Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Παραμύθια. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Παραμύθια. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 17 Ιουλίου 2010

Κλέφτες στην Καροτούπολη *

(*από τα παραμύθια της Άννας – βλ. και δημοσιεύσεις 28ης Αυγούστου 2007 και Πέμπτης 27ης Μαΐου 2010)

Στην Καροτούπολη όλα ήταν φτιαγμένα από καρότο. Όλα; Μάλιστα, όλα! Μα…….όλα; Μάλιστα, όλα!!!!
Τα σπίτια για παράδειγμα. Από καρότο ήταν φτιαγμένα: οι τοίχοι από καροτότουβλα, οι σκεπές από καροτοκεραμίδια, τα πατώματα, οι πόρτες και τα παράθυρα από καροτοσανίδες και λοιπά……και λοιπά. Βέβαια, δε χρειάζεται να πούμε ότι στις γλάστρες, στις βεράντες και τις αυλές, φυτρώνανε αποκλειστικά και μόνο καρότα.
Ακόμα, οι δρόμοι όλοι: και οι μικροί δρόμοι στις γειτονιές και οι μεγάλοι δρόμοι στο κέντρο της πόλης, με καροτόχωμα ήταν στρωμένοι. Και με καροτόπλακες ήταν στρωμένες οι πλατείες της Καροτούπολης που τις ομόρφαιναν τα συντριβάνια και τα αγάλματα, με τέχνη σκαλισμένα σε στιλπνό, αστραφτερό καροτόλιθο!
Τα ρούχα των κατοίκων της Καροτούπολης είχαν βεβαίως όλα χρώμα καροτί. Άλλο χρώμα δεν έβλεπες, παρά μόνο που και που, στα κουμπιά – για παράδειγμα - ή στους γιακάδες, άντε λίγο πράσινο (όπως τα φύλλα του καρότου) ή λίγο καφέ (όπως το χώμα, που μέσα του φυτρώνουν και μεγαλώνουν τα καρότα).
Όσο για το τι τρώγανε και το τι πίνανε στην Καροτούπολη…χρειάζεται και σκέψη;
Όλα τα φαγητά και τα γλυκά, φτιάχνονταν από καρότο. Δηλαδή: καρότα βραστά, καρότα ψητά, καρότα σαλάτα, καροτόσουπα, καρότα αλά κρεμ, καρότα κοκκινιστά, καρότα στον ατμό, στα κάρβουνα, στη σούβλα, καρότα με σάλτσα καρότου, καροτόπιτες, καροτοκροκέτες, κέικ καρότου, παγωτό καρότο, καρότο του κουταλιού και άλλα πολλά. Και με τα ποτά το ίδιο: καροτόζουμο, καροτάδα, χυμός καρότου και άλλα πολλά.
Και γιατί όλα αυτά;, ίσως ρωτήσετε. Μα γιατί στην Καροτούπολη οι άνθρωποι αγαπούσαν, μα τι λέω – λάτρευαν! τα καρότα.
Γιατί η Καροτούπολη από τα πολύ - πολύ παλιά χρόνια βγάζει τα καλύτερα καρότα του κόσμου. Γιατί το λένε τα βιβλία, το λένε τα τραγούδια και ο καθένας μας το ξέρει πως τα πιο νόστιμα, ζουμερά, μεγάλα καρότα, είναι της Καροτούπολης. Γιατί η Καροτούπολη είναι χτισμένη ανάμεσα σε απέραντες εκτάσεις με καροτοχώραφα που ανήκουν στους κατοίκους της Καροτούπολης, που για γενιές και γενιές τα καλλιεργούν. Και βέβαια τα καρότα της Καροτούπολης έχουν την πιο ψηλή τιμή στην αγορά και χάρη στα καρότα που παράγουν και πουλάνε, οι κάτοικοι της Καροτούπολης ζούνε μια πολύ άνετη ζωή.
Γι αυτό αγαπούν τόσο τα καρότα τους και είναι περήφανοι γι αυτά και γι αυτό ίδρυσαν στην Καροτούπολη, την περίφημη Ακαδημία του Καρότου. Το επιβλητικό κτίριο της Ακαδημίας δεσπόζει στο κέντρο της πόλης και ξεπροβάλλει ψηλό και εντυπωσιακό, περιτριγυρισμένο από καροτόκηπους, υποδειγματικά περιποιημένους.
Όλη τη μέρα η Ακαδημία είναι γεμάτη από εκατοντάδες σπουδαστές που παρακολουθούν τα μαθήματα που παραδίδουν οι σοφοί και σεβάσμιοι καθηγητές της Ακαδημίας, ή μελετούν και κάνουν τις εργασίες τους. Και στα διαλείμματα συζητούν με πάθος και ενθουσιασμό για διάφορα (γύρω από το καρότο) θέματα ή απλά ξεκουράζονται κάνοντας περιπάτους στον κήπο ροκανίζοντας δροσερά καρότα.
Ενώ την ίδια ώρα του διαλείμματος, οι σοφοί και σεβάσμιοι καθηγητές της Ακαδημίας προχωράνε βιαστικοί στους διαδρόμους, για να προλάβουν να προετοιμαστούν για την επόμενη παράδοση. Και άμα διασταυρώνονται, βγάζουν τους σκούφους και τα καπέλα τους και λένε ο ένας στον άλλον:
- Καλημέρα κύριε συνάδελφε!
- Καλημέρα κύριε συνάδελφε!
Και συνεχίζουν βιαστικοί κουβαλώντας τα βιβλία και τις σημειώσεις τους κάτω από τη μασχάλη, να προλάβουν να είναι έτοιμοι για το επόμενο μάθημα. Γιατί οι καθηγητές της Ακαδημίας αγαπούν πολύ τη δουλειά τους και αισθάνονται μεγάλο χρέος και μεγάλη ευθύνη για τη νέα γενιά, τους σπουδαστές τους, που θα γίνουν οι αυριανοί καλλιεργητές των περίφημων καρότων της Καροτούπολης, των καλύτερων καρότων του κόσμου.
Έτσι η φήμη της Ακαδημίας της Καροτούπολης έχει φτάσει στις άκρες του κόσμου. Όλοι έχουν ακουστά για τη σπουδαία αρχιτεκτονική του κτιρίου της Ακαδημίας, την τέλεια οργάνωση της, το υψηλό επίπεδο σπουδών, τους πιο σπουδαίους επιστήμονες καθηγητές στον κόσμο και τους άξιους και μελετηρούς σπουδαστές της.
Όμως υπάρχει και μια άλλη φήμη, λιγότερο διαδεδομένη που κυκλοφορεί κυρίως στα γύρω χωριά και τις γειτονικές με την Καροτούπολη πόλεις. Οι άνθρωποι εκεί δε πολυσυμπαθούν τους κατοίκους της Καροτούπολης και - για να λέμε τα πράγματα όπως είναι -, τους ζηλεύουν. Γιατί τους ζηλεύουν;
Μα για τα καρότα τους, τι άλλο; Γιατί όσο κι αν προσπαθούν, τα καρότα που καλλιεργούν εκείνοι ποτέ δε φθάνουν σε ποιότητα τα καρότα της Καροτούπολης και ποτέ δεν πιάνουν τόσο καλές τιμές στην αγορά. Και λένε πως δε μπορεί, οι κάτοικοι της Καροτούπολης έχουνε κάποιο μυστικό που κάνει τα καρότα τους τόσο καλά. Κάποιο μυστικό γνωστό από παλιά, πολύ παλιά, τότε που βγήκαν στην Καροτούπολη τα πρώτα τόσο καλά καρότα από τους προγόνους των σημερινών κατοίκων της πόλης. Μετά από δοκιμές πολλές με ποικιλίες διάφορες και διασταυρώσεις, με σπορά σε πολλά διαφορετικά χώματα, με πειραματισμούς στο όργωμα, στο σκάλισμα, στο πότισμα, ανάλογα και με τον καιρό, κατάφεραν τελικά εκείνοι οι πεισματάρηδες και παθιασμένοι καλλιεργητές να παράγουν μια ποικιλία καρότων εξαιρετικής ποιότητας που, απ’ ότι φάνηκε στα επόμενα χρόνια, ήταν και συνέχισε και συνεχίζει να είναι, η καλύτερη στον κόσμο.
Οι λεπτομέρειες λοιπόν που οδήγησαν σε αυτήν την επιτυχία και ο σπόρος της ποικιλίας αυτής και ποιος ξέρει τι άλλο είναι, λέγανε οι άνθρωποι αυτοί, το μυστικό των καρότων της Καροτούπολης. Κι ακόμα λέγανε πως στο κτίριο της Ακαδημίας, εκτός από τα αμφιθέατρα, τις αίθουσες διδασκαλίας, τα εργαστήρια, τη βιβλιοθήκη, τα γραφεία και όλους τους άλλους χώρους, υπήρχε κάπου καλά, πολύ καλά κρυμμένη, σε κάποιο βαθύ υπόγειο, σε κάποια ψηλή σοφίτα ίσως, σε μυστική στοά, ή άλλη απίθανη κρυψώνα………υπήρχε λοιπόν μέσα στο κτίριο της Ακαδημίας, η Αίθουσα του Μυστικού των Καρότων. Και μέσα εκεί υπήρχε ένας άνθρωπος μονάχα: ο Φύλακας του Μυστικού των Καρότων.
Αυτός ο άνθρωπος λοιπόν, ο Φύλακας του Μυστικού, που εκλεγόταν με διαδικασίες μυστικές ανάμεσα στους κατοίκους της Καροτούπολης, είχε σε όλη τη ζωή του ένα καθήκον, μία δουλειά, ένα σκοπό: να φυλάει το Μυστικό των Καρότων. Να μη χαθεί, να μη γίνει γνωστό έξω από την Καροτούπολη και να εφαρμόζεται κάθε χρόνο από τους καλλιεργητές με ακρίβεια, για να φέρνει επιτυχία. Κι όταν πέρναγαν πολύ τα χρόνια και ο φύλακας ήταν πια πολύ-πολύ γέρος, τότε – πάλι με τις μυστικές διαδικασίες – εκλεγόταν ο νέος Φύλακας του Μυστικού, που έπαιρνε τη θέση του στην αίθουσα του Μυστικού και φρόντιζε και τον προκάτοχο του γέρο φύλακα, που λίγο καιρό μετά την εκλογή του νέου, αναπαυόταν για πάντα.
Κάποιοι λοιπόν από τους κατοίκους των γειτονικών περιοχών της Καροτούπολης, που πίστευαν στο θρύλο του Μυστικού των Καρότων, μην αντέχοντας άλλο να μη μπορούν να βγάλουν καρότα καλύτερα, ή τουλάχιστον ίδια με αυτά της Καροτούπολης, αγανακτισμένοι και τυφλωμένοι από τη ζήλεια, πήραν μια φοβερή απόφαση: να κλέψουν το Μυστικό των Καρότων!
Οργανώθηκαν, σχεδίασαν την επιχείρηση, επέλεξαν τους πιο ικανούς κι ένα βράδυ χωρίς φεγγάρι ξεκίνησαν. Στην Καροτούπολη κοιμόντουσαν όλοι. Ξαφνικά, μέσα στη νύχτα, ακούστηκε μια φοβερή κραυγή: ΛΑΓΟΙ!!!!!!!!!!!!
Σηκώθηκαν όλοι ξαφνιασμένοι από τα κρεβάτια τους. Η άγρια κραυγή ξανακούστηκε, ακόμα πιο δυνατή: ΛΑΓΟΙ!!!!!!!!!!!!! Οι κάτοικοι της Καροτούπολης τότε, έντρομοι και ανήσυχοι, ντύθηκαν όπως-όπως, άρπαξαν τσουγκράνες, δρεπάνια, σκαλιστήρια, ραβδιά και τρέξανε όλοι στα χωράφια με τα καρότα. Γιατί ήξεραν, όπως όλοι μας, ότι ο μεγαλύτερος εχθρός των καρότων είναι ο λαγός, που τόσο του αρέσουν και πως ένα κοπάδι πεινασμένοι λαγοί θα μπορούσαν σε λίγη ώρα, με τα κοφτερά τους δόντια, να αφανίσουν τη σοδειά που σε λίγες μέρες περίμεναν να μαζέψουν, αφού τόσους μήνες είχαν κοπιάσει γι αυτήν. Σε λίγα λεπτά η Καροτούπολη είχε αδειάσει. Ακόμα και η Ακαδημία του Καρότου άδειασε. Οι φοιτητές, οι φύλακες, κι αυτοί ακόμα οι σοφοί και σεβάσμιοι καθηγητές της Ακαδημίας ξεχύθηκαν κατά τα καροτοχώραφα, για να προστατέψουν τα αγαπημένα και πολύτιμα καρότα τους από τις ορδές των αδηφάγων λαγών.
Τότε λοιπόν, με το που ερήμωσε και άδειασε η Ακαδημία, κάποιες σκιές ξεγλίστρησαν από το σκοτάδι και πλησίασαν στην είσοδο της. Ήταν οι ζηλιάρηδες γείτονες της Καροτούπολης, που αυτοί οι ίδιοι βέβαια ήταν που φώναξαν «ΛΑΓΟΙ» -χωρίς λαγοί να υπάρχουν, για να αδειάσει η πόλη και το κτίριο και τώρα μπήκαν μέσα, μοιράστηκαν σε μικρότερες ομάδες και ξεκίνησαν να ψάχνουν για την αίθουσα του μυστικού.
Ψάξανε παντού, ψάξανε δεξιά, ψάξανε αριστερά, ψάξανε πάνω, ψάξανε κάτω, ψάξανε όλους τους ορόφους, όλους τους χώρους, κάθε γωνιά….τίποτα, τίποτα, τίποτα! Είχανε απογοητευτεί τελείως και ήταν όλοι τους έτοιμοι να πιστέψουν ότι το Μυστικό και η Αίθουσα και ο Φύλακας δεν ήταν παρά ένας μύθος και τίποτε στην πραγματικότητα δεν υπήρχε.
Όμως τότε ένας από όλους τους που είχε φτάσει βαθιά στα υπόγεια της Ακαδημίας, στα πλυσταριά (εκεί που πλένανε τα τραπεζομάντηλα από το εστιατόριο, τα σεντόνια από τα κρεβάτια των κοιτώνων και τις τηβέννους και τους σκούφους των σοφών και σεβάσμιων καθηγητών της Ακαδημίας και ότι άλλο ύφασμα χρειαζόταν πλύσιμο), είδε μια μικρή, στενή σκάλα που κατέβαινε λίγο πιο κάτω ακόμα και σταμάταγε μπροστά σε μια ξεθωριασμένη, ταπεινή, ξύλινη πορτίτσα. Μη πιστεύοντας πως μπορούσε να υπάρχει τίποτα σπουδαίο μέσα εκεί, κατέβηκε τα σκαλιά, άνοιξε το πορτάκι κι έμεινε με το στόμα ανοιχτό βλέποντας τι κρυβόταν από πίσω: ένα άδειο μεγάλο δωμάτιο και μες στη μέση να κάθεται ένας αφάνταστα μεγάλης ηλικίας γέροντας που φόραγε ένα καροτί μανδύα και σκούφο στο ίδιο χρώμα, και ήτανε κοντά του, στο πάτωμα ακουμπισμένα, από τη μια ένα πανέρι με καρότα – από τα οποία, εκείνη τη στιγμή, πήρε ένα ο γέροντας και άρχισε να το τρώει με απόλαυση – και από την άλλη ένα ξύλινο σφραγισμένο κασελάκι. Με το που είδε το κασελάκι ο κλέφτης, χωρίς να το θέλει, έβγαλε μια δυνατή φωνή: Ααααααααααααααααα!! που ακούστηκε ακόμα πιο δυνατή σε όλο το άδειο κτίριο της Ακαδημίας. Οι υπόλοιποι κλέφτες ψάχνοντας να βρουν από πού ήρθε η φωνή αυτή, μαζεύτηκαν τελικά όλοι στο τελείωμα της σκάλας και κοίταζαν από το άνοιγμα της πόρτας την περίφημη Αίθουσα του Μυστικού των Καρότων της Καροτούπολης και ολοζώντανο μπροστά τους, τον υπερήλικα Φύλακα του Μυστικού, ο οποίος μάλιστα – άκουσον, άκουσον! – χαμογέλαγε καλωσυνάτα και ενθαρρυντικά στους κλέφτες και τους έκανε φιλικά νεύματα, σα να τους προσκαλούσε να μπουν στην αίθουσα, να κάτσουν γύρω του και να πάρουν από το πανέρι καρότα για να φάνε.
Τότε ένας από τους κλέφτες, ο πιο τολμηρός ή – για να πούμε την αλήθεια – ο πιο αυθάδης και αγενής, προσπέρασε τους άλλους, μπήκε στην αίθουσα, στάθηκε απέναντι στο γέροντα με τα καροτί ρούχα που του χαμογελούσε ευγενικά, έβγαλε από την τσέπη του ένα μεγάλο, ξύλινο γουδοχέρι (που το είχε σουφρώσει από την κουζίνα του σπιτιού του), το σήκωσε ψηλά και το κατέβασε με δύναμη στο κεφάλι του φύλακα του Μυστικού των Καρότων.
Ένας παράξενος ήχος («Φτλοπ»!) ακούστηκε και ο γερο Φύλακας, χωρίς το χαμόγελο να χαθεί από τα χείλη του, έγειρε προς τα πίσω και ξάπλωσε στο πάτωμα φαρδύς – πλατύς. Ο κλέφτης όρμηξε προς το μέρος του, έσκυψε, έσπασε τη σφραγίδα και άνοιξε το κασελάκι, κοίταξε μέσα κι ύστερα γύρισε και μ’ ένα άγριο γέλιο και βλέμμα, έδειξε στους άλλους κλέφτες τι υπήρχε μέσα εκεί. Τι υπήρχε; ….Μα τι άλλο;…Το Μυστικό των Καρότων!!: Αναλυτικές σημειώσεις για σπόρο, για λιπάσματα, για πότισμα, για σκάλισμα, για φροντίδα γενική των καρότων και επιπλέον σακουλάκια διάφορα με δείγματα σπόρων!!!
Επιτέλους, το περίφημο Μυστικό ήταν στα χέρια τους. Πήραν το πολύτιμο λάφυρο και πήραν γρήγορα το δρόμο του γυρισμού. Βγήκανε τρέχοντας από την Ακαδημία και χάθηκαν μέσα στη νύχτα. Και βγαίνανε από την Καροτούπολη την ώρα που οι κάτοικοι της επέστρεφαν σε αυτήν, απορημένοι μα και ανακουφισμένοι που δε βρήκανε λαγό κανένα ή άλλο τίποτα να απειλεί τα καμαρωτά καρότα τους.
Την ίδια ώρα ο γερο Φύλακας του Μυστικού συνερχόταν από τη λιποθυμία που του προξένησε το χτύπημα με το γουδοχέρι, σηκωνόταν από το πάτωμα, έφερνε με κόπο το χέρι του στο πάνω μέρος του κεφαλιού του – εκεί όπου είχε φυτρώσει ένα μακρύ και μυτερό, σαν (τι άλλο;)..καρότο, μεγάλο καρούμπαλο και κοιτάζοντας γύρω, διαπίστωνε ότι έλειπε το κασελάκι και σκύβοντας κάτω έπιανε – μιας και τίποτα άλλο πια εκεί δεν υπήρχε – ένα από τα τελευταία καρότα που είχαν μείνει στο πανέρι.
Αμέσως από την άλλη μέρα και μάλιστα πρωί – πρωί ξεκίνησαν οι κλέφτες, γείτονες της Καροτούπολης, να εφαρμόζουν τις μεθόδους που περιγράφονταν στο Μυστικό των Καρότων και λίγες κιόλας εβδομάδες μετά, ήταν φανερό πως καρότα σαν κι αυτά δεν είχαν ξαναβγάλει, με τέτοια ποιότητα εξαιρετική, ισάξια (αν όχι καλύτερη) με αυτή των καρότων της Καροτούπολης. Χάρηκαν τόσο! Ξετρελλάθηκαν από τη χαρά τους! Μετά από χρόνια και χρόνια, να που κι αυτοί – επιτέλους! – ήταν πρώτοι από τους πρώτους. Κλαίγανε, γελάγανε από χαρά, τρέχανε κάθε τρεις και λίγο στα χωράφια μην τυχόν κάτι πάει στραβά και πάψει η ποιότητα των καρότων να είναι τόσο καλή, μα κάθε φορά που πήγαιναν ακόμα καλύτερα τα βρίσκανε και δώστου και κλαίγανε και γελάγανε από χαρά και οργανώνανε γιορτές και γλέντια και συγκεντρώσεις.
Ε, δεν ήθελε και πολύ. Το νέο μαθεύτηκε παντού. Ήρθανε οι πρώτοι έμποροι καρότων που είχαν ακούσει τις φήμες, και μετά κι άλλοι κι ύστερα κι άλλοι και είδανε με τα μάτια τους τι υπέροχα, λαχταριστά καρότα φυτρώνανε και στις περιοχές γύρω από την Καροτούπολη – όχι σε αυτήν μονάχα. Άρχισαν οι έμποροι να κάνουν προσφορές για να καπαρώσουν τα καρότα των περιοχών γύρω από την Καροτούπολή κι όσο περνούσαν οι μέρες, οι προσφορές γίνονταν όλο και καλύτερες κι ο ανταγωνισμός μεταξύ των εμπόρων μεγάλωνε.
Τελικά τα νέα έφτασαν στ’ αυτιά του φημισμένου Μεγαλέμπορου που έκανε εμπόριο καρότων στην περιοχή από πολύ – πολύ παλιά και είχε συνεργαστεί με τους πατεράδες και τους παππούδες ακόμα, των σημερινών καλλιεργητών.
Έφτασε λοιπόν στα χωριά γύρω από την Καροτούπολη όπου μια επιτροπή κατοίκων τον υποδέχθηκε με ευγένεια και σεβασμό μεγάλο. Ήτανε γέρος, πολύ γέρος, σχεδόν ίδιας ηλικίας με το Φύλακα του Μυστικού. Και είχε ένα χαμόγελο πικρό και ένα τόσο λυπημένο βλέμμα!
Του φέρανε μερικά καρότα να τα δει και να τα δοκιμάσει κι ύστερα τον πήγανε να δει και τα χωράφια. Όταν τελειώσανε εκείνος είπε:
- «Καλά. Πάω τώρα μέχρι την Καροτούπολη και θα τα πούμε μετά!!»
Έφτασε στην Καροτούπολη όπου οι ανήσυχοι και στεναχωρημένοι για όλα αυτά που συνέβαιναν κάτοικοι, τον αντίκρισαν με έκπληξη. Όταν τους ζήτησε να δει το φύλακα, αυτοί τον οδήγησαν χωρίς αντιρρήσεις, αφού το Μυστικό δεν ήταν πια μυστικό, σε εκείνον. Μπήκε στη αίθουσα του Μυστικού και κάθησε απέναντι του. Toυς άφησαν μόνους. Μοιάζανε κάπως οι δυο τους, έτσι αν τους έβλεπες μαζί.
Και είπε ο Μεγαλέμπορος των Καρότων στο Φύλακα του Μυστικού των Καρότων:
- «Θα τα αγοράσω. Δε μπορώ να κάνω αλλιώς. Γέρασα γέρο κάνοντας πράγματα άλλα από αυτά που ονειρεύτηκα. Αλλά τουλάχιστον τα κάνω με αρχές και τρόπο σωστό. Τα καρότα των γειτόνων σας είναι φέτος καλά όσο και τα δικά σας. Εγώ οφείλω να τα αγοράσω και να τα πληρώσω στην ανάλογη τιμή. Μονάχα, ήθελα να σε ρωτήσω…….πώς έγινε και άφησες να σου πάρουν, όπως ακούω, το Μυστικό;»
Ο Φύλακας χαμογέλασε και του απάντησε:
- «Αυτό που πήρανε οι κλέφτες δεν ήταν το πραγματικό Μυστικό. Το Μυστικό των Καρότων και όλων των πραγμάτων και όλης της ζωής, είναι εδώ…….»
….είπε και πήρε το πανέρι που ήταν δίπλα του στο πάτωμα, το αναποδογύρισε, άδειασε τα καρότα που ήταν μέσα, το τίναξε μάλιστα από λίγα χώματα που είχε, το γύρισε ξανά και είπε στο Μεγαλέμπορο:
- «Να το Μυστικό!»
Έσκυψε εκείνος και είδε. Είδε που στο χάρτινο κάλυμμα, στον πάτο του πανεριού, ήταν γραμμένες οι λέξεις:

ΕΥΓΕΝΕΙΑ ΦΙΛΙΑ ΑΓΑΠΗ
ΑΛΗΘΕΙΑ ΤΙΜΙΟΤΗΤΑ ΚΑΛΩΣΥΝΗ

Σήκωσε τότε το κεφάλι ο γέρος Μεγαλέμπορος και είπε στο φύλακα, πλατιά χαμογελώντας:
- «Κατάλαβα. Σ’ ευχαριστώ πολύ. Τώρα πρέπει να φύγω»
Και ο Φύλακας του απάντησε:
- «Να πας στο καλό. Χάρηκα που σε γνώρισα»
Ο γέρος Μεγαλέμπορος των καρότων έφυγε και σ’ όλο το δρόμο, συνέχεια (πόσο σπάνιο γι αυτόν!) χαμογελούσε. Ήταν η ώρα του δειλινού και όλα γύρω είχαν αποκτήσει χρώματα υπέροχα, μα πιο πολύ ο ουρανός που είχε βαφτεί μ’ ένα βαθύ, μαγευτικό – χωρίς αμφιβολία – χρώμα καροτί!
Την άλλη μέρα ο Μεγαλέμπορος πήγε στις γύρω πόλεις, έκλεισε συμφωνία με τους κατοίκους και ξεκίνησαν για τα χωράφια, να μαζέψουν τα καρότα. Όμως, όταν άρχισαν οι εργάτες να βγάζουν τα πρώτα καρότα από το χώμα, είδαν όλοι πως τα ως τα χθες τέλεια και τρανά καρότα, είχανε πάρει σχήματα αλλόκοτα και μοιάζανε (πώς ήταν δυνατόν;!) με γράμματα κι έτσι όπως φυτρώνανε δίπλα – δίπλα στις βραγιές, σχηματίζανε μια λέξη!!!:

Κ Λ Ε Φ Τ Ε Σ

Οι κάτοικοι τά ‘χασαν και τρόμαξαν πολύ. Ο Μεγαλέμπορος έβαλε τα γέλια, ακύρωσε τη συμφωνία, πήρε τα συνεργεία των εργατών του και πήγε γραμμή στην Καροτούπολη όπου τον δέχτηκαν με χαρά και ανακούφιση και πήγαν στα χωράφια, μάζεψαν τα καρότα, τα ζύγισαν, τα φόρτωσαν, κανόνισαν την πληρωμή και στήσανε το βράδυ το καθιερωμένο γλέντι, να γιορτάσουν που κι αυτή τη χρονιά πήγε καλά η σοδειά τους! Τι ωραία! Όλα ήταν όπως πριν!
Στις γύρω πόλεις όμως; Πάλι απογοήτευση, πάλι στεναχώρια! Πέρασαν λίγες μέρες. Οι κλέφτες είχαν καταλάβει το λάθος τους και γεμάτοι τύψεις και ντροπή ξεκίνησαν και πήγαν στην Καροτούπολη και συνάντησαν το Φύλακα του Μυστικού. Κι εκείνος όχι μόνο τους συγχώρεσε, μα και τους έδειξε το πραγματικό Μυστικό! και τους έδωσε ένα σωρό άλλες συμβουλές και μαζί τις ευχές του.
Λίγες μέρες μετά, στα χωριά και τις πόλεις γύρω από την Καροτούπολη, ξεκινούσαν οι καλλιεργητές μια νέα προσπάθεια. Έσπερναν πάλι, μα αυτή τη φορά όχι καρότα: αλλού ραπανάκια, αλλού πατζάρια, αλλού κρεμμύδια, πατάτες, ντομάτες, μελιτζάνες, κολοκύθια, πιπεριές, φασολάκια, κουνουπίδια, λάχανα, μαρούλια. αγκινάρες και άλλα λαχανικά.
Έτσι τους είχε συμβουλέψει ο φύλακας. Αφού στην Καροτούπολη βγαίνανε τόσα χρόνια τα καλύτερα καρότα, γιατί αυτοί δε δοκιμάζανε να καλλιεργήσουν κάτι άλλο;
Αποφάσισαν λοιπόν να κάνουν τη δοκιμή και μάλιστα να εφαρμόσουν το Μυστικό (το πραγματικό) στον τρόπο που καλλιεργούσαν τα λαχανικά τους αλλά και στη συμπεριφορά τους και τη ζωή τους γενικά.
Ήρθε λοιπόν μετά η ώρα της συγκομιδής και για δες…….όλα τα λαχανικά βγήκαν σε ποιότητα πολύ – πολύ καλή και πουλήθηκαν σε πολύ καλή τιμή και χάρηκαν και ευχαριστήθηκαν πολύ οι καλλιεργητές και ξεκίνησαν με κέφι και μεράκι να δουλεύουν για την επόμενη σοδειά, που βγήκε ακόμη καλύτερη και η επόμενη ακόμα πιο καλύτερη.
Σε λίγα χρόνια, στην περιοχή γύρω από την Καροτούπολη, βγαίνανε χωρίς υπερβολή τα καλύτερα λαχανικά του κόσμου. Τα καλύτερα πατζάρια, τα καλύτερα κουνουπίδια, τα καλύτερα κολοκύθια κ.λ.π.. Οι πόλεις και τα χωριά αλλάξανε ονόματα και - ανάλογα με το τι καλλιεργούσαν στο καθένα – γίνανε Πατζαρούπολη, Κουνουπιδούπολη, Κολοκυθούπολη κ.λ.π. Και σε κάθε μία πόλη, ιδρύθηκε η αντίστοιχη Ακαδημία: η Ακαδημία του Πατζαριού, η Ακαδημία του Κουνουπιδιού, η Ακαδημία του Κολοκυθιού κ.λ.π.
Όλοι δούλευαν, σπούδαζαν και ζούσαν χαρούμενοι κι ευτυχισμένοι. Και κάθε φορά που μαζευόταν μια σοδειά, οργάνωναν πανηγύρια και γιορτές και έτσι όλο το χρόνο η ατμόσφαιρα ήταν χαρμόσυνη και γιορτινή.
Γι αυτό και σας προτείνω να πάτε οπωσδήποτε μια βόλτα ως εκεί. Να ζήσετε από κοντά τη χαρούμενη αυτή ατμόσφαιρα, να γεμίσετε τις τσάντες σας φρέσκα, πεντανόστιμα λαχανικά και να γνωρίσετε τους κατοίκους της περιοχής που είναι τόσο φιλόξενοι και ευγενικοί. Εγώ τους επισκέπτομαι συχνά, γι αυτό σας παρακαλώ να τους δώσετε τα χαιρετίσματα μου, γιατί τους αγαπώ πολύ και – όχι για να το παινευτώ, μα έτσι νομίζω είναι – κι εκείνοι με αγαπάνε.

Πέμπτη 27 Μαΐου 2010

Το παραμύθι του αγαθού γίγαντα, του καλού παιδιού και του Σκοτεινού που στο τέλος, έγινε κι αυτός καλός*

(*από τα παραμύθια της Άννας – βλ. και δημοσίευση 28ης Αυγούστου 2007)
Ανατολή. Ο ήλιος φάνηκε πάνω από την κορφή του λόφου και άπλωσε το φως του στον κάμπο όλο και τα χωράφια με τις πορτοκαλιές. Μαζί και στους χωρικούς, τους αγρότες, που άλλοι είχανε κιόλας ξεκινήσει να μαζεύουν πορτοκάλια κι άλλοι ήτανε ακόμα στο δρόμο και πηγαίνανε με τα πόδια ή με τα κάρα στα περιβόλια τους.
Κι όλοι τους, όλοι, τρομάξανε όταν ξαφνικά άρχισε η γη να τρέμει και κείνος ο ήχος να ακούγεται, ο υπόγειος, που σα να ‘ρχότανε από κάπου βαθιά, πολύ βαθιά:
ΜΠΟΥΜ! - ΜΠΟΥΜ! - ΜΠΟΥΜ!
Ο ένας κοίταζε τον άλλον και ρωτάγανε:
- Τι είναι; Τι συμβαίνει; Σεισμός είναι, σεισμός;;;
Κι ύστερα είδανε τη σκόνη που σηκωνότανε ψηλά, πολύ ψηλά, στην αρχή του δρόμου που κατηφόριζε από τους λόφους. Και μέσα από τη σκόνη ξεπρόβαλλε…….….……ένας Γίγαντας! Τεράστιος και πανύψηλος, δυο και παραπάνω φορές όσο το μπόι ενός κανονικού ανθρώπου, με μακριά κόκκινα μαλλιά και μούσι. Περπάταγε αργά – αργά προς το μέρος των ανθρώπων κι η γη έτρεμε και κάθε φορά που τα σανδάλια του ακουμπούσανε στο χώμα, ακουγότανε:
ΜΠΟΥΜ! - ΜΠΟΥΜ! - ΜΠΟΥΜ!
Όμως, παρ’ όλο το μέγεθός του, άμα τον καλοκοιτούσες δε θα μπορούσες να πεις ότι ήτανε τρομακτικός. Γιατί είχε ένα παιδικό καλοσυνάτο πρόσωπο που μόνο φόβο δεν ένοιωθες. Να μάλιστα, τώρα που πλησίαζε τους ανθρώπους, είχε αρχίσει να χαμογελάει και να τους χαιρετάει. Κι αυτοί, από την άλλη, μόλις τον είδαν όχι μόνο δεν τρόμαξαν ή ξαφνιάστηκαν, παρά χαρήκανε κιόλας μπορώ να πω. Λέγανε ο ένας στον άλλον:
- Α στο καλό και ανησύχησα…….Εεεεεε, παιδιά: εντάξει δεν είναι τίποτα, ο Γίγαντας, ο Αγαθός Γίγαντας έρχεται κατά δω.
- Καλώς τον. Καλώς τον.
- Πού ‘σαι Γιγαντάκο λεβεντιά………και άλλα τέτοια του φωνάζανε και του κούναγαν το χέρι και ένα τσούρμο παιδάκια έτρεξαν να τον προϋπαντήσουν.
Βλέπετε, όλοι στο χωριό ξέρανε και αγαπούσαν τον άκακο Γίγαντα που ζούσε πάνω στους λόφους και τον λογαριάζανε για χωριανό τους. Πάντα τον καλούσαν στις γιορτές και τα γλέντια, πάντα του δίνανε δώρα – φαγώσιμα, καπνό, ο ράφτης κι οι γυναίκες του φτιάχνανε στα μέτρα του πουκάμισα, παντελόνια, σκούφους και ο τσαγκάρης σανδάλια, μπότες και ζώνες.
Ήταν όμως κι αυτός πάντα πρόθυμος να πάρει μέρος στις δουλειές και κυρίως τις πιο βαριές, όπου με τη μεγάλη του δύναμη έδινε βοήθεια μεγάλη. Όπως τότε που είχε χαλάσει το γεφύρι και κουβάλησε μονάχος του κάτι κοτρώνες θεόρατες, για να το επισκευάσουνε. Έτσι τελείωσαν σε τρεις μέρες ενώ χωρίς το Γίγαντα θα θέλανε πάνω από μήνα. Ή όταν, πριν από μερικά χιόνια, στη μεγάλη βαρυχειμωνιά, που κινδυνέψανε να τους σωθούν τα ξύλα, να μείνουν χωρίς φωτιά και να παγώσουν, ο Γίγαντας έκοψε σε μια βδομάδα μέσα τόσα ξύλα που όχι μόνο φτάσανε, αλλά περισσέψανε και για του χρόνου.
Και πάντα με το χαμόγελο. Πάντα με το λόγο τον καλό. Γι αυτό και τον φώναζαν «ο Αγαθός Γίγαντας». Έτσι λοιπόν που λέτε, όλοι τον αγαπούσανε κι όλους τους αγαπούσε. Μα κυρίως τα παιδιά. Α!…….τα παιδιά ήταν η αδυναμία του. Έπαιζε μαζί τους με τις ώρες, λες κι ήτανε παιδί κι αυτός, και δε θύμωνε ποτέ ότι σκανταλιές και να κάνανε κι όσο να τον ταλαιπωρούσαν.
Έτσι λοιπόν και τώρα, περιτριγυρισμένος από τα παιδιά έφτασε κοντά στους ανθρώπους και αρχίσανε τις χαιρετούρες:
- Καλημέρα. Καλημέρα…είπε με τη χοντρή βροντερή φωνή του. Τι κάνετε σήμερα; Πώς πάει η δουλειά; Να βάλω ένα χεράκι κι εγώ παιδιά;
Έτσι είπε, έβγαλε τη μπλούζα του, ακούμπησε τα χέρια του στη μέση για λίγο και αφού κοίταξε γύρω – γύρω στον πορτοκαλεώνα, στρώθηκε στη δουλειά. Ύψωσε τα χέρια του κι άρχισε να μαζεύει τα πορτοκάλια που ήτανε στα πιο ψηλά κλαδιά των δέντρων κι ήτανε δύσκολο να τα φτάσεις – χρειαζότανε σκάλα. Όταν μάζεψε τις κορφές από 40 περίπου δέντρα (που κανονικά θα χρειάζονταν μισή μέρα για να μαζευτούνε), συγκέντρωσε τα καφάσια με τα πορτοκάλια και κουβαλώντας τα πέντε – πέντε!, τα στοίβαξε στα κάρα.
- Παιδιά… είπε στους χωρικούς, δυστυχώς δε μπορώ να κάτσω άλλο, πρέπει να φύγω τώρα.
Οι γυναίκες του δώσανε νερό. Ήπιε, φόρεσε τη μπλούζα του και τους χαιρέτησε.
- Ε… και μην ξεχάσεις του είπανε, το βράδυ έχουμε γάμο στο χωριό. Σε περιμένουμε στο γλέντι.
- Ευχαριστώ, θα έρθω… είπε ο Αγαθός Γίγαντας, και ξεκίνησε. Πήγαινε στο δρόμο που πέρναγε μέσα από τους μπαξέδες κι ανηφόριζε προς τα βουνά. Έκοψε ένα πορτοκάλι και πετώντας το ψηλά σαν τόπι και σιγοσφυρίζοντας, περπατούσε.
Την ίδια ώρα στο χωριό…………………
…το Καλό Παιδί που είχε από νωρίς ξυπνήσει, ετοιμαζότανε να βγει από το σπίτι. Καλό παιδί το φώναζαν γιατί ήτανε πράγματι καλό, ευγενικό, υπάκουο και σεβαστικό, πρόθυμο στα θελήματα, πρόθυμο και στα γράμματα στο σχολείο, καμάρι των γονιών του, των δασκάλων, της γειτονιάς και του χωριού ολόκληρου. Ήταν το καλό παιδί που όλοι αγαπούσαν και όλους τους είχε φίλους. Μα ο πιο καλός του φίλος ήταν – ποιός λέτε; - ο Αγαθός Γίγαντας. Βέβαια, βέβαια! Αχώριστοι ήταν οι δυο τους. Με κάθε ευκαιρία συναντιόνταν για να παίξουν, να μιλήσουν, να κάνουν περιπάτους. Ειδικά τις μέρες που το καλό παιδί δεν είχε σχολείο, τα Σαββατοκύριακα δηλαδή, τις αργίες και τις γιορτές, πηγαίνανε μαζί σ’ ένα συγκεκριμένο μέρος έξω από το χωριό. Σε ένα μικρό οροπέδιο, πάνω στο βουνό – ένα ξέφωτο του πυκνού δάσους που κάλυπτε τις τριγύρω πλαγιές. Ήταν αυτή μια από τις πιο ωραίες τοποθεσίες του χωριού και πολύ συχνά, όταν ο καιρός ήταν καλός, ανέβαιναν οι κάτοικοι του χωριού με τις οικογένειες τους εκεί και παίζανε μπάλα, κρυφτό, κυνηγητό, σκοποβολή. Μετά ετοιμάζανε τα φαγητά που είχανε φέρει μαζί τους και στρώνανε να φάνε είτε στο γρασίδι, είτε στους μεγάλους ξύλινους πάγκους που είχανε φτιάξει για αυτό το σκοπό, σ’ εκείνο το μέρος. Τρώγανε, πίνανε, τραγουδάγανε, χορεύανε, διασκεδάζανε και με το σούρουπο κατεβαίνανε πάλι στο χωριό.
Εκεί λοιπόν είχε για σήμερα κανονίσει το καλό παιδί να βρεθούνε με το φίλο του, τον Αγαθό Γίγαντα. Γιατί σήμερα, αλλά και αύριο, το σχολείο θα ήτανε κλειστό. Είχανε, βλέπετε, γάμους στο χωριό κι αυτός που παντρευότανε ήταν ο δάσκαλος, ο οποίος - πριν από μέρες- ανακοίνωσε στα παιδιά τη διήμερη διακοπή των μαθημάτων, ζητώντας τους μάλιστα και συγνώμη (ποιά συγνώμη; - μήπως στεναχωρήθηκε κανείς;).
Να ‘σου λοιπόν, έτοιμο το Καλό Παιδί, κρέμασε το παγούρι και την τσάντα με το κολατσιό του στον ώμο, έβαλε κι ένα κουτί χρωματιστά μολύβια και μερικά χαρτιά στην τσέπη του (γιατί αγαπούσε – βλέπετε – πολύ τη ζωγραφική) και ξεκίνησε.
Περπάτησε τους δρόμους του χωριού καλημερίζοντας ευγενικά όποιον συναντούσε στο δρόμο του, έφτασε στην άκρη της τελευταίας γειτονιάς και βγήκε από το χωριό.
Λίγο μετά, εκεί που ξεκίναγε η πλαγιά του βουνού, ο δρόμος σταματούσε και γινότανε ένα μονοπάτι πέτρινο, σκαλιστό, που στρίβοντας μια δεξιά – μια αριστερά, ανέβαινε ως πάνω στο οροπέδιο.
Χοπ! Χοπ! Χοπ! ανέβαινε γοργά το καλό παιδί, τα πλατιά πέτρινα σκαλοπάτια, κοιτώντας γύρω του τη φύση και που και που κάτω το χωριό, που όλο μίκραινε….. και μίκραινε. Με κομμένη τη ανάσα αλλά τόσο χαρούμενος που θα συνάνταγε το φίλο του, συνέχιζε ν’ ανεβαίνει χωρίς να σταματάει καθόλου. Έτσι λοιπόν, μετά από λίγο έφτασε. Στάθηκε στο τελευταίο πλατύσκαλο του μονοπατιού και κοίταξε στο ξέφωτο γύρω – γύρω. Μπα! Ερημιά. Ο Αγαθός Γίγαντας δεν είχε έρθει ακόμα. Εντάξει, δεν τον πείραζε. Θα περίμενε. Έτσι κι αλλιώς, του άρεσε τόσο πολύ εκεί. Πήγε μέχρι έναν από τους ξύλινους πάγκους και κάθησε κι άρχισε να περιεργάζεται γύρω το χώρο.
Τι ωραία! τι ωραία που ήταν! Το γρασίδι καταπράσινο, τα λουλούδια εδώ κι εκεί, ο ουρανός από πάνω με μπαμπακένια σύννεφα, το δάσος γύρω – γύρω στις πλαγιές, πυκνό, σκιερό, τα πουλιά που κελαηδούσαν, δυο πασχαλίτσες που παίζανε δίπλα στο παπούτσι του, γύρω στις τριάντα κάμπιες περπατούσαν η μία πίσω από την άλλη και λίγο παραπέρα μια πεταλούδα πέταγε κοντά του.
« Α, να τι θα κάνω όσο περιμένω» σκέφτηκε το Καλό Παιδί. «Θα ζωγραφίσω την πεταλούδα». Έβγαλε λοιπόν τα μολύβια και τα χαρτιά του και ζωγράφισε:
Πάνω στην ώρα που τελείωσε τη ζωγραφιά και την παρατηρούσε, άρχισε να νοιώθει τη γη να τρέμει και έναν ήχο υπόγειο:
ΜΠΟΥΜ! - ΜΠΟΥΜ! - ΜΠΟΥΜ!
Χαμογέλασε και σκέφτηκε: «Ήρθε ο φίλος μου». Συγκέντρωσε λοιπόν τη ματιά του στην άκρη του ξέφωτου περιμένοντας, έτσι όπως γινόταν πάντα επειδή ο δρόμος ήταν πολύ ανηφορικός και σταμάταγε απότομα, να φανεί πρώτα το κεφάλι του Γίγαντα με τις τούφες τα κόκκινα μαλλιά. Αντί για αυτό όμως είδε μονάχα ένα πορτοκάλι να υψώνεται στον αέρα και να πέφτει ξανά και μετά πάλι και πάλι. Αλλά πριν προλάβει για τα καλά να σαστίσει με τούτο το παράξενο χοροπηδηχτό πορτοκάλι, ξεπρόβαλλε του φίλου του η κεφάλα, ο οποίος από την ώρα που ξεκίνησε, αφηρημένος ίσως, έπαιζε ακόμα με το πορτοκάλι σα να ‘ταν τόπι.
Πλησιάσανε ο ένας τον άλλον, χαιρετηθήκανε, είπανε με δυο λόγια τα νέα τους.
- Κοίταξε τι ζωγράφισα… είπε το καλό παιδί και έδειξε στο Γίγαντα τη ζωγραφιά με την πεταλούδα.- Α! Πολύ ωραίο, πολύ ωραίο!… είπε εκείνος. Μα εσύ πρέπει να γίνεις ζωγράφος. Και μετά, χαμογελώντας πονηρά και στριφογυρίζοντας με νόημα στα χέρια του το πορτοκάλι, συμπλήρωσε:- Γιατί βέβαια στη ζωγραφική τα πας πολύ καλά, αλλά από μπάλλα άστα!- Ώστε έτσι, ε; Έτσι, ε;… φώναξε πειραγμένο το Καλό Παιδί και άρχισε να απομακρύνεται πισωπατώντας. Έλα λοιπόν να σε δούμε!… είπε και πήρε θέση μερικά μέτρα μακριά. Πέτα ντε, πέτα ντε αν σου βαστάει!Ο Γίγαντας πέταξε το πορτοκάλι με μια (για να πούμε την αλήθεια, εύκολη) μπαλιά, που το Παιδί την έπιασε με άνεση. Όλο χαρά και πείσμα, τότε φώναξε:- Ορίστε κύριε, ορίστε! Για να ιδούμε τώρα και σένα… κι έριξε μια ψηλοκρεμαστή.Ο Αγαθός Γίγαντας παρακολουθώντας το πορτοκάλι, πήγε μια μπρος - μια πίσω, έκανε να το πιάσει, αλλά την τελευταία στιγμή (επίτηδες και πάλι), του ‘φυγε μέσα από τα χέρια. Ω, ρε κοροϊδία που έπεσε!- Κρίμα, κρίμα καημένε… είπε περιπαιχτικά το Καλό Παιδί. Κρίμα το μπόι σου και την ομορφιά σου!Εκείνο το τελευταίο «…την ομορφιά σου» το τόνισε ιδιαίτερα, λες και στην πραγματικότητα εννοούσε πως ο Γίγαντας κάθε άλλο παρά όμορφος ήτανε. Ο Γίγαντας με το που το άκουσε αυτό κοκάλωσε στη θέση του και κοίταξε το Καλό Παιδί – τάχα μου – αγριεμένος. Και το Παιδί κοίταζε και κείνο, αμίλητο και σοβαρό, το Γίγαντα στα μάτια. Για μια στιγμή κοιτάζονταν έτσι αμίλητοι κι αμέσως μετά λυθήκανε κι οι δύο σε γέλια τρανταχτά! Όλο έτσι το κάνανε. Πειράζανε ο ένας τον άλλον και στα ψέματα προσβάλλονταν, θυμώνανε και λέγανε ότι θ’ αρχίσουν να δέρνονται. Έτσι για να γελάνε. Κι όταν χορτάσανε το γέλιο, συνέχισαν όλο ενθουσιασμό το παιχνίδι τους.
Την ίδια ώρα μέσα στο δάσος……………….
… κατέβαινε την πλαγιά ο Σκοτεινός. Τον λέγαν έτσι γιατί φόραγε πάντα μαύρα ρούχα κι ακόμα είχε μαύρα – κατάμαυρα μαλλιά και γένεια. Κι επιπλέον, όλο στα σκοτάδια, τις σκιές και τις νύχτες γύρναγε. Λίγοι, ελάχιστοι τον είχαν δει. Κάτι βοσκοί, κάτι κυνηγοί, κάτι αγροφύλακες κι αυτό όχι για πολύ – για μια στιγμή μονάχα, με την άκρη του ματιού. Εκεί που περπατούσαν άκουγαν κάποιο θόρυβο, ένα φουρφούρισμα ανάμεσα στις φτέρες ή ένα κλαδάκι να σπάει και νομίζοντας ότι είναι κάτι πουλί ή αγρίμι, βλέπανε στ’ απόσκια μέσα την παράξενη, τρομακτική φιγούρα. Γιατί ήταν άσκημος πολύ και φοβερός στην όψη. Είχε το σώμα του μια ολότελα παράταιρη στάση, καμπουριασμένο – στα δύο σχεδόν διπλωμένο, τα πόδια λυγισμένα στραβοπατούσαν και τα χέρια κρέμονταν σαν ακυβέρνητα και ακουμπούσαν σχεδόν τη γη και μοιάζαν αφύσικα μακριά. Είχε και κάτι γαμψές, λερές, κατάμαυρες νυχάρες στα δάχτυλα του!
Άντρες μεγάλοι, σκληραγωγημένοι, άντρες με τα όλα τους ήταν όσοι τον είχαν δει κι όμως όλοι τους παραδέχονταν πως σκιάχτηκαν για τα καλά. Μετά, στα καφενεία και τις ταβέρνες, λέγαν στους άλλους χωρικούς για την περιπέτεια τους. Πώς τον είδαν ξαφνικά και πόσο τρόμαξαν. Πώς, όταν έκαναν να τον πλησιάσουν εκείνος εξαφανίστηκε τρέχοντας και κουτρουβαλώντας στις κατηφοριές. Κι όταν πλησίασαν παρατήρησαν με φρίκη ότι όπου είχε πατήσει κι όπου είχε ακουμπήσει, είχε το χορτάρι ξεραθεί και τα κλαδιά σαπίσει.- Όπου πατάει ο Σκοτεινός, χορτάρι δεν ξαναφυτρώνει!… λέγανε με στόμφο. Και έτσι ήταν! Ακόμα λέγανε πως τον τρέμανε τα ζώα του δάσους και σκορπίζονταν κι έτρεχαν να κρυφτούν, όταν εκείνος ζύγωνε.- Άμα είσαστε στο δάσος και βρεθείτε ξαφνικά σε ησυχία παράξενη, να το ξέρετε ότι μπορεί να συναντήσετε το Σκοτεινό. Γιατί στην παρουσία του θα έχουνε όλα τα ζωντανά λουφάξει. Και τα θηρία ακόμα τον φοβούνται: κι ο αγριόγατος, κι η αρκούδα και ο λύκος, άμα τον μυριστούν από μακριά, τρέχουν και χώνονται μέσα στη φωλιά τους και κουλουριάζονται εκεί λαχανιασμένα και περιμένουν μυξοκλαίγοντας να φύγει! Και έτσι ήταν!
- Εγώ προχτές, του πέταξα μια πέτρα αλλά δεν τον πέτυχα… έλεγε ένας βοσκός.- Κι εμείς του ρίξαμε όλη η παρέα με τα τουφέκια, αλλά είχε ήδη γίνει καπνός ο άτιμος… έλεγαν κάτι φίλοι κυνηγοί.- Εγώ, παρ ΄όλο που φοβήθηκα πολύ, τον κυνήγησα να τον πιάσω, αλλά χώθηκε σε κάτι βάτα κι εξαφανίστηκε… έλεγε ο αγροφύλακας. Και μετά όλοι μαζί έλεγαν:- Να το ξέρετε πως ο Σκοτεινός είναι κίνδυνος μεγάλος και κατάρα για το χωριό. Θα βάλει χέρι, να το δείτε, στα κοπάδια μας να τα χαλάσει. Και σε ανθρώπους ακόμα μπορεί να επιτεθεί, άμα βρει κάναν ανήμπορο γέροντα, παιδάκι ή γυναίκα μοναχούς. Γιατί είναι αδίστακτος, αιμοβόρος και – δεν υπάρχει αμφιβολία – ανθρωποφάγος!Εδώ βέβαια, με αυτά τα λόγια, άρχιζαν οι υπερβολές. Γιατί όσο τρομακτικός κι αν ήτανε ο Σκοτεινός, δεν είχε – ως τα τώρα – σε κανέναν επιτεθεί. Πάντως έτσι, λόγο στο λόγο και κουβέντα στην κουβέντα, με τις διηγήσεις των αντρών αυτών στα καφενεία και τις ταβέρνες του χωριού, φτιάχτηκε σιγά – σιγά ο θρύλος του Σκοτεινού. Φάντασμα τον είπανε, στοιχειό του δάσους τον είπανε, καλικάντζαρο και τέρας τρομερό. Έφτασε να γίνει ο μπαμπούλας του χωριού, φόβος και τρόμος για τα μικρά παιδιά, τις γυναίκες και τους αλαφροΐσκιωτους για χρόνια και χρόνια.
Αυτός λοιπόν ήταν ο Σκοτεινός που κατέβαινε τώρα κατρακυλώντας σχεδόν την πλαγιά. Άπλωνε πότε δω, πότε κει, τα αφύσικα μακριά του χέρια και γράπωνε με τα αρπακτικά του δάχτυλα κλαδιά, κορμούς και θάμνους για να συγκρατιέται. Όπου ακούμπαγε, μετά μαραίνονταν τα φύλλα, ξεραίνονταν τα κλαδιά, σάπιζαν οι κορμοί. Χάνονταν όπου πέρναγε η ζωντάνια, τα χρώματα, η φρεσκάδα. Χαραζότανε λες ξοπίσω του, ένα πικρό, αρρωστημένο, σκοτεινό, δικό του μονοπάτι. Έτσι έφτασε στο τέλος της πλαγιάς, κρύφτηκε πίσω από ένα πεσμένο κορμό δέντρου και κοίταζε στο ξέφωτο όπου οι δύο φίλοι, ο Αγαθός Γίγαντας και το Καλό Παιδί, όλο γέλια και φωνές χαίρονταν το παιχνίδι τους, τρέχοντας και πετώντας ο έναν στον άλλον το πορτοκάλι. Σε μια στιγμή, ξέφυγε στο Καλό Παιδί μια άτσαλη μπαλιά που ήτανε αδύνατο στο Γίγαντα να την πιάσει. Το πορτοκάλι πήγαινε γραμμή κατά τη μεριά που κρυβόταν ο Σκοτεινός.
Άπλωσε εκείνος το χέρι με τα αρπακτικά τα δάχτυλα ανοιχτά και πικρά χαμογελώντας περίμενε, ξέροντας πως με το που θα πιάσει τον ολόφρεσκο, δροσερό καρπό σε κείνη την παλάμη του που φαίνεται πως μοίρα ζοφερή την είχε ευλογήσει, θα μαύριζε, θα μαραινόταν και θα σάπιζε στο τέλος. Και τούτο το παιδί και τούτος ο γίγαντας θα παρακολουθούσαν, κι αυτοί όπως κι όλοι οι άλλοι, με απορία και έκπληξη στην αρχή κι ύστερα με αποστροφή και φόβο. Μετά θα φεύγανε είτε τρέχοντας κατατρομαγμένοι χωρίς ούτε μια ματιά πίσω να ρίξουν, είτε – χειρότερα ακόμα – πισωπατώντας, φωνάζοντας και βρίζοντας. Και μπορεί και καμιά πέτρα να του πετούσαν. Πόσες φορές, πόσες φορές δεν τον είχανε έτσι οι ανθρώποι διώξει; Ε, να λοιπόν, άλλη μια φορά έτσι θα γίνει. Για την κατάληξη σίγουρος , κοίταζε και περίμενε ώσπου ένοιωσε - χτουπ! – το χρυσό των Εσπερίδων μήλο, στη μαύρη κακορίζικη, χούφτα του να ταιριάζει.
Όμως ο Γίγαντας και το Παιδί ούτε άρχισαν να τρέχουν, ούτε τον έβρισαν, ούτε μια τόση δα πέτρα δεν του πέταξαν κι ούτε καθόλου τρομαγμένοι έμοιαζαν. Τι έκαναν λοιπόν; Άρχισαν να χοροπηδάνε πάνω – κάτω και να του φωνάζουν δυνατά:
- Σε μένα φίλε, σε μένα πέτα το!- Μην τον ακούς, σε μένα, σε μένα!Ο Σκοτεινός ολότελα σαστισμένος και μπερδεμένος από την αντίδραση τους αλλά κι επειδή στο χέρι του το πορτοκάλι δεν έμοιαζε καθόλου να έχει αλλάξει κι έμενε δροσερό, γυαλιστερό και φρέσκο, ξαφνιάστηκε με τις φωνές. Το πέταξε με δύναμη προς τη μεριά τους και θέλησε να τρέξει, να φύγει μακριά από τούτη το αλλόκοτο, αφύσικο γι αυτόν σκηνικό. Αντί γι αυτό όμως… παρακολούθησε το πορτοκάλι που διέγραφε την τροχιά του στον αέρα και σαν να τον παρέσυρε, σαν να τον τράβηξε μαζί του, λες κι ήτανε οι δυο τους μ’ ένα αόρατο νήμα ενωμένοι και κάνοντας ένα βήμα, βγήκε από τις σκιές των δέντρων του δάσους στο ξέφωτο που λαμπρός το έλουζε ο ήλιος. Κάνοντας ένα βήμα βγήκε, πρώτη φορά στη ζωή του, από το Σκοτάδι στο Φως.
Ο Αγαθός Γίγαντας με το ένα χέρι υψωμένο, περίμενε να πιάσει το πορτοκάλι όλος σιγουριά, καθώς το καλό παιδί με το δικό του χέρι υψωμένο, ούτε στη μέση δεν τον έφτανε. Καθώς το πορτοκάλι άρχισε να πέφτει, άνοιξε τα δάχτυλα του έτοιμος να το αρπάξει στην τεράστια χερούκλα του και λοξοκοιτώντας το Καλό Παιδί, έκανε γελώντας κοροϊδευτικά:- Χο, χο, χο! Εγώ θα το πιάσω, εγώ!Όμως το καλό παιδί πήρε φόρα και του ‘δωσε μια δυνατή σπρωξιά στα πόδια, πίσω από τα γόνατα, και ο Γίγαντας σωριάστηκε κάτω κι έπεσε με τα μούτρα. Το Καλό Παιδί πήδηξε στην πλάτη του κι άρπαξε το πορτοκάλι κι όταν ο Γίγαντας σήκωσε το κεφάλι του, με το πρόσωπο γεμάτο απορία και κάμποσα χορτάρια να γεμίζουν το στόμα του, έσκυψε και του ψιθύρισε στο αυτί:- Χο, χο, χο! Κι όμως το ‘πιασα εγώ!Και μετά από ένα δευτερόλεπτο ξεκαρδίστηκαν κι οι δυο στα γέλια κι ενώθηκαν η βροντερή, χοντρή, βαριά φωνή του Γίγαντα με την ψιλή, γλυκιά φωνούλα του Παιδιού σ’ ένα κοινό, ταυτόχρονο:- Χο, χο, χο! Χο, χο, χο!Τότε, σαν κάτι που δε μπορούσε να ελέγξει, σα βήχας, σα λόξυγγας, σα φτάρνισμα ίσως, ένοιωσε ο Σκοτεινός από κάπου μέσα του βαθιά, να ανεβαίνει γάργαρο και κυματιστό κάτι που όταν έφτασε στα χείλη, έκανε έναν ήχο πρωτόγνωρο γι αυτόν:- Χο, χο, χο!- Απίστευτο! Απίστευτο!… ακούστηκαν φωνές μέσα απ’ το δάσος.- Απίστευτο!… λέγανε η κουκουβάγια, η νυχτερίδα, ο κόρακας, η χελώνα, ο σκίουρος, το τσακάλι κι ο ασβός.- Απίστευτο! Γέλασε ο Σκοτεινός!Όταν σταμάτησαν τα γέλια, ο Γίγαντας και το Παιδί, σκουπίσανε τα μάτια τους που είχανε δακρύσει και γυρίσανε πάλι προς τη μεριά του Σκοτεινού.- Ευχαριστούμε φίλε που μας έδωσες το πορτοκάλι. Τι λες, θες να παίξεις μαζί μας; Θα σπάσουμε πλάκα μεγάλη… είπε ο Γίγαντας.- Ναι, ναι φίλε… είπε το Καλό Παιδί. Έλα να παίξεις μαζί μας, κι όσο για πλάκα είναι σίγουρο ότι θα κάνουμε μεγάλη πλάκα οι δυο μας, γιατί θα κοιτάμε τούτον δω τον κρεμανταλά… κι έδειξε τον Γίγαντα, που από μπάλλα δεν ξέρει τι του γίνεται… και κούνησε το κεφάλι του περιπαιχτικά.- Αααα! Άκου να σου πω σπόρε… ύψωσε τη φωνή ο Γίγαντας.- Ως εδώ. Δε θα ανεχτώ να με κοροϊδεύεις άλλο…και σήκωσε ψηλά το πόδι του και φωνάζοντας - τάχα μου αγριεμένα – έκανε να πατήσει και να λειώσει κάτω από την πατούσα του το Καλό Παιδί, αλλά - τάχα μου κατά λάθος – αστόχησε και το γιγάντιο πόδι προσγειώθηκε ακριβώς δίπλα από εκεί που βρισκόταν το Παιδί, κάνοντας το έδαφος να βουλιάξει.- Το νου σου κακομοίρη μου, την επόμενη φορά δε θα αστοχήσω… ούρλιαξε ο Γίγαντας, που ξεκίνησε να λέει τη φράση αυτή δήθεν έξαλλος από θυμό, αλλά δεν άντεξε και την τελείωσε πνιγμένος στα γέλια. Ε, όπως θα έχετε καταλάβει δεν ήθελε πολύ και το Καλό Παιδί για να του κάνει παρέα, στα γέλια λιγωμένο.Όταν κι αυτή τη φορά σταμάτησαν να γελάνε, γύρισαν πάλι στο Σκοτεινό και του ‘πανε και πάλι καλωσυνάτα και γελαστά:- Έλα φίλε να παίξεις μαζί μας, έλα! « Μα τι συμβαίνει;» αναρωτήθηκε ο Σκοτεινός, «τι παράξενοι που είναι αυτό το παιδί κι αυτός ο γίγαντας. Καλά, δεν ξέρουνε ποιός είμαι; Δεν βλέπουνε ΠΩΣ είμαι; Καθόλου δε φοβούνται;» Ενώ λοιπόν και πάλι απόφαση είχε πάρει στα πόδια να το βάλει και στις σκιές του δάσους να κρυφτεί, ξανά άλλαξε γνώμη και σιγά – σιγά προχώρησε προς το μέρος τους. - Καλώς τον… είπε ο Γίγαντας, όταν έφτασε κοντά.- Γεια σου… είπε το Καλό Παιδί. Εγώ ζω στο χωριό που είναι κάτω στον κάμπο, πάω στο σχολείο και μου αρέσει να ζωγραφίζω.- Εγώ ζω στους απέναντι λόφους… είπε ο Γίγαντας, και μου αρέσουν τα παιχνίδια που παίζονται με μπάλλα. - Εσύ;… ρωτήσανε το Σκοτεινό.Εκείνος γύρισε λίγο το σώμα του προς τα πίσω, άπλωσε το χέρι και τους έδειξε - αμίλητος - το δάσος. - Α! Ζεις στο δάσος! Τι ωραία, τέλεια, θα έχεις ένα σωρό ιστορίες να μας πεις… είπε το Καλό Παιδί. Άλλη ώρα όμως, εντάξει; Τώρα είναι ώρα για παιχνίδι… και χτύπησε το Σκοτεινό στον ώμο, φιλικά.Και έπαιξαν. Πώς έπαιξαν! Για ώρες και ώρες, χωρίς σταματημό. Τώρα μάλιστα που είχαν γίνει τρεις, και πιο πολλά παιχνίδια μπορούσαν να παίξουν και μεγαλύτερο κέφι και ενδιαφέρον είχε το παιχνίδι. Ο Σκοτεινός συμμετείχε στο παιχνίδι κανονικά και μάλιστα φάνηκε και πολύ άξιος παίχτης. Έτρεχε πέρα – δώθε, πήδαγε ψηλά, έπεφτε, σηκωνόταν, έπιανε το πορτοκάλι, το πέταγε με δύναμη, το έπιανε ξανά.- Μπράβο φίλε, μπράβο… του φώναζαν πότε ο Γίγαντας και πότε το Παιδί και κείνος όλο και πιο συχνά γέλαγε και χαμογελούσε.Ούτε που το κατάλαβαν για πότε πέρασε η ώρα και μόνο όταν βασίλεψε ο ήλιος αποφάσισαν να σταματήσουν. Κάθησαν κατάκοποι, ιδρωμένοι, λαχανιασμένοι – αλλά και τόσο ευχαριστημένοι - στους ξύλινους πάγκους να ξεκουραστούν. Πέρασαν μερικά λεπτά κι ενώ το Καλό Παιδί είχε βγάλει κι έδειχνε στον Σκοτεινό, τη ζωγραφιά που είχε φτιάξει με την πεταλούδα, ο Γίγαντας πετάχτηκε απάνω και είπε:- Ρε σεις! Παραλίγο να ξεχάσουμε το γάμο και το γλέντι στο χωριό!- Πω, πω! Έχεις δίκιο!… είπε το Καλό Παιδί. Πρέπει να βιαστούμε να κατεβούμε στο χωριό. Μετά γύρισε στο Σκοτεινό και είπε: - Άκου φίλε, κάτω στο χωριό γίνεται γάμος και είμαστε καλεσμένοι, γι αυτό και πρέπει να φύγουμε τώρα. Θα ήθελα πολύ να ‘ρθεις και συ μαζί μας. Το ίδιο πιστεύω θέλει κι ο φίλος από δω… και έδειξε προς τη μεριά του Γίγαντα. - Μα βέβαια, και βέβαια… είπε ο Γίγαντας.- Κι άμα αργήσουμε το βράδυ στο γλέντι… συνέχισε το Καλό Παιδί, δεν είναι ανάγκη να γυρίσεις στο σπίτι σου στο δάσος νυχτιάτικα. Θα σε φιλοξενήσω εγώ στο δικό μου σπίτι, στο χωριό και επιστρέφεις το πρωί με το καλό. Ε, τι λες; Θα έρθεις; Έλα σε παρακαλώ! Θα έρθεις; Ο Γίγαντας και το Παιδί κοιτάζανε το Σκοτεινό ερωτηματικά – παρακαλετικά. Εκείνος γύρισε και κοίταξε το κατασκότεινο εκείνη την ώρα δάσος, και μετά γύρισε και δειλά – δειλά τους κούνησε το κεφάλι, δείχνοντας πως δέχεται.- Ωραία!… είπε ο Γίγαντας, πάμε, ξεκινάμε. Κι άρχισαν να κατεβαίνουν από το πέτρινο μονοπάτι προς το χωριό.Στο δρόμο, ο Σκοτεινός κοίταζε γύρω του με περιέργεια και ενδιαφέρον. Γιατί ήταν όλα γύρω του καινούρια μιας κι αν είχε κάτι ξαναδεί, ήταν μόνο από μακριά, από την άκρη του δάσους. Εκτός από γύρω του, αισθανόταν και μέσα του κάτι καινούριο που όμως δε μπορούσε να εξηγήσει και έτσι απλώς ακολουθούσε το Γίγαντα και το Παιδί και κατέβαιναν το μονοπάτι. Και βέβαια δεν είχε καταλάβει πως σιγά – σιγά, η στάση του κορμιού του είχε αλλάξει και τώρα πια δεν ήτανε καμπούρης, μακρυχέρης και στραβοπόδης παρά περπάταγε κανονικά, όρθιος και στητός. Μετά από λίγο φτάσανε στο χωριό.
Ο γάμος είχε τελειώσει στην εκκλησία. Σε λίγο θα άρχιζε το γλέντι. - Πάμε στην πλατεία… είπε το Παιδί και οι άλλοι ακολούθησαν.Στην πλατεία είχαν γύρω βάλει τραπέζια για τους καλεσμένους, στη μέση είχαν μερικές καρέκλες για τους μουσικούς και ο υπόλοιπος χώρος ήταν ελεύθερος για να χορέψουν. Τους υποδέχθηκε στην είσοδο της πλατείας ο πατέρας του γαμπρού.- Καλώς τους! Καλώς τους! Καλώς το Γίγαντα. Καλώς το Παιδί το Καλό. Καλώς τον και το φίλο τους… είπε μόλις είδε το Σκοτεινό. Ευχαριστώ που με τιμήσατε στη χαρά του παιδιού μου… και τους οδήγησε στο τραπέζι τους.Καθώς πήγαιναν προς τα εκεί, πέρασαν δίπλα από ένα τραπέζι όπου κάθονταν μερικοί από τους κυνηγούς και τους αγροφύλακες που είχαν συναντηθεί με το Σκοτεινό. Όταν εκείνος τους είδε ήταν αργά. «Ωχ!» είπε από μέσα του, «τώρα θα ‘χουμε φασαρίες». Όμως εκείνοι δε φάνηκαν να τον αναγνωρίζουν, παρά χαιρέτησαν χαρούμενα:- Καλησπέρα. Και στις χαρές σας… είπαν.Στο τραπέζι που τους πήγαν να καθίσουν, ήταν η οικογένεια του Καλού Παιδιού, του ράφτη και του κουρέα του χωριού. Όλοι τους καλωσόρισαν ευγενικά και κάτσανε οι τρεις τους, με το Γίγαντα στη μέση. Μετά από λίγο όλα τα τραπέζια στην πλατεία γέμισαν και ο κόσμος περίμενε τους νιόπαντρους για να αρχίσει το γλέντι. Δεν άργησαν να φανούν. Μπήκαν στην πλατεία με χειροκροτήματα δυνατά και ευχές και πιστολιές. Πίσω τους έρχονταν τα όργανα. Πήγαν στο τραπέζι τους κι οι μουσικοί στις θέσεις τους. Ο γαμπρός σηκώθηκε κι έδωσε το σύνθημα ν’ αρχίσει το γλέντι.Σερβιρίστηκαν τα φαγητά και τα κρασιά. Ξεκίνησε η μουσική. Γέμιζαν, άδειαζαν και ξαναγέμιζαν πιάτα και ποτήρια. Μετά από λίγο ξεκίνησε και το τραγούδι κι ο χορός. Όπου και να γύριζες έβλεπες χαρούμενα πρόσωπα. Το καθετί ήταν για το Σκοτεινό μια χαρούμενη έκπληξη. Τα φαγητά: α! τι υπέροχα, απολαυστικά που του φαίνονταν εκείνου που ως τα τώρα η μόνη τροφή που ήξερε ήταν τα βελανίδια, τα χαρούπια, τα μανιτάρια και το μέλι από τα αγριομελίσσια. Το κρασί: τι ωραία που κύλαγε βελούδινο στο λαιμό του, τι ευχάριστα που τον ζέσταινε, τι ευχάριστα που τον ζάλιζε. Η μουσική, η μελωδία, τα τραγούδια, πόσο ωραία τον έκαναν να νοιώθει. Κι όλος αυτός ο χαρούμενος, γελαστός κόσμος που χόρευε και γλεντούσε. Όσο πέρναγε η ώρα ο Σκοτεινός αισθανόταν όλο και πιο καλά. Έφτασε έτσι μια στιγμή που έπαψε γύρω του να παρατηρεί και συγκεντρώθηκε στον εαυτό του, γιατί κατάλαβε πως μια αλλαγή που είχε αρχίσει μέσα του να συμβαίνει από την ώρα που έπιασε εκείνο το πορτοκάλι στο ξέφωτο πάνω στο βουνό, τη στιγμή αυτή ολοκληρωνόταν. Για να εξηγήσει αυτό που ένοιωθε, φαντάστηκε τον εαυτό του σα μεγάλο δέντρο του δάσους που σε μια κουφάλα του μέσα είχανε φωλιάσει και ζούσαν συνεχώς κάτι άσχημα και μαύρα αγριοπούλια: η σκοτεινιά, η μοναξιά, η πίκρα, η στεναχώρια και άλλα παρόμοια. Όμως σήμερα φύγανε ξαφνικά, και στη θέση τους ήρθανε άλλα χαρούμενα, πολύχρωμα, κελαηδιστά πουλιά και κάναν τη φωλιά τους. Παρ’ όλο που δεν ήξερε τα ονόματα τους, κατάλαβε πως με αυτούς τους νέους ενοίκους μέσα του θα πορευόταν από εδώ και πέρα. Και μάλιστα θα ήτανε πολύ καλύτερος από πριν σπιτονοικοκύρης…ή μάλλον δεντρονοικοκύρης. «Εεεε, δηλαδή…λίγο μπερδεμένα τα λέω» σκέφτηκε ο Σκοτεινός. «Λες να φταίει το κρασί;» αναρωτήθηκε. «Ε και τι πειράζει;» σκέφτηκε μετά και προσπάθησε να πνίξει το γέλιο που του ‘ρθε χωρίς ωστόσο να τα πολυκαταφέρει.Όμως, μια αγκωνιά που τού ‘ριξε ο ράφτης από δίπλα, διέκοψε τους συλλογισμούς του. - Χρώματα!… φώναξε μες στο αυτί του Σκοτεινού ο ράφτης, που είχε πιει - όπως ήταν φανερό – λιγάκι παραπάνω. Χρώματα νά ‘χουνε τα ρούχα σου, τι είναι τούτα δω τα μαύρα, τα κατάμαυρα που φοράς. Άκου να δεις. Επειδή σε συμπάθησα πολύ, γιατί είσαι τσίφτικο παιδί και άξιο παλικάρι, θέλω να έρθεις αύριο στο ραφτάδικο μου να σου πάρω τα μέτρα, να σου φτιάξω μια πολύχρωμη στολή μούρλια! Και μετά να πας και σε αυτόν τον άχρηστο…είπε κι έδειξε τον κουρέα (που ήταν φίλος του και δεν πειράχτηκε) να σου μπαρμπερίσει τούτα τα γένια και τις μαλλούρες. Άλλος άνθρωπος θα γίνεις, θα δεις. Εξάλλου… είπε ο ράφτης χαμηλώνοντας τη φωνή και σκύβοντας προς το μέρος του, για κοίτα γύρω σου. Τόσες ωραίες κοπελιές! Πού ξέρεις; Μπορεί να είναι το τυχερό σου να παντρευτείς στο χωριό μας… και τού ’κλεισε με νόημα το μάτι, ενώ το ίδιο έκανε κι ο κουρέας από την απέναντι μεριά του τραπεζιού.- Εερρεεεεε κέφια!… φώναξε ο Γίγαντας και σηκώθηκε όρθιος υψώνοντας την κανάτα το κρασί. Άιντε παιδιά, και στα δικά μας οι ανύπαντροι!Όλοι γέλασαν και χειροκρότησαν και είπαν:- Με το καλό! Με το καλό!Ο Γίγαντας γέμισε κρασί τα ποτήρια στο τραπέζι κι έκατσε πάλι κάτω χαμογελαστός, άπλωσε τα χέρια του και τα ακούμπησε δεξιά κι αριστερά, στου Παιδιού και του Σκοτεινού – των φίλων του τις πλάτες.
Το γλέντι του γάμου τελείωσε ξημερώματα σχεδόν. Και μου φαίνεται πως όλοι οι χωρικοί, την άλλη μέρα, μάλλον κοιμήθηκαν ως πολύ – πολύ αργά. Δεν ξέρω, μάλλον. Αυτό που ξέρω είναι ότι…
… Η καλωσύνη και η αγάπη έχουνε δύναμη μεγάλη.
Και ότι η ανατολή βρήκε τους τρεις - πλέον - φίλους να κοιμούνται αγκαλιά σε μια ταράτσα απάνω και να ονειρεύονται:
Ο Γίγαντας πως παντρεύτηκε κι αυτός και είχε οικογένεια, μία Γιγάντισα δηλαδή και Γιγαντόπουλα πολλά ένα γύρω.Το Καλό Παιδί να έχει γίνει τρανός ζωγράφος και να ζωγραφίζει τέλειες πεταλούδες.Και ο Σκοτεινός, που είχε πια οριστικά γίνει κι αυτός καλός, την πλουμιστή, γεμάτη χρώματα στολή που τού ‘ταξε ο ράφτης και ένα που έμοιαζε ασύνδετο στο όνειρο μα ήταν για την ιστορία αυτή σημαδιακό, στον αέρα να πετάει πορτοκάλι.

Τρίτη 28 Αυγούστου 2007

Τα παραμύθια της Άννας Ι

Το παραμύθι του γέρο Μυλωνά



Τα παραμύθια της Άννας γράφτηκαν για τη μικρή Αννούλα και στολίστηκαν με εικόνες και σχέδια και ζωγραφιές και δέθηκαν σε βιβλία και της χαρίσθηκαν "για να τα διαβάζει όταν θα μεγαλώσει". Και έλα που μεγάλωσε και μπορεί (αν είναι δυνατόν!) πια να τα διαβάζει.

Δημοσιεύονται εδώ με τη συγκτάθεση που αισθάνομαι θα μου έδινε άμα τη ρωτούσα.



Ο γέρο Μυλωνάς, γελαστός όπως πάντα και στρουμπουλός όπως πάντα, καθόταν κάθε απόγευμα στον αγαπημένο του ξύλινο πάγκο που ήταν ακουμπισμένος στον πέτρινο τοίχο του μύλου του.
Ήταν εκείνη την ώρα πασπαλισμένος με αλεύρι από το κεφάλι μέχρι τα πόδια από τη δουλειά όλης της μέρας. Καθόταν λοιπόν εκεί άσπρος άσπρος και στήριζε την πλάτη του στον τοίχο κι ένοιωθε τις πέτρες του τοίχου ζεστές γιατί τις πύρωνε ο ήλιος όλη τη μέρα.
Έπαιρνε τότε την αγαπημένη του πήλινη πίπα, τη γέμιζε καπνό, την άναβε και κάπνιζε, κοίταζε κάτω τον κάμπο και σκεφτόταν. Έτσι έκανε κι ο πατέρας του, έτσι και παππούς του και ο πατέρας του παππού του και ο παππούς του παππού του και ο παππούς του παππού του παππού του. Γιατί όλοι του οι πρόγονοι ήταν κι αυτοί μυλωνάδες και δούλευαν όλοι σε αυτόν τον ίδιο μύλο. Και μετά τη δουλειά κάθονταν έξω από το μύλο, κάπνιζαν την πίπα τους, κοίταζαν τον κάμπο και σκέφτονταν.
Έβλεπε όλον τον κάμπο από τη θέση που καθόταν. Γιατί ο μύλος ήταν χτισμένος ψηλά στην πλαγιά του βουνού δίπλα στον καταρράκτη που το νερό του καθώς έπεφτε γύριζε τη μεγάλη ρόδα του μύλου. Έβλεπε τα χωράφια με το στάρι που όπως ο αέρας φύσαγε τα στάχυα, μοιάζανε με θάλασσα με κύματα. Μια θάλασσα που άλλαζε χρώματα, πράσινο – κίτρινο ανάλογα με την εποχή.
Το ρυάκι που γινόταν καταρράκτης στο σημείο που ήταν ο μύλος χτισμένος, συνέχιζε μετά και συναντούσε κι άλλα ρυάκια και γινόταν ποτάμι που διέσχιζε τον κάμπο. Από αυτό παίρνανε νερό οι γεωργοί και πότιζαν τα στάρια τους. Και στη μέση του κάμπου με τα χωράφια του σταριού, ήταν τα περιβόλια. Χωράφια με δέντρα με φρούτα (πορτοκαλιές, μανταρινιές, κερασιές, μηλιές και πολλά άλλα) και χωράφια με λαχανικά (λάχανα, κουνουπίδια, καρότα, κρεμμυδάκια και πολλά άλλα). Τα περιβόλια σχημάτιζαν ένα κύκλο που από τη μέση του περνούσε το ποτάμι.
Στη μέση του κύκλου με τα περιβόλια ήταν πόλη. Έτσι όπως ήταν τα σπίτια της χτισμένα σχημάτιζαν κι αυτά ένα κύκλο και βέβαια από τη μέση και αυτού του κύκλου, από τη μέση της πόλης δηλαδή, περνούσε το ποτάμι. Στην πόλη λοιπόν αυτή κατοικούσαν οι γεωργοί της περιοχής, οι ιδιοκτήτες των σταροχώραφων, οι πελάτες του γέρο μυλωνά.
Αυτοί ήταν που έρχονταν κάθε μέρα στο μύλο με τα ζώα τους φορτωμένα με τσουβάλια στάρι και τά ’διναν στο γέρο Μυλωνά. Αυτοί κάθονταν μετά στη σκιά των δέντρων, έπιναν σιγά σιγά το κρασάκι που είχαν φέρει μαζί τους και περίμεναν το Μυλωνά να τελειώσει τη δουλειά του. Χανότανε μέσα στο μύλο ο Μυλωνάς και μετά από λίγο άρχιζε να ακούγεται ο θόρυβος από τις μυλόπετρες που γύριζαν και έτριβαν το στάρι. Ύστερα από τα μικρά παράθυρα του μύλου έβλεπαν κάθε τόσο να βγαίνει λίγη από την άσπρη σκόνη του αλευριού και να σκορπίζεται στον αέρα. Έτσι λοιπόν περίμεναν ακούγοντας το νερό του καταρράκτη να πέφτει, την ξύλινη μεγάλη ρόδα γυρίζει και τις μυλόπετρες μέσα από το μύλο να γυρίζουν κι αυτές. Και βέβαια άκουγαν και το τραγούδι του Μυλωνά που συνήθιζε πάντα να δουλεύει τραγουδώντας, σημάδι σίγουρο πως του άρεσε η δουλειά του.
Έτσι πέρναγαν οι ώρες και όταν ο ήλιος άρχισε να δύει φαινότανε ο Μυλωνάς στην πόρτα του μύλου γελαστός και στρουμπουλός όπως πάντα και πασπαλισμένος με αλεύρι από το κεφάλι μέχρι τα πόδια. Ήξεραν τότε πως η δουλειά είχε τελειώσει και μόλις τους έκανε νόημα έμπαιναν ένας ένας μέσα στο μύλο. Ήταν εκεί γεμάτα τα τσουβάλια με το αλεύρι που ακόμα δεν τά’χε κλείσει ο Μυλωνάς. Ήταν το αλεύρι λευκό, κατάλευκο και ψιλό ψιλό τόσο που ούτε να βήξουν, ούτε να φταρνιστούν τολμούσαν και ανέπνεαν σιγά σιγά, γιατί νόμιζες ότι με το παραμικρό φύσημα θα σκόρπαγε όλο γύρω γύρω και τα τσουβάλια θα άδειαζαν. Τόσο φίνο ήταν το αλεύρι. Κάθονταν λοιπόν εκεί και σχολίαζαν τι σπουδαίο αλεύρι τους είχε φτιάξει ο μυλωνάς, πόσο άσπρο ήτανε και τι ωραίο άσπρο ψωμί θα φτιαχνότανε με αυτό το αλεύρι, «το καλύτερο της χώρας» και τι τυχερός που ήτανε ο τόπος που είχε τέτοιο Μυλωνά καλό, όπως και ο πατέρας του και ο παππούς του………. «Συγχαρητήρια!», «Μπράβο!», «Εύγε!», «Ευχαριστούμε πολύ». Τέτοια έλεγαν στο Μυλωνά κι αυτός χαμογελούσε και φούσκωνε από υπερηφάνεια.Μετά σφραγίζανε τα τσουβάλια, πληρώνανε το μυλωνά για τον κόπο του, φορτώνανε τα ζώα και άρχιζαν να κατηφορίζουν σιγά σιγά για τον κάμπο…..για την πόλη.
Τότε λοιπόν, όπως είπαμε και στην αρχή, καθόταν ο γέρο Μυλωνάς στον ξύλινο πάγκο, κάπνιζε και σκεφτόταν. Σκεφτόταν όλα αυτά που είπαμε ως τώρα, σκεφτόταν με άλλα λόγια τη ζωή του και δεν τον κούραζε καθόλου που σκεφτόταν κάθε μέρα τα ίδια πράγματα. Γιατί πολύ απλά του άρεσε η ζωή που έκανε, του άρεσε η δουλειά του και οι μέρες και τα χρόνια πέρναγαν ήσυχα, ευχάριστα, χωρίς προβλήματα.
Χμμμμ!….Όλα αυτά είχαν όμως αλλάξει τον τελευταίο καιρό.
Άλλαξαν από τη στιγμή που ο βασιλιάς της περιοχής που ήταν μεγάλος πολύ στην ηλικία αποφάσισε πως κουράστηκε πια να κυβερνά και έπρεπε να σταματήσει και στη θέση του να συνεχίσει ο νεαρός γιος του. Έτσι κι έγινε. Ο νεαρός βασιλιάς είχε ζήσει για πολλά χρόνια ταξιδεύοντας σε ξένες χώρες. Εκεί είχε σπουδάσει και είχε μάθει γράμματα πολλά και όλοι το ήξεραν πως ήτανε πολύ μορφωμένος. Φαίνεται όμως πως τα πολλά γράμματα του κάνανε και κακό – έτσι έλεγαν οι γεωργοί – γιατί με το που πήρε τη θέση του βασιλιά άρχισε να προσπαθεί να εφαρμόσει όσα πράγματα είχε μάθει.
Έβγαζε λόγους στους γεωργούς, έδινε διαταγές και οδηγίες, έστελνε τους αξιωματικούς του στην εκκλησία, στην αγορά και στα σπίτια να μοιράζουνε φυλλάδια. «Μια Νέα Εποχή αρχίζει» έλεγε ο νεαρός άρχοντας. «Όλα θα αλλάξουν, τίποτα δε θα γίνεται όπως παλιά. Θα γίνουμε σύγχρονοι και μοντέρνοι».
Και πράγματι όλα ήθελε να τα αλλάξει. Όλα όσα ήξεραν τόσα και τόσα χρόνια οι γεωργοί και τα έκαναν με τον ίδιο τρόπο όπως τα είχαν μάθει από τους μεγαλύτερους, έπρεπε τώρα να τα ξεχάσουν και να μάθουν από την αρχή να τα κάνουν με διαφορετικό τρόπο. Σε κανέναν δεν πολυάρεσαν αυτές οι αλλαγές. Όμως δε μπορούσαν να κάνουν κι αλλιώς. Αφού έτσι διέταζε ο βασιλιάς έπρεπε αυτοί να υπακούσουν και έτσι έκαναν.
Ο γέρο Μυλωνάς όμως είχε πρόβλημα μεγάλο. Γιατί μια μέρα ο νεαρός βασιλιάς μιλώντας στους γεωργούς για διάφορα θέματα, είπε και το εξής:
- …και το θέμα της διατροφής είναι επίσης πολύ σημαντικό και πρέπει και σε αυτό το θέμα οι συνήθειες μας να αλλάξουν. Πρέπει να κάνουμε όλοι «Υγιεινή Διατροφή» όπως λένε και οι επιστήμονες που γνώρισα όταν ήμουνα στο εξωτερικό. Για να είμαστε υγιείς, δυνατοί και να ζήσουμε όλοι πολλά χρόνια. Για να κάνουμε υγιεινή διατροφή πρέπει να τρώμε υγιεινές και όχι βλαβερές τροφές. Για παράδειγμα παρατήρησα ότι όλοι τρώνε ψωμί άσπρο κάτασπρο. Αυτό είναι λάθος και απαράδεκτο. Όλοι ξέρουν ότι υγιεινό ψωμί είναι το μαύρο ψωμί και αυτό πρέπει να τρώμε. Ας ξεκινήσουμε λοιπόν από αυτό. Από εδώ και πέρα πρέπει να τρώμε όλοι μαύρο ψωμί. Είπα και εμίλησα!Πήγαν λοιπόν την άλλη μέρα οι άνθρωποι στο μύλο, βρήκαν το Μυλωνά και του είπαν τι είχε γίνει και του ζήτησαν από εδώ και πέρα να τους φτιάχνει το αλεύρι έτσι που το ψωμί γίνεται μαύρο. Αυτά είπαν οι γεωργοί στο Μυλωνά και έφυγαν. Κι ο γέρο Μυλωνάς για πρώτη φορά μετά από τόσα χρόνια έχασε το κέφι του και το χαμόγελο του. Πώς θα το έλυνε το πρόβλημα αυτό; Αυτός που το είχε καμάρι που έβγαζε τόσο άσπρο το αλεύρι όσο άλλος κανείς. Πώς τώρα θα έβγαζε αλεύρι μαύρο για να φτιάχνουν και να τρώνε οι άνθρωποι μαύρο το ψωμί; Δεν ήξερε τί να κάνει. Ξύπναγε το πρωί και δεν είχε δουλειά αφού πια οι άνθρωποι δεν του έφερναν στάρι για να το αλέσει. Δεν είχε όρεξη να κάτσει στον πάγκο του τον ξύλινο, τον αγαπημένο ούτε και να καπνίσει την πίπα του την πήλινη, την αγαπημένη. Αυτό που έκανε ήταν περίπατοι μεγάλοι, πότε στο βουνό πάνω από το μύλο, πότε στον κάμπο δίπλα στο ποτάμι, πότε στα δρομάκια πού ‘χανε φτιάξει οι γεωργοί μέσα στα σταροχώραφα.
Περπάταγε και περπάταγε, σκεφτότανε και σκεφτότανε το πρόβλημα του το μεγάλο αλλά άκρη δεν έβγαζε κι είχε αρχίσει να τον πιάνει απογοήτευση μεγάλη.
Ώσπου μια μέρα………….λίγο πριν δύσει ο ήλιος, εκεί που περπάταγε μέσα στα σταροχώραφα και χάζευε τους λίγους ανθρώπους εδώ κι εκεί που δούλευαν ακόμα, έτυχε ένας από αυτούς να δουλεύει στην άκρη του χωραφιού, δίπλα στο δρόμο κι ο Μυλωνάς πέρασε από κοντά του. Στην αρχή έβλεπε μόνο την πλάτη του όταν όμως πλησίασε περισσότερο είδε και το πρόσωπο του και τότε ο γέρο Μυλωνάς σταμάτησε απότομα, γούρλωσε τα μάτια του και άνοιξε το στόμα του δυο πιθαμές και έτσι έμεινε να κοιτάει τον εργάτη. Αστείος που ήτανε!
Τί ήτανε όμως αυτό που είχε ξαφνιάσει τόσο το γέρο Μυλωνά; Πολύ απλά, βλέποντας τον εργάτη αυτόν του ήρθε μια ιδέα φοβερή για το πώς θα έλυνε το πρόβλημα του. Και τί το ξεχωριστό είχε ο εργάτης αυτό κι έκανε την ιδέα τη φοβερή να μπει μες στο κεφάλι του Μυλωνά; Πολύ απλά, ήταν μαύρος!
- Και τί με αυτό; θα με ρωτήσετε.
Ούτε κι εγώ δεν ξέρω! Ας δούμε παρακάτω τί σκέφτηκε ο Μυλωνάς. Όταν λοιπόν συνήλθε λίγο από το ξάφνιασμα της ιδέας της καλής που τόσο απότομα του είχε έρθει, πλησίασε λίγο ακόμα και φώναξε στον εργάτη.
- Εεεε! Για έλα εδώ εσύ!
Ο εργάτης σταμάτησε τη δουλειά του, έβαλε το δικρυάνι του στο ώμο και γρήγορα γρήγορα πλησίασε και στάθηκε μπροστά στο γέρο μυλωνά. Καθόταν εκεί χαμογελαστός και περίμενε να δει τί ήθελε ο άνθρωπος αυτός.
Τον ρώτησε λοιπόν ο Μυλωνάς:
- Πώς σε λένε παιδί μου;
Και απάντησε ο μαύρος:
- Τόμ κύριε.
- Και δε μου λες Τομκύριε, είσαι ευχαριστημένος από τη δουλειά σου εδώ στα χωράφια; Το αφεντικό σου σε πληρώνει καλά;
- Α! Μάλιστα κύριε, μάλιστα! Είμαι πολύ ευχαριστημένος και πληρώνομαι πολύ καλά. Μισό καρβέλι ψωμί, ένα πιάτο φακές και δυο κρεμμύδια κάθε μέρα. Την Κυριακή λαχανόσουπα και δυο μπουκάλια μπύρα. Ρούχα και παπούτσια, τα παλιά των γιών του αφεντικού. Και στο τέλος του μήνα παίρνω και το μισθό μου, 30 ολόκληρες δραχμές. Μάλιστα! Όπως βλέπετε κύριε έχω κάθε λόγο να είμαι ευχαριστημένος και δεν αφήνω τη δουλειά και το αφεντικό μου με τίποτα. Αλλά, αν επιτρέπεται, γιατί ρωτάτε παρακαλώ;
- Γιατί Τομκύριε, του είπε ο Μυλωνάς, σκεφτόμουν να σου πω να έρθεις μαζί μου να δουλέψεις με 100 δραχμές το μήνα. Αλλά αφού είναι έτσι και είσαι τόσο ευχαριστημένος άστο, δεν πειράζει. Λοιπόν, άντε καλό βράδυ!
Τότε ο μαύρος άφησε το δικρυάνι του κάτω, κούμπωσε το πουκάμισο του, έφτιαξε το καπέλο του το ψάθινο, πήγε και στάθηκε δίπλα στο Mυλωνά και του είπε:
- Και πότε αρχίζουμε δουλειά αφεντικό;
Ξεκίνησαν μαζί για το μύλο. Όταν έφθασαν εκεί είχε βραδιάσει. Έφαγαν λιγάκι και μετά ξάπλωσαν να κοιμηθούν. Όμως ο μόνος που κοιμήθηκε το βράδυ εκείνο ήταν ο Τομ. Κοιμήθηκε του καλού καιρού, όπως λέμε και μάλιστα ροχάλιζε δυνατά. Ο γέρο Μυλωνάς δεν κοιμήθηκε σχεδόν καθόλου. Στριφογύριζε στο κρεββάτι του όλη τη νύχτα. Δε μπορούσε να κοιμηθεί γιατί είχε αγωνία μεγάλη. Περίμενε να ξημερώσει για να κάνει δοκιμή, να δει αν η ιδέα που είχε σκεφτεί ήταν σωστή και αν θα έλυνε τελικά το πρόβλημα του. Πριν ακόμα βγει η ήλιος σηκώθηκε, ντύθηκε, πήγε και ξύπνησε τον Τομ και του είπε να ετοιμαστεί γιατί σε λίγο ξεκινούσαν τη δουλειά.
O Toμ, ο καλός εργάτης, δε διαμαρτυρήθηκε καθόλου παρά σηκώθηκε αμέσως χαμογελώντας. Άρχισε τότε ο γέρο Μυλωνάς να εξηγεί στον Τομ πώς γίνεται το άλεσμα του σταριού, πώς δουλεύουν τα μηχανήματα του μύλου, τί πρέπει να προσέχει. Κι αφού του εξήγησε τη δουλειά και τα μυστικά της πήγε και βρήκε σε μια γωνιά του μύλου μισό τσουβαλάκι στάρι και το έδωσε στον Τομ και του είπε:
- Και τώρα Τομκύριε θα κάνουμε μια δοκιμή να δούμε αν κατάλαβες τις οδηγίες που σου έδωσα. Εγώ θα κάθομαι και θα σε βλέπω αν τα κάνεις όλα όπως πρέπει. Μπορείς να ξεκινήσεις.
Και ξεκίνησε ο Τομ. Κι ο Μυλωνάς κοιτούσε. Κοιτούσε από τη μια πώς δούλευε ο Τομ κι από την άλλη η αγωνία του μεγάλωνε και μεγάλωνε να δει τί θα γίνει στο τέλος! Όλα σωστά, ολόσωστα τα έκανε ο Τομ, όμως η καρδιά του γέρο Μυλωνά πήγαινε να σπάσει από την αγωνία. Και όταν ήρθε η ώρα να αρχίσει να βγαίνει το αλεύρι, πλησίασε και έσκυψε στο σημείο εκείνο, φύσαγε και ξεφύσαγε, σκούπιζε με το μαντίλι του τον ιδρώτα από το μέτωπο του και κοίταζε………και κοίταζε.
Νά’το που βγήκε το πρώτο αλεύρι! Ψιλό ψιλό, απαλό και φίνο όπως πάντα. Αλλά στο χρώμα; Το αλεύρι ήταν μαύρο!!!
- ΖΗΗΗΤΩΩΩΩΩΩ!!!!!, φώναξε με όλη του τη δύναμη ο γέρο Μυλωνάς. ΖΗΗΗΤΩΩΩΩΩΩ!!! και πέταξε το σκούφο του ψηλά και γέλαγε δυνατά. ΖΗΤΩ!, ΖΗΤΩ!, πέτυχε!, φώναζε ο Μυλωνάς και χοροπηδούσε γύρω από τις μυλόπετρες και ανάμεσα στα μηχανήματα. Και έπαιρνε χούφτες το μαύρο αλεύρι και το σκόρπιζε ψηλά στον αέρα και όλο γελούσε…..γελούσε.
Γελούσε και ο Τομ που έβλεπε το αφεντικό του τόσο ευχαριστημένο. Πήγε ο Μυλωνάς κοντά του, τον αγκάλιασε, τον φίλησε και στα δυο του μάγουλα και σφίγγοντας το χέρι του, του είπε:
- Δουλεύει Τομκύριε, δουλεύει! Το βλέπεις που δουλεύει; Ήταν η ιδέα μου σωστή. Το βλέπεις Τομκύριε; Μαύρο το αλεύρι, μαύρο!- ΜΑΥΡΟ ΤΟ ΑΛΕΥΡΑΚΙ, ΜΑΥΡΟΟΟΟΟΟΟΟΟΟΟΟ!, άρχισε να τραγουδά με δυνατή φωνή ο Μυλωνάς και να χοροπηδάει πάλι γύρω γύρω μες στο μύλο, όλο χαρά, όλο ευτυχία.Γιατί την είχε βρει τη λύση στο πρόβλημα του και ήταν η ιδέα του σωστή.Πιστεύω πως τώρα καταλάβαμε όλοι την ιδέα που ήρθε στο Μυλωνά όταν είδε τον Τομ να δουλεύει στο χωράφι. Σκέφτηκε: «Μαύρος ο Μυλωνάς, μαύρο και το αλεύρι». Τόσο απλό! Και τόσο έξυπνο! Και νά’το που στην πραγματικότητα γινόταν έτσι όπως το είχε σκεφτεί. Όταν πέρασε λίγο η ώρα και ηρέμησε κάπως ο Μυλωνάς, γέμισε ένα σακούλι με μαύρο αλεύρι, το έδωσε στον Τομ και του είπε:
- Πάρε αυτό Τομκύριε και πήγαινε στην πόλη. Θα λες στους ανθρώπους: «Είμαι ο βοηθός του Μυλωνά. Μου παρήγγειλε να σας πω ότι είναι έτοιμος και από αύριο σας περιμένει στο μύλο με το στάρι σας». Και θα ανοίγεις το σακούλι και θα τους δείχνεις. Αυτοί θα καταλάβουν. Εντάξει;- Εντάξει κύριε, είπε ο Τομ.- Άντε τότε στο καλό, είπε ο Μυλωνάς.Ξεκίνησε λοιπόν ο Τομ και γύρισε μετά από ώρες πολλές, το βράδυ.
- Τους τό’πες; τον ρώτησε ο Μυλωνάς.- Μάλιστα κύριε, το είπα σε όλους, απάντησε ο Τομ.
- Μπράβο! Άντε λοιπόν τότε, πάμε να κοιμηθούμε γιατί αύριο μας περιμένει δουλειά πολύ.Έτσι είπε και έβγαλε τα ρούχα του, φόρεσε τις πυτζάμες του και ξάπλωσε στο κρεβάτι. Δεν είχε περάσει ένα λεπτό καλά καλά και τον είχε πάρει ο ύπνος. Και παρατήρησε ο Τομ πως παρόλο που κοιμότανε βαθιά, χαμογελούσε. Έπεσε κι ο Τομ για ύπνο. Την άλλη μέρα από πρωί, πολύ πρωί άρχισαν να έρχονται οι γεωργοί με τα ζώα τους φορτωμένα τσουβάλια στάρι.- Καλώς τους! Καλώς τους!, έλεγε ο Μυλωνάς, και ξεφόρτωνε μαζί με τον Τομ τα τσουβάλια και τα κουβαλάγανε στο μύλο μέσα.Οι γεωργοί κάθισαν όπως συνήθιζαν κάτω από τη σκιά των δέντρων κι όταν ο Μυλωνάς αντί να μείνει μέσα στο μύλο και να ξεκινήσει τη δουλειά ήρθε και κάθισε μαζί τους, άρχισαν να κοιτάνε ο ένας τον άλλον απορημένα. Αλλά ο Μυλωνάς χαμογελούσε. Ύστερα από λίγο άρχισε να ακούγεται ο θόρυβος από τις μυλόπετρες που γυρνούσαν. Και τότε κατάλαβαν πως στο μύλο δούλευε ο Τομ και φάνηκαν κάπως να ανησυχούν, αλλά ο Μυλωνάς τους έκανε ένα νόημα που σήμαινε «εντάξει! εντάξει! όλα πάνε καλά, έχετε υπομονή». Και πέρασε λιγάκι η ώρα, σηκώθηκε ο Μυλωνάς και πήγε μέχρι την πόρτα του μύλο και κοίταξε μέσα. Ύστερα γύρισε στους γεωργούς που τον παρακολουθούσαν και τους έκανε νόημα να πλησιάσουν. Πήγαν αυτοί έως την πόρτα.- Περάστε, τους είπε ο Μυλωνάς, περάστε μέσα να δείτε.Μπήκανε μέσα και είδανε τον Τομ να δουλεύει ιδρωμένος και χαμογελαστός.
- Ελάτε, είπε ο Μυλωνάς, ελάτε.Τους πήγε στο σημείο που έβγαινε το αλεύρι. Και είδαν οι γεωργοί με τα μάτια τους το αλεύρι στην ίδια την ποιότητα την εξαιρετική, όπως την ήξεραν, αλλά με χρώμα μαύρο! Με τέτοιο μαύρο αλεύρι θά ‘βγαινε και το ψωμί μαύρο. Ακριβώς όπως ο βασιλιάς το ζήτησε. Άρχισαν τότε πάλι όπως παλιά να λένε «συγχαρητήρια» στο Μυλωνά και «μπράβο», «εύγε», «ευχαριστούμε πολύ», «μας έσωσες» και τέτοια.Όλο χαρές και γέλια βγήκαν από το μύλο, κάθισαν πάλι στις σκιές κάτω από τα δέντρα οι γεωργοί κι ο Μυλωνάς μαζί. Έπιναν το κρασάκι τους, κουβέντιαζαν κι άκουγαν το νερό του καταρράκτη να πέφτει, την ξύλινη ρόδα του μύλου να γυρίζει, τις μυλόπετρες που άλεθαν το στάρι και τον Τομ που δούλευε και τραγουδούσε.Όταν άρχισε ο ήλιος να δύει πήραν τα τσουβάλια με το μαύρο αλεύρι, τα σφραγίσανε, τα φορτώσανε στα ζώα κι άρχισαν να κατηφορίζουν για τον κάμπο.….για την πόλη.
Την άλλη μέρα ήρθαν πάλι πρωί πρωί με τα ζώα φορτωμένα στάρι. Και την άλλη μέρα πάλι. Και την άλλη. Κάθε μέρα έρχονταν τώρα στο μύλο όπως παλιά. Κάτω στην πόλη οι νοικοκυρές, οι φουρνάρηδες και οι ζαχαροπλάστες έπιασαν δουλειά αμέσως. Και δώστου ψωμιά: καρβέλια, φρατζόλες, κουλούρια κι ακόμα: παξιμάδια, κέικ, πίττες, γλυκά και τόσα άλλα να φτιάχνουν με το καινούριο αλεύρι και να μοσχοβολάει ο τόπος όλος. Και ξέρετε και κάτι; Ήταν όλα πολύ πολύ νόστιμα. Όλοι το λέγανε όταν δοκίμαζαν. Δεν άργησαν τα νέα να φτάσουν και στα αυτιά του νεαρού βασιλιά. Μόλις το άκουσε αυτός αμέσως διέταξε να του φέρουν μαύρο ψωμί να το δοκιμάσει. Μόλις δοκίμασε έκανε:
- Μμμμμ! Υπέροχο!Και είπε στους αυλικούς του:- Ορίστε κύριοι! Όπως σας το είχα πει. Μια Νέα Εποχή αρχίζει!Ζήτησε μετά να μάθει ποιός ήταν υπεύθυνος που είχαν οι οδηγίες του αρχίσει να εφαρμόζονται τόσο γρήγορα. Όλοι του είπαν για το γέρο Μυλωνά. Αποφάσισε τότε ο βασιλιάς να ανταμείψει τον υπάκουο και πιστό αυτό υπήκοο του και να δώσει δείπνο επίσημο προς τιμήν του. Έστειλε αμέσως τους απεσταλμένους να του δώσουν την πρόσκληση.Είπε ο γέρο Μυλωνάς στους αγγελιοφόρους:- Είναι τιμή μεγάλη για μένα. Να πείτε στον Μεγαλειότατο ότι τον ευχαριστώ πολύ και μετά χαράς θα έρθω.Το βράδυ εκείνο του δείπνου ο γέρο Μυλωνάς, με τη βοήθεια του Τομ, φόρεσε την επίσημη στολή της συντεχνίας των Μυλωνάδων που είχε κληρονομήσει από τους προγόνους του και πήγε στο παλάτι.Η τελετή ήταν λαμπρή.Ο βασιλιάς έβαλε το Μυλωνά να κάτσει στα δεξιά του. Μετά έβγαλε λόγο και τού’δωσε συγχαρητήρια και είπε πως μακάρι όλοι να ακολουθούσαν το παράδειγμα το δικό του. Στο τέλος του καρφίτσωσε πάνω στη στολή το χρυσό παράσημο της πόλης που ήταν διάκριση πολύ μεγάλη. Όλοι σηκώθηκαν όρθιοι και χειροκροτούσαν το γέρο Μυλωνά. Κι αυτός δάκρυζε από συγκίνηση και φούσκωνε από υπερηφάνεια.
Το χρυσό παράσημο το έβαλε σε κορνίζα και το κρέμασε σε ένα τοίχο στο μύλο πάνω από το γραφείο του και τό ‘βλεπε ο γέρο Μυλωνάς και χαιρόταν. Μα ακόμα πιο πολύ χαιρόταν γιατί όλα ήταν όπως πρώτα.
Και κάθε απόγευμα, μετά τη δουλειά, ο γέρο Μυλωνάς με τον Τομ μαζί κάθονταν στον ξύλινο πάγκο έξω από τον μύλο, στήριζαν την πλάτη τους στον τοίχο, κοίταζαν κάτω τον κάμπο, σκέφτονταν και κάπνιζαν…..ο γέρο Μυλωνάς την αγαπημένη του ξύλινη πίπα και ο Τομ το ναργιλέ που είχε φέρει από τη μακρινή και εξωτική πατρίδα του.