπουν στο στεγνό αεροσκάφος

δε βιώνεις μαζούτ κι έτσι ανάσανα

ως σου γνέφει μονοσήμαντος τάφος

 

Αργυρούπολη, Μπρυζ, Χονολούλου, Οντάριο

μ΄ένα κέρμα σα βαθύ κατσαβίδι

Σιδηρόκαστρο, Βιέννη, Γιοχάνεσμπουργκ

σπέρνει αντίθετα χνώτα το φίδι

 

Με καθεστώς πολυώνυμο έλκεσαι

σε παραδόπιστη σύννομη σφαίρα

αν θα δεις μιας κοπής την αντίδραση

φρίκης την καθαγιασμένη φλογέρα

 

Οσονούπω νυχτώνει με σύνδρομα

και ανάξιους δρυοκολάπτες

δε θαρρείς κάθε τάχα πως βάφεται

από φειδωλούς, ασύμμετρους ράπτες;

 

Μια σημαία στο κύμα ξεκόλλησε

από το μετείκασμα της παρρησίας

κάποιον κόκκο σίγουρα ρώτησες

με σπουδή στιβαρής αμνησίας

 

Τί σου έλαχε ξάγναντο σήμερα

κι αν πακτώσεις αριθμούς με το νου σου

μη μονοιάζεις με πυγμαίο θρασύτατο

του παρείσακτου φράξε στενού σου

 

Καν μη τι ο θε να αλί ων σαν π.χ. αμήν τίποτα

και προχώρα περίλαμπρος όντας

αν σου φέγγει το κότερο έρποντας

μη ζορίσεις τη φόδρα της σπόντας

 

Ψιττακός ολόγιομος έθαλπε

φρούδες μάνικες με σήψη και νάζι

αποστόμωνα πρίσματα ερίφια

με γκρι γνώμονα κι όσιο χαλάζι

 

Σαν τα τείχη ανειδίκευτου πάστορα

που αντιβαίνουν σε κάνιστρο πλάι

σου δανείζω μια ξύστρα και δίνομαι

πριν τριτώσει το φαύλο αγλάι

 

Μπικ παλιούς μαστορεύεις μα δύστοκα

ξηρασίας χιονιστής αναλόγως

στο κραταιό ομνύεις το έδρανο

κι αλυχτάς "Εν αρχή ην ο Λόγος".


Τετάρτη 27 Νοεμβρίου 2019

Μηνοσουρεαλόγιο


Στρέφετ' ο μάβρος Μάιος
στον άλικο Νοέβρη
και τον ρωτά αν Άβγουστος
με Μάρτη συνωθούνται
ολοταχώς σε Ιούλιο
και στυγερό Γενάρη
ή ο σεπτός Σεπτέμβριος
έλκεται του Οκτώβρη
γενέθλια του Απρίλιου
γιορτή του Δεκεβρίου
Φλεβάρη θα σε αμυνθώ
Ιούνιο θα σε χάσω.



Σάββατο 21 Σεπτεμβρίου 2019

Μασώντας φύλλα κόκας


Παρορμητική απάτη
μίσος ανιστόρητο
φουτουριστική παγίδα
στήθος δυσθεώρητο

Ανοδίωση κερδώα
ανυπόληπτο μπαράζ
εναντίωση ελθούσα
αστραπόβροντο γκαράζ

Κρινοπάρθενος Μαρία
στερημένος Ιωσήφ
απευκταία φασαρία
δεισιδαίμον πορτατίφ

Ερμηνεία ακτινοβόλος
αυτοδύτου ευφυούς
αρμενίζων δισκοβόλος
εξορκίζων μιαρούς

Πάντα τέτοια, ευχή κατάρα
και εις το επανειδείν
σούρτα φέρτα, σάρα μάρα
πέμψατε μοι εις την ειρκτήν

Ανελέητου προφήτου
όψιμες απαντοχές
και εις τας ρωγμάς του τοίχου
πλάγια έρπονται ενοχές

Κόραξ, κόρακος και βάλε
εύσημα κι εγκώμια
στης χελώνος το καβούκι
δρέπονται προνόμια

Πεσιμιστικό βαγόνι
και πικροκονφισερί
δε θα ιδείς ποτέ παγώνι
μόνο του σε ουζερί

Μέρα μπαίνει, μέρα βγαίνει
και ο βίος σώνεται
όστις μέσα νά 'μπει θέλει
βρίσκει τρούπα, χώνεται

Οίνος ρέει και ευφραίνει
κατευναστικά επιδρών
θρήνος έγινε εν γένει
νέος ήτο ο εκλιπών

Της χηρός η θαλερότης
έκαμε εντύπωσιν
εν αστείον η αγνότης
βρήκε άλλους είκοσιν

Κλωθογύριζ΄επί ώραν
δια ποιόν λόγον άγνωστον
είπε "θέλω μιαν οπώραν,
έχω τέκνον άρρωστον"

Δίχως ν' αντικατοπτρίσεις
πρόοδον δε δύνασαι
κι αν στον κόρφον σου δε φτύσεις
πλοίον γιοκ κι οδόν δια σε

Ασυνάρτητη ευτυχία
και μουρμούρα εντελής
μου τελείωσαν τα πούρα
τόσον είμαι δυστυχής

Με αφιόνι θα ποτίσω
το κορμί σου τ΄άδολο
Θεία δε θα προσκυνήσω
δε φοβάμαι Διάβολο

Στη Σελήνη περπατάω
μ΄αλαφρά πατήματα
κύριε Πέτρο, βεβαιώνω:
λίγα έχω κρίματα

Χουζουριάρικη αρκούδα
με πλισσέ φορέματα
κι απροσδιόριστη μουσούδα
είδανε στα ρέματα

Κριτικός ενδελεχούσε
αυστηρώς συνέγραφε:
"ένα μέτριον στο τέλος
μας σερβίραν κιούνεφε"

Μια ο σκύλος ανοικτίρμων
δυο ο γάτος μπεσαλής
τρεις ο ψιττακός αφέτης
και ο ψύλλος παραλής

Συγγνωστή αντινομία
φρούδα εγκατάλειψη
σκόπιμος παρανομία
στείρα επικάλυψη

Δεν πληρώνω, είμαι μάγκας
τζάμπα στα διόδια
κι εμπιστεύομ' όσους ξέρουν
εμβριθώς τα Ζώδια

Το κουκί και το ρεβύθι
χάλασε το ρουμπινέ
"μήπως είσαι κουτορνίθι;
μη φοβάσαι, πες το ναι!"

Παρ' ελπίδα αν ελπίσεις
μ' επιείκεια θα κριθείς
κ αν με θάρρος θα τολμήσεις
ξεύρε το, θα ηττηθείς

Διδακτορικό θα κάνω
στο Πανεπιστήμιο
αμαρτίας θα διαπράττω
δίχως επιτίμιο

Άσπρα μούρα, μάβρα μούρα
άκρη νά ΄βρω δε μπορώ
Άγγελο έχω για σωτήρα
Άγγελο για τιμωρό

Σαρδανάπαλη σοπράνο
ψάχνω - είναι σπάνια
και ελπίζω ν' αποθάνω
έχων πάθει άνοια

Όντας τσίφτης μα γελοίος
δέκα χρόνια θυρωρός
και τριάντα κωπηλάτης
βρε, πώς πέρασ' ο καιρός;

Βαίνει μέτωπον θυέλλης
προς το Νότο ολοταχώς
τα πατζούρια κλείσ' αν θέλεις
και ας γίνομε μπουχός

Το πολύφωτον ομοιάζει
σάμπως αλληγορικό
σχολική εκδρομή θυμίζει
σ' ένα τόπο ιστορικό

Αν ποτέ θα σταματήσω
να περιδινίζομαι
μού 'ρχετ' ο ουρανός σφοντύλι
τότε είν' που ζαλίζομαι

Βρήκα μες στα γαριδάκια
δώρον σπάνιον κι εκλεκτόν
το χειμών' όλο φοράω
ένα καμηλό παλτόν

Δριμύ ψύχος αν ενσκήψει
έτοιμον θε να με βρει
και θα πάμε εις την Πόλιν
θά ΄ναι τσοκ γκιουζέλ γιαβρί

Ολωσδιόλου πεπεισμένος
αγερώχως ίσταμαι
κι ότι λεν' το απαρνούμαι
κι έντονα ενίσταμαι

Αχ! καημένο αστεγούδι
κλίναι πού την κεφαλήν
οι επιτρόποι σε εκδιώξαν
του Ναού απ' την αυλήν

Μήπως θά 'ρθει άσπρη μέρα
για να λάβεις πλησμονή
ρούφα ως τότε τον αέρα
κάνε κι άλλο υπομονή

Δεν αλλοίωσα τους θρύλους
τις γητείες, τους χρησμούς
μα σπαράσσοντας αλλήλους
θα μουντάρω στους θεσμούς

Ων αναφανδόν προπέτης
και συχνά περίλυπος
αλλ' αρέσκομαι στο τζόγο
πόκα, ζάρια, φίλιππος

Βρε σταμάτα πια την πάρλα
πού τα βρίσκεις και τί θες;
ζαλιστήκαμε με τόσα
που αράδιασες μαθές

Ασταμάτητα μασάω
φύλλα παραισθητικά
κι όλο κούφια λόγια λέω
και τα κάνω και γραπτά.

Παρασκευή 20 Ιουλίου 2018

Λεξιπλασία Αντιφασουρεάλ


Αδυναμεξάντληση
ηθοαναπτέρωση
πεισιθανατόσκεψη
ελπιδοπιστεύω
πεσιμισμοφρόνημα
μελλοναισιοδοξία
φρουταφρεσκαζούμερα
κονσερβοϋποπτοτρόφιμα
πηγασοιπποπερήφανος
αργοελαφαντοανάβατος
ντουβαροαστάρωση
υγροκαιροξέφτιση
κρινοαμωμοσύλληψη
σπερμολουτροκάλυψη
δινοβολοκίνηση
σφιχτοχεροάρνηση
σταθεροπερπάτημα
μεθοπαλινδρόμηση
κρουνορεοχύνηση
στεγανοποσφράγιση
καταντοξεφτίληση
δοξοαναγνώριση
ερημοαμμοξήρανση
ζουγκλοϋγροπνιγηρότητα
καλολογοαισθητόβιος
φτηνοπρακτοπεζότητα
θεωραρλουμποκριτικός
απλοευστοχοσχολιαστής
ευρωστομεγεθομαστός
μικροτατονειδοφαλλός
μακαρογήρανση
φρικτοτελεύτηση
κορινοπληρογκρέμιση
αστοχομπαλλοέξοδος
θεογυμνοκολυμβήτρια
ολοσωμοστολοδύτης
αγγελοθεόσταλτος
δαιμοναγγελιοφόρος
αιθεροπερίπατος
προσγειοανία
κριματομετάνοια
καλοπραξοευαρέστηση
ησυχοϋπνοεύνοια
εφιαλτοκατάρα
σαγιοναροάνεση
στενοπαπουτσοβάσανο
ροκοεκκωφαντοθόρυβος
μπαροκοντσερτομέλος
τεμπελοανετόβιος
νυχθημεροαγώνας
Οδυσσεπεριπλάνηση
Πηνελοκαρτερία
Τουρκοραχατανατολή
Λουθηρονομοδύση
βρισκοστοδρομοτυχερός
χανωκαπουγκαντέμης
δρεπανοξεκληριστής
λυτροζωοδότης
γλυκοκορακοπάρτης
ξινοδρυοκολήπτης
ουρανοαγιόλιμνη
δρακοδαιμονοπόταμος
τρανσεξοελευθέριος
αυστηροηγούμενος
Ασιμοκροκάνθρωπος
Παυλοαπροσάρμοστος
στιλπνομπρουτζοπαλέτα
ξυλοφθηνομπαταρία
Βοημοαπλοσαμοβάρης
Κρυσταλλοποιοτορώσσος
Μπασσοβερβερίνος
Εσκιμωοκαστράτος
οσμοιπποπόταμος
ηχοκατσαρίδα
κανελοαπόλαυση
πιπεροαηδία
εντομοσυσπείρωση
ερπετοδιχόνοια
στιχοανερμάτιστη
ιδεοσπουδαία.


Σάββατο 9 Σεπτεμβρίου 2017

Ο λυρισμός του χειμωνιάτικου Αυγούστου


Εγώ είμαι το ον το ανυπέρβλητο
το πλουμιστό, το συρφετό, ο χαμαιλέφας
ορδές με κυνηγάνε λυσσωδώς
έως τα σύνορα της επικρατορίας
διαφεύγω με τρυκ
χύνω μελάνι, τρώω τα ψίχουλα
οι ιχνηλάτες οδηγούνται σε απογνώσεις
έχει σκοτάδι, έχουν παυθεί
από τις υπηρεσίες τους οι φρικτορύχοι
μα να πεις είχε και νέα;
συμβάντα μηδέν
οι γυναίκες γεννούν
οι άντρες παχαίνουν
ξαπλωτοί ροφούνε ηδύποτα
και μυρωδάτα καπνίζουν ταμπάκα
από μακριές πήλινες πίπες
αναστενάζουν κάθε τόσο «Αφερίμ»
μα στα μέρη αυτά
δεν έχει ακούσει κανείς
για του Θεού τον Προφήτη
σύγνωση απόστασης
φιλία με δόλο
αισθάνομαι πόρρω καλύτερος
απ’ όλους αυτούς τους χωριάτες
θέλω να τους φτύσω κατάμουτρα
αφού πριν τους βατέψω τις κόρες
η καθηγήτρια που δίδασκε τσέμπαλο
μου υποσχέθηκε να μου δείξει κορνέτα
εφιαλτικό υποβρύχιο
σεσημασμένο πριόνι
φονικό στιλβωτήριο
ποντοπόρο σαμάρι
σηκώνω σιγά – σιγά επανάσταση
θα αιφνιδιαστούν ένας κι ένας
ησυχία που έχει!
μέχρι κι οι δεκαοχτούρες έχουν σωπάσει
και τα βράδια δεν αλυχτούνε οι ύαινες
απελπισία τις δέρνει
κάθε νύχτα σχεδόν νηστικές
όλοι βλέπεις πια φύγανε
οι αειθαλείς τυμβωσυλλήτες
κάτι πρέπει να γίνει στον τόπο αυτόν
όπου μοιάζει σαν ακίνητη λίμνη
πλοία κουρσάρων να έρθουνε από το βουνό
κοσμοναύτες να βγούν απ’ τη στέρνα
ως και τα πρόβατα σταβλίζονται μόνα τους
και σταδιακά μαθαίνουν φλογέρα
φωτιά ν’ ανάψει
να στηθεί ο καυγάς
βεδουΐνοι να σκαλίζουνε άρπες
και τρεις γέροι μπρος από ενενήντα χρονώ
να είναι οι μαιτρ στις φωτοβολίδες
ο Βενιαμίν Γολιάθ νά ‘ναι όνομα
ο Σαμψών Δαλιδάς κι αυτό νά ‘ναι
ο Ιούλιος Βρούτος νά ‘ναι κι αυτό
κι ο Μωάμεθ Ιησούς νά ‘ναι επίσης
δε θα μείνει πολύ έτσι, τ’ ακούς;
οι δυνάμεις θα επέμβουν της φύσης
ένας κολοσσιαίος κατανταπολιμός
και σεισμός είκοσι Ρίχτερ
πλίνθος επί κεράμω δε θα μείνει ουδείς
αλί τρισαλί πυρί γαία μιχθήτω
«βόηθα!» θα ουρλιάζουνε τρανέ Τουταγχαμών
και «βάλε το χέρι σου Άη Νικόλα»
κι εγώ θα γελώ από μία γωνιά
καθώς θα τηγανίζω μαρίδες
που θα απιθώνω σε απλάδες κοφτερές
για ριψοκίνδυνους εκλεκτούς συνδαιτημόνες
που θα προσέρχονται ξυπόλητοι μεν
αλλά με περισπούδαστα φράκα
και τρώγοντας μ’  όρεξη
θα κάνουν όλο «Ον! Ον! Ον! Ον!»
που ένας Θεός ξέρει τί να σημαίνει
κρίνοντας όμως από το γεγονός
πως στα πιάτα μόνο θα μείνουνε κόκκαλα
η μαγειρική μου πρέπει νά ΄κανε θραύση
ελπίζω να επωφεληθώ λίαν σύντομα
και σε θέση καλή κάποιος να με διορίσει
με σπουδαίο μισθό
και γραφείο στιλπνό
και προαγωγές τακτικές και ταχείες
είμαι βλέπετε έτοιμος για μεγάλη ζωή
δουξ τουλάχιστον και μάλλον βέβαια πρίγκηψ
θα ζητήσω παλλακίδες πολλές
και ανά τις εποχές από ένα χαρέμι
θα ταξιδέψω στα πέρατα
θα διατηρώ οικόσιτα τέρατα
που θα εξημερώνω με οίστρο
θα πλαισιώνομαι από ετερόκλητα μίγματα
απαρτιζόμενα από στείρα ντουέτα
δεν έχω χρόνο - το ξέρω - για όνειρα
γι αυτό και με σύστημα αρχίζω
θα ενοικιάσω πρώτα ένα παγοθραυστικό
και θα μισθώσω μισό κοπάδι καμήλες
που θά ‘ναι όλες ημίαιμες
μα θα γνωρίζουνε κόλπα και γρίφους
δε νομίζω να επεκταθώ και στο διάστημα
το θεωρώ βαρετό, τετριμμένο
α! μια και είπα αυτό: να γνωρίζετε
τρέφομαι μόνο με μακαρόνι χοντρό
κι από πάνω τυρί πολύ άσπρο τριμμένο
οινοπνευματώδη δεν πίνω μα αρέσκομαι
κάθε τόσο να μεθώ με παρέα
ααα! τί κέφι τότε που γίνεται
και πόσο περνούμε ωραία
μας σιγοντάρουν κροκόδειλοι
μας διασκεδάζει μια ορχήστρα με ράφτες
καρεκλοκένταυρο έναν κάποτε που είπανε
κι έγινε φασαρία μεγάλη
σκορπίσαν τα μπωλ τα φυστίκια πιστάκιο
και τα πιο πολλά φτερά τους χάσαν οι παπαγάλοι
οι γυναίκες ουρλιάζαν
οι γραίες εδέρνονταν
γοερά έκλαιγε κάθε χαμίνι
ιερεύς λοιπόν κι εγώ μασκαρεύτηκα
και με φωνή δυνατή «Αδελφοί!»
τους έλεγα, «Αδελφοί μου, Ειρήνη!»
αλίμονο δεν εισακούστηκα
στις περιπτώσεις αυτές
η εμπλοκή προσιτή θα κορώσει
αντίδοτα δε θά ‘χει κανείς
ούτε σουτιέν ή κινίνο
κι εγώ συλλογίζομαι:
βρε τί μπελάς και τί μπλέξιμο;
ώρα μήπως λες να του δίνω;
φράξε με λίγο, τόση αγάπη σου έδειξα
και μοιάζω όπως λες με το Φοίβο
μα για ανταπόδωση συ με ανάγκαζες
κάθε μέρα πιπέρι να τρίβω
μια παρωπίδα εκλιπαρούσε δεξιόστροφα
γονυπετής, κλινήρης, αβέρτη
δεκαετίες το μαράζι μου ήσουνα
το φριχτό το σαράκι, το ντέρτι
το αίμα μου πίσω θα πάρω με ανήλεα μαρτύρια
που θα σου κάνω μ’ ένα πλισέ κλαδευτήρι
το κορμί μου αν ζητάς να σου δώσω δεν πρόκειται
να σου κάνω ποτέ το χατήρι
βάλε μου πάλι θα λες όλο αναίσχυντα
μέσα μου το φαλλό σου υπερόπτη
μα εγώ πιο βαθιά θα σε κόβω ανυπόληπτη
μ’ ένα στραβό ιογενή νυχοκόπτη
καιόμενος ως εν αρμάτι Φαέθωνας 
θα λάμπω σ’ όλη την παραλία
χωρίς στιγμή να διστάσω σκεπτόμενος
ποιός θα ‘ρθεί στη βαρετή μου κηδεία
μέρες και νύχτες συγκέντρωνατε δρέπανα
με τις γλώσσες σας σα γυαλόχαρτα φίνες
μην ακούτε τί λένε,  δε γνωρίζουνε τίποτα
το καλύτερο μέλι το βγάζουν κηφήνες
ω! ας τελειώνει πια τούτο το παραλήρημα
ο σαλός οχετός πια ας σώσει
και αν άλλος έχει χειρότερο
ε να! ας κοπιάσει να δώσει.

Τρίτη 9 Μαΐου 2017

Αντιφασουρεάλ (με καταληκτική παράβαση*)


Ένας οκνηρός εργάτης
κάποιο φίδι κολοβό
ο δειλός ο στρατηλάτης
τα αγνό το πονηρό

Ο πιστός ο Καζανόβας
ο εραστής ο μοναχός
ο αρχιερέας Αννίβας
ο ανυπόμονος Ιώβ

Ο καθ’ έδρας αμφιβάλλων
ο τραυλός ο γλαφυρός
ο κυκλόσχημος ο ρόμβος
και ο άθεος πιστός

Ξανθογάλανος φελάχος
με φολίδες ποντικός
ιριδίζον κιαροσκούρο
και ηφαίστειο ψυχρό

Κομψότατο σκιάχτρο
δύσμορφη κούκλα βιτρίνας
μελωδία ανυπόφορη
γλυκειά βοή της σειρήνας

Μεγαλόπρεπη καλύβα
πλίθινο ανάκτορο
ζωηρή πολύ αδράνεια
δράση δίχως διάφορο

Μια φραουλιά ευθύκορμη
κατάφορτη μια λεύκα
αειθαλλής παλιά συκιά
και φυλλοβόλα πεύκα

Ένας γλύπτης χωρίς χέρια
ένας μουσικός κωφός
υποβρύχια περιστέρια
ήλιος κρύος, δίχως φως

Αχαλίνωτη παρθένα
πόρνη όλως εγκρατής
απ’ το ύψος του πυθμένα
αεροπλόος πειρατής

Βυρσοδέψης οικολόγος
και σφαγέας σπλαχνικός
μονομάχος φοβιτσιάρης
κλόουν λίαν σοβαρός

Ήσυχο πολύβουο κέντρο
θορυβώδης ερημιά
ξαστεριά στην καταιγίδα
θύελλα κι απανεμιά

Δύτης ύψους, άλτης βάθους
αναχωρητής του πάθους
πείσμων και μεταννοών
ευσεβής κατά Θεών

Ν’ αποβάλλεις το Κακό
κλώσσα το σαν το αυγό
ζημιά πια θε να σου κάνει
και το σώμα σου να γειάνει

Σε γη σπόρος καρπερή
στέρφα, άγονη, ξερή
νέος καλλιεργητής θα μάθει
να! φυτρώνει ένα αγκάθι

Φαραώ ρακκοσυλλέκτης
αχθοφόρος βασιλεύς
Ελευσίνιος Αθηναίος
Σπαρτιάτης Μεγαρεύς

Ο μαρμάρινος Πινόκιο
ένας ξύλινος Ερμής
τα μυστήρια της Ευρώπης
Μεσαίων της Ανατολής

Στη στεριά ζει όρθιο ψάρι
σκούφια βάζει ο σεφ μαβιά
ο ψαράς τρώει κοκορέτσι
κι ο ποιμένας κακαβιά

Φιδές μ΄άφθονο το άλας
μ’ άνευ τσιμένι παστουρμάς
εκδοχή ίσιας κουτάλας
και ατύλιχτος ντολμάς

Θεοσεβής στριπτήζ χορεύτρια
αστυνόμος κλεφταράς
ελεήμονα αναγνώστη
οίκτο δείξε – μη βαράς.

 Σημ. Παράβαση: μέρος του έργου στην Αρχαία Κωμωδία, περί το μέσον της παράστασης ο χορός απευθύνεται στο κοινό εκτός υπόθεσης και μεταφέρει σκέψεις, παραινέσεις, προτροπές και παρακλήσεις του δημιουργού. 

Σάββατο 26 Δεκεμβρίου 2015

Poeticus Maximus Surealus Contradictus


Με τις καλύτερες κατάρες μου
με τις χειρότερες  ευχές μου
με τις ελάχιστες δυνάμεις μου
με τις τεράστιες αντοχές μου

Πρωί: «ένα διπλό ακόμα σού ‘πα»
βράδι: με τον καφέ αχνιστό στην κούπα

Τα πιο σκληρά τα μήλα, κύριε μανάβη, σε μένα όλα δώστα
τέτοια φρούτα, αφού ξέρεις, τα τρώω μόνο κομπόστα

Μες στο σκοτάδι νά ‘βρω
ψάχνω ένα μαύρο
λευκή πέφτει η σκόνη
το χιόνι και λερώνει

Αρχιμάγειρος της πείνας
γαστρονόμος καραντίνας

Μ’ οχτώ πόδια Θεά Κάλι και οχτάχερο χταπόδι
ποδηλάτης δίχως άκρα και καινούριο καλαπόδι

Με ακαριαίο φαρμάκι ποτισμένη καραμέλα
ολοτρύφερη μπριζόλα και γεμάτη σαλμονέλα

Σ΄αυτοσχέδια αγχόνη εκρεμάσθει με μανία
τέζα ο φροντιστής των κήπων στην αρχαία Βαβυλωνία

Μ’ ένα έλατο το Πάσχα
αυγά μες στα Χριστούγεννα
αναμνήσεις ακριβείας
απ’ όλα τα μελλούμενα

Με ανάθρεψαν ως μόσχο
απ’ τις δίαιτες απόσχω
τρώω πάντα νουά ψάρι
και ποτέ βραστό μοσχάρι

Θέλω να φωνάζω ζήτω
και με απελπισία να φρίττω
εν σιωπή γοερά να κλαίω
τραγούδια  εύθυμα να λέω

Μέχρις έως βαθμού εσχάτου
εκ μιας μοίρας επαράτου
διακριθείς επ’ ανδραγαθία
τυχών τύχη ευνοϊκή...
              και θεία.

Πέμπτη 6 Αυγούστου 2015

Figlia del sole


Κόρη του ήλιου
αδερφή του φεγγαριού
μέρα της νύχτας
χειμωνιά καλοκαιριού
φρένο ταχύτητας
πόρνη ηγουμένη
εκείνος που αργεί
ποτέ πίσω δε μένει
με συλλόγου ευθύνη και δύναμη
πάντα μόνη τελείως στο τέλος παλεύεις
δίκαια αμείβεσαι
κι άδικα ψάχνεις αυτό που γυρεύεις
εμβρόντητοι στο κοντσέρτο ακούγαμε
το ακριβότερο τσέλο του κόσμου
να βγάζει τόσο παράφωνους ήχους
ασφαλώς, ίσως, μπορεί, μάλλον όχι και νά ‘φταιγε
ότι η σολίστ αντί για δοξάρι
με τους κατάμαυρους έπαιζε
πλούσιους της βοστρύχους
ασυναγώνιστη έπαρση μας  πλημμύρισε αίφνης
με τη φτηνή εξαθλίωση και κατάντια της τέχνης
μια απαίσια, αναπάντεχα, γνωστή συναντήσαμε
που μας έκανε έκπληξη φωνάζοντας «Τσα!»
το κοντσερτχώλλ ομοθυμαδόν το εγκαταλείψαμε
και για παρηγορία πήγαμε να φάμε πατσά
στο καζάνι ωστόσο είχε πέσει ένας Ινδιάνος από το Περού
κι εξείχε μόνον η μύτη ενός του, εξαίσιου φτερού
η κακοτυχία απόψε αποφάνθηκα
μας κυνηγά σαν μαυρόψυχη λάμια
διακριτικά μου επεσήμαναν ότι
στο παχύ μου μουστάκι ισορροπούσε μια μπάμια 
άφθονον ήπια – δεν κατάλαβα πώς – οίνο μοσχάτο
και σαν έκανα να σηκωθώ, να! πάρ’ τον κάτω
κρυάδες με τύλιξαν, λούστηκα με πλούσιο ιδρώτα
μα σαν σε όνειρο έβλεπα όνειρα
πορτοκαλιά σαν καρότα
ότι ανεκάλυπτα λέει συνεχώς
εξερευνώντας προκεχωρημένες εκτάσεις
δηλαδή όχι εντελώς συνεχώς
έκανα ενδιάμεσα τις απαραίτητες στάσεις
ώσπου έφθασα εν τέλει κάτω από ένα ηφαίστειο
όπου μ΄έκπληξη απάντησα Βρεττανό οινοβαρή και ανέστιο
τρεκλίζοντας μου πάτησε το πόδι κι έσπευσε να δηλώσει:
«Όου! Άιμ σόουρρυ!», του συστήθηκα και αποκρίθηκε:
«Πρέσβης Σερ Μάλκολμ Λόουρυ»
αναμφίβολα ήταν πέρα για πέρα βλαμμένος
στουπί στο μεθύσι μα και κάπως σα λυπημένος
πρότεινε να ψήσει να φάμε φρέσκιες πανσέτες
να τεμαχίσει – έτσι είπε – ένα κρέας
εξαίρετο που είχε σε φέτες
«εδώ που τα λέμε» του απάντησα «θέλω»
μα αυτός να παίζει με εντέλεια άρχισε
κείνο το ίδιο το τσέλο
οι νότες του οποίου κρυστάλλινες
στη ζούγκλα γύρω εξαπλούντο
κι αυτός κομπάζοντας πρόσθεσε
άριστος αθλητής πως ήταν του τζούντο
υποκλίθηκα, ευχαρίστησα κι έφυγα
αφήνοντας τον να κοιμάται μακάρια
πάνω σ΄ένα δεμάτι σανό
κι επιβιβάστηκα σ’ ένα χωρίς πολυτέλειες και πλήρωμα
καλαμένιο, μονοθέσιο κανώ
διάπλευσα σ’ όλο το μήκος του
έναν θολό μα διαυγή ποταμό
με λαμπρές τελετές μ’ υποδέχτηκαν
σαν έφτασα στον ωκεανό
ο επικεφαλής πρέπει να ήταν Εβραίος
τις κόρες του σύστηνε Ιουδήθ και Ραχήλ
δάκρυα στα μάτια μου έφεραν
το μελωδικό γιουκαλί κι η αγγέλου φωνή
του Χαβάνου Καμακαβίβο Ολέ Ισραήλ
απαίσια ηλεκτρόλυση στον άερα όμως μύρισε
τρέχοντας έφυγα, ποιά αξιοπρέπεια; σας λέω: μπουχός!
παρέα μου μόνη στο δρόμο
ένα απισχνασμένος ναρκομανής μοναχός
«στη Μονή» μου εξήγησε
«ο βίος είναι εγκρατής και απλός»
ξετρύπωσε μια τράπουλα κάπου μέσα απ’ το ράσο
«είσαι για μια παρτιδίτσα;» με ρώτησε
κι ο κερατάς σε λίγα λεπτά μού ‘σκασε φλος
δεινός χαρτοπαίκτης αποδείχθηκε ήταν
και ενίοτε και χαρτοληστής
για να τον προσηλυτίσω επιχειρήματα ανέπτυσσα
καλώντας κι εκείνον να γίνει πανάξιος
όπως εγώ συντονιστής
«μπα, άσε τώρα να φεύγω» μου πέταξε
 σάλταρε πάνω και άρχισε
να σκαλίζει το ξύλο μιας κουπαστής
στην παραλία λιγοστοί μας περίμεναν
συγκρατώντας με βία ένα αδάμαστο τραίνο
«Ρε παιδιά, σώνει, φτάνει τους φώναξα,
 α και πού ‘στε; να ξέρετε, στο στενό του κύκλο
τον Ρενουάρ τον έλεγαν Ρένο»
συρίζοντας σίγησαν με ήχους της χύτρας
την έγκριτη γνώμη μου ζήτησαν αν
ένας πίνακας αυθεντικός ήταν Λύτρας
«Δείτε βρε» τους έκανα μάθημα
με χαμόγελο σωστός Εωσφόρος
να, στη γωνίτσα, εδώ, τ΄όνομα του έχει γραφεί: Νικηφόρος
αγνοώντας η πρόταση υπερσκέλισε φόβητρο
που πλανιόταν κατάρας ζωηρής στον αέρα
μα σα να ‘ριξε σπόρο που βλασταίνοντας ήκμασε
όλη την υπόλοιπη μέρα…
μέρα της νύχτας
αδερφή του φεγγαριού
κόρη του ήλιου
χειμωνιά καλοκαιριού.  

Σάββατο 11 Ιουλίου 2015

Ο Κόνδωρ


Θα γίνουν πράγματα που δε θα πιστεύεις
γιατί δε με ξέρεις, γιατί δε με ξέρεις

εγώ είμαι ο στιλπνός δρυοκολάπτης
ο κόνδωρ ο επικυρίαρχος, ο υψιπετής
τα τραίνα τρέμουν
και τα τοπία εναλλάσσονται
κατά το δοκούν μου

σαν έχω όρεξη για θάλασσα
νά ‘σου αυτή απέραντη
με λυγερές λουόμενες και χταπόδια
στον ήλιο να έχουν απλωθεί
και ο γαργαλιστικός ήχος απ’ τα παγάκια
στου ούζου το ποτήρια
και τις φιάλες της ρετσίνας παγωμένης
που μετάξυ τους χτυπούν
αναμεμειγμένος με εκείνον του κυμμάτου
τα αυτιά μου κολακευτικά θωπεύει
ότι Εγώ έχω αυτά, όλα δημιουργήσει

και άμα θέλω το βουνό
να οι πλαγιές, να έλατα, να το χλωρό ρετσίνι
και τα τρεχούμενα νερά
και τα τρεχούμενα νερά
και τα παχιά λιβάδια
και ο ποιμήν με τη φλογέρα του
τη μελωδία της οποίας συνοδεύουν
με δαιδαλώδεις αυτοσχεδιασμούς φρη-τζάζ
οι κωδωνισμοί απ’ τα τροκάνια των δασύμαλλων αμνών
και των περίπου αναρίθμητων αιγοπροβάτων

και εάν επιθυμήσω τοπία αστικά
ανέτως θα περιδιαβώ στις ποικιλόχρωμες τις πόλεις
όπου στους δρόμους κεντρικούς
τα πλήθη συνωθούνται σα ζελές
οπού στα δύο θα χωρίζεται
σαν από αιχμηρό κουτάλι
όταν περνάω έφιππος Εγώ
θα κλίνουνε με σέβας το κεφάλι
άμα κι εκστατικοί θα με ατενίζουνε
με δέος, αφοσίωση, λατρεία
επί το πλείστον θα κινούμαι σε ορισμένες περιοχές
πέριξ του κέντρου και έως - το πολύ – τις παρυφές
εκεί συμβαίνουν όλα και αδιάφορα
μου είναι βέβαια ασφαλώς
τα καταπράσινα προάστια μαυσωλεία
και προσκεκλημένοι μου θα είστε αναμφίβολα
στις τόσες πολλές βραβείων επιδόσεις
σε τελετές περισσής εκλαμπρότητας
σε αμφιθέατρα και αίθουσες υπερεκατονταετούς ιστορίας
καθώς και σε μνημεία αρχαία και σε ναούς
κατ’ εξαίρεση παραχωρηθεί για την περίσταση που έχουν
θα παρουσιάζομαι εκεί ως δανδής κομψευόμενος
και θα σχολιάζουν όλοι το εξεζητημένο μου ύφος
δερματόδετοι τόμοι στα ράφια συχνά θα υπάρχουνε
συλλεκτικές, ακόμα και σπάνιες εκδόσεις
είκοσι χιλιάδες λεύγες κάτω απ’ τη θάλασσα
και ο γύρος του κόσμου σε ογδόντα ημέρες
σκόνη όλα θα γίνουν, τα πάνω κάτω θα ‘ρθουν
με τη ρηξικέλευθη τόσο ευφυή μου ομιλία
τους επαίνους θα δεχθώ, κάθε εξέχουσα διάκριση
και τις φιλοφρονήσεις θ’ αρχίσω με τους παρισταμένους
το ενωρίτερο δυνατό που επιβάλλει το τακτ και η θέση μου
θα αποχωρήσω εν μέσω γοερής δυσαρέσκειας
δεν είναι βλέπεις καθόλου του γούστου μου
όλες αυτές οι παστές τσιριμόνιες
θα φυλάξω λοιπόν τη δροσερή μου ανάταση
τις αγνές μου εν τω βάθει εσωτερές πεποιθήσεις
και μ΄ένα απαστράπτον, ολοκαίνουριο, άρμα τέθριππο
θα κινήσω για νυχτερινές περιηγήσεις
σε μονοπάτια κάπως περίεργα
σε στέκια γούστου αμφιβόλου
και πάντως όχι της φήμης καλύτερης
στα καταφύγια των διωκόμενων και των αποκλήρων
όπου συναγελάζονται κακοποιά
στοιχεία και ύποπτα, του περιθώριου, λούμπεν
πόρνες παλαίμαχες και τραβεστί
τοξικοεξαρτημένοι, αλκοολικοί, τζογαδόροι
του τσίρκου πρώην παλαιστές και ζογκλέρ
χωρίς θηρία δαμαστές και εκπεσόντες ταυρομάχοι
άποροι, σαλταδόροι, παραχαράκτες, ψευδοκαλόγεροι
σαδομαζοχιστές, γερόφιλοι, εφαψίες
μέλη παραπολιτικών, ακραίων οργανώσεων
τριτοκλασσάτοι ηθοποιοί και κομπορρήμονες κομπάρσοι
εκπάγλου κάλλους, πριν τριάντα χρόνια, πρωθιέρειες
τώρα που πίνουν δύο λίτρα βότκα την ημέρα
και ποιητές που τάραξαν της χώρας τα λογοτεχνικά νερά
για ένα τσίπουρο και λίγο ψωμοτύρι
στο πι και φι σου γράφουν μια μπαλλάντα
σε τέτοιους χώρους γιομάτους με καπνό
χαμαιτυπεία πια, πάλαι ποτέ που γνώρισαν
νύχτες σουξέ, δόξες μεγάλες
όπου θα ρέει σπίρτο σε ποσότητες
υπόπτου προελεύσεως, μεγάλης αφθονίας
θα παίζει η μπάντα ξέφρενους ρυθμούς
με ένα δανεικό ακκορντεόν
κι ένα φτηνό, παμπάλαιο, σκουριασμένο μπάντζο
κι ένα βιολί με τρεις μόνο χορδές
κι ένα τραγουδιστή που πάσχει από πολλές
του λάρυγγα ανίατες και χρόνιες παθήσεις
εκεί λοιπόν, τέτοιου βεληνεκούς
κέντρα διασκέδασης και τέτοιας περιωπής
εκεί αφού θα ξεφαντώσουμε με λύσσα έως πρωίας
θα τραβηχτούμε έπειτα σε κάτι μυστικά
υποχθόνια μαγέρικα για τα παιδιά της νύχτας
κι όταν κορέσουμε την πείνα μας, ευθυτενείς
πρωινές εφημερίδες θ’ αγοράσουμε και μπύρες στην πλατεία
κι ως την κορφή του κοντινού λόφου θα σκαρφαλώσουμε
να δούμε την ανατολή, πίνοντας, αναγνώστες
τα τελευταία που θα φαίνονται τα άστρα της νυκτός
αφού θα έχει πιάσει λίγο λίγο να χαράζει
τα μέλη θα κάνουν της παρέας να συγκινηθούν
για το Μεγάλο Άγνωστο σε σκέψεις θα τους βάλλουν

οπότε σ΄ένα πρόχειρο, προς τούτο σκάφος ειδικό
έναν προς έναν θα τους μπάσω
καταξιωμένος προ πολλού, άλλωστε όντας κοσμοναύτης
και χάρη στο πειθήνιο πλήρωμα το ρομποτικό
που υπακούει σ΄εντολές φωνητικές
ένα ολιγόλεπτο θα ξεκινήσουμε συμπαντικό ταξίδι
κατά τη διάρκεια του οποίου έκθαμβοι
έξω από τα παράθυρα θα παρατηρούν
πίνοντας από τα κουτάκια την τελευταία μπύρα
όλα αυτά που πριν εκατομμύρια
έτη μου ήρθε να σκαρώσω
εν τη μεγάλη μου Σοφία και την Πείρα
και συνετός ως πάντα θα ζητήσω επιστροφή
πριν πιθανώς επέλθει εξάντλησις καυσίμων
λίγες στιγμές αφού διαβούμε την στρατόσφαιρα
στο γαλανό ουρανό της γης νωχελικά
εν μέσω νεφελών θα πλέουμε πάλι
τα αποσβολωμένα βλέμματα θα αντικρύσω ήρεμος
με στόμφο θα εκστομίσω συμπέρασμα – χρησμό:

«Σας τό ‘πα ακολουθώντας με
θα εξαντλήσουμε τα όρια
θα υπερνικηθεί κάθε εμπόδιο
δεν θα υπάρξει φράκτης
σας τό ‘πα, δεν σας τό ‘πα ότι είμαι εγώ
ο Κόνδωρ ο επικυρίαρχος, ο υψιπετής
ότι είμαι εγώ ο στιλπνός δρυοκολάπτης»;


Πέμπτη 31 Ιουλίου 2014

Υπέρ ανυπάρκτων, συνθέτων λέξεων, επιθέτων τε άμα και ουσιαστικών


Ανερηθήλαστοι, προικοθηρμάρτυρες
ποντικοδύνατοι, συνοφραζόμενοι
κορακοδύσαντες & μαστοπίνοντες
δεινοτρεχάμενοι, αλλοασπαίροντες
κηρομοιάσαντες, γαμπογλιστρήσαντες
δεινοπερίεργοι, καφεκατάκαθοι
αναρχοπίθηκοι, ασυντοανίκανοι
πορνοσύλλητοι, ανωμαλώριμοι
κρυοσυντυχάμενοι, αποσταξύντροφοι
ζωοκλεφτοάδικοι, βεντετοθύματα
μουσικατάδικοι, αδικοένοχοι
πσεφτοειδώλιοι & γιογκαδάσκαλοι
ερμινοέμποροι, στυλοσυλλέκτες
γαστραλαντόμοι, γκουρμεμπινέδες
αχορταγάμητοι, αυνανιστήμονες
ειπωυπόδουλοι, υποκριτόσκυλα
μαρμαπερίεργοι, φιλοσοφίδαροι
κρινοκρινόμενοι, αρτιοσκίουροι
καπνοεξαρτώμενοι, αλκοολόδουλοι
παχυσαρκόφιλοι, μελλοθανάσιμοι
ιδιωματώνυμοι, πονολαχτάριοι
αρμεγοζήλωτοι, ενδοψηφίσαντες,
κορομυλόρδοι, φασουλοπρίγκηπες
δυστροποκρόταλοι, ακοντιστάλτες
ενδοαντίστοιχοι, βρωμοβιότοποι
εκουσιοάμαχοι, τρωγλοκατάσκοποι
σταθμαρχοέμποροι, ευννοιοκάτοχοι
περνωκυρμάριοι, μικροκαράβιοι
εντοσκουπόξυλοι, αλησμοσύντροφοι
σαρανταπόρευτοι, θολαπολαύσαντες
κερατοσύλλογοι, σονοφαζθόρυβοι
αιδοιομπαρμπέρηδες, ενστικτομέρμηγκες
αισθητοδάσκαλοι, νανοπρωκτόσκλαβοι
πριαπομέντορες, γαμεπιβήτορες
αστικοβίσσωνες, δρυοκολαπτόχανοι
διαβολάγγελοι, μαρτυριερόσυλοι
κουνιστοκίναιδοι, πλακομουνόφιλοι
ψαλμαλληλούιοι, οιστροφειλέτες
χελωνοζούμιοι, ερμομπερμπάντες
βυθοβεζύρηδες, μουσακοφόροι
πεσιμογέλαστοι, εξισοστάτες
ινδοφακίρηδες & βοτκαλήπτες
ασταμαλλάκηδες & κραμπαλείοι
μαστιγοάρεστοι, αισχροσεβάσμιοι
ψειροτεράστιοι, εννοιοκλάστες
ανθοηγούμενοι, καστροπερλίτες
περιπλοκάδηλοι, εθιμοβόροι
ιησουλήσταρχοι, ιστοκαθάριοι
υπερλαμπρόστητοι, γλουτοσημάρχοντες
πειραμοσίγουροι, αρτοκλασσάτοι
δυστυχοσάλιαγκες, ξυνοστρυμόνες
εγκλειστοφύλακες, σουσαμοβούρδουλες
ελπιδοφάνταστοι, βορβοροθέτες
αρμαναμάρτητοι, γλειστοκουμπάροι
δεινοκατάστικτοι, γυποσπουργίτες
εντομοσύλλαβοι, εντωμετάξινοι
χνουδοπαμπόνηροι, παραλαβίδρες
στοχοαπότυχοι, κενογεμάτοι
ανικανέντρομοι, καπετανμούτσοι
αμηχανόληπτοι, κερδοευγενείς
μερεντοπλέοντες, σκοτοφαρσέρ
υλικομέντορες, αρνιπερθέτες
αστακοδύναμοι, ορινιθολάβοι
ενδοσκοπόνηροι, εφιαλτοστρόφοι
τσιμεντορήτορες, μπουγαδονίφτες
κυπαρυσάμιλλοι, ταφοπλακώλοι
χειρογραφύσκοντες, ασθμαινοτσίροι
πολυελεήμονες, παλαιοευρεθέντες
τελοπροσδίδοντες, ψυχοκρυμμένοι
ποιηταπαίσιοι, αξιαλήτες.

Τρίτη 22 Μαΐου 2012

Ο αντιφατικός ήρωας μου


Ήμασταν όλοι σας παιδιά μου δικά σου
το δρόμο μας έδειχνες ουραγός πρωτοπόρος
πώς νικητής ηττημένος μας έμπνεες;
στη μάχη χυνόσουνα με θάρρος περίσσιο
πρώτος φεύγοντας τρέχοντας τη ζωή σου να σώσεις
ούτε μια σταγόνα το αίμα σου έχυνες
κλέβοντας πλούσιος τίμια μονάχα
με το Χριστό προστάτη στο πλάι σου
του Διαβόλου είχες βάλει υποθήκη
το σχεδόν πάντοτε λυπημένο σου πρόσωπο
χαρά μας μετέδινε αισιοδοξία
πρόθυμος όλο που ήσουνα
περιφρονώντας μαζί μας να κάτσεις
σε τιμητική θέση εξέχουσα
χαμένος μεταξύ μας στο πλήθος
κι όλο μίλαγες κι έλεγες κι έλεγες
και δε σου παίρναμε μία κουβέντα
το σκαμμένο ηλιοκαμμένο σου πρόσωπο
το νεανικό το χλωμό σου το δέρμα
κάθε λίγο σε πνίγαν τα κλάμματα
να δακρύζεις ποτέ δεν πιστεύω να σ' είδα
θεατρικά χειρονομούσες και έντονα
σαν άγαλμ' ακίνητος παγωμένος στεκόσουν
όταν ήταν καλός ο καιρός
κι έβρεχε χιόνιζε και φυσούσε
κατασκήνωση να κάνουμε ήθελες
και να κλεινόμαστε σε τέσσερις τοίχους
να τρέμουν τα ηχεία εκκωφαντική
απαλή μουσική δωματίου
το κάπνισμα απαγορευότανε αυστηρά
γι αυτό μας χάριζες κουβανέζικα πούρα
ντυνόσουνα μόνιμα εξεζητημένα κομψά
με ρούχα πού 'χες λες δανειστεί από σκιάχτρο
τον καφέ σου τον ήθελες μαύρο πικρό
με κουταλιές μπόλικες ζάχαρη μέσα
σου άρεσε ξέραμε να διαβάζεις μικρά
βιβλία χοντρά εκατοντάδων σελίδων
και μια μικρή είχες αγαπήσει σφοδρά
εσύ ο ανέραστος μονήρης δια βίου
ήσουνα τότε σχεδόν πενήντα χρονών
στο άνθος της πρώτης σου νιότης επάνω
κάθε πρωί ξύριζες σχολαστικά
τη μεγαλόπρεπη γκρίζα πυκνή σου γενειάδα
στην πολυθρόνα βούλιαζες λαγοκοιμόσουν μετά
άγρυπνος συνέχεια όρθιος
σαν τώρα τις θυμάμαι όλες αυτές τις στιγμές
κι έχω πια ξεχάσει τα πάντα.

Τετάρτη 13 Ιουλίου 2011

Η ημέρα των υπερβατικών αντιφάσεων

Μια βροχερή και ηλιόλουστη μέρα
ξεκίνησα στάσιμος να πάω πιο πέρα

βαριά βήματα βάδιζα ασθμαίνοντας
ελαφρά και γοργά περπατώντας

βλέπεις νέος κι ευκίνητος ήμουνα
γέρων και υπέρβαρος όντας

σ΄ ένα δρόμο παράλληλα κάθετο
μπροστά μου είδα έναν που’ ρχόταν πλαγίως

«Ρε, σε σιχαίνομαι!» τού ‘κανα
και μ’ απάντησε «Χαίρω ομοίως!»

το παπούτσι μου ύστερα τρύπησε
με μια μεγάλη, ολόκλειστη τρύπα

«Έλεος πια, φτάνει!» τον παρακάλαε
«κι άλλο χτύπα με, χτύπα Με! Χτύπα!»

τολμηρός ποτέ μου δε στάθηκα
θαρραλέος όμως ήμουνα πάντα

γι αυτό αποφασιστικά τον εμπόδισα
και τον παρότρυνα να συνεχίσει

μετά ήπια νερό τόσο άφθονο
σε κομμάτια σκληρά απ’ τη βρύση

θυμήθηκα τον παππού μου, το ναύαρχο
που ήταν σταθμάρχης στα τραίνα

όπως και μια παλιά ερωμένη μου
που δεν είχα ποτέ μου γνωρίσει

έναν πράσινο κάκτο αγόρασα
κι αυτομάτως τον επέστρεψα πίσω

άιφνης μια μπριζόλα επιθύμησα
κι ευθύς μπήκα σε ψαροταβέρνα

του σερβιτόρου το πρόσωπο θύμιζε άλογο
ω! μα... ολόιδιος ήταν με σμέρνα!

χορτασμένος, βαρύς αποχώρησα
και τότε κατάλαβα πόσο πεινούσα

τον περίπατο μου συνέχισα
καθιστός σ’ ένα παγκάκι του πάρκου

μεσημέρι είχε πιάσει και έκαιγε
ο ήλιος που προ πολλού είχε δύσει

ναρκώθηκα αμέσως κι αποκοιμήθηκα
καθώς με βασάνιζαν φοβερές αϋπνίες

αρκετά αργότερα ξύπνησα
την ώρα που ξημέρωνε πάλι

προχωρώντας μπροστά υποχώρησα
την ώρα που έπεφτε φωτεινό το σκοτάδι

απομακρυνόμουν στο σπίτι, γυρίζοντας
κι έφτασα φεύγοντας μπρος του

κοντά στο τζάκι βολεύτηκα σβήνοντας
τη φωτιά που είχε αφεθεί να ανάψει

το ποτήρι μου ουΐσκι το γέμισα
κι άρχισα να ρουφώ το αχνιστό μου το τσάι

μισή ώρα περίπου ενωρίτερα
ξάπλωσα ξανά στη συνέχεια

γλυκά είδα αμέτρητα όνειρα
κι όλη νύχτα δεν έκλεισα μάτι.


Σημ. γραμμένο στις 12/7/011, μια μέρα καύσωνα, στην -όμως - δροσερή αίθουσα αναμονής διεκπεραίωσης υποθέσεων του Υποθηκοφυλακείου Αθηνών

Σάββατο 14 Αυγούστου 2010

Υπερρεαλιστικό – ακαταννόητο (πρέπει να σταματήσω τα ναρκωτικά)

Ήταν όλο οξοί ήχοι, στο μυθοπάζαρο
Αφηρηνιάστηκε και δίπλωσε προς τα πάνω
Ήξερε βέβαια, τώρα πια τάχα πως τίποτα
Σύλλεγε σκιάχτρα μονάχος
Βάση πήγαν που έστρωνε κέρματα
Βρέχει σκοπίμως
Μια σφραγίδα πουθενά
Τον διακάτεχαν φέτες από στιλπνό πορτοκάλι
Δεν ήταν πρόθυμοι οι τοίχοι του
Θα φύγω ξοπίσω
Φοβισμένα τα ασύδοτα σε απόχρωση οδύνης
Κάθισε μέσα του
Ένα φαιδρό μεθεόρτιο πέρα από σφήνες αρίστου
Τρόμος και γύψος
Η μητέρα χωρίστηκε μα η αυλή βήχει και κρίνει
Σε λιγνές καμήλες ακούμπησε
Είχε κι αυτός την ιδιαίτερη του κουβέρτα
Ο γόης που ρώταγε με προπέρσινο πέταλο
Μα και μήπως ιδιότητες χάνανε λάμψη στο πλήθος;
Πάλι και πάλι μουρμούριζε με βρεγμένο παπούτσι
Μια φίλη κορύφωνε στατικά απαρτία
Και συμπλήρωνε θάμνοντα, αναδύοντα κείνος
«- Βρε! Πού να;» τον προχώρησε
Κι αυτός γιάλωνε πρόκες
Να σου δύσω κορδόνια και πήδησε
Τώρα ξέρω κι εντόνως
Κάθε γιέτι μουρμούριζε σαραντάχρονη κάμπια
Κραταιός βατραχάνθρωπος με απαστράπτον σουσάμι
«- Τί μας λες αλεξίσφαιρα;»
Μήπως τρομάζει η παγίδα;
Θα συλληφθώ ούτε βούκινο, με θαλλασί πιρουέττες
Κρόκος στάζει κι ωρύεται
Συμβιβάζεται η τέρψη
Ο μειλήχιος γορίλλας μου
Ευφροσύνη και κλίμα
Σταυρωτός επιδιώκεται σπαρταρώντας πατίνια
Η αγάπη εκτίμησε οδοντόκρεμα βύνης
Μια ιδέα ασήμωσε σφριγηλή υπεροψία
Μ’ ένα πάθος σφυρήλατο καντίνας ανάσα
Δεν σπουδαίο ασσύμετρα
Γάτας μαχαίρι
Κουνιστή, κρυφοκίτρινη με τριάντα συνέπειες
Ανεξάντλητε πύθωνα ταπεινά καθελκύεις,
μ’ ένα στήθος παρήγορο μολυβένια σταφύλια
Ιδιοχείρως ξεσήκωσε ένα σμήνος ομπρέλλες
Πουθενά κάποια ίωση σα μια γλάστρα σαρδέλλες
Ωχριούν εξαπτέρυγα σε μια γέφυρα όντας
Κι από πάνω δυο πέρδικες σε ρυθμό εναντίον
Τρικυμία και όνειδος σε μια κούφια ταράτσα
Σιδεριάς εξαΰλωση στης γαλήνης το πέλος
Μέσα τώρα στο πέλαγος κηπουρέ, στρατηλάτη
Αναγόμωσις ύστερα με φορτίο πλημμύρας
 Κουνούπια κι εσσώρουχα σε αρένα που δύει
Λίγο θά ‘θελα έντιμα να σου ντύνω την πίστη
 Πανταχόθεν κλιμάκωση με σωρούς σημασίας
Με ερεθίζουνε κύματα αλλεπάληλης σκόνης
Αρχηγέ μου αλοίθωρε, ροχαλίζεις σαν πρίσμα
Στιβαρός τυφλοπόντικας ατενίζει τηγάνια
Σού ‘πα άλλωστε γίγαντα να διορίζεις μαδέρια
Ααααα! Στρογγυλή προκατάληψη, τρυφερή κουστωδία
Σαν το λύχνο ψιθύριζε ο μανδαρίνος σανδάλια
Σαν τσιπούρα ορθώθηκε η ανασφαλής μαζορέττα
Κρότος κι ένδειας επίδειξη θεοσεβούμενου πότη
Και λυγμός ένας τετράγωνος αμφιβάλλει μονίμως
Δε διαρκεί η συνείδηση στην αυλαία που ουρλιάζει
Κάνω κάτι ορόσημα και μετά γδέρνω μπίρες
«- Σού ΄χει τύχει αφαλτόστρωση;»
Νομίζω πνίγηκε απ’ έξω
Με θανάσιμη κλείδωση κι ένα τέλος ξοάνου
Ως τις τρεις σβήνουν μεσάνυχτα
Σε αυτό το τετράδιο πισίνας.

Δευτέρα 26 Νοεμβρίου 2007

Ένα απόγευμα τρελλό

Ένα απόγευμα τρελλό στην πλατεία
κόσμο γεμάτα τα καφενεία
κυρίες, κύριοι, νεαροί, δεσποινίδες,
γλυκά, αναψυκτικά, καφεδάκια
και γύρω τριγύρω του κόσμου η χαρά
φωνάζαν, παίζανε τα παιδάκια.

Ένας μάγκας περίφημος γόης
όλο εκοίταζε μια όμορφη ξανθιά
που καθότανε με τη μαμά
και το μπαμπά και τ’ αδέρφια της
κι έπινε βυσσινάδα.
Όλο χαμόγελα της έστελνε
και πονηρά νοήματα
και υπολόγιζε το βράδυ
να της κάνει καντάδα.
Μα εκείνη αγέλαστη, σοβαρή,
όλο κοίταγε αλλού
κι ούτε απαντούσε,
(όμως πόσο της άρεσε, ω πόσο πολύ
και τί συγκίνηση, τι λαχτάρα το παλληκάρι)
γιατί ήξερε και της είχαν πει
πως έτσι πρέπει, έτσι αρμόζει.
Την ίδια ώρα κει παραπέρα
στο άδειο οικόπεδο στήνανε
μπερντέ του Καραγκιόζη.
Γιατί το βράδυ είχε παράσταση.
Μα ήταν περίεργη η κατάσταση.

Λέγαν ο δάσκαλος με τον παπά, οι γραμματιζούμενοι,
σ’ ένα τραπέζι με το χωροφύλακα και τον κλητήρα,
και παραδίπλα όρθιοι ακούγανε και χάσκαν
κάτι αγράμματοι, περιπλανώμενοι γύφτοι
που δεν είχαν βρει θέση, περισσευούμενοι.
Λέγανε για του κόσμου τα μυστήρια τα μεγάλα
και τις χώρες τις παράξενες,
τους ωκεανούς, τα όρη
και τους τρανούς ποταμούς……
τον Αμαζόνιο, το Βόλγα,
το Μισισσίπη, το Ζαμβέζη
και πίνανε καφέ και τρώγαν πετιμέζι.
Αχ! οι άνθρωποι πάντα κοιτούν τον ποταμό
κι κανείς ούτε κουβέντα
για τον ήσυχο και ταπεινό,
τον τροφοδότη, τον παραπόταμο,
μονολογούσε εκεί κοντά
ένας του τσίρκου θηριοδαμαστής
που αυτή την ώρα πότιζε
στη βρύση του χωριού
ένα ασημένιο ιπποπόταμο.

Γιατί είχαμε τις μέρες εκείνες,
περαστικούς από την πόλη,
τσίρκο και θεάματα,
κλόουν, ακροβάτες, θηρία εξωτικά,
το μάγο που κατάπινε σπαθιά
και εξαφάνιζε παπούτσια
και πράματα και θάματα!
Είχανε, λέει, έρθει από
τη μακρινή Μαδαγασκάρη
και παρουσίαζαν – μοναδικοί στον κόσμο –
μέσα σε όλα τ’ άλλα
ένα που μίλαγε με ανθρώπινη φωνή
σοφό σκαθάρι.
Μάλιστα διαφημίζανε
όλο το απόγευμα τις παραστάσεις,
μέχρι που τις ρεκλάμες τους κορόιδεψαν
και βρίσανε χυδαία,
κάτι που πίνανε μαστίχα από νωρίς
αδειούχοι απ’ το στρατόπεδο το κοντινό, φαντάροι.
Πάλι καλά που μεσολάβησε ο οδοντίατρος
και τους εκέρασε ένα γύρω
λέγοντας – διπλωμάτης, πονηρός –
«Μαζί σας κι εγώ πίνω»
κάτι ποτήρια με πιοτό
μία μερίδα ρούμι, εφτά κινίνο.
Εκείνος βλέπεις τό ’χυσε, δεν ήπιε,
μα στην παρέα των φαντάρων έφερε πανικό
και φύγανε εκείνοι πικραμένοι,
πίσω γυρίσανε στο στρατώνα
και πήγαν γι αύριο
να δουν την αγγαρεία,
ποιόν είχαν βάλει μαγειρεία
και ποιόν σκοπό.

Βέβαια τότε που όλοι
το νου τους είχανε στο περιστατικό
ευκαιρία βρήκανε τα χαμίνια
να μπούνε στου μπακάλη την αυλή
και να ρημάξουνε τον εύφορο μπαξέ
που έβγαζε γιομάτα σαν αίμα το ζουμί
τα πιο καλά τα σαγκουίνια.

«Κι έτσι πήγανε κι έτσι πάνε»..
μουρμούραγε μονάχος του
σε μια γωνιά ένας γέρος,
«έτσι φτιαγμένοι είμαστε οι ανθρώποι
αδερφοί, κορίτσια, παληκάρια,
έτσι ήταν κι έτσι – μιλάει η φύση
και προστάζει – θά ’ναι».
Μα πίσω του στον τοίχο – αν είναι δυνατόν! –
μα πάλι, είχε βρέξει το πρωί,
ιάμβους σχηματίζανε, κοπάδια σαλιγκάρια.

Σκοτείνιασε, σουρούπωσε, βραδυάζει
και λίγο – λίγο φεύγουν οι νοικοκυραίοι
και η πλατεία αδειάζει.
Ε! πρέπει νά ‘ναι τώρα
η ώρα των παράξενων.
Γιατί μου φαίνεται πως βλέπω
- και πρέπει να ταιριάζει -
εφτά χελιδονόψαρα να κάνουνε παρέα
σ’ εκείνη που όλο το απόγευμα
από πάνω μας φτεράκαγε
και τώρα κουρασμένη,
αλλόκοτη, πορτοκαλιά,
ανεβασμένη στη μουριά,
την κουκουβάγια που κουρνιάζει.

Και στη σκιά της μουριάς,
του φακίρη που έκανε
την ώρα εκείνη τα μαγικά του,
ξεκουραζόταν ο βοηθός
και έτρωγε τουλούμπες.

Ε! λοιπόν μέσα σ’ όλη την τρέλλα,
τρελλός κι εγώ,
ξεκίνησα καταμεσής στην πλατεία
να κάνω κάτι ψηλές
και θεότρελλες τούμπες!