Πέμπτη, 27 Δεκεμβρίου 2007

Ο Φαραώνης

Από παλαιότερο φύλλο της εφημερίδος "Η Μεταμεσονυκτία" - στήλη "Επιστήμη & Τεχνολογία"

Επιστημονικός άθλος!
Σε ανακοίνωση της με ένα λακωνικό δελτίο τύπου, η έδρα Αιγυπτιακών σπουδών του Πανεπιστημίου της Οξφόρδης ενημέρωσε την Ακαδημαϊκή κοινότητα και το ευρύ κοινό ότι πλέον και τα τελευταία Αιγυπτιακά ιερογλυφικά κείμενα (απροσπέλαστα και αντιστεκόμενα επί δεκαετίες στις προσπάθειες των επιστημόνων) ερμηνεύθηκαν!
Πρόκειται για ποιητικά κείμενα του Φαραώνη, του μεγαλύτερου ποιητή της Αρχαίας Αιγύπτου, του οποίου πάμπολλα έργα (γραμμένα με την τυπική ιερογλυφική γραφή) έχουν ήδη ερμηνευθεί και του έχουν δώσει την υψηλή θέση που αναμφίβολα του αξίζει στο πάνθεον των ποιητών της αρχαιότητας.
Ωστόσο τα συγκεκριμένα, γραμμένα με ένα – όπως η ανακοίνωση επισημαίνει – ασύλληπτης δυσκολίας και πολυπλοκότητας είδος ιερογλυφικής κρυπτογράφησης (!), παρ΄ ότι εξετάσθηκαν και μελετήθηκαν από όλους τους επιστήμονες – αυθεντίες στον τομέα αυτόν, παρέμειναν όλα αυτά τα χρόνια ένα μυστήριο, ένας γρίφος.
Τελικά και χάρη στις απίστευτης επιμονής (σε σημείο πυρετικής μανίας αλλού σχολιάζεται) προσπάθειες του διαπρεπέστατου συμπατριώτου μας καθηγητή Δρος Φανούρη Φανφαρόνη (είναι άραγε απλή σύμπτωση η συγγένεια των ονομάτων;) και της επιστημονικής του ομάδας, τα κείμενα εξηγήθηκαν.
Περί τίνος λοιπόν πρόκειται; Περί μιας ποιητικής συλλογής ερωτικού περιεχομένου! Περί της εκφράσεως του ανομολόγητου (και ολέθριου αν γινόταν γνωστός) έρωτα του ποιητού για την ίδια τη Βασίλισσα, την παντοδύναμη, ανακηρυγμένη από τη γέννηση της θεά, Αυτοκράτειρα της χώρας.
Φαίνεται ότι ο βασανισμένος Φαραώνης φοβούμενος το θάνατο (αν το μυστικό του που αποτελούσε μέγιστη προσβολή στο πρόσωπό Της, γινόταν γνωστό) αλλά και αδυνατώντας να ΜΗΝ εκφράσει τα αισθήματα του με το μόνο τρόπο που ήξερε, την ποίηση δηλαδή, έγραψε τα συγκεκριμένα ποιήματα με έναν – δικής του επινόησης – κρυπτογραφικό τρόπο.
Αυτή η συναρπαστική ιστορία στην οποία εμπλέκονται η Επιστήμη, η Ιστορία, η Αρχαιολογία, η Λογοτεχνία και το ανθρώπινο πάθος αναμένεται να ολοκληρωθεί μέσα στους επόμενους μήνες καθώς ο Δρ Φανφαρόνης (παρά τη – σύμφωνα με έγκυρες πηγές – δύσκολη κατάσταση της υγείας του) και οι βοηθοί του προχωρούν γοργά στην ερμηνεία και απόδοση των κειμένων (περί τους 300 στίχους με την τρέχουσα πρεοσέγγιση).

Τα Μυζηθρόνια

Από παλαιότερο φύλλο της εφημερίδος "Η Μεταμεσονυκτία", στήλη Επιστήμη & Τεχνολογία.

Θα θυμάστε, ασφαλώς, αγαπητοί αναγνώστες την προ διετίας συνέντευξη, σε αυτήν εδώ την ίδια στήλη, του διάσημου έλληνα κβαντομηχανικού Δρος Φανούρη Φανφαρόνη. Μια συνέντευξη – ποταμό, στην οποία ο διακεκριμένος, παγκοσμίου φήμης επιστήμων μας μίλησε για τη ζωή του, τη δουλειά, τις ασχολίες και τα ενδιαφέροντα του. Μια συζήτηση που χάρη στην αναμφισβήτητη και έξοχα γοητευτική αφηγηματική ικανότητα τους Δρος Φανφαρόνη, θα μπορούσε να αποτελέσει αυτόνομο λογοτεχνικό κείμενο. Κείμενο στο οποίο περιπλέκονται με ζηλευτή αρμονία αναφορές και γλαφυρές περιγραφές για τα πιο διαφορετικά και ετερόκλητα θέματα. Τις φυσικές καλλονές της ιδιαίτερης πατρίδας του, τα βουνά, τα δάση, τις θάλασσες, τα ακρωτήρια, τα σπήλαια. Την αφηρημένη, ακατανόητη σχεδόν από όλους, εκτός από τους μυημένους, Επιστήμη του. Τη φιλοσοφική θεωρία και τη χαμένη πια (όχι για εκείνον) τέχνη της Αλχημείας, που υποστήριξε ότι σε μεγάλο βαθμό, αυτός και οι συνάδελφοι του – εν γνώσει τους ή μη – εφαρμόζουν σήμερα στη δουλειά τους. Τα αποκρυφιστικά Αλχημιστικά κείμενα του Μεσαίωνα και της Αναγέννησης. Τους μεγάλους Αλχημιστές της Βαγδάτης, της Πράγας και της Νυρεμβέργης. Καθώς και δεκάδες πραγματικές ή φανταστικές ιστορίες, όπως για παράδειγμα (μη μπορώντας να αντισταθούμε στον πειρασμό, αναδημοσιεύουμε αυτούσιο το απόσπασμα)…. « την ιστορία του Myddhin Willt, του Ουαλλού βάρδου του 6ου αιώνα, που έχασε τα λογικά του κατά τη διάρκεια μιας μάχης, από τη θλίψη του για τη σφαγή των φίλων του. Λέγεται ότι τότε, ένα όραμα αφόρητης φωτεινότητας σάλεψε το μυαλό του, που συνοδευόταν από μια φωνή που του φώναξε πως αυτός ήταν ο ένοχος για το αίμα που είχε χυθεί στο πεδίο της μάχης και γι αυτό έπρεπε να πάει να ζήσει στα δάση, μαζί με τα άγρια ζώα. Τα ουαλλικά ποιήματα του 12ου αιώνα αναφέρονται συχνά σε αυτήν την τραγική φιγούρα. Σκοτεινά και αποσπασματικά είναι τα στοιχεία που μπορεί να συλλέξει κανείς από αυτές τις πηγές, που σκιαγραφούν την εικόνα ενός μελαγχολικού ποιητή, που τον στοιχειώνει η θλίψη και ο πόνος, που ζει σε έρημα, μοναχικά μέρη συνομιλώντας με πνεύματα, προφέροντας παράξενες προφητείες σε κατάσταση έκστασης. Αυτός ο Κέλτης βάρδος, προικισμένος με ενόραση και μαντικές ικανότητες, ξαναβρίσκει τελικά τα λογικά του πίνοντας από το νερό μιας μαγικής πηγής, ενώ τελικά ο θάνατος του (όπως και η γέννηση του) περνά απαρατήρητος!...». Με τον απόηχο του μυθιστορηματικά συγκινητικού Λόγου του Δρος Φανφαρόνη, ζωντανό ακόμα, επανερχόμαστε τώρα, συμπτωματικά (!;) την ημέρα της ονομαστικής του εορτής με μία αναφορά στην επιστημονική ανακοίνωση που έκαναν, η ομάδα του και αυτός και σύμφωνα με τα πρώτα σχόλια, πρόκειται για την πιο σημαντική ανακάλυψη των τελευταίων πενήντα ετών τουλάχιστον. Σύμφωνα με τη λιτή ανακοίνωση ο Δρ Φανφαρόνης, ορμώμενος από ένα συνδυασμό αναφορών σε ιστορικά κείμενα, επιστημονικών παρατηρήσεων και προσωπικής αναζήτησης αλλά και οραματισμού, πείσθηκε ότι η έρευνα για τη δομή του ατόμου ΔΕΝ έχει ακόμα ολοκληρωθεί. Έστρεψε λοιπόν τόσο το προσωπικό του ενδιαφέρον όσο και της (ούτως ή άλλως) πιστά προσηλωμένης ομάδας των συνεργατών του, σε αυτήν την κατεύθυνση. Τρία ολόκληρα χρόνια επιστημονικού μόχθου, φανατικής επιμονής και πυρετικής προσπάθειας με πανταχού παρόν το στοιχείο της υπεράνθρωπης υπερβολής, εντέλει απέδωσαν καρπούς. Ανακαλύφθηκε και τέταρτο (!!!) σωματίδιο – δομικό στοιχείο του ατόμου (πλην των τριών γνωστών σε όλους από τα θρανία του σχολείου: ηλεκτρόνιο, νετρόνιο, πρωτόνιο). Στην ανακοίνωση δηλώνεται ρητά ότι η ανακάλυψη καλύπτεται πλήρως θεωρητικά αλλά και - κυρίως – με ακλόνητα πειστήρια που προκύπτουν «σε πέραν του δέοντος επαρκή βαθμό» από εργαστηριακά αποτελέσματα πειραμάτων. Ακολουθεί μία σύντομη, καθαρά επιστημονική περιγραφή, την οποία παραλείπουμε ως στερούμενη κάθε πιθανότητας κατανόησης από τον αναγνώστη, καθώς βρίθει αυστηρά ειδικών όρων. Εξ’ άλλου, οι ενδιαφερόμενοι μπορούν να βρουν το πλήρες κείμενο της δημοσίευσης, στην ηλεκτρονική έκδοση της Μεταμεσονυκτίας, στο διαδίκτυο.
Προχωρούμε ωστόσο στο τελευταίο και πλέον εντυπωσιακό για εμάς σημείο της δημοσίευσης, που ο ακραία ριζοσπαστικός - «πρωτοφανής για τα επιστημονικά δεδομένα…», σύμφωνα με πολλούς σχολιαστές – αλλά ταυτόχρονα και τόσο έντονα ανθρώπινος και συναισθηματικός του χαρακτήρας, άφησε άφωνη την επιστημονική κοινότητα αλλά και το κοινό: το σημείο που αφορά την ονομασία του ευρήματος (του σωματιδίου εν προκειμένω) η οποία παραδοσιακά δίδεται από εκείνον που πραγματοποιεί την ανακάλυψη. Σύμφωνα με το Δρα Φανφαρόνη, από τις πρώτες κιόλας φορές που (μόνος του σε αυτό το στάδιο), έχοντας ήδη εντοπίσει το σωματίδιο, το παρατηρούσε με τα υπερσύγχρονα όργανα των εργαστηρίων του, αντιλήφθηκε ότι τη στιγμή που εκείνο άρχιζε να περιδινίζεται, τη «μαγική» (και ας μη σπεύσουν οι βιαστικοί να χαρακτηρίσουν τον όρο επιστημονικά αδόκιμο – ανήκει στον ίδιο το Δρα Φανούρη Φανφαρόνη), εκείνη τη στιγμή που η Ύλη μετουσιώνεται (ιδού, σε ισχύ, ο πανάρχαιος Αλχημιστικός όρος) σε Ενέργεια, το σωματίδιο λίγο πριν εξαϋλωθεί, εξέπεμπε μία πολύ συγκεκριμένη οσμή.
Χωρίς δισταγμό και δρώντας ενστικτωδώς, ο Δρ Φανφαρόνης ταύτισε το ερέθισμα με αντίστοιχο που ανέσυρε από τις παιδικές του αναμνήσεις (εκείνες που πλέον όλων παραμένουν ανεξίτηλες στην Ψυχή των ανθρώπων) και μάλιστα από τα μέρη της ιδιαίτερης πατρίδας του και συγκεκριμένα από τα ορεινά χωριά, όπου οι κάτοικοι ασχολούνταν αποκλειστικά με την κτηνοτροφία. Έτσι λοιπόν ονομάσθηκαν τα νέα σωματίδια που ανακαλύφθηκε ότι συνθέτουν τη δομή του ατόμου…. και το όνομα αυτών: Μυζηθρόνια!!! Τα λόγια, πιστεύουμε, έκπληκτοι όσο κι εμείς αγαπητοί αναγνώστες, στο εξής περιττεύουν!
Να καταλήξουμε μόνον και να κλείσουμε τη στήλη του σημερινού φύλλου της «Μεταμεσονυκτίας» δηλώνοντας ότι είμαστε απολύτως πεπεισμένοι ότι στην προσεχή απονομή των βραβείων Νόμπελ, την υποψηφιότητα για τα οποία, αλλά και αναμφίβολα τη βράβευση ο Δρ Φανφαρόνης έχει εξασφαλισμένη, στις 10 Δεκεμβρίου, τη βραδιά της λαμπρής τελετής στο Concert Hall της Στοκχόλμης, ο λαμπρός επιστήμων, Δόκτωρ αλλά και σεμνός και ταπεινός άνθρωπος Φανούρης Φανφαρόνης, θα είναι απών. Το πιθανότερο, τις μέρες εκείνες να περιηγείται, έχοντας στο σακίδιο του ένα Αλχημιστικό βιβλίο και λιγοστά ακόμα εφόδια, στους αγαπημένους τόπους της ιδιαίτερης πατρίδας του: τα βουνά, τα δάση, τις θάλασσες, τα ακρωτήρια και τα σπήλαια.

Σάββατο, 22 Δεκεμβρίου 2007

Ο κανταδόρος και ο καλικάτζαρος - Καλά Χριστούγεννα!

Ευχόμαστε στους αγαπητούς αναγνώστες και επισκέπτες του ιστολογίου Καλές Γιορτές και Καλά Χριστούγεννα! Με υγεία και κουράγιο και δημιουργικό πνεύμα και επίσης λίγη (όση χρειάζεται) τύχη καλή. Επίσης ενημερώνουμε ότι απολύτως μες στο πνεύμα των ημερών είναι και το post "Το κοριτσάκι με τα σπίρτα", ένα από τα πρώτα που δημοσιεύθηκαν.
Χρόνια Πολλά!


Ο κανταδόρος και ο καλικάτζαρος

Ήτανε πολύ ωραία, νέα εξαιρετική
και πήγα να της κάνω μια καντάδα.
Μ’ έμπασε στο δωμάτιο της
κι όταν μας βρήκε ο μπαμπάς της
εκείνη φορούσε μόνο το βρακί.

Έτρεξα να φύγω από την καμινάδα
μα βρήκα ένα εμπόδιο:
ένα τριχωτό ποπό με μια ουρά σουβλερή
γιατί ένας καλικάτζαρος
κατέβαινε εκείνη τη στιγμή
και δε με είδε πού ΄βγαινα
- μα τί βλακείες λέω! -
άντε, Καλά Χριστούγεννα!

Σάββατο, 8 Δεκεμβρίου 2007

Μουσική ΙΙ

Κιθάρα, τραγούδι: Νίκος Τσοπόκης
Τύμπανα, φωνητικά: Χρήστος Δ. Τσατσαρώνης

Παρασκευή, 7 Δεκεμβρίου 2007

Ο Δόκτωρ χάνεται

Με κούρασε (πολύ, τολμώ να πω)
αυτή η αέναος εντός μου πάλη
εξ' άλλου είναι πια λίγο έως πολύ
η έκβασις της δεδομένη
όλο συχνότερα (πάντα σχεδόν)
ο Κος Χάυντ παίρνει κεφάλι
και ο Δόκτωρ Τζέκυλ ο καημένος
πικρός και άπελπις και ηττημένος
βυθίζεται και χάνεται και σβήνει
μες το πηκτό και μάβρο το σκοτάδι.

Αγαπητοί επισκέπτες, το ιστολόγιο θα περιπέσει σε
μια προσωρινή, προεόρτιο νάρκη. Ευχαριστούμε για
τη συνδρομή. Καλά ψώνια!

Σάββατο, 1 Δεκεμβρίου 2007

Το εξοχικό τραγούδι του θανάτου

Country death song - τραγούδι των Violent Femmes, απόδοση: Χ.Δ.Τ.

Πήρα μια γυναίκα
μού 'κανε και κόρες
προσπάθησα πολύ
μα ευτυχία δε βρήκα
τίποτα να φάει κανείς
τίποτα να πιει
τίποτα να κάνει, μόνο
να κάτσει να σκεφτεί
τίποτα να κάνει, μόνο
να κάτσει να σκεφτεί.
Σκέφτηκα και σκέφτηκα
ως που δεν είχε άλλο
και τη σήψη ανάσανα
μέχρι να πνιγώ
κι αν πάλεψα δε μπόρεσα
το μυαλό μου να μη χάσω
και να σχεδιάζω άρχισα
τη φύτρα μου να χαλάσω
και να σχεδιάζω άρχισα
τη φύτρα μου να χαλάσω.
Πάμε κόρη μου
είπα στην πιο νέα
βάλε το πανωφόρι σου
κι έλα για παρέα
ψηλά στο βουνό
πάμε για μια βόλτα
το πρόσωπο της έλαμψε
και γω άνοιξα την πόρτα
το πρόσωπο της έλαμψε
και γω άνοιξα την πόρτα.
Πάμε κόρη μου
κρατάω εγώ την λάμπα
θα βγούμε έξω απόψε
θα πάμε στις στοές
θα βγούμε έξω απόψε
θα πάμε στις σπηλιές
πες της μαμάς καληνύχτα
του θεούλη προσευχές
πες της μαμάς καληνύχτα
του θεούλη προσευχές.
Την πήγα σε μια τρύπα
ένα απύθμενο πηγάδι
της είπα κάνε μια ευχή
αυτό το ωραίο βράδυ
και κλείσ'τα μάτια σου καλή μου
και μέτρα ως το οκτώ
πως αγαπάει ο μπαμπάκας
το κορίτσι το γλυκό
πως αγαπάει ο μπαμπάκας
το κορίτσι το γλυκό.
Έσπρωξα απότομα
έσπρωξα ξαφνικά
μ΄όλη μου τη δύναμη
μ' όλη μου την αγάπη
έριξα το παιδί μου
σ΄ένα πηγάδι χωρίς πάτο
ακούστηκε το ουρλιαχτό
μα όχι ο χτύπος κάτω
ακούστηκε το ουρλιαχτό
μα όχι ο χτύπος κάτω.
Ελάτε παιδιά
να σας πω ένα μυστικό
θέλετε να μάθετε
στην κόλαση να πάτε
το σίγουρο το δράμο
μέχρι εκεί κάτω;
την κόρη σας πετάχτε
σε τρύπα δίχως πάτο
την κόρη σας πετάχτε
σε τρύπα δίχως πάτο.
Μη μου μιλάς γι έρωτες
όλο αγωνία και πόνο
θες να μάθεις πια
τι μου μένει μόνο;
στους στάβλους να πάω
με την ψηλή σκεπή
και κει να κρεμαστώ
από φρίκη και ντροπή.

Παρασκευή, 30 Νοεμβρίου 2007

Ημερολόγιο Τοίχου IV - αντιγραφή: Χ.Δ.Τ.

Εισαγωγή

Πως με συγκίνησεν η ποίησις αυτή
των αισθημάτων ο πλούτος και η λεπτότης
μα και η ρίμα, η τεχνική και η ποιότης
του Στοίχου.

Μα σας μιλώ ειλικρινά:
η καλύτερη ποιητική συλλογή
που τη χρονιά αυτή εδιάβασα
ήτανε σ' ένα Ημερολόγιο Τοίχου.

Τετάρτη 28 Νοεμβρίου 2007
Ανατολή 7:19
Δύση 17:07
Σελήνη 19 ημερών
Ειρηνάρχου - Στεφάνου
Ετοιμασίου - Σωκράτους

Πίσω όψη

Τ' αχείλι σου το κόκκινο
σαν του λαγού το αίμα
κι άγγελος στο ζωγράφισε
με διαμαντένια πένα

Πέμπτη 29 Νοεμβρίου 2007
Ανατολή 7:20
Δύση 17¨:07
Σελήνη 20 ημερών
Παραμόνου & 370 μαρτύρων
Νικολάου - Διονυσίου

Πίσω όψη

Να τα χαρώ τα μάτια σου
τα μαύρα, τα μεγάλα
όπου σταλαματίζουνε
και με παιδεύεις γιάντα

Δευτέρα, 26 Νοεμβρίου 2007

Ένα απόγευμα τρελλό

Ένα απόγευμα τρελλό στην πλατεία
κόσμο γεμάτα τα καφενεία
κυρίες, κύριοι, νεαροί, δεσποινίδες,
γλυκά, αναψυκτικά, καφεδάκια
και γύρω τριγύρω του κόσμου η χαρά
φωνάζαν, παίζανε τα παιδάκια.

Ένας μάγκας περίφημος γόης
όλο εκοίταζε μια όμορφη ξανθιά
που καθότανε με τη μαμά
και το μπαμπά και τ’ αδέρφια της
κι έπινε βυσσινάδα.
Όλο χαμόγελα της έστελνε
και πονηρά νοήματα
και υπολόγιζε το βράδυ
να της κάνει καντάδα.
Μα εκείνη αγέλαστη, σοβαρή,
όλο κοίταγε αλλού
κι ούτε απαντούσε,
(όμως πόσο της άρεσε, ω πόσο πολύ
και τί συγκίνηση, τι λαχτάρα το παλληκάρι)
γιατί ήξερε και της είχαν πει
πως έτσι πρέπει, έτσι αρμόζει.
Την ίδια ώρα κει παραπέρα
στο άδειο οικόπεδο στήνανε
μπερντέ του Καραγκιόζη.
Γιατί το βράδυ είχε παράσταση.
Μα ήταν περίεργη η κατάσταση.

Λέγαν ο δάσκαλος με τον παπά, οι γραμματιζούμενοι,
σ’ ένα τραπέζι με το χωροφύλακα και τον κλητήρα,
και παραδίπλα όρθιοι ακούγανε και χάσκαν
κάτι αγράμματοι, περιπλανώμενοι γύφτοι
που δεν είχαν βρει θέση, περισσευούμενοι.
Λέγανε για του κόσμου τα μυστήρια τα μεγάλα
και τις χώρες τις παράξενες,
τους ωκεανούς, τα όρη
και τους τρανούς ποταμούς……
τον Αμαζόνιο, το Βόλγα,
το Μισισσίπη, το Ζαμβέζη
και πίνανε καφέ και τρώγαν πετιμέζι.
Αχ! οι άνθρωποι πάντα κοιτούν τον ποταμό
κι κανείς ούτε κουβέντα
για τον ήσυχο και ταπεινό,
τον τροφοδότη, τον παραπόταμο,
μονολογούσε εκεί κοντά
ένας του τσίρκου θηριοδαμαστής
που αυτή την ώρα πότιζε
στη βρύση του χωριού
ένα ασημένιο ιπποπόταμο.

Γιατί είχαμε τις μέρες εκείνες,
περαστικούς από την πόλη,
τσίρκο και θεάματα,
κλόουν, ακροβάτες, θηρία εξωτικά,
το μάγο που κατάπινε σπαθιά
και εξαφάνιζε παπούτσια
και πράματα και θάματα!
Είχανε, λέει, έρθει από
τη μακρινή Μαδαγασκάρη
και παρουσίαζαν – μοναδικοί στον κόσμο –
μέσα σε όλα τ’ άλλα
ένα που μίλαγε με ανθρώπινη φωνή
σοφό σκαθάρι.
Μάλιστα διαφημίζανε
όλο το απόγευμα τις παραστάσεις,
μέχρι που τις ρεκλάμες τους κορόιδεψαν
και βρίσανε χυδαία,
κάτι που πίνανε μαστίχα από νωρίς
αδειούχοι απ’ το στρατόπεδο το κοντινό, φαντάροι.
Πάλι καλά που μεσολάβησε ο οδοντίατρος
και τους εκέρασε ένα γύρω
λέγοντας – διπλωμάτης, πονηρός –
«Μαζί σας κι εγώ πίνω»
κάτι ποτήρια με πιοτό
μία μερίδα ρούμι, εφτά κινίνο.
Εκείνος βλέπεις τό ’χυσε, δεν ήπιε,
μα στην παρέα των φαντάρων έφερε πανικό
και φύγανε εκείνοι πικραμένοι,
πίσω γυρίσανε στο στρατώνα
και πήγαν γι αύριο
να δουν την αγγαρεία,
ποιόν είχαν βάλει μαγειρεία
και ποιόν σκοπό.

Βέβαια τότε που όλοι
το νου τους είχανε στο περιστατικό
ευκαιρία βρήκανε τα χαμίνια
να μπούνε στου μπακάλη την αυλή
και να ρημάξουνε τον εύφορο μπαξέ
που έβγαζε γιομάτα σαν αίμα το ζουμί
τα πιο καλά τα σαγκουίνια.

«Κι έτσι πήγανε κι έτσι πάνε»..
μουρμούραγε μονάχος του
σε μια γωνιά ένας γέρος,
«έτσι φτιαγμένοι είμαστε οι ανθρώποι
αδερφοί, κορίτσια, παληκάρια,
έτσι ήταν κι έτσι – μιλάει η φύση
και προστάζει – θά ’ναι».
Μα πίσω του στον τοίχο – αν είναι δυνατόν! –
μα πάλι, είχε βρέξει το πρωί,
ιάμβους σχηματίζανε, κοπάδια σαλιγκάρια.

Σκοτείνιασε, σουρούπωσε, βραδυάζει
και λίγο – λίγο φεύγουν οι νοικοκυραίοι
και η πλατεία αδειάζει.
Ε! πρέπει νά ‘ναι τώρα
η ώρα των παράξενων.
Γιατί μου φαίνεται πως βλέπω
- και πρέπει να ταιριάζει -
εφτά χελιδονόψαρα να κάνουνε παρέα
σ’ εκείνη που όλο το απόγευμα
από πάνω μας φτεράκαγε
και τώρα κουρασμένη,
αλλόκοτη, πορτοκαλιά,
ανεβασμένη στη μουριά,
την κουκουβάγια που κουρνιάζει.

Και στη σκιά της μουριάς,
του φακίρη που έκανε
την ώρα εκείνη τα μαγικά του,
ξεκουραζόταν ο βοηθός
και έτρωγε τουλούμπες.

Ε! λοιπόν μέσα σ’ όλη την τρέλλα,
τρελλός κι εγώ,
ξεκίνησα καταμεσής στην πλατεία
να κάνω κάτι ψηλές
και θεότρελλες τούμπες!

Σάββατο, 24 Νοεμβρίου 2007

Μουσική

Κιθάρα: Νίκος Τσοπόκης
Τύμπανα: Χρήστος Δ. Τσατσαρώνης

Πέμπτη, 22 Νοεμβρίου 2007

Η αφήγηση του Μπίλλυ Μπίλλυ Μπίλλινγκτον

Σημείωση 2007
Ψάχνοντας πρόσφατα κάτι στο (κάπως χαοτικό ομολογώ) αρχείο μου, πέτυχα τούτη την καταγγραφή της αφήγησης του Μπίλλυ Μπίλλυ Μπίλλινγκτον. Σχεδόν συγκινήθηκα διαβάζοντας τον νεανικό (τότε) τρόπο που ο φίλος μου αντιλαμβανόταν τον κόσμο και τα τρυφερά αισθήματα του. Ελπίζω – ευγενικοί επισκέπτες – την ίδια τρυφερότητα να αισθανθείτε και εσείς και να μη σπεύσετε να λοιδωρήσετε το νεανικό ενθουσιασμό του καημένου του Μπίλλυ Μπίλλυ, που έτσι κι αλλιώς δεν είναι πια μαζί μας καθώς βρήκε εδώ και χρόνια ένα πρόωρο και άχαρο τέλος…….. αλλά αυτό είναι θέμα μιας άλλης θλιβερής ιστορίας που ίσως πούμε κάποια άλλη φορά.
Σημείωση περίπου 20 χρόνια πρινΟ Μπίλλυ - Μπίλλυ - Μπίλλινγκτον είναι υπαρκτό πρόσωπο. Το κείμενο που ακολουθεί είναι η ιστορία του, όπως μου τη διηγήθηκε ο ίδιος, έχοντας υποστεί - από μένα - μια μικρή επεξεργασία, απαραίτητη για τη μετουσίωση του προφορικού λόγου σε γραπτό.
Αρχικά είχα, με βάση την ιστορία αυτή, γράψει ένα διήγημα σκοπεύοντας να προσφέρω στο αναγνωστικό κοινό ένα ακόμα κομψοτέχνημα - όπως το έχω συνηθίσει. Ξαφνικά όμως (και κυριολεκτικά την τελευταία στιγμή), αποφάσισα ότι σ'αυτήν τη μορφή, που σε λίγο θα διαβάσετε, "Η Ιστορία του Μπ.Μπ.Μπ." - παρ'όλες τις ομολογουμένως σημαντικότατες αδυναμίες της - θα ήταν περισσότερο ενδιαφέρουσα και επιπλέον "αυθεντική".

……………………….
Ψηλά, πολύ πάνω από εκεί που αφρίζει και αγκομαχά ο μεγάλος Ωκεανός, στην κορυφή ενός απόκρημνου βράχου που τον δέρνουν από παντού οι άνεμοι, στα σύννεφα ανάμεσα εκεί βρίσκεται ο Πύργος της Ζωής.
Ένα τετράγωνο πέτρινο κτίριο που ο όγκος του σου κόβει την ανάσα. Έχει εκατό πατώματα και χιλιάδες δωμάτια. Έχει μπαλκόνια κι αετώματα και βεράντες κι αμέτρητα παράθυρα σε κάθε του πλευρά. Έχει σαλόνια και μεγάλες αίθουσες και σκάλες που ανεβοκατεβαίνουν από τον τελευταίο όροφο ως κάτω στα σκοτεινά υπόγεια.
Σ'ένα απ' τα τόσα δωμάτια γεννήθηκα και σ' αυτό ζω μέχρι σήμερα. Και θυμάμαι σαν τώρα (δεν πάει και πολύς καιρός άλλωστε), που πρωτάνοιξα την πόρτα του δωματίου μου και βγήκα έξω κι άρχισα δειλά-δειλά να περπατάω στους διαδρόμους και διστακτικά να κατεβαίνω και ν' ανεβαίνω τις σκάλες. Και έτσι άρχισα να βλέπω τι υπάρχει στους άλλους ορόφους και τα άλλα δωμάτια. Να βλέπω μόνο, όχι να γνωρίζω, όχι να νοιώθω, μιας και ποτέ δε μπήκα σ' ούτε ένα από τα δωμάτια. Καθόμουν μόνο απ' έξω και μισανοίγοντας τις πόρτες, κοιτούσα στο εσωτερικό. Κι ύστερα επέστρεφα πάλι στο δικό
μου δωμάτιο, το μόνο που έχω μπει ποτέ.
Και έτσι Είδα.
Είδα τους κατοίκους του Πύργου ν' ανεβαίνουν τις σκάλες με βήμα σταθερό προς την κορυφή, προς τον τελευταίο όροφο, εκεί, που όπως λέγανε, ήταν αυτοί που διηύθυναν τα πάντα, και άλλους να κατρακυλάνε τις σκάλες μέχρι κάτω στα βρώμικα υπόγεια, εκεί που ακούγονταν γοερά κλάμματα και κολασμένες κραυγές που σου πάγωναν το αίμα. Τους είδα να πίνουν, να τραγουδούν και να γιορτάζουν στις στολισμένες σάλες και είδα άλλους, απελπισμένοι να χτυπάνε το κεφάλι τους στους τοίχους των κρύων δωματίων τους.
Και είδα τα μικρά παιδάκια να παίζουν χαρούμενα και είδα τη μεγάλη εξέδρα που προεξείχε απ' τον Πύργο και αιωρούνταν στο κενό κι εκεί τους γέρους να σέρνουν τα κουρασμένα τους βήματα, να πηδάνε και να χάνονται.
Και είδα σε δωμάτια με χαμηλά φώτα, γεμάτα καπνό και αναθυμιάσεις από κεριά που καίγαν, σαν οπτασία γυμνά κορμιά αγκαλιασμένα κι αφουγκράστηκα τους στεναγμούς του πόθου τους που μπερδεύονταν με νωχελικές μελωδίες.
Και είδα σ' άλλα δωμάτια τους κατοίκους του Πύργου να ικανοποιούν αμαρτωλά τους πάθη που ντρέπομαι να μιλήσω γι αυτά.
Κι έφτασα μια μέρα δεκατρείς ορόφους πιο πάνω απ' τον δικό μου, εκεί όπου ήταν μαζεμένοι οι συγγραφείς κι οι ποιητές. Κι απόμεινα να τους κοιτώ καθώς σκύβανε πάνω απ'τα γραφεία, με το ένα χέρι βαστώντας το κεφάλι τους και με το άλλο πότε να κυλάνε την πέννα ήρεμα και στρωτά και πότε να τη σέρνουν με βία λες κι ήθελαν να ξεσκίσουν το χαρτί. Ήταν σαν ένα ποτάμι ζωντανό που έπαιρνε όσα είχαν στο νου και την καρδιά τους και κυλώντας μέσα απ' το χέρι και την πέννα, τα εναπόθετε πάνω στο χαρτί. Μια μαγική, ιερή διαδικασία που με καταγοήτευσε.
Και σκέφτηκα: Πόσο θα 'θελα να τους μοιάσω! Και δεν το κρύβω πως το προσπάθησα, μα μετά πήρα τις προσπάθειες μου, άνοιξα το παράθυρο κι άφησα να τις πάρει ο αέρας, γιατί ήταν λειψές και μίζερες κι αστείες.
Για κάμποσο καιρό το μόνο μέρος του Πύργου που πήγαινα ήταν αυτό το ίδιο μέρος με τους συγγραφείς και τους ποιητές, δεκατρείς ορόφους πιο πάνω απ' τον δικό μου, όπου καθόμουν με τις ώρες και τους παρατηρούσα, μέχρι που το πήρα απόφαση ότι ποτέ δε θα
γινόμουν σαν κι αυτούς κι απογοητευμένος εγκατέλειψα την προσπάθεια.
Ο καιρός πέρναγε και εγώ συνέχιζα τις περιπλανήσεις μου στον Πύργο και γύρναγα κάθε βράδυ στο δωμάτιο μου κουρασμένος, με το κεφάλι μου βαρύ, γεμάτο εικόνες. Μόνο εικόνες, αφού το νόημα και την ουσία όσων έβλεπα δεν κατόρθωνα να τα πλησιάσω.
Και καθόμουν στο δωμάτιο μου μπροστά στο παράθυρο, κοιτώντας έξω τη νύχτα κι ονειροπολούσα. Και ήταν εκεί μου φαίνεται, που έφτιαξα έναν άλλο - δικό μου - Πύργο, μες στο μυαλό μου. Και δε μπορούσα από εκεί και πέρα να ξεχωρίσω σε ποιον απ' τους δύο περιπλανιόμουν πιο συχνά.
Ε! Όλοι εσείς εκεί έξω, που περπατάτε ανέμελα και σίγουρα, κρατώντας τα κορίτσια σας αγκαλιά, και χαμογελάτε με αυτοπεποίθηση κι έχετε αυτό το βλέμμα που λέει σε πόσα πολλά δωμάτια του Πύργου έχετε μπει. Νομίζετε ότι είστε κάποιοι;
Ακούστε λοιπόν: Εσείς δεν έχετε δει τα άλογα να χορεύουν σε πράσινες πεδιάδες την πανσέληνο, δεν έχετε παίξει σκάκι με λευκούς γέροντες σε χιονισμένες κορφές, δεν έχετε νάνους να σας τραγουδούν εύθυμα τραγουδάκια όταν είστε θλιμμένοι και οι δικές μου οι γυναίκες είναι θεές μπροστά στις δικές σας και είναι και τόσα άλλα ακόμη που τ' αγνοείτε, αλλά δε μπαίνω στον κόπο να σας τα γνωρίσω. Χαθείτε λοιπόν, ευτυχείς μέσα στην άγνοια σας και μη μ' ενοχλείτε άλλο.
Κι όμως μετά..............αυτό το αίσθημα της ματαιότητας από πού αναβλύζει; Κι όλες αυτές οι επιθυμίες που δεν ξεδιψάνε; Και γιατί όταν είμαι ανάμεσα σας τα γέλια σας κάνουν τον Πύργο μου συντρίμμια;
Και ήταν μια νύχτα ακόμη σαν τις άλλες, που γύρισα στο δωμάτιο μου. O χώρος ήταν λουσμένος μ' ένα χλωμό ασημένιο φως κι απ' το παράθυρο φαινόταν ένα χλωμό ασημένιο φεγγάρι να κρέμεται στον ουρανό. Η ατμόσφαιρα ήταν κάπως παράξενη αλλά δεν έδωσα σημασία.
Ετοιμάστηκα να κοιμηθώ. Ο ύπνος είχε σταθεί καλός φίλος για μένα όλα αυτά τα χρόνια. Όταν η σύγχιση βασίλευε στο μυαλό μου, όταν τα διλλήματα, οι απορίες, οι δύσκολες σκέψεις με περικύκλωναν, μ' έπαιρνε στην αγκαλιά του και τα ξεχνούσα όλα ως την επόμενη μέρα.
Ήμουν λοιπόν ξαπλωμένος στο κρεββάτι μου κοιτώντας το ταβάνι ,όταν ξαφνικά άνοιξε η πόρτα (μα πώς αφού -όπως πάντα- την είχα κλειδώσει;) και μπήκε ένα κορίτσι. Μια γυναίκα!! Στο δικό μου δωμάτιο! Δε θα μπορούσε να συμβαίνει στ' άλήθεια. Κι όμως, με πλησίασε και κάθησε δίπλα μου στο κρεββάτι κι άρχισε να μου μιλάει. Κι ήταν η ανάσα της δροσερή, κι η φωνή της καθαρή κι απαλή, και τα μάτια της τόσο λαμπερά κι όμορφα, και τα δόντια της άσπρα όταν χαμογελούσε. Κι όταν πλησίασε το πρόσωπό της στο δικό μου κι ακούμπησε το χέρι μου κι άρχισε να μου ψιθυρίζει γλυκά λόγια στ' αυτί, μούδιασα σ' όλο μου το σώμα. Κι έτσι συνεχίσαμε να μιλάμε ξαπλωμένοι πλάι-πλάι κι ούτε που θυμάμαι τι λέγαμε, παρά μόνο τον ήχο της φωνής της και την εικόνα του προσώπου της. Ύστερα αποκοιμήθηκε κι εγώ την κοιτούσα κι αναρωτιόμουν: είναι άραγε ο Πύργος όπου βρίσκομαι τώρα ή είναι ο Πύργος Μου;
Αχ! Να σας είχα τώρα εδώ συγγραφείς και ποιητές μου, που κατοικείτε δεκατρείς ορόφους πιο πάνω απ' ον δικό μου, να πασχίζετε και ν' αγωνίζεστε να περιγράψετε πόσο όμορφα νοιώθω αυτή τη στιγμή, άδικα όμως.
Και το τελευταίο πράγμα που θυμάμαι είναι ότι εγώ, ο Μπίλλυ-Μπίλλυ -Μπίλλινγκτον, που είχα ζήσει ως τότε μια ζωή χωρίς ενθουσιασμούς, χωρίς πάθος, χωρίς εξάρσεις, πετάχτηκα απ' τον ύπνο μου στη μέση της νύχτας, φωνάζοντας μ' όλη τη δύναμη της ψυχής μου: Mη Φύγεις. Σ' αγαπώ! Σ' αγαπώ! Σ' αγαπώ!

Τετάρτη, 21 Νοεμβρίου 2007

Γράμμα στο Μόναχο...

...που έστειλα για να αποκτήσω πάλι επαφή και να βρω έτσι την ευκαιρία να ζητήσω συγνώμμη για την όντως απαράδεκτη (ωστόσο όχι αναίτια) συμπεριφορά μου. Το γράμμα συνοδευόταν από μια φωτογραφία ελαιογραφίας εποχής (1915) του Συμεών Σαββίδη με τίτλο «Στον Αγγλικό Κήπο του Μονάχου» που απεικόνιζε την Κινέζικη Παγόδα στον Κήπο της πρωτεύουσας της Βαυαρίας (Chinesischer Turm- Englischer Garten).

Καλημέρα
και καλή χρονιά και καλές απόκριες!
Όλα καλά;
Πώς τα περνάς στα κρύα, στην ωραία Βαυαρία;
Παρεμπιπτόντως, αν συναντήσεις καμμιά μέρα τον μανδαρίνο που δουλεύει – ακόμα από ότι μαθαίνω – ως φύλακας στην Κινέζικη Παγόδα, να του δώσεις παρακαλώ τους εγκάρδιους χαιρετισμούς μου (είμαστε παλιοί και καλοί φίλοι). Και πάλι, αν κάτι τον χρειαστείς μη διστάσεις.
Γεια
Χρήστος Δ. Τσατσαρώνης

Το γράμμα δεν ανοίχτηκε καν: δικαιοσύνη!

Τρίτη, 20 Νοεμβρίου 2007

Παράξενη συνάντηση ΙΙ

Strange Meeting II - τραγούδι του Nick Drake, απόδοση: Χ.Δ.Τ.

Σχεδόν χαμένη στα βάθη ξεχασμένων ονείρων
τόσο μακριά μοιάζει αλλά και τόσο κοντά
η ανάμνηση έρχεται μιας μακρινής παραλίας
με χλωμή και απάτητη άμμο ψιλή.
Εκεί τη βρήκα κι ήταν δικιά μου
κι ήταν για μένα η πριγκίπισσα της άμμου.

Στην άκρη του αφρού περπατούσα
μικρά χαλίκια πατούσα
κοίταξα πίσω και την είδα τόσο γλυκιά,
ήρθε κοντά μου με μάτια θλιμμένα
με λύπη γεμάτα χίλιων ματιών.
Για μένα ήταν η πριγκίπισσα της άμμου.

Κι όπως με κοίταξε το μυαλό μου μπερδεύτηκε
και μαζί περπατήσαμε στην καλοκαιριάτικη αχλύ.
Τα χείλη της κίνησε μα ήχος δε βγήκε
το μήνυμα της δε θα μάθω ποτέ,
μα ήταν για μένα η πριγκίπισσα της άμμου.

Και περπατούσαμε πια με την αύρα της νύχτας
στο πρόσωπο να μας φυσάει απαλά.
Μα ξάφνου χάθηκε χωρίς ίχνος κανένα
που πήγε που ήρθε, δεν ξέρει κανείς,
ούτε θά'ρθει ποτέ για να μάθω στ' αλήθεια
ποιά είναι η πριγκίπισσα της άμμου.

Τώρα όταν πέφτει η καλοκαιριάτικη νύχτα
πάω προς στη θάλασσα το μονοπάτι της άμμου
γύρω μου κοιτάζω κι ελπίζω να βρω
της νιότης μου τ' όνειρο που είναι για μένα
η πριγκίπισσα της άμμου.

"Το ισχυρό φύλλο" ή "Αξιοπρέπεια" ή "Ημερολόγιο τοίχου ΙΙΙ- Αντιγραφή: Χ.Δ.Τ."

Δευτέρα 19 Νοεμβρίου 2007

Ανατολή 7:09
Δύση 17:11
Σελήνη 10 ημερών
Αβδιού προφήτου Βαρλαάμ
Ηλιοδώρου μαρτύρων

Πίσω όψη

Μην αγαπάς πολλούς εσύ
να διασκορπάς το νου σου,
αγάπα μένα μοναχά να
μ΄έχεις τ' ορισμού σου.

Δευτέρα, 19 Νοεμβρίου 2007

Απόσπασμα αστυνομικού ρεπορτάζ – (προδημοσίευση)

Ο αναγνώστης του ιστολογίου (και φίλος), έγκριτος δημοσιογράφος του αστυνομικού ρεπορτάζ, κος Φανούρης Φανφαρόνης, συντάκτης της εφημερίδος «Η Μεταμεσονυκτία», κατόπιν έγκρισης του διευθυντού της εφημερίδος (ευχαριστούμε θερμώς αμφότερους) μας επιτρέπει να προαναγγείλουμε, δύο ημέρες πριν, τη δημοσίευση μεθαύριο Τετάρτη, 21η Νοεμβρίου, στην ηλεκτρονική έκδοση της εφημερίδος που κυκλοφορεί στο διαδίκτυο με τον χαρακτηριστικό, ελαφρώς παραλλαγμένο τίτλο «e- Μεταμεσονυκτία», εκτενούς ρεπορτάζ με συνταρακτικές αποκαλύψεις σχετικά με την ταυτότητα του «αυτόχειρος της Πρεβέζης», μία υπόθεση που έχει αναστατώσει το κοινό. Ακριβώς 4 μήνες μετά την ημερομηνία (21/7) που ο άτυχος άνδρας αυτοπυροβολήθηκε θανάσιμα, αφού είχε προηγουμένως – μάταια – προσπαθήσει να αφαιρέσει τη ζωή του δια πνιγμού στη θάλασσα, στην πόλη της Πρεβέζης και αφού η ταυτότητα του παρέμενε μυστηριωδώς αδιευκρίνιστη, φαίνεται πλέον πως οι αστυνομικές αρχές της πόλεως συνεπικουρούμενες από δυνάμεις της πρωτευούσης μάλλον κατέληξαν: πρόκειται (σχεδόν βέβαια) για νεαρό άνδρα, γεννηθέντα εις Τρίπολην Πελοποννήσου, βιώσαντα εις διαφόρους πόλεις, σπουδάσαντα Νομικά, κρατικού υπαλλήλου κατ’ επάγγελμα αλλά και λογοτέχνη ποιητή με δημοσιεύσεις και διακρίσεις έργων. Αφορμή για την έρευνα που κατέληξε στην ανακάλυψη αυτή, έδωσε το χειρόγραφο ποίημα που βρέθηκε στην εσωτερική τσέπη του θανόντος, υπογεγραμμένο με τα αρχικά «Κ.Κ.», το οποίον και δημοσιεύουμε στη συνέχεια:
Μπαλάντα
Στους άδοξους ποιητές των αιώνων

Από θεούς κι ανθρώπους μισημένοι
Σαν άρχοντες που εξέπεσαν πικροί,
Μαραίνονται οι Βερλαίν. Τους απομένει
πλούτος η ρίμα πλούσια και αργυρή.
Οι Ουγκό με «Τιμωρίες» την τρομερή
των Ολυμπίων εκδίκηση μεθούνε.
Μα εγώ θα γράψω μια λυπητερή
μπαλάντα στους ποιητές άδοξοι πού’ναι.

Αν έζησαν οι Πόε δυστυχισμένοι
και αν οι Μπωντλαίρ εζήσανε νεκροί,
η Αθανασία τους είναι χαρισμένη.
Κανένας όμως δεν ανιστορεί
και το έρεβος εσκέπασε βαρύ
τους στιχουργούς που ανάξια στιχουργούνε.
Μα εγώ σαν προσφορά κάνω ιερή
Μπαλάντα στους ποιητές άδοξοι πού ‘ναι.

Του κόσμου η καταφρόνια τους βαραίνει
κι αυτοί περνούνε αλύγιστοι κι ωχροί,
στην τραγική απάτη τους δομένοι
πως πέρα κάπου η δόξα καρτερεί,
παρθένα βαθυστόχαστα ιλαρή.
Μα ξέροντας πως όλοι τους ξεχνούνε,
Νοσταλγικά εγώ κλαίω τη θλιβερή
Μπαλάντα στους ποιητές άδοξοι πού’ ναι.

Και κάποτε οι μελλούμενοι καιροί:
«Ποιος άδοξος ποιητής» θέλω να πούνε
«την έγραψε μιαν έτσι πενιχρή
μπαλάντα στους ποιητές άδοξοι πού’ ναι;»

Κ.Κ.

Για την αντιγραφή: Φανούρης Φανφαρόνης
και την αναδημοσίευση: Χ.Δ.Τ.

Παρασκευή, 16 Νοεμβρίου 2007

Ο καπνός και η αλήθεια

Πυκνός καπνός
εκ Πνυκός πεπτωκός
χλοερού δαυλού φλοξ
αναμμένος πυρσός
ατυχούς έρωτος
ευειδούς, σοβαρού νεαρού
και σεμνής - καλλιπύγου πλην όμως -
νεαράς γυναικός.

Αι συνθήκαι δυσχερείς
η εποχή ατυχής
τα ήθη αυστηρά
και οι φραγμοί κι οι κανόνες
τριαλαρί τριαλαρά.

Ρομάντσο, ζέσις, λαγνεία,
και αδάμαστος έλξις
κι αυστηρά κοινωνία,
με τους τύπους, τα «σας»
και τα «σεις» και τα «πώς»
και η μόνη οδός
της αγνότατης αγάπης δυο νέων
σκοτεινή ατραπός.

Προτιμοτέρα η πτώσις
- αλόγου πείσματος ώσις –
από του λόφου το ύψος
εις της κοιλάδος το βάθος.
Ολίγα τα μέτρα
αλλά ωστόσο ικανά,
εις τους αυτόχειρες ούτους
ποιοί παράνυμφοι
ενδεδυμένοι μαύρα πέπλα
θα ψάλλουν «ωσαννά»;

Το «Διατί» ποιοί θα ψάξουν
γονείς, γερόντοι καημένοι,
ή μήπως άλλοι λοιποί
«συγγενείς τεθλιμμένοι»;

Τί θα μείνει; Θα μείνει ο Καπνός;
Σας ρωτάω αδερφοί ονειροπόλοι.
Ή θα τον σκορπίσουνε αέρηδες,
του Αιόλου οι σπόροι;

Εις το λόφον της Πνυκός
- αιώνες τώρα – κήρυκες τόσοι
μας είπαν τάχα την Αλήθεια.
Αλήθεια είναι ο Καπνός.
Τα άλλα είναι εύκολα λόγια
που τα λέμε στην ταβέρνα
μ’ ένα μισόκιλο κρασί.
κι ένα πιάτο ρεβίθια.

Τρίτη, 13 Νοεμβρίου 2007

Όταν ποθάνω

Όταν ποθάνω, παρακαλάω, γνωστούς και φίλους που θα τίχει νάναι κοντά μου αφτήν την άχαρη ώρα, να φυγαδέψουν το κουφάρι μου από το νοσοκομίο (γιατί το ξέρω καλά πως δε θα έχω ήσυχο θάνατο, παρά αρρώστια και νοσοκομία και γιατρούς και ορούς - που από παιδί δεν τάντεχα - και πόνο γύρο μου πολύ και θα ποθάνει η ψυχή μου ώρες πολλές πριν το κορμί).
Να το βάλουν μέσα σε τίποτα τσουβάλια, σε τίποτα σκουπιδοσακούλες και να το πάνε με το αυτοκίνητο έξω από την πόλη. Σε κάποια ερημιά, πλησίον - ει δυνατόν - σε καμμιά χωματερή. Και κει καταμεσίς να το πετάξουν, έτσι σκέτο, ούτε λάκκο ν' ανοίξουν, ούτε τίποτα. Να πιούνε απόνα κουτάκι μπίρα από πάνου του, έτσι για τον "τελευταίο ασπασμό", να το παρατήσουν έτσι και να φύγουν, να πάνε στην ταβέρνα να πιούνε κι άλλες.
Κι αργότερα, όταν σουρουπώσει, να μαζευτούνε από γύρω όλα τα αδέσποτα σκυλιά της περιοχής, να καταξεσχίσουνε το κορμί μου και να φύγουν χαρούμενα μένα κομμάτι στο στόμα το καθένα, όπου πεινάνε τα κακόμοιρα πολύ, να πάρουνε ένα μεζέ, να φαν, να στιλωθούνε.
Κι άμα σταθώ τυχερός - που, αλίμονο, ποτές δε στάθηκα - θάρθει από τη διπλανή χωματερή ένας γλάρος, από κείνους τους τετράπαχους που είναι σα γαλοπούλες μεγάλοι από τα σκουπίδια που τρώνε όλη μέρα.
Και θα μου βγάλει το μάτι και θα πετάξει ψηλά στον ουρανό, να το πάει στη φουλιά του, να το φάει με την ησυχία του ή να φιλέψει με δάφτο τη φαμίλια του.
Κι έτσι, μες απτό στόμα του γλάρου που πετά, θα δει το μάτι μου, για μια τελεφταία φορά, τον μάταιο τούτο κόσμο από ψηλά, πριν με τυλίξει - για πάντα - το μάβρο το σκοτάδι. Εφχαριστώ. Χρήστος Δ. Τσατσαρώνης.

Σάββατο, 10 Νοεμβρίου 2007

Αρκετά χαμογελάσαμε! - Ημερολόγιο Τοίχου (Αντιγραφή: Χ.Δ.Τ.)

Παρασκευή 9 Νοεμβρίου 2007

Ανατολή 6:59, Δύση 17:19
Σελήνη 30 ημερών
Νεκταρίου Αιγίνης
Ονησιφόρου - Συμεών

Πίσω όψη

Για σένα αναστεναγμούς
χίλιους την ώρα παίρνω
και αν υπάρχει και χαρά
στον κόσμο δεν την ξέρω.

Πέμπτη, 8 Νοεμβρίου 2007

...δύο ακόμα φωτεινά χαμόγελα

Δύο ακόμα αναγνώστες του ιστολογίου, καταξιωμένοι λογοτέχνες ποιητές, μας έκαναν την τιμή να μας γράψουν με αφορμή την προηγούμενη δημοσίευση της άποψης του κυρίου Χριστόπουλου και συμπαρατασσόμενοι, βρίσκοντας την ατμόσφαιρα κάπως... ζοφερή, μας στέλνουν δύο ποιήματα τους για να απαλυνθεί η αίσθησις αυτή. Τα αναδημοσιεύουμε με θερμές ευχαριστίες και θυμίζουμε την επισήμανση στο προηγούμενο post. Οι αναγνώστες μας είναι αντίστοιχα ο Κος Κώστας Βάρναλης από το Μπουργκάς Βουλγαρίας και ο Κος Κόντε Διονύσιος Σολωμός από τη Ζάκυνθο.

Ο Ποιητής Β'

Στης Τέχνης σου ψηλά τ' ανεμοσκάλι
μετεωρισμένον κάποιο δειλινό
του Τρυγητή, αν παιδίσκη, το λινό
χιτώνιο χαμορίχνοντας, σ΄εκάλει

του χορού τους να μοιραστεί τα κάλλη
γύρο στον κληματόδετο ληνό,
όπου με τον αράπη Σειληνό
χοροπηδάει, μασκάλη με μασκάλη,

μην αναβάλλεις! Τον ψηλό παράτα
της ζωής σου σκοπό και στην παράτα
της τρέλας πρώτος πήδα! Τον αφρό

και το βιδάνι των αισθήσεων πίνε,
και θε να νιώσεις, ώ κότσιφα και σπίνε,
το ξαναπέταμα σου πιο ελαφρό.



Η ημέρα της Λαμπρής (απόσπασμα)

Καθαρότατον ήλιο επρομηνούσε
της αυγής το δροσάτο ύστερο αστέρι,
σύγνεφο, καταχνιά, δεν απερνούσε
τ' ουρανού σε κανένα από τα μέρη,
και από εκεί κινημένο αργοφυσούσε
τόσο γλυκό στο πρόσωπο τ' αέρι,
που λες και λέει μες της καρδιάς τα φύλλα
«γλυκειά η ζωή κι ο θάνατος μαυρίλα».

Σάββατο, 3 Νοεμβρίου 2007

…και ένα φωτεινό χαμόγελο

Ο αναγνώστης του ιστολογίου, κύριος Αθανάσιος Χριστόπουλος από την Καστοριά, άνθρωπος ευρυμαθέστατος και συγγραφέας πολυγραφότατος πλούσιου έργου λογοτεχνικού, ποιητικού, δοκιμιακού, λεξικογραφικού κ.λ.π. είχε την ευγένεια να μας γράψει, να σχολιάσει το ιστολόγιο και να παρατηρήσει (καλοπροαίρετα) πως η ατμόσφαιρα είναι κάπως …σκοτεινή και βαριά και γι αυτό, προς φώτιση και ελάφρυνση της, μας κάνει την τιμή να μας παραχωρήσει τρία ποιήματα του για αναδημοσίευση, πράγμα που κάνουμε ευθύς, με χαρά, διευκρινίζοντας ότι όσα αναφέρονται στη μετωπίδα αφορούν τα κείμενα του υπογράφοντος και μόνον και όχι τα τυχόν φιλοξενούμενα.

Θέληση

Πλούτον δε θέλω,
Δόξαν δε θέλω,
ούτ’ εξουσίαν
ποτέ καμίαν.

Δεν θέλω γνώσιν,
ούτε καν τόσην,
όσ’ είν’ του ψύλλου
κι όσ’ είν’ του ξύλου.

Τούτες οι κρύες
οι φαντασίες,
όσο ευφραίνουν,
τόσο πικραίνουν.

Θέλω ειρήνην,
ψυχής γαλήνην,
χορούς Ερώτων,
τρέλες και κρότον.

Θέλω τραγούδια,
κήπους, λουλούδια,
και χωρατάδες
στες πρασινάδες.

Τούτα λατρεύω
τούτα ζηλεύω,
κι’ εις τούτ’ απάνω
θελ’ ν’ απεθάνω.


Φροντίδες

Τι με μέλει, τι φροντίζω;
κι αν φροντίζω, τι ελπίζω,
και τι τάχα καρτερώ;
Να πηδήξω, να πετάξω,
το μελλούμενο ν’ αλλάξω
παντελώς δεν ημπορώ.

Ό,τ η Μοίρα διορίση
δεν ειν τρόπος να γυρίση,
θα γενή και θα γενή.
Τ’ άλλα όμως ειν’ χαμένα,
ούτε γένεται κανένα
αν αυτή δεν τη φανή.

Νέος είμαι; θα γεράσω.
Ζω και τρέχω; Θα περάσω
και σαν ίσκιος θα σβηστώ.
Όσα κάμω και πασχίσω,
εις τον κόσμο θα τ’ αφήσω
και γυμνός θ’ αφανιστώ.

Το λοιπόν γιατί φροντίδες;
γιατί φόβοι και ελπίδες;
γιατί τόση ταραχή;
Φάγε, πιε, στη γη τανύσου,
με τον Έρωτα κοιμήσου,
να φροντίδα μοναχή!



Βαρελοθήκη

Έξω, έξω τα βιβλία.
Στη φωτιά η φλυαρία.
Λέξεις, λόγοι, όλα κάτω!
τι του κάκου τα φυλάτω;

Τον Απόλλωνα τους ρίξε
και τες Μούσες όλες πνίξε.
Την πικρή τους δάφνη καύσε
κι απ’ τους κόπους πλέον παύσε.

Βάλε Βάκχον και Μαινάδες
και βαρέλια μυριάδες,
να γενή βαρελοθήκη
η χρυσή βιβλιοθήκη.

Ο κισσός ας πρασινήση
και το κλήμα ας ανθίση
να γλυκάνη το σταφύλι
τα πικρά μου τούτα χείλη.

Μη μη μη το καλαμάρι
μον’ κανάτα και πιθάρι.
Μη κοντύλι, μον’ κροντήρι
και γαβάθα και ποτήρι.

Κι έτσι πλέον να καθίσω,
να χαρώ, να ευθυμήσω
με το Βάκχον μου τον φίλον
στης βαρέλας μου τον τύλον.



Σημ. Χ.Δ.Τ. τύλος = ρόζος. Και βέβαια ο -μεταξύ άλλων- ποιητής Αθανάσιος Χριστόπουλος, πέθανε στο Βουκουρέστι, στις 19 Ιανουαρίου 1847. Τα υπόλοιπα είναι προϊόν φαντασίας και αντιγραφής. 

Τρίτη, 30 Οκτωβρίου 2007

Το τσαλαπατημένο κρίνο

Trampled Lilly, τραγούδι των Tiger Lillies, απόδοση στα Ελληνικά: Χ.Δ.Τ.

Ένα καλοκαιρινό πρωί η Νταίηζυ
έβλεπε ένα γλυκό, καραμελλένιο όνειρο,
ένας νεαρός με καλογυαλισμένο μουστάκι
την πλησίασε όλο χάρη, ευγένεια και φρεσκάδα,
πήγανε μαζί στο πάρκο κι εκεί έχωσε
το δάχτυλο του στο σφικτό... δέσιμο του γαντιού της
και μετά την πήγε σ' ένα διαμέρισμα
και της έκανε έρωτα όλο πάθος.
Την άλλη μέρα, πριν βγει έξω,
της δώρισε ένα μπουκάλι τζιν.
Από τότε, πέρναγε τα πρωινά
διαβάζοντας γυναικεία περιοδικά
και τα απογεύματα ψυχαγωγόντας
κυρίους στο κρεββάτι.
Ο νεαρός με το μουστάκι έδωσε τη θέση του
σε ένα πιο ηλικιωμένο κύριο
με μακριά, πυκνή γενειάδα.
Την άλλη μέρα, πριν βγει έξω, της δώρισε
ένα τσαλακωμένο μαντήλι, μουσκεμένο τζιν.
Από τότε, πέρναγε τα πρωινά
διαβάζοντας γυναικεία περιοδικά
και τα απογεύματα ψυχαγωγόντας
κυρίους στο κρεββάτι.
Ο νεαρός με το μουστάκι έδωσε τη θέση του
σε ένα πιο ηλικιωμένο κύριο
με μακριά, πυκνή γενειάδα.
Επηρρεασμένη από τον εμπνευσμένο λόγο
που έβγαλε ένας περιοδεύων γερουσιαστής,
αποφάσισε να αλλάξει και να συμμαζευτεί.
Μετακόμισε σε ένα από τα πίσω δωμάτια
που ήταν με κάγκελα κλεισμένο σαν κελλί
κι εκεί γέννησε ένα δύσμορφο, ανάπηρο μωρό,
που τό 'δωσε στο ορφαντροφείο.
Κι έχασε όλη της τη νεανική φρεσκάδα
σπρώχνοντας καρότσια στους δρόμους
που μαυροφορεμένες, σκληρές αντρογυναίκες
όλο τη βασάνιζαν και την κοροΐδεύαν
κι αρρώστησε από μια φριχτή αρρώστια
και πέθανε λίγο πριν γίνει 20 χρονών.

Παρασκευή, 26 Οκτωβρίου 2007

Θίασος Τεράτων

The Freakshow, τραγούδι των Tiger Lillies, απόδοση στα Ελληνικά Χ.Δ.Τ.

Πυγμαίοι αλμπίνοι, χορεύτριες αρκούδες και νάνοι με τρίχες παντού,
ένα κορίτσι με ουρά ψαριού κι ένα αγόρι με κορμί σαλιγκαριού
ένας άντρας έχει κρανίο σαν πουλί - μια νεαρή τούβλα αποπατεί
ένας κύριος με τα μάτια του γεμάτα αίματος σταγόνες
και μια όμορφη κυρία με γάιδαρου λαγόνες.

Έχουμε τον καλύτερο Θίασο Τεράτων
είναι ο χειρότερος που έχετε δει ποτέ.

Αυτός κεφάλι δεν έχει ούτε χέρια, μόνο τα πόδια του απλώνει.
κι αυτή ξεδιάντροπη, γυμνή, με σκύλους αγκαλιά ξαπλώνει.
Είναι όλοι κτηνοβάτες, απολαύσεις ανώμαλες γυρεύουν,
μεθυσμένοι ναυτικοί, οι θεατές τους κοροϊδεύουν.

Κι αυτός που καταπίνει φωτιές το λαρύγγι του έκαψε χτές.
Ο άνθρωπος – λάστιχο λέει αστεία, κάνει το γορίλλα να γελά τρελά
κι η κοπελίτσα, με τα δόντια, κόβει κεφάλια κοκοριών
τρέχουνε ακέφαλα γύρω – γύρω μέχρι να ξαπλωθούν νεκρά.

Έχουμε τον καλύτερο Θίασο Τεράτων
είναι ο χειρότερος που έχετε δει ποτέ.

Τετάρτη, 24 Οκτωβρίου 2007

Η τέχνη που επιθύμησα

Μια τέχνη ταπεινή επιθύμησα
μια τέχνη ταπεινή, φθηνή και χαμηλή
να την ασκώ κάθε ημέρα σιωπηλά
και τίμια, με συνέπεια, πιστά
να, σαν υπάλληλος καλός
σαν οπαδός, σα στρατιώτης.

Μια τέχνη ταπεινή του λόγου,
να γράφω τετράστιχες μαντινάδες
για το πίσω μέρος φύλλων ημερολογίων:
"Ωσάν αυτούς που κοίτονται
στης μαύρης γης το χώμα
έτσι και μου κατήντησες
το άθλιο μου σώμα"
και οδηγίες χρήσεως για μικροσυσκευές
για σόμπες, για μίξερ, για φουρνάκια,
να γράφω λόγους πανηγυρικούς κατά παραγγελία
όλο πομπώδη φλυαρία και εντυπωσιασμό και νόημα καθόλου,
να γράφω αγγελίες πορνικές σ' εφημερίδες:
"Αμαζόνα, λατρεύει την ιππασία και τη ζωή
με τα άλογα, αναζητεί γνωριμία κυρίου
με φαντασία και ότι προκύψει.
Τουρκάλα 35χρονη, μελαχρινή με πλούσιες
καμπύλες, πολύ όμορφη και αισθησιακή,
θέλει να σε γνωρίσει και να σου χαρίσει 1001 νύχτες.
Ιαπωνεζούλα 20χρονη και από Ινδία 22χρονη,
αισθησιακές, τρυφερές, έχουν σα σκοπό να γνωριστείτε
και να μοιραστείτε τις μοντέρνες ιδέες τους."

Κείμενα τέτοια απλοϊκά, συχνά επαναλαμβανόμενα,
κλεψίτυπα, άτεχνα, άτσαλα και βαρετά,
που ούτε ποτέ θα εκδοθούν
και ούτε κάποιον έπαινο θα πάρουν
ούτε κανείς θα τα προσέξει
και θα τα καταγράψει
κι ίσως το συγγραφέα να μνημονεύσει,
παρεκτός από κανά λοξό, εκκεντρικό
ερευνητή ή συλλέκτη.

Τέτοια, ταπεινή επιθύμησα να είναι η τέχνη μου
χάμου να σέρνεται και να αργοκυλάει
και μοναχά λίγες φορές - πολύ σπανίως -
να υψώνεται η τέχνη μου, να αστράφτει,
να βροντά και να λαμποκοπάει,
όταν για Σένα πιάνει να μιλάει.

Τετάρτη, 17 Οκτωβρίου 2007

Εμπρός στο δρόμο που χάραξε ο Λύο (VI)....

...Καλοβυρνάς, με το υπέροχο "Πλαθολόγιο Λέξεων" των εκδόσεων Intro Books (ISBN: 960-6680-12-6). Ας προσπαθήσουμε (έστω και ως ανάξιοι μιμητές) να καταγράψουμε ορισμένα ακόμα λήμματα.

Λογωτέχνης ο,η: άνθρωπος (άνδρας ή γυναίκα) υπερφίαλος και φαντασμένος που βαυκαλίζεται ότι είναι καλλιτέχνης (συγγραφέας, ποιητής, μουσικός, ηθοποιός, σκηνοθέτης κ.λ.π.) ολκής, ενώ δεν είναι τίποτα ή όντως είναι αλλά ανθυποελάσσονος σημασίας, κομπάζει και ακκίζεται και συμπεριφέρεται περιφρονητικά και απαξιωτικά προς όλους τους άλλους "κοινούς" θνητούς, κοινώς "ψωνάρα". Π.χ.: - Ρε συ, τί ζόρι τραβάει αυτή και φέρεται έτσι; - Καλά, δεν τό 'ξερες; - Όχι, τι; - Λογωτέχνης! - Αμ, πες μου έτσι ντε!

Δευτέρα, 15 Οκτωβρίου 2007

15 Οκτωβρίου - οι bloggers για το περιβάλλον: Unite!

Στο πυκνό, πράσινο δάσος να τριγυρίζω
στο κορφοβούνι για να αγναντέψω, να ανεβώ,
στο σκιερό φαράγγι να κατεβαίνω
το σκοτεινό, βαθύ σπήλαιο να εξερευνώ,
κρύο νερό απ' την πηγή να πίνω
και την απέραντη θάλασσα να περνώ.
Αυτόν τον κόσμο έχω να ζήσω, δεν έχω άλλον
γι αυτό να κάνω ότι μπορώ, να προστατεύω το περιβάλλον.

Κυριακή, 14 Οκτωβρίου 2007

Εμπρός στο δρόμο που χάραξε ο Λύο (V)....

...Καλοβυρνάς, με το υπέροχο "Πλαθολόγιο Λέξεων" των εκδόσεων Intro Books (ISBN: 960-6680-12-6). Ας προσπαθήσουμε (έστω και ως ανάξιοι μιμητές) να καταγράψουμε ορισμένα ακόμα λήμματα.


πειράγχας-α, ο - η: άνθρωπος (άνδρας ή γυναίκα) κάποιας ηλικίας (έστω από σαράντα και άνω) με κάποια δεδομένη συγκεντρωμένη πείρα ζωής αλλά και εξαιρετικά αγχώδης ως ιδιοσυγκρασία και απαισιόδοξος. Διαβλέπει σε διάφορες καταστάσεις ενδείξεις που θα μπορούσαν να σημάνουν δυσάρεστη εξέλιξη, βεβαιώνεται αφ' εαυτού για το άσχημο ενδεχόμενο και αγχώνεται υπερβολικά. Στην πράξη πολύ συχνά (σχεδόν πάντα) τα πράγματα εξελίσσονται ομαλά οπότε τσάμπα το άγχος (πολλοί νεότεροι - και άπειροι - ούτε που πέρνουν χαμπάρι τις "ενδείξεις" και περνάνε όλο το πράγμα στο "ντούκου" και βγαίνουν στο τέλος και σωστοί!). Π.χ. - "Τί έγινε Μανωλάκη, πώς πάει; - Τί να γίνει, άγχος - Πολύ άγχος! - Γιατί έτσι πάλι, βρε παιδί μου; - Τι γιατί; Δεν τά 'μαθες; Ψιθυρίζεται ότι ετοιμάζεται νομοσχέδιο για απαλλοτριώσεις στην.... (περιοχή), εκεί που έχω κληρονομήσει κάτι ακίνητα. Ώρα είναι νά 'χουμε τα ίδια με την.... (άλλη περιοχή) πριν δέκα χρόνια. Αυτό μόνο μου έλειπε! Αυτό ΜΟΝΟ μου έλειπε!"

Πέμπτη, 11 Οκτωβρίου 2007

Το πλοίο φάντασμα

Ghost Ship, τραγούδι του Paul Roland, απόδοση στα Ελληνικά Χ.Δ.Τ.

Στέκει ο Τζακ μόνος
στην προκυμαία,
το πλοίο φάντασμα
περιμένει να 'ρθεί.
Τα μπαγκάζια του έτοιμα
όλα για το ταξίδι,
που ξέρει θα πάει
και δε θα ξαναρθεί.

Και να! πλοίο φάντασμα
απ' την ομίχλη,
σάπια ξύλα και σκεπασμένο
φωλιές κοράκων ως χαμηλά.
Στο τιμόνι κουφάρι,
στο πηδάλιο δεμένο
κι ούτε ψυχή
φαίνεται να κυβερνά.

Το φεγγάρι καρφώνεται
από το σπασμένο κατάρτι
με σχισμένα σάβανα γκρίζα
που κάποτε ήταν πανιά.
Ξυπνούν νεκροί ναύτες
που στ΄αμπάρι κοιμούνταν
και πιάνουν τραγούδι
μοιρολόι γοερό.

Τα σαγόνια τους κρέμονται
τα μάτια τους κούφια,
νεκροζώντανοι δαίμονες
δια παντός κολασμένοι
που ταξιδεύουν χωρίς
να φτάνουν ποτέ.
Φρικτά τρίζουν τα ξύλα μα δεν
ανατριχιάζει κανείς!

Τρίτη, 9 Οκτωβρίου 2007

Ο Κύριος με τις κούκλες

The Puppet Master, τραγούδι του Paul Roland, απόδοση στα Ελληνικά Χ.Δ.Τ.

Πίσω απ' το κίτρινο, φωτισμένο παράθυρο, στης πλατείας την άκρη
ένας ρυτιδωμένος γέρος με άσπρα, μπερδεμένα σαν άχυρα γένεια,
το ρολόι του παππού του χτυπά δώδεκα η ώρα
και κρέμονται οι κούκλες στα ράφια ψηλά,
του Δήμου ο Αστυνόμος γυρνά τρεκλίζοντας σπίτι
κι ο Παιδονόμος περπατάει μοναχός.

Ένας άθλιος ζητιάνος με ένστιχτο φόνου
που όπου επήγαινε τον ακολούθαε κρυφά
μαχαίρι αρπάζει από 'να γεμάτο πριονίδι συρτάρι
και στα δωμάτια γυρνάει να τον βρει
όσο όμως εκείνος στο πάνω πάτωμα είναι
αναστάτωση και κίνηση κάτω πολύ,
αλαφροπατάνε λιγνά ποδαράκια, δυναμώνει ο ήχος
σκαρφαλώνουν τις σκάλες με ζωγραφισμένες γκριμάτσες
και τσεκούρια στα χέρια από ξύλο, με σύρμα ενωμένα.

Την επόμενη μέρα οι κούκλες είναι πάλι στα ράφια
κι ο γέρος αμίλητος κάθεται εκεί.
Μα μια νέα κούκλα κρέμεται τώρα, μ'ένα γκροτέσκο κατακκόκινο πρόσωπο
κοιτά τα καλώδια που το σώμα της ενωμένο κρατούν.

Τετάρτη, 3 Οκτωβρίου 2007

Ο τεκές του οπίου

In the Opium Den, τραγούδι του Paul Roland, απόδοση στα Ελληνικά Χ.Δ.Τ.

Τα σκαλιά κατεβαίνεις, στον Παράδεισο μπαίνεις,
πέτρινες σκάλες, στου οπίου τον τεκέ.
Περιμένει η έκσταση τυλιγμένη σα φίδι,
το ναργιλέ σου ρουφάς και ξυπνά το ερπετό.

Ξαπλωμένος ο νέος κρατά στην παλάμη
μικρό φιαλίδιο με φθορίζον υγρό.
Περιμένει η έκσταση τυλιγμένη σα φίδι,
το ναργιλέ σου ρουφάς και ξυπνά το ερπετό.

Με μακριά λεπτά δάχτυλα την πίπα χαϊδεύει ,
σ' απαλά έντονα χρώματα ντελίριου άνθη.
Περιμένει η έκσταση τυλιγμένη σα φίδι,
το ναργιλέ σου ρουφάς και ξυπνά το ερπετό.

Παρασκευή, 28 Σεπτεμβρίου 2007

Απόσπασμα από το κείμενο «Οι αναμνήσεις των περιηγήσεων μου» του Μάρκο Πόλο

Τριάντα περίπου χρόνια μετά το θάνατο του συγγραφέα, ανακαλύφθηκαν τα χειρόγραφα του σε ιδιωτική βιβλιοθήκη Βενετού ευγενούς. Με χρήση τυπογραφικών μεθόδων που μόλις είχαν αρχίσει να εφαρμόζονται, δημιουργήθηκαν τρία ή τέσσερα αντίτυπα. Στα μετέπειτα χρόνια το κείμενο διαδόθηκε και έγινε τόσο δημοφιλές, που οι ανατυπώσεις καθώς και οι μεταφράσεις του είναι αναρίθμητες και συνεχίζονται έως τις μέρες μας. Το χειρόγραφο δυστυχώς έχει χαθεί όπως και τα πρώτα αντίτυπα, εκτός από ένα το οποίο φυλάσσεται στη Δημόσια Βιβλιοθήκη της Βενετίας όπου ο επισκέπτης της όμορφης αυτής πόλης μπορεί να το δει.
Το χωριό που πηγαίναμε να επισκεφθούμε είχε το εξής χαρακτηριστικό: ήταν χτισμένο δίπλα ακριβώς στο σημείο που αποτελούσε το Μέσον του Μεγάλου Τείχους. Αυτό μου είχε πει ο γεωμέτρης του Αυτοκράτορα, λίγες μέρες πριν, που βρισκόμασταν στο Παλάτι. Μου είχε μάλιστα παρουσιάσει τη μελέτη του όπου υπήρχε το συνολικό μήκος του Τείχους παρουσιασμένο με έναν αριθμό τόσο μεγάλης ακρίβειας που μου θύμισε τα νούμερα που προκύπτουν όταν οι χρυσοχόοι στην πατρίδα υπολογίζουν το βάρος του χρυσού με ειδικές ζυγαριές.
Η μελέτη περιείχε και έναν χάρτη στον οποίον φαινόταν ολόκληρη η χώρα και το Τείχος. Σε τέσσερα σημεία πάνω στο σχήμα που απεικόνιζε το Τείχος, υπήρχαν κύκλοι με κόκκινο μελάνι και τα τέσσερα αυτά σημεία έμοιαζαν να ισαπέχουν μεταξύ τους. Ο γεωμέτρης μου εξήγησε ότι στην πραγματικότητα εκεί ακριβώς όπου ξεκινούσε το κάθε τέταρτο μήκους του τείχους, υπήρχε χτισμένος ανάμεσα στα δομικά υλικά ένα κομμάτι κόκκινος γρανίτης.
Τα τέσσερα αυτά σημάδια πάνω στο πελώριο κτίσμα βοηθούσαν τους στρατιωτικούς, τους επιστήμονες αλλά και τους απλούς ταξιδιώτες να υπολογίζουν τις αποστάσεις μέσα στις αχανείς εκτάσεις της Αυτοκρατορίας. Όταν τον ρώτησα έκπληκτος πώς είχαν καταφέρει να κάνουν τόσο ακριβείς μετρήσεις χαμογέλασε πλατιά, τα σχιστά του μάτια στένεψαν πιο πολύ ακόμη και υποκλίθηκε ταπεινά ενώ εγώ τον κοιτούσα άφωνος από την έκπληξη και τον θαυμασμό, κατάσταση στην οποία βρισκόμουν τόσο συχνά από τότε που φθάσαμε στην Κίνα, ώστε σχεδόν την είχα συνηθίσει.
Αυτά σκεπτόμουν καθώς προχωρούσαμε πλάι στο Τείχος και πλησιάζαμε στο μικρό χωριό. Όμως άλλος ήταν ο λόγος που με είχε κάνει να αποφασίσω να επισκεφθώ το μέρος εκείνο και όχι η ιδιαιτερότητα της τοποθεσίας.
Πολλές φορές κατά τη διάρκεια της παραμονής μου στην Αυλή άκουσα να γίνεται λόγος για ένα γέρο σοφό που ούτε λίγο ούτε πολύ τον θεωρούσαν προστάτη των ερωτευμένων. Αν η καρδιά σου, λέγανε, καιγόταν για κάποιον και κείνος δε σού ’δινε σημασία, αν είχες μια αγάπη που είχε αρχίσει σιγά σιγά να σβήνει, αν το ταίρι σου στο πήρε άλλος, άμα εμπόδια, προβλήματα, και δυσκολίες σου φράζανε το δρόμο του έρωτα, πήγαινες σε κείνον κι αυτός με τις σοφές συμβουλές του σού ‘βρισκε πάντα λύση και χάρη σ’ αυτόν «η Αγάπη Βασιλεύει Πάντα στο Βασίλειο» λέγανε οι μικρές δεσποινιδούλες της Αυλής και ξεσπάγανε σε χαχανητά σκεπάζοντας με το χέρι το στόμα τους, καθώς τα μάγουλα τους κοκκίνιζαν.
Μα για το θέμα αυτό μιλούσαν και άνθρωποι μεγάλης ηλικίας, ώριμοι και σοβαροί, πολλοί δε από αυτούς κατείχαν τέτοια αξιώματα που νομοτελειακά τα λεγόμενα τους είχαν μεγάλο κύρος. Το ιδιότυπο της ιστορίας αυτής καθώς και η συχνότητα με την οποία έφτανε στα αυτιά μου, μου κίνησαν τόσο την περιέργεια ώστε αποφάσισα να επισκεφθώ το γέρο σοφό. Το μέρος όπου αυτός βρισκόταν ήταν το μικρό χωριό στο οποίο τώρα σχεδόν είχαμε φθάσει η συνοδεία μου κι εγώ και το βλέπαμε καθαρά στα δεξιά μας, ανάμεσα σε κήπους. Υπήρχε μπροστά ένα μικρό δρομάκι που ενωνόταν με την κεντρική οδό πλάι στο Τείχος, και περνώντας μέσα από τους κήπους οδηγούσε στο χωριουδάκι. Τη στιγμή που αφήσαμε το μεγάλο δρόμο και μπήκαμε στον μικρό, γύρισα το κεφάλι μου και κοίταξα προς το Τείχος. Εκεί, ακριβώς στο σημείο που ξεκινούσε το παρακλάδι του δρόμου, ανάμεσα στους ογκόλιθους του Τείχους ήταν χτισμένο ένα κομμάτι κόκκινου γρανίτη. Για μια στιγμή νόμισα πως έβλεπα μπροστά μου το σοφό γεωμέτρη να χαμογελά με μετριοφροσύνη…..Προχωρήσαμε.
Κατά μήκος του δρόμου που οδηγούσε στην είσοδο του χωριού, και στη μία και στην άλλη πλευρά, υπήρχαν άνθρωποι κάθε ηλικίας, κοινωνικής τάξης, επαγγέλματος, ιδιότητας, και – κρίνοντας από την ενδυμασία κυρίως – προερχόμενοι από διάφορες περιοχές της χώρας. Και εδώ δε μπόρεσα να μη σκεφθώ και να χαμογελάσω παράλληλα, με το παράδοξο του πράγματος: ότι δύο απομακρυσμένες περιοχές στην Κίνα μπορεί να απείχαν μεταξύ τους όσο οι πιο απομακρυσμένες χώρες στο «δικό μου» κόσμο ή και πιο πολύ ακόμα.
Το παράξενο λοιπόν (λόγω της επιμειξίας) αυτό πλήθος, σχημάτιζε δύο μεγάλες ουρές και οι άνθρωποι περίμενα υπομονετικά. Καθώς συνεχίσαμε να προχωράμε έφιπποι ανάμεσα τους, ορισμένοι διαμαρτυρήθηκαν κι έβαλαν τις φωνές, μόλις όμως πρόσεξαν τα αυτοκρατορικά διακριτικά στη στολή του επικεφαλής της στρατιωτικής συνοδείας, σώπασαν αμέσως και υποχώρησαν υποκλινόμενοι.
Ο λόγος που βρισκόταν εκεί όλο αυτό το ετερόκλητο πλήθος ήταν φανερός. Ήθελαν όλοι να συναντήσουν το γέρο σοφό και να ζητήσουν τη συμβουλή του. Η αγάπη, ο έρωτας ήταν που τους είχε φέρει από τους μακρινούς τους τόπους και τους είχε συγκεντρώσει εδώ και που έκανε να στέκονται δίπλα δίπλα κείνος ο βοσκός ο ντυμένος με προβιές ζώων, που κρατούσε ένα μεγάλο ξύλινο μπαστούνι και είχε μακριά, μπερδεμένα γένεια και μαλλιά, αυτός ο θεόρατος άνθρωπος που ποιος ξέρει από ποιο απομονωμένο και μακρινό βουνό είχε κατέβει, με τη μικρή, λεπτεπίλεπτη χορεύτρια που βρισκόταν πίσω του, που φορούσε ακόμα τα παπούτσια του χορού και ένα μεταξωτό, πολύχρωμο ρούχο που τύλιγε σφιχτά το λυγερό κορμί της κι έκανε τις καμπύλες της να διαγράφονται καθαρά, κι ενώ όλοι οι άντρες που ήταν γύρω την κοίταζαν αχόρταγα, εκείνη γέλαγε ανέμελα και το γέλιο της συνόδευαν οι ήχοι από τα καμπανάκια που κρέμονταν στα βραχιόλια που φόραγε στα χέρια και τα πόδια της. Η πάλι τι σχέση είχε ο λιγνός έμπορος με τη μακριά κοτσίδα και το ριχτό του ρούχο που έτριβε συνεχώς τα χέρια του τό’να με τ’άλλο και κοίταζε γύρω του πονηρά, με το μισθοφόρο πολεμιστή που ήταν ακριβώς απέναντι, στην άλλη σειρά και ήταν αρματωμένος λες και ξεκίναγε για τη μάχη, με τα σπαθιά, τα μαχαίρια, τα τόξα και τα βέλη στερεωμένα σε δερμάτινες ζώνες που τον τύλιγαν, με το σκληρό βλέμμα και τα σημάδια στα μπράτσα, στα πόδια, στο πρόσωπο, ενθύμια σκληρών αναμετρήσεων. Η μήπως υπό άλλες συνθήκες θα ’βλεπε κανείς να κάθονται κουρασμένοι δίπλα δίπλα τούτη δω η σεμνή νοικοκυρά με τα πεντακάθαρα ρούχα και τα στιλπνά, μαύρα της μαλλιά σφιχτά τυλιγμένα στο κεφάλι, που καθάριζε προσεκτικά ένα λωτό και τον έτρωγε κομματάκι κομματάκι και ο οπιομανής με τα ρουφηγμένα μάγουλα, τους μαύρους κύκλους κάτω από τα μάτια, το θολό βλέμμα, τσακισμένος από τις κραιπάλες κι εξαντλημένος από την κατάχρηση του αγαπημένου βοτανιού, να στέκεται παρ’ όλα αυτά με σθένος εκεί και να περιμένει. Ήταν λοιπόν ο Έρωτας με τη δύναμη του που όμοια της δεν υπάρχει, που τους είχε μαζέψει όλους εκεί σαν προφήτης που κηρύττει μια νέα θρησκεία γεμάτη ελπίδα και αγάπη και γαλήνη και όλοι πάνε να τον ακούσουν.
Προχωρήσαμε. Μετά από λίγο φτάσαμε εκεί που τελείωναν οι γραμμές των ανθρώπων, έξω δηλαδή από την αυλή του σπιτιού του γέρο σοφού. Το σπιτάκι ήταν σαν όλα τ’άλλα του χωριού, μικρό και χαριτωμένο, χτισμένο με σκούρο ξύλο. Στην πρόσοψη υπήρχε μια μικρή αυλή με παρτέρια γεμάτα λουλούδια και από την πίσω πλευρά του σπιτιού μπορούσες να διακρίνεις έναν κήπο με πορτοκαλιές που υπήρχε. Ξεπεζέψαμε και ο επικεφαλής αξιωματικός προχώρησε προς το σπίτι για να κανονίσει τη συνάντηση. Μια μικρή κοπέλα βγήκε από το σπίτι για να τον προϋπαντήσει και μόλις είδε τη στολή άρχισε αμέσως τις υποκλίσεις και πισωπατώντας επέστρεψε – υποκλινόμενη – μέσα. Μετά από λίγο ξαναβγήκε, με ένα νεαρό άντρα δίπλα της αυτή τη φορά, και πλησίασαν – με συνεχείς υποκλίσεις – τον αξιωματικό. Οι δύο άντρες μίλησαν και η κοπέλα στεκόταν δίπλα με χαμηλωμένο το βλέμμα.
Σε μια στιγμή ο αξιωματικός έδειξε προς το μέρος μου και γύρισαν κι οι δυο τους και με κοίταξαν με ενδιαφέρον. Μετά η μικρή τους συνομιλία τελείωσε και ξανά οι δυο τους άρχισαν τις υποκλίσεις και μπήκαν μέσα στο σπίτι. Η υπόκλιση, σκέφτηκα, είναι για τους Κινέζους τόσο συνηθισμένη κίνηση όσο για μας οι ελαφρές κινήσεις του κεφαλιού που σημαίνουν κατάφαση ή άρνηση, μόνο που η υπόκλιση συνεπάγεται μια απότομη και μεγάλης έκτασης κίνηση του σώματος και…. τέλος πάντων…. πόσο διαφορετικοί λαοί είμαστε!
Ένας μεσήλικας με ενδυμασία ευγενούς – προφανώς αυτός που μόλις είχε συναντηθεί με το γέρο σοφό βγήκε από το σπίτι. Ο νεαρός άντρας φάνηκε στην πόρτα κι ένευσε ότι ήταν η σειρά μας. Προχώρησα με τον προσωπικό μου διερμηνέα να με ακολουθεί. Αμέσως μετά την αίθουσα υποδοχής ένας διάδρομος οδηγούσε σε μία μισάνοιχτη πόρτα. Στο κατώφλι, δίπλα στην πόρτα, ήταν καθισμένη στο πάτωμα η νεαρή κοπέλλα και έπαιζε μουσική με ένα άγνωστο σε μένα έγχορδο όργανο. Η μελωδία ήταν αργή και νωχελική αλλά και πολύ γλυκειά. Η δεξιοτεχνία της κοπέλλας ήταν φανερή και το σοβαρό της ύφος, καθώς έπαιζε τη μουσική της, την έκανε ιδιαίτερα συμπαθητική. Της χαμογέλασα και μου ανταπέδωσε το χαμόγελο, περάσαμε δίπλα της και μπήκαμε στο δωμάτιο.
Δεν υπήρχε μέσα εκεί, κανενός είδους έπιπλο. Στη μέση του δωματίου και πάνω σ’ ένα απλό ψάθινο χαλάκι ήταν καθισμένος ο γέροντας. Η φορεσιά τους ήταν λευκή, το ίδιο και τα μακριά μαλλιά και τα γένεια του, που κύλαγαν στους ώμους και το στήθος του. Η όψη τους δε ήταν τέτοια που σε έκανε να φαντάζεσαι μια υφή μεταξένια. Φαινόταν για άνθρωπος πολύ προχωρημένης ηλικίας, από τις αμέτρητες ρυτίδες που αυλάκωναν το πρόσωπό του και από τα λιπόσαρκα χέρια του, όπου τα οστά διαγράφονταν καθαρά κάτω από το λεπτό δέρμα. Όμως το γεγονός ότι ήταν τόσο πολύ γέρος δεν τον έκανε σε καμμία περίπτωση αποκρουστικό, ή αξιολύπητο ή απόκοσμο, ή δε σου δημιουργούσε την εντύπωση κάποιου που από καιρό έπρεπε να έχει φύγει από τον κόσμο τούτον. Κι από όλα πιο εντυπωσιακό σ’ αυτόν ήταν τα μάτια του που είχαν χρώμα ένα απαλό γαλάζιο και το βλέμμα που ακτινοβολούσαν ήταν τόσο βαθύ και τόση σοφία νόμιζες ότι κρυβόταν πίσω από τα μάτια αυτά, σοφία ήρεμη και γλυκειά, καλοπροαίρετη, φιλική, φιλική – αυτή είναι η κατάλληλη λέξη, όχι μια εξωανθρώπινη, ακαταννόητη, ανώτερη ευφυία που θα σε έκανε να νοιώσεις μηδαμινός κι ανάξιος.
Αυτά όλα σ’ εκείνο το δωμάτιο με τη γλυκειά μελωδία που ακουγόταν πίσω απ’ την πόρτα, με τα κελαϊδίσματα των πουλιών που έρχονταν από την άλλη πόρτα που έβλεπε στον κήπο, τον κελαρυστό ήχο του νερού από τον μικρό τεχνητό καταρράκτη που βρισκόταν κάπου εκεί έξω και τη μυρωδιά από τα άνθη της πορτοκαλιάς , κυρίως όμως με την παντοδύναμη παρουσία του γέρο σοφού που καθόταν στο ψάθινο χαλάκι του στη μέση του δωματίου, ακίνητος, γαλήνιος, ένοιωσα για μια στιγμή πως αν υπήρχε ο Παράδεισος στον οποίο πιστεύαμε εμείς οι Χριστιανοί, κάπως έτσι πρέπει να ήταν.
Μού ‘δειξε με το χέρι να κάτσω μπροστά του, πράγμα που αμέσως έκανα. Ο διερμηνέας στάθηκε πιο πίσω μου όρθιος και με τη βοήθεια του έγινε ο ακόλουθος διάλογος.
- Σ’ ακούω ξένε…. μου είπε.
- Σεβαστέ Δάσκαλε…. αποκρίθηκα εγώ… δεν κρύβω ότι ο λόγος που ήρθα μέχρι εδώ ήταν η περιέργεια και μόνον που μου δημιουργήθηκε μετά από τα τόσα που είχα ακούσει για σένα. Όμως τώρα πια, πλησιάζοντας σε, νοιώθω μεγάλη επιθυμία να σου εμπιστευθώ ένα προσωπικό μου πρόβλημα σαν κι αυτά στα οποία δίνεις λύση και όχι να αναζητήσω τη μέθοδο και την πηγή της σοφίας για την οποία πια καμμία αμφιβολία δεν έχω ενώ πριν είχα και για αυτό αισθάνομαι ντροπή και σου ζητάω ταπεινά συγνώμμη.
- Ο Θεός, νεαρέ ξένε, είναι άπειρος μες στη σοφία Του και τα έργα Του όλα, στα οποία Αυτός βρίσκεται, θαυμάσια. Το άνθος της πορτοκαλιάς είναι πιο σημαντικό από μένα και η μνήμη του παγωνιού που ζει διακόσια χρόνια λέει πως ένα βρέφος που κολυμπά μέσα στα ζεστά νερά της λίμνης, κι εγώ, δεν είμαστε παρά το ίδιο πράγμα. Ο ήχος που κάνουν οι χορδές του πον-γινκ που η τρισέγγονή μου παίζει έξω από το δωμάτιο τούτο μου λένε ότι η μητέρα σου ανέθρεψε ευγενικό βλαστό. Μ’ όλη την καλή μου διάθεση ακούω το πρόβλημα σου.
Κι όπως με κοίταγε κατάματτα, εγώ του είπα:
- Στην πατρίδα μου Δάσκαλε, που ονομάζεται Βενετία, ζει μια κόρη, γόνος ευγενικής γενειάς και παιδί ενός άρχοντα σεβαστού, αξιότιμου και καλού. Τους τελευταίους μήνες, πριν ξεκινήσω το μακρινό μου ταξίδι στη θαυμαστή σας χώρα, η ομορφιά και η χάρη της κόρης αυτής μου σκλάβωσαν την καρδιά. Είναι όμως μικρή σε ηλικία και έτσι, από σεβασμό σ’ αυτήν και τον άρχοντα πατέρα της, δε μπόρεσα να της φανερώσω τα αισθήματα μου.Τη μέρα πριν την αναχώρηση μου επισκέφθηκα τον πατέρα της και του μίλησα για τις προθέσεις μου και του ζήτησα να περιμένει την επιστροφή μου πριν δώσει την κόρη του σε γάμο. Εκείνος μου είπε πως μετά χαράς θα με έκανε γαμπρό του και πως αν επέστρεφα από το ταξίδι μου στον καθορισμένο χρόνο και η κόρη του θα συμφωνούσε, τότε θα μού’ δινε το χέρι της και μέχρι να γυρίσω εγώ θα απέρριπτε κάθε άλλη πρόταση απ’ οποιονδήποτε αυτή κι αν προερχόταν. Όλον αυτόν τον καιρό που λείπω Δάσκαλε ζω κάθε στιγμή με την εικόνα της και με τη γλυκειά προσδοκία να τη δω ξανά αλλά και με ανησυχία μεγάλη μήπως εκείνη δε με θέλει. Τι μπορώ να κάνω για να με αγαπήσει και να με δεχτεί για άντρα γιατί είναι κάτι που θέλω όσο τίποτα άλλο και ξέρω πως με τη γυναίκα αυτή δίπλα μου θά ’μαι ευτυχισμένος για τη ζωή μου όλη. Τη συμβουλή σου περιμένω με κάθε σεβασμό!

Σώπασε για λίγο και μετά είπε: - Τραγανιστή πάπια.
- Ορίστε;;;
- Τραγανιστή πάπια.
Κοίταξα λοξά το διερμηνέα μου μα εκείνος σήκωσε τους ώμους δείχνοντας μου ότι μετέφραζε σωστά παρ’ όλο που η απάντηση του φαινόταν κι αυτουνού αλλόκοτη.
- Συγνώμη Δάσκαλε, μα δεν καταλαβαίνω.
- Η πείρα και η γνώση που κρύβονται στις σπηλιές των χιονισμένων βουνών κάτω από τεράστια μαγικά λουλούδια, οι παλιές γραφές που είναι σκαλισμένες στα τοιχώματα του μεγάλου πηγαδιού που τώρα πια κανείς δεν ξέρει πού βρίσκεται, τα όσα έχει πει η άσπρη εκείνη κουκουβάγια που μίλαγε με ανθρώπινη λαλιά και όσα μού ‘λεγε ο παππούς μου, πού ΄χε το ίδιο χάρισμα με μένα, τις άγριες νύχτες του χειμώνα δίπλα στη φωτιά, όλα συμφωνούν πως η λύση στο πρόβλημα σου είναι η τραγανιστή πάπια. Ένα φαγητό Κινέζικο που μαγείρευαν οι αρχαίοι πρόγονοι μας τόσο παλιά που εκεί που τώρα βρίσκονται τα ανάκτορα, ήτανε κάμποι με χλόη ψηλή όσο το μπόι ενός ανθρώπου και βοσκούσαν εκεί πέρα τα κοπάδια των μαμμούθ. Θα σου δώσω γραμμένη τη συνταγή με τα υλικά και ακριβείς οδηγίες. Θα ακολουθήσεις το γραφτό πιστά και θα ετοιμάσεις το φαγητό. Θα την καλέσεις να φάει μαζί σου και δε θα τις φανερώσεις τον έρωτα σου ούτε στιγμή, μόνο θα φροντίσεις να αδειάσει το πιάτο της. Θα τη συνοδεύσεις στο σπίτι της σα να μη συμβαίνει τίποτα. Την άλλη μέρα το πρωί που θα ξυπνήσει, θά ’ναι δικιά σου. Θα πω να σου ετοιμάσουν ένα αντίγραφο της συνταγής να πάρεις μαζί σου. Πήγαινε τώρα ξένε και να ‘ναι ο δρόμος σου ευτυχισμένος.

Πήδηξα πάνω τρέμοντας από ενθουσιασμό.
- Δάσκαλε, είπα, δεν ξέρω πώς να σε ευχαριστήσω. Γέμισες την καρδιά μου με χαρά. Θα σε θυμάμαι για πάντα. Στο βιβλίο που γράφω για το ταξίδι μου, θα σε μνημονεύω σε κεφάλαιο ιδιαίτερο ώστε οι γενιές που θάρθουν, στον τόπο μου, να μάθουν για τη μεγαλωσύνη σου και θα μιλήσω στους σοφούς της πατρίδας μου για σένα και αν θέλεις κάτι από μένα θα κάνω τα πάντα να στο δώσω και….
Με διέκοψε με ένα νεύμα που σήμαινε πως όλα αυτά δεν είχαν νόημα για αυτόν.
- Μόνο πρόσεξε, είπε. Σου λέω ξανά να εκτελέσεις πιστά τη συνταγή και σου δηλώνω πως χέρι όχι Κινέζικο μπορεί και να μην πετύχει. Αυτά.
Μες στον ενθουσιασμό μου δεν έδωσα σημασία ιδιαίτερη. Σηκώθηκα, υποκλίθηκα και παίρνοντας μαζί μου το διερμηνέα, βγήκαμε απ’ το δωμάτιο. Ο νεαρός του σπιτιού μου έδωσε το αντίγραφο της συνταγής, που το φύλαξα βαθιά στον κόρφο μου. Συναντήσαμε τους υπόλοιπους της συνοδείας και φύγαμε από το χωριό.
Από τη στιγμή εκείνη και μετά οι ώρες και οι μέρες περνούσαν εκπληκτικά γρήγορα. Οτιδήποτε κι αν γινόταν, οπουδήποτε κι αν βρισκόμουν, μου ήταν όλα τόσο αδιάφορα ώστε ουσιαστικά μόνο το σώμα μου ήταν παρόν. Διότι το μυαλό μου, ήταν μονίμως αλλού. Δύο σκέψεις τριγυρνούσαν συνέχεια στο μυαλό μου, η μια εναλλασσόταν με την άλλη χωρίς να παρεμβάλλεται άλλο τίποτα και έτσι δικαιολογείται η κατάσταση μου – θέλω να πω όταν βρίσκεται κανείς σε μια τέτοια κατάσταση, χάνει την αίσθηση του χρόνου και του χώρου. Οι δύο έμμονες ιδέες, οι δυο μοναδικές μου σκέψεις αφορούσαν δύο θηλυκά. Την όμορφη Βενετσάνα μου και την πάπια. Άλλο δεν ήθελα παρά να γυρίσω στη Βενετία, να μαγειρέψω την τραγανιστή πάπια, να ταΐσω την αγαπημένη μου και να κερδίσω για πάντα την καρδιά της. Έτσι λοιπόν περνούσα τον καιρό μου και οι μόνες στιγμές που ξαναποκτούσα επαφή με την πραγματικότητα, ήταν όταν χωνόμουνα στην κουζίνα του Παλατιού και με τη βοήθεια των μαγείρων, με τη συνταγή στο χέρι, έφτιαχνα τραγανιστή πάπια πάλι και πάλι ώσπου στο τέλος έμαθα πια να εκτελώ τη συνταγή με κλειστά μάτια και είχα –υπολογίζω- όταν έφθασα στο σημείο αυτό, μαγειρέψει τουλάχιστον τέσσερα – πέντε κοπάδια πάπιες τραγανιστές. Το άλλο που έκανα ήταν να φροντίσω να προμηθευτώ γενναίες ποσότητες από τα υλικά εκείνα που απαιτούσε η συνταγή και δεν ήταν απαραίτητα φρέσκα, συνεπώς μπορούσαν να αντέξουν το μακρινό ταξίδι της επιστροφής. Αυτή η ενέργεια βέβαια, ήταν ολωσδιόλου άνευ ουσίας γιατί – δεν ξέρω αν το’πα και πιο πριν – τα υλικά της συνταγής ήταν απλούστατα και θα μπορούσα εύκολα να τα βρω και στην πατρίδα. Όμως εμένα με γέμιζε αυτοπεποίθηση να ξέρω ότι τα έχω όλα έτοιμα εκτός από λίγα φρέσκα λαχανικά τα οποία θυμόμουν καλά ότι φύτρωναν σε αφθονία στον κήπο του σπιτιού μου, και το σημαντικότερο……… την πάπια!
Μ’ αυτά και μ’αυτά λοιπόν, ο καιρός περνούσε. Φρόντισα κι εγώ να επισπεύσω διάφορες διαδικασίες, να ακυρώσω εκδρομές, επισκέψεις, συναντήσεις και κυρίως να συντομεύσω την οργάνωση του ταξιδιού της επιστροφής. Και έτσι έφτασε η μέρα της αναχώρησης μας. Με λαμπρές τελετές και με ενθουσιασμό μεγάλο, τόσο οι επίσημοι όσο και ο λαός, μας αποχαιρέτησαν και το καραβάνι μας ξεκίνησε. Στο ταξίδι μου συνέβαινε ότι και τον τελευταίο καιρό στην Κίνα. Δεν ένοιωθα τις μέρες που περνούσαν, το κρύο, τη ζέστη, την κούραση, μόνο εκείνη σκεφτόμουν και είχα την εικόνα της στο μυαλό μου, άσε που την έβλεπα κιόλας μπροστά μου. Σ΄ένα σύννεφο στον πρωϊνό ουρανό, στην επιφάνεια ενός βράχου, στο πρόσωπο μιας νεαρής αγρότισσας που μας κούναγε το χέρι από το πλάι του δρόμου καθώς περνούσαμε καλπάζοντας.
Μια φορά μάλιστα, - μόλις που είχε ανατείλει ο ήλιος, θυμάμαι, ενώ εμείς είχαμε ξεκινήσει μια ώρα τουλάχιστον πριν – την είδα πιο ωραία από ποτέ, μέσα σε μια μικρή λιμνούλα, στη ρεματιά κάτω από το δρόμο, με τα μάτια της να μου γελάνε και τα μαλλιά της να κυματίζουν απαλά όμοια με την επιφάνεια του νερού. Τράβηξα, θυμάμαι, δυνατά τα χαλινάρια του αλόγου και το σταμάτησα. Στηρίχτηκα με τα δυο χέρια στο μπροστινό μέρος της σέλλας και κοίταζα απορροφημένος από κει πάνω, τη γυναίκα – λίμνη κάτω χαμηλά και ξαφνικά η θεϊκή μορφή, πάει, έσπασε σε μικρά κομματάκια κι αμέσως μετά χάθηκε τελείως καθώς κάτι ανατάραζε τα νερά κι ένας κόμπος σφίχτηκε στο στομάχι και την καρδιά μου – κακοσημαδιά σκέφτηκα. Μα μετά που ηρέμησαν οι αφροί και τα νερά, τι λέτε πως είδα; Πάνω στη λίμνη να πλέει καμαρωτή, αφήνοντας πίσω της δύο βαθιά αυλάκια, μια καφεγαλαζοπράσινη πάπια, γυαλιστερή, πανέμορφη, με άσπρο δαχτυλίδι στο λαιμό κι όμορφα σα χάντρες κόκκινα, μάτια. Το γεγονός το θεώρησα καλό οιωνό σε τέτοιο σημείο που είχα κέφι ανεξάντλητο για όλη την επόμενη εβδομάδα και όλη μα όλη εκείνη την ημέρα τραγουδούσα πάνω στο άλογο μου, με δυνατή φωνή – και να σημειώσω ότι δεν είμαι καθόλου καλλίφωνος (και είναι αυτό ένα από τα πράγματα που δεν έγινα όπως θα επιθυμούσε η μητέρα μου να γίνω) – μέχρι που οι υπασπιστές και οι αχθοφόροι άρχισαν να με κοιτάνε καχύποπτα. Μετά από δικές μου εντολές ο ρυθμός του ταξιδιού ήταν εξαντλητικά γοργός και καταφέραμε τελικά να φτάσουμε στην πατρίδα στο ένα τρίτο του χρόνου που είχαμε κάνει όταν πηγαίναμε. Πολλά μίλια πριν τη Βενετία ο κόσμος είχε αρχίσει να βγαίνει στο δρόμο να μας προϋπαντήσει, να μας ραίνει με λουλούδια, να προσφέρει φρούτα, δροσερό νερό, φιλοξενία – το νέο του ερχομού μας είχε διαδοθεί παντού – εμείς όμως προχωρούσαμε γρήγορα χωρίς στάσεις, εκτός από τις απόλυτα αναγκαίες . Το τελευταίο βράδυ κοιμηθήκαμε σε ένα πανδοχείο. Ο ιδιοκτήτης μας περιποιήθηκε τόσο πολύ που φεύγοντας, εκτός από γενναία αμοιβή – ενώ δεν ήθελε χρήματα καθόλου – του έδωσα επίσης ένα ζευγάρι κεντητές μεταξωτές παντόφλες γι αυτόν και μια υπέροχη βεντάλια για τη γυναίκα του και του εξήγησα ότι είναι αντικείμενα από τη μακρινή χώρα που είχα πάει.
Ξύπνησα πολύ-πολύ πριν φέξει. Υπολόγιζα ότι θα φτάναμε στη Βενετία, μεσημεράκι. Κέντριζα το άλογο μου κι έτρεχα πιο γρήγορα και πιο γρήγορα ενώ οι υπόλοιποι με προσπάθεια μεγάλη με ακολουθούσαν. Προς το μεσημέρι, λίγη ώρα πριν μπούμε στην πόλη, είχα συγκρατήσει τον καλπασμό του αλόγου και προχωρούσα πιο αργά απολαμβάνοντας την υπέροχη προοπτική που τον τελευταίο καιρό γέμιζε την ψυχή μου και τώρα δεν απείχε παρά μόνο λίγες ώρες η στιγμή για να πραγματοποιηθεί. Έτσι αφηρημένος που ήμουν καθώς ονειροπολούσα, ξαφνιάστηκα πολύ από ένα θόρυβο που άκουσα απ’ τον ουρανό ακριβώς από πάνω μου. Το τίναγμα μου τρόμαξε το άλογο που άρχισε να τινάζεται κι αυτό, να χλιμιντρίζει και να σηκώνεται στα πίσω πόδια, όμως αμέσως σχεδόν το ησύχασα και το έκανα να υπακούσει γιατί ήταν ζώο καλό κι εκπαιδευμένο. Κοίταξα να δω τι ήταν αυτό που με είχε ξαφνιάσει. Προς τα δεξιά μου, στο πλάι του δρόμου, ένα κοπάδι πουλιά έπεφτε μέσα στις λόχμες και τους ψηλούς θάμνους. Άκουσα τον ήχο απ’ τις φτερούγες τους που μετά σταμάτησε καθώς κατέβηκαν στο έδαφος και ίσα με την άκρη του ματιού μου που είδα κάποια απ’ αυτά. Δεν είδα, πιο πολύ από τον ήχο των φτερών συμπέρανα ότι ήταν μεγάλα πουλιά. Μα υποψία γεννήθηκε μέσα μου, ξεκρέμασα τη βαλλίστρα μου και πήρα στο χέρι δυο βέλη. Ξεπέζεψα και σκυφτός κι όσο πιο ήσυχος μπορούσα μπήκα μέσα στους θάμνους. Λίγο μετά οι θάμνοι άνοιγαν κι υπήρχε εκεί ένα ξέφωτο όπου κυλούσε ένα ποτάμι. Τα πουλιά ήταν εκεί. Ήταν πάπιες! Η καρδιά μου χοροπήδησε μες στο στήθος. Στέκονταν εκεί και τσιμπολογούσαν στο χώμα, μερικές χτύπαγαν τα φτερά τους να τα ξεμουδιάσουν κι άλλες είχαν αρχίσει να αργοπλατσουρίζουν στο νερό. Όμως δεν είχαν προλάβει ακόμα να χαλάσουν τελείως το σχηματισμό που είχαν όταν πετούσαν. Δυο γραμμές δηλαδή που φτιάχνανε παίρνοντας θέση η μία πίσω από την άλλη και οι γραμμές αυτές ενώνονταν στη μια τους άκρη φτιάχνοντας έτσι μία γωνία. Στην κορυφή υπήρχε μια πάπια πιο μεγάλη και πιο εντυπωσιακή από τις άλλες και φανερά πιο όμορφη από τις υπόλοιπες. Προφανώς ήταν αρχηγός, αυτή που όταν πετούσαν πήγαινε μπροστά κι έδειχνε το δρόμο. Τώρα αφού επιθεώρησε για λίγο τις υπόλοιπες, με μια όλο σιγουριά κίνηση γλίστρησε μέσα στο νερό κι άρχισε να πλέει όλο καμάρι, απολαμβάνοντας τη δροσιά. Πιο σπουδαία πάπια δεν είχα ξαναδεί ποτέ κι αμέσως αποφάσισα πως η μοίρα την έστειλε για να με βοηθήσει να πετύχω τον ευγενικό σκοπό μου. Στήριξα το βέλος στη βαλλίστρα και τη σημάδεψα. Ποτέ μου δεν υπήρξα κυνηγός και τη λυπήθηκα έτσι όπως στόχευα κι αυτή «κολυμπούσε» ανέμελη. «Είναι για καλό και για ευτυχία» της είπα, αλλά μιλώντας στον εαυτό μου, κι έριξα. Το βέλος τη χτύπησε καίρια. Μπήκα στο νερό μέχρι τα γόνατα, τη μάζεψα, επέστρεψα στο άλογο μου και τη στήριξα στη σέλλα.
Ξεκινήσαμε ξανά και μετά από λίγο φτάσαμε στη Βενετία. Υπό άλλες συνθήκες, η υποδοχή που μου έγινε θα ήταν από τα πιο σημαντικά πράγματα που συνέβησαν στη ζωή μου. Όμως με την αγωνία για την έκβαση του σχεδίου μου, που θα εφαρμοζόταν σε λίγο, με την προσμονή και τον πόθο να πάλλονται μέσα μου σαν κάτι ζωντανό, αντιμετώπισα την υποδοχή αυτή σαν απόμακρο και δευτερεύον γεγονός. Δε θέλω να υποτιμήσω την περίσταση, απλώς θέλω να πω ότι αν ήμουν απερίσπαστος, το καμάρι και η περήφανη συγκίνηση που ένοιωσα θα ήταν συναισθήματα σαρωτικά καθώς αντίκρυσα την πόλη όλη σημαιοστολισμένη, στρατιωτικά αγήματα να αποδίδουν τιμές, χιλιάδες λαού να ζητωκραυγάζει και να μας ραίνει με λουλούδια, φωνές που υψώνονταν και καλωσόριζαν τη «Δόξα της Βενετίας» και τους επίσημους: τον επίσκοπο, το ναύαρχο, τον ίδιο το Δόγη και ω! τη Μεγαλειότητά Του, το Διάδοχο να περιμένουν για να με συγχαρούν.
Με διπλωματία και επιδεξιότητα τέτοια που θαύμασα τον εαυτό μου κατάφερα να φερθώ με κάθε ευγένεια και σεβασμό, αλλά συνάμα και να μεταθέσω όλες τις προς τιμήν μου εκδηλώσεις, τις προσκλήσεις, τις δεξιώσεις και όλα αυτά για την αυριανή μέρα προφασιζόμενος εξάντληση από το μακρινό – α! πόσο μακρινό – ταξίδι.
Έσπευσα στο σπίτι μου κι αφού δέχθηκα τις φιλοφρονήσεις και την ειλικρινή, όλο αγάπη, υποδοχή του υπηρετικού μου προσωπικού, πήρα παράμερα την πιστή μου μαγείρισσα, μια παχουλή, καλόβουλη κυρία και πήγαμε στην κουζίνα όπου της εξήγησα διεξοδικά τι ήθελα από αυτήν. Της έδωσα οδηγίες για τις βασικές προετοιμασίες. Την ώρα που έφευγα την είδα να έχει ξεκινήσει το ξεπουπούλιασμα της πάπιας.
Είχα ήδη στείλει αγγελιοφόρο και έτσι με περίμεναν στο σπίτι της μέλλουσας συντρόφου μου!! Με υποδέχτηκε ο πατέρας της με συγχαρητήρια και εξαίροντας την τόλμη, το σθένος και τα δεκάδες άλλα προτερήματα μου και μεταξύ ατελείωτων φιλοφρονήσεων μου δήλωσε ότι είχε μείνει πιστός στη συμφωνία που είχαμε κάνει πριν φύγω και πως μόνο η συγκατάθεση της κοπέλλας απέμενε για να ξεκινήσουμε αμέσως τις πρέπουσες ενέργειες. Δήλωσα ξανά τον απεριόριστο σεβασμό μου και ζήτησα την άδειά του να καλέσω τη μικρή στο σπίτι μου για δείπνο. Δέχτηκε αμέσως κι έστειλε μια υπηρέτρια να την ειδοποιήσει και να της ανακοινώσει την πρόσκλησή μου.
Εκείνη μπήκε στο δωμάτιο, μια μικρή θεά!! Δέκα φορές πιο όμορφη απ’ ότι την είχα αφήσει, με τα μαλλιά της ξέπλεκα και τα μάτια – που όμοια δεν είχα ξαναδεί – να λάμπουν, κινιόταν με τη χάρη της λαφίνας, έδειξε μεγάλη χαρά που με είδε, μού ΄δωσε το λευκό χεράκι της να φιλήσω, τόσο απαλό, τόσο φίνο, τόσο ευωδιαστό, τόσο δροσερό που ήταν σαν το ακούμπησα με τα χείλη μου – η καρδιά μου χόρευε τόσο μες στο στήθος μου που νόμισα ότι θα πεταχτεί έξω και σταύρωσα τα μπράτσα μου σφιχτά να την εμποδίσω, παρ΄όλο που δεν ήταν τούτη η πλέον αρμόζουσα στάση.
Όταν της είπε ο πατέρας της την πρόταση μου, κοκκίνησε και δήλωσε ότι την τιμά πολύ και ευχαρίστως θα δεχόταν. Πήγα να λιποθυμήσω. Φεύγοντας κατέβαινα πέντε – πέντε τα σκαλιά και πήδαγα σαν παιδάκι του σχολείου από την χαρά μου.
Φτάνοντας σπίτι άρχισα να φροντίζω για όλες τις λεπτομέρειες. Το τραπεζομάντηλο, τα κηροπήγια, το σερβίτσιο – από Κινέζικη πορσελάνη, το είχα φέρει μαζί μου ειδικά γι αυτό το σκοπό -, το καλύτερο κρασί απ’ το κελλάρι μου, ένα μικρό σύνολο που θα έπαιζε μουσική κάτω στον κήπο και πολλά ακόμη. Δεν άφησα στην τύχη το παραμικρό.
Μετά χώθηκα στην κουζίνα και με βοηθό τη μαγείρισσα έβαλα όλη μου την τέχνη κι ετοίμασα την πάπια. Μια μικρή δοκιμή με έπεισε ότι ξεπέρασα τον εαυτό μου και χωρίς ίχνος έπαρσης πιστεύω ότι η τραγανιστή μου πάπια θα αποσπούσε ευνοϊκότατα σχόλια ακόμα και από τους πιο απαιτητικούς Κινέζους μαγείρους.
Αφού ντύθηκα και στολίστηκα κάθισα και την περίμενα μ’ένα ποτήρι κρασί. Δεν είχα πια καθόλου αγωνία, μόνο μια ήρεμη αυτοπεποίθηση. Ένοιωθα την παρουσία του Κινέζου σοφού πολύ κοντά μου, ήξερα ότι είχα κατά γράμμα ακολουθήσει τις οδηγίες του κι ήξερα επίσης πως ότι εκείνος έλεγε, έβγαινε πάντα αλήθεια.
Ήρθε ακριβώς την ώρα που είχαμε συμφωνήσει.
Φορούσε βραδυνό, επίσημο ένδυμα. Είχε τα μαλλιά της χτενισμένα προς τα πίσω, πιασμένα σε κοτσίδα με μια διαμαντένια καρφίτσα. Κι άλλα πολύτιμα κοσμήματα στόλιζαν τα δάχτυλα, το λαιμό και τα αυτιά της. Επίσης είχε ελαφρά βαμμένα τα χείλη και τα μάτια. Ήταν όμορφη, όμορφη όπως πάντα με ένα διαφορετικό όμως είδος ομορφιάς από εκείνο το κοριτσίστικο που εγώ είχα συνηθίσει. Με αυτήν την εμφάνιση σού’δινε πιο πολύ την εντύπωση όχι μιας ωραίας κοπέλλας αλλά μάλλον μιας ωραίας γυναίκας! Ενθουσιάστηκα. Την κάθισα απέναντι μου στο τραπέζι. Διακριτικά της είπα ότι ήταν πολύ όμορφη απόψε. Κοκκίνησε και χαμήλωσε τα μάτια. Μ΄ευχαρίστησε για τη φιλοφρόνηση μου αλλά και για την πρόσκληση μου που την έκανε πολύ χαρούμενη και την τιμούσε πολύ. Ήταν πάντως, στην αρχή, πολύ ντροπαλή και συγκρατημένη. Η ατμόσφαιρα όμως, το φως των κεριών δηλαδή, οι μελωδίες των μουσικών απ’ τον κήπο, ο τρόπος που της μιλούσα και όσα της έλεγα αλλά κυρίως δύο ποτήρια κρασί, την έκαναν να νοιώσει άνετα και να αρχίσει να αντιδρά πιο αυθόρμητα. Η δική μου συμπεριφορά ήταν πιστεύω άψογη. Κατάφερα να ελέγξω τόσο πολύ τον εαυτό μου που ούτε στα μάτια μου δε φάνηκε η αχόρταγη επιθυμία μου για εκείνη. Μόνο μιλούσα και μιλούσα συνεχώς. Και όχι για άλλο πράγμα παρά μόνον για όσα είχαν σχέση με το ταξίδι μου. Είχα διαλέξει τα πιο παράξενα, τα πιο ενδιαφέροντα και τα πιο διασκεδαστικά απ΄όσα μου συνέβησαν και της εξιστορούσα. Και κείνη πότε άνοιγε διάπλατα τα μάτια από ενθουσιασμό, πότε προσηλωνόταν με προσοχή μεγάλη, και πότε γελούσε αυθόρμητα. Έδειχνε να περνάει πολύ καλά. Κάποια στιγμή σερβιρίστηκε η πάπια. Για μια στιγμή γέμισα άγχος τρομερό γιατί σκέφτηκα κάτι που μέχρι τότε δε μού΄χε περάσει απ’ το μυαλό, ότι δηλαδή το φαγητό μπορεί να μην της άρεσε. Τη στιγμή που έβαλε την πρώτη μπουκιά στο στόμα της μού’ χε κοπεί η ανάσα και μόνον όταν άφησε ένα επιφώνημα επιδοκιμασίας αισθάνθηκα καλά και πάλι. Συνεχίσαμε να τρώμε, να πίνουμε και να μιλάμε. Άδειασε όλο της το πιάτο και μάλιστα έφαγε και για συμπλήρωμα μια μικρή φτερούγα.
Όλα είχαν πάει καλά. Πιο ικανοποιημένος δε θα μπορούσα να είμαι. Η ώρα περνούσε και δεν έδειχνε καμμία διάθεση να φύγει. Της υπενθύμισα όμως ότι παρ΄ όλο που η συντροφιά της μου έδινε μεγάλη χαρά, ήταν πρέπον να επιστρέψει σπίτι της. Για να πάμε έως εκεί, χρησιμοποιήσαμε τη δική μου άμαξα. Όταν φθάσαμε κατέβηκα πρώτος και βοήθησα και εκείνη να κατέβει (ένοιωσα ρίγη καθώς την άγγιξα). Ευχαριστήσαμε ο ένας τον άλλον για την ωραία βραδυά, είπαμε καληνύχτα κι εκείνη ανέβηκε τις σκάλες του σπιτιού, μετά κοντοστάθηκε λίγο, γύρισε, μου χαμογέλασε (ένα χαμόγελο όλο γλυκειές υποσχέσεις) και μπήκε μετά γρήγορα γρήγορα μες στο σπίτι. Εγώ επέστρεψα στο δικό μου. Τα είχα καταφέρει! Εκείνη τη νύχτα κοιμήθηκα τόσο καλά όσο ποτέ άλλοτε στη ζωή μου.
Ξύπνησα νωρίς. Καλωσόρισα τον ήλιο, το ξύπνημα των γειτόνων μου και το δροσερό πρωινό αεράκι. Όταν η ώρα μου φάνηκε κατάλληλη, ξεκίνησα για το σπίτι της αγαπημένης μου. Βρήκα την εξώπορτα κλειστή. Χτύπησα…. Κανείς. Χτύπησα πάλι, πιο δυνατά. Άκουσα κίνηση από μέσα. Ξεκλείδωσαν την πόρτα και την άνοιξαν. Φάνηκε μια ηλικιωμένη υπηρέτρια με μάτια κατακόκκινα και βουρκωμένα που τα σκούπιζε με ένα μουσκεμένο μαντήλι, ολοφάνερα σημάδια ότι είχε πλαντάξει στο κλάμμα! Κάτι δυσοίωνο άρχισε να πλανιέται στην ατμόσφαιρα.
- Μπορώ να δω τη νεαρή κυρία σου; Ρώτησα.
Και να που ξέσπασε σε κλάμματα γοερά, μου άρπαξε το χέρι και άρχισε να το φιλάει.
- Αχ! Αφέντη μου. Αχ! Αχ! Μουρμούρισε.
- Μα τι συμβαίνει καλή μου; Τη ρώτησα σφίγγοντας της το χέρι.
- Αχ! Αφέντη μου. Αχ! Κακό που μας βρήκε!
- Γυναίκα, θα μιλήσεις καθαρά; της είπα με αυστηρό τόνο.
Και κείνη αποκρίθηκε κομπιάζοντας από τα αναφιλητά.
- Αχ! ευγενικέ μου αφέντη. Συμφορά μεγάλη βρήκε το σπιτικό τούτο. Χτες τη νύχτα η κόρη του κυρίου κλέφτηκε κρυφά με το Μάριο, κείνον τον ψηλό, το μελαχροινό γονδολιέρη που περνάει τα κανάλια τραγουδώντας κι όλες οι γυναίκες σκύβουνε να τον δουν κι είναι όλες, παντρεμένες κι ανύπαντρες ερωτευμένες μαζί του, τόσο όμορφος αληθινά που είναι, σαν άγαλμα αρχαίο, πλάνεψε και το δικό μας το κορίτσι, πού΄χανε μαζί έρωτα κρυφό, ένα χρόνο τώρα. Ήρθε το βράδυ και την πήρε μαζί του την περιστέρα μας, ποιος ξέρει που την πήγε, καταραμένος να’ναι, με την ομορφιά του τη γέλασε και σκόρπισε την απελπισία στο σπίτι τούτο. Αχ! Ο κύριος μου ο δύστυχος είναι πάνω τώρα ξαπλωμένος, έχουν έρθει οι γιατροί, δε μιλάει, δεν κουνιέται – μου φαίνεται πως θα πεθάνει. Έλα αφέντη μου πάνω, έλα να του μιλήσεις, να τον καλοπιάσεις, εσένα που σε σέβεται και…..
Εκείνη μίλαγε αλλά είχα πάψει πια ν’ ακούω. Γύρισα κι έφυγα. Παραπατώντας προχωρούσα σα χαμένος. Μόλις βρέθηκα στο πρώτο κανάλι, κατέβηκα τα σκαλοπάτια που φτάνανε ως κάτω στο νερό και τα χρησιμοποιούσαν οι βαρκάρηδες και οι επιβάτες για να μπαίνουν στις γόνδολες, σωριάστηκα στο τελευταίο σκαλί και κοίταγα αποσβολωμένος τα θολά νερά του καναλιού.
Πώς ήταν δυνατόν; Δε μπορούσα να το πιστέψω αυτό που μου συνέβαινε! Όλα γκρεμίστηκαν. Καταστροφή. Μα γιατί, γιατί; Αφού όλα είχαν πάει καλά, λάθος δεν είχα κάνει κανένα. Πήγαινα να χάσω το μυαλό μου. Και τότε κάτι αναδεύτηκε στο βάθος των θολών νερών. Μια μαύρη σκιά πλησίασε για λίγο προς την επιφάνεια κι έπειτα χάθηκε ξανά. Ήτανε μάλλον ένα από τα σκουρόχρωμα εκείνα ψάρια που ζούνε βαθιά μες στο κανάλι. Κι έτσι όπως η μαύρη μορφή του φάνηκε μες στη θολούρα, έτσι όπως ξεχώρισε για μια στιγμή και διαγράφηκε καθαρά έτσι και μες στο μπερδεμένο μου μυαλό σχηματίστηκε με μιας η εξήγηση για ότι συνέβει.
Δεν είχα δώσε σημασία, τό’χα τελείως ξεχάσει. Να όμως που το θυμήθηκα ξαφνικά.
Μ’είχε προειδοποιήσει ο γέρο σοφός, μου το’χε πει πως δεν ήξερε, δε μπορούσε να εγγυηθεί για την επιτυχία εάν το χέρι που μαγείρευε την πάπια δεν ήτανε Κινέζικο. Και την πάπια τη μαγείρεψα εγώ που είμαι Βενετσάνος και όχι Κινέζος και σα να’κανα κάποιου είδους ιεροσυλία, κάτι άπρεπο, οι Κινέζοι θεοί δεν ήταν μαζί μου, με μένα τον ξένο. Και όταν το μυαλό και η λογική ικανοποιήθηκαν με την εξήγηση που απαιτούσαν, τότε μαύρισε η ψυχή και ήρθε η δυστυχία. Η δυστυχία πού’κανε την καρδιά μου σπίτι της από εκείνη τη στιγμή και δεν έχει φύγει λεπτό μέχρι τα τώρα που γράφω τούτες τις γραμμές, παρ’όλο που έχει περάσει ένας χρόνος.
Να, μόνο τις τελευταίες μέρες που αποφάσισα να ξεκινήσω να γράφω τις αναμνήσεις από τα ταξίδια μου, είμαι λίγο καλύτερα λες και το γράψιμο απαλύνει τον πόνο. Ελπίζω ο καλός θεός να με βοηθήσει να απαλλαχτώ από το αβάσταχτο βάρος πού’χει πλακώσει τη ζωή μου γιατί δε μπορώ να το αντέξω για πολύ ακόμα. Η ευσπλαχνία Του είναι η μόνη μου σωτηρία.
Όμως για Σένα, για Σένα Ευγενικέ Αναγνώστη, στο τέλος τούτου του γραφτού παραθέτω τη συνταγή όπως ακριβώς την πήρα από τον Κινέζο γερό σοφό και σου εύχομαι από τα βάθη της ψυχής μου να καταφέρεις ότι εγώ δεν κατάφερα και να τα φέρει έτσι η τύχη και οι καιροί που θα αλλάξουν, που θα σταθεί δυνατό να φάει η εκλεκτή της καρδιάς σου πάπια τραγανιστή, μαγειρεμένη από χέρι Κινέζικο και να κερδίσεις Εκείνη, μαζί και τη Χαρά.

Εμπρός στο δρόμο που χάραξε ο Λύο (IV)....

...Καλοβυρνάς, με το υπέροχο "Πλαθολόγιο Λέξεων" των εκδόσεων Intro Books (ISBN: 960-6680-12-6). Ας προσπαθήσουμε (έστω και ως ανάξιοι μιμητές) να καταγράψουμε ορισμένα ακόμα λήμματα.

αρτιμάνιος, ο: ο σχολαστικός σε ψυχωτικό βαθμό με την ορθότητα, την πληρότητα και την αρτιότητα στο καθετί – ως συνήθως (με όλους τους σχολαστικούς) πρόκειται για άτομο ανικανοποίητο, βασανισμένο αλλά και κουραστικό για τον περίγυρο του. Π.χ. : «Άστο ρε παιδάκι μου, καλά είναι κι έτσι, αμάν πια με την αρτιμανία σου, Αμαάν!!!».

Πέμπτη, 27 Σεπτεμβρίου 2007

Ο καημένος ο Έντουαρντ

Poor Edward, τραγούδι του Tom Waits, απόδοση στα Ελληνικά: Χ.Δ.Τ.


Τ’ άκουσες τα νέα για τον Έντουαρντ
στο πίσω μέρος του κεφαλιού του
έχει ένα δεύτερο πρόσωπο
πρόσωπο γυναίκας
ή νέας κοπέλλας.
Λένε ότι θα πεθάνει αν το αφαιρέσει
κι έτσι είναι καταραμένος ο καημένος ο Έντουαρντ,
το πρόσωπο γελούσε ή έκλαιγε
ήταν ο διαβολικός του δίδυμος
και τα βράδυα του μίλαγε
για πράγματα που ακούγονται μόνο στην Κόλαση.

Αδύνατο ήταν να τους χωρίσεις
δεμένοι μαζί για μια ζωή
στο τέλος σήμανε η ώρα του χαμού του,
νοίκιασε ένα ακριβό δωμάτιο
και κρεμάστηκε εκεί
από τα κάγκελα του μπαλκονιού.
Μερικοί πιστεύουν ακόμα
ότι από κείνη λυτρώθηκε
μα εγώ την ήξερα καλά
και λέω τον έσπρωξε στην αυτοκτονία
και μαζί της στην Κόλαση πήρε, τον καημένο τον Έντουαρντ.

Τετάρτη, 26 Σεπτεμβρίου 2007

Ο Προδότης

The Traitor - Τραγούδι του Leonard Cohen, απόδοση στα Ελληνικά: Χ.Δ.Τ.

Στον Αγγλικό ποταμό βούτηξε τώρα ο Κύκνος
α, διάπλατα ανοίξαν ροδοπέταλα αγάπης
μια ηλιοκαμμένη μ'ήθελε το καλοκαίρι
και κοίταγαν όλο από αντίπερα οι Κριτές.

Είπα στη μάνα μου "Μάνα, εγώ θα φύγω
φύλα την κάμαρα μου μα μην κλαις
κι αν φθάσουν λόγια στ' αυτιά σου γι άσχημο τέλος
λάθος ήταν δικό μου αλλά και της στιγμής.

Μ' αρρώστησα το Ρόδο μ' άλικα ρίγη
τον Κύκνο γέλασα με κάποιο ίχνος ντροπής
Είπε: στο τέλος ήμουν εγώ ο πιο καλός εραστής της
και με κεραυνοβόλησε μ' άγρια ματιά.

Οι Κριτές είπαν: "έχασες για τόσο δα λίγο
μάζεψε το στρατό σου να επιτεθείς"
ονειροπόλοι ενάντια στους ανθρώπους της δράσης
Ω, δες! Είναι οι ονειροπόλοι που νικούν.

Στους λαγόνες αγγίζοντας για μια στιγμή μοιραία
τα χείλη της φίλησα ότι διψούσα πολύ
αχ! η ψευτιά μου με τσίμπησε σα σφήκα
και το φαρμάκι μου παραλύει το κορμί.

Και δε μπορούσα να πω στους νέους στρατιώτες
ότι είχαν πια άνωθεν εγκαταλειφθεί
κι έτσι πλέον στων μαχών τα πεδία
με τους εχθρούς της αγάπης έχω καταταχθεί.

Και πάει καιρός πού 'πε "Εγώ θα φύγω
μα το σώμα μου κράτα να χρησιμοποιείς
να κουνιέσαι απάνω του όταν κοιμάμαι
τρύπα με βρόχια το Ρόδο ο Κύκνος να τυλιχτεί".

Κάθε μέρα λοιπόν το καθήκον μου κάνω
την αγγίζω εδώ κι εκεί όπως ξέρω καλά
το ανοιχτό της στόμα φιλώ, την ομορφιά της δοξάζω
κι ο κόσμος με λέει προδότη και με περιφρονεί.

Τρίτη, 18 Σεπτεμβρίου 2007

Εμπρός στο δρόμο που χάραξε ο Λύο (ΙΙI)....

...Καλοβυρνάς, με το υπέροχο "Πλαθολόγιο Λέξεων" των εκδόσεων Intro Books (ISBN:960-6680-12-6). Ας προσπαθήσουμε (έστω και ως ανάξιοι μιμητές) να καταγράψουμε ορισμένα ακόμα λήμματα.

Βρωμοβιότοπος, ο: περιοχή όπου το νερό είναι κύριος παράγοντας ελέγχου του φυσικού περιβάλλοντος, της χλωρίδας και της πανίδας, όπως εκβολές ποταμού, λίμνη, λιμνοθάλασσα κ.λ.π., κατά κανόνα και ιδιαίτερου φυσικού κάλλους που όμως – δυστυχώς – βρίσκεται στην Ελλάδα όπου ελάχιστοι δίνουν σημασία σε τέτοια θέματα και γεμίζουν τους χώρους αυτούς (όπως και καθετί ωραίο στη φύση - παραλίες, πηγές, ποτάμια, ρεματιές, φαράγγια, σπήλαια κ.ά.) με ένα σωρό σκουπίδια και βρωμιές. Π.χ. ο φίλος μου ο Γιάννης όταν είχε έρθει στην πατρίδα μου, στη Λακωνία, χλεύαζε τις πινακίδες «Προς υδροβιότοπο», στο Δέλτα του Ευρώτα: «Χα! Με τέτοιο σκουπιδαριό…προς βρωμοβιότοπο έπρεπε να λένε!!».

Δευτέρα, 17 Σεπτεμβρίου 2007

Maestro

Ο Leonardo Da Vinci (1452-1519) συνήθιζε να έχει πάντα μαζί του σημειωματάρια όπου και σημείωνε διαρκώς. Το πλήθος των σημειώσεων του παρουσιάζουν την ίδια χειμαρρώδη πληθωρικότητα αλλά και αταξία με όλη τη δημιουργική παραγωγή του. Σημειώσεις για τα πάντα: πρόχειρες αυθόρμητες ενστικτώδεις σκέψεις, υπολογισμοί, εκτιμήσεις και υπενθυμίσεις για έργα του σε εξέλιξη ή μελλοντικά σχέδια, παρατηρήσεις για τη φύση ή για συμβάντα γύρω του, αναφορές σε έργα προγενέστερων, συχνά επαναλαμβανόμενα αποσπάσματα, μερικές φορές ακόμα και αντιφατικά, οι σημειώσεις του Λεονάρντο συμπληρώνουν το αχανές έργο αυτής της εμβληματικής προσωπικότητας, του «μάγου από το Βίντσι».
Ακολουθεί ένα απόσπασμα περί των αποκρυφιστικών τεχνών. Απόδοση από τα Αγγλικά: Χ.Δ.Τ.

«Η φύση ασχολείται με την παραγωγή των βασικών στοιχείων. Μα ο άνθρωπος, από αυτά τα βασικά στοιχεία παράγει ένα άπειρο αριθμό συνδυασμών, παρ’ όλο που δεν είναι εις θέση να παράγει κανένα στοιχείο εκτός από μια άλλη ζωή, σαν τον ίδιο – αυτό δηλαδή που συμβαίνει με τα παιδιά του.
Οι παλιοί αλχημιστές ας σταθούν μάρτυρες μου, που δεν τα κατάφεραν ποτέ ούτε με τύχη ούτε με τα πειράματα να αναδημιουργήσουν έστω και το παραμικρό στοιχείο που η φύση μπορεί να φτιάξει. Παρ’ όλα αυτά οι δημιουργοί αυτών των συνδυασμών αξίζουν αμέτρητους επαίνους για τη χρησιμότητα όσων εφευρίσκουν για τις ανάγκες των ανθρώπων και θα τους άξιζαν ακόμα περισσότεροι αν δεν είχαν υπάρξει και εφευρέτες ορισμένων ολέθριων πραγμάτων όπως τα δηλητήρια και άλλα παρόμοια που καταστρέφουν τη ζωή και το μυαλό, για τα οποία δεν απαλλάσσονται από τη μομφή.
Πολύ δε περισσότερο που, με πολύ μελέτη και πειράματα, προσπαθούν να δημιουργήσουν όχι τα ειδεχθή της φύσης αλλά τα πιο εξαιρετικά και συγκεκριμένα το χρυσό, τον πραγματικό γιο του ήλιου, αφού απ’ όλα τα δημιουργήματα είναι αυτό που μοιάζει περισσότερο στον ήλιο. Κανένα δημιούργημα δεν είναι τόσο άφθαρτο όσο αυτός ο χρυσός. Δεν καταστρέφεται από τη φωτιά που εξουσιάζει όλα τα άλλα δημιουργήματα και τα εξαλείφει σε στάχτες ή γυαλί ή καπνό. Ακόμα όμως κι αν ακραία φιλαργυρία σας οδηγήσει σε τέτοιο ατόπημα, τότε γιατί να μην πάτε στα ορυχεία, εκεί που η φύση δημιουργεί το χρυσό και να γίνετε μαθητής της;
Εκεί αυτή θα σας θεραπεύσει έμπρακτα από την αφροσύνη σας δείχνοντας σας πως τίποτα από αυτά που χρησιμοποιείτε στον κλίβανο σας δεν είναι ανάμεσα σε εκείνα που αυτή χρησιμοποιεί για να παράγει το χρυσό. Εδώ δεν υπάρχει ούτε υδράργυρος, ούτε θειάφι ούτε φωτιά άλλη από τη ζεστασιά της Φύσης που δίνει στον κόσμο μας ζωή. Και θα σας δείξει τις φλέβες του χρυσού να απλώνονται μέσω του μπλε κύανου lupis lazuli που το χρώμα του δεν επηρεάζεται από τη δύναμη της φωτιάς. Και εξετάστε καλά τις διακλαδώσεις των φλεβών του χρυσού και θα δείτε τις απολήξεις τους να απλώνονται συνεχώς με αργή κίνηση, μεταστοιχειώνοντας σε χρυσό ότι κι αν αγγίζουν. Και σημειώστε ότι εκεί μέσα υπάρχει ένας ζωντανός οργανισμός που είναι πέρα από τις δυνάμεις σας να τον δημιουργήσετε.

Από τις δοξασίες του ανθρώπου, η πιο ανόητη από όλες είναι αυτή που πιστεύει στην νεκρομαντεία, την αδελφή της αλχημείας. Μα είναι ακόμα πιο ανοιχτή σε επικρίσεις από την αλχημεία γιατί δε γεννά άλλο τίποτα παρά πράγματα σαν την ίδια, ψέματα δηλαδή. Αυτό δε γίνεται με την αλχημεία που ή άσκηση της δε μπορεί να γίνει από την ίδια τη φύση, γιατί δεν υπάρχουν σε αυτή τα όργανα που χρησιμοποιεί ο άνθρωπος με τα χέρια του για να φτιάξει γυαλί κ.ά. Αλλά αυτή η νεκρομαντεία είναι η σημαία, είναι το λάβαρο που φυσάει ο άνεμος, είναι ο οδηγός του ανόητου όχλου που είναι μόνιμα μάρτυρας στα χωρίς όριο αποτελέσματα αυτής της τέχνης. Κι έχουν γεμίσει βιβλία που λένε ότι οι γητείες και τα πνεύματα μπορούν να εργάζονται και να μιλάνε χωρίς οργανικά μέλη – χωρίς τα οποία είναι αδύνατος ο λόγος – και να μεταφέρουν τα βαρύτερα φορτία και να φέρνουν καταιγίδα και βροχή. Κι ότι οι άνθρωποι μπορούν να μεταμορφωθούν σε γάτες και λύκους και άλλα κτήνη παρόλο που είναι πράγματι αυτοί που βεβαιώνουν τέτοια πράγματα που πρώτα αποκτηνώνονται. Και σίγουρα αν αυτή η νεκρομαντεία υπήρχε, όπως πιστεύεται από ανθρώπους με ρηχό μυαλό, άλλο δε θα υπήρχε πάνω στη γη με τόσο μεγάλη σημασία για την καταστροφή όσο και την εξυπηρέτηση του ανθρώπου. Αν ήταν αλήθεια ότι υπήρχε τέχνη με τέτοια δύναμη που να μπορεί να διαταράσσει την ηρεμία και τη γαλήνη του αέρα και να την μετατρέπει σε σκοτάδι, και να δημιουργεί λάμψη και αστραπές και κεραυνούς θανατηφόρους που να φωτίζουν σκίζοντας αυτό το σκοτάδι, και καταιγίδες ορμητικές που να ξεθεμελιώνουν ψηλά κτίρια και να ξεριζώνουν δάση, να κλονίζουν στρατούς και να τους διαλύουν και να τους καταλύουν, και – πιο σοβαρό ακόμα – να δημιουργούν σαρωτικές καταιγίδες που στερούν στους χωρικούς και τους αγρότες τη δίκαια ανταμοιβή των κόπων τους. Γιατί τι πιο ανήλεος πόλεμος μπορεί να υπάρξει από κείνον που στερεί στους ανθρώπους του αντίπαλου τη σοδειά τους; Και τι ναυμαχία θα μπορούσε να συγκριθεί με εκείνη που θα έκανε όποιος μπορεί να εξουσιάζει τις συντριπτικές θύελλες και να βυθίζει τον κάθε στόλο; Σίγουρα όποιος εξουσιάζει τέτοιες βίαιες δυνάμεις θα γίνει ο Κύριος των εθνών και καμμία ανθρώπινη διάνοια δε θα μπορέσει ν’ αντισταθεί στην καταστρεπτική ισχύ του. Οι θαμμένοι θησαυροί, οι πολύτιμοι λίθοι που βρίσκονται κρυμμένοι στο σώμα της γης, όλα θα φανερωθούν σ’ αυτόν. Ούτε κλειδαριά, ούτε φρούριο όσο απόρθητα κι αν είναι δε θα μπορέσουν να προστατέψουν κανέναν, ενάντια στη θέληση τέτοιου νεκρομάντη. Που θα κινείται εναέρια από την Ανατολή στη Δύση και όλα τα σημεία του ορίζοντα. Μα γιατί να επεκταθώ κι άλλο πάνω σ΄αυτό το θέμα; Τι υπάρχει που δε θα μπορούσε να γίνει από τέτοιο τεχνίτη; Τίποτα σχεδόν, εκτός από το να αποφύγει το θάνατο.
Εξηγήσαμε συνεπώς εν μέρει τις πονηριές και τις χρήσεις που μπορεί να έχει μια τέτοια τέχνη, αν είναι αληθινή. Κι αν είναι όμως αληθινή, γιατί δεν έχει μείνει μόνο ανάμεσα σε ανθρώπους που τόσο την επιθυμούν και δεν έχουν σεβασμό σε κανένα θεό; Γιατί ξέρω πως υπάρχουν αμέτρητοι άνθρωποι που για να χορτάσουν τις ορέξεις τους, θα κατέστρεφαν και το Θεό και το σύμπαν ολόκληρο. Και γιατί η τέχνη αυτή δεν έχει μείνει ανάμεσα στους ανθρώπους παρ’ όλο που τόσο τη χρειάζονται, γιατί ούτε υπήρξε, ούτε θα υπάρξει ποτέ.

Είναι αδύνατον για οτιδήποτε από μόνο του να γίνει η αιτία της δημιουργίας του. Κι όσα υπάρχουν από μόνα τους είναι τα αιώνια».

____________________________________________
Από το βιβλίο “The Notebooks of Leonardo Da Vinci” με επιλογή και επιμέλεια της Irma A. Richter – έκδοση Oxford University Press από το 1952 με επανεκδόσεις έως το 1991, ISBN:0-19-281538-5

Κυριακή, 16 Σεπτεμβρίου 2007

Carrickfergus

Ιρλανδικό μοιρολόι - απόδοση στα Ελληνικά: Χ.Δ.Τ.

Ήθελα νά 'μουν
στο Carrickfergus
τις νύχτες μόνο
στο Ballygrand.
Τη βαθιά θάλασσα
να κολυμπήσω
μα τις νύχτες μόνο
στο Ballygrand.
Μα η θάλασσα είναι πλατιά
πως να την περάσω;
κι ούτε φτερά
έχω να πετώ.
Ήθελα νά 'ξερα
ένα βαρκάρη
αντίπερα να με πάρει
μ' Εκείνην μαζί.

Τώρα στο Kilkenny
είναι πια γραμμένο
σε μαρμαρόπετρες πάνω
μαύρες, σκοτεινές.
Με χρυσό κι ασήμι
θα την στόλιζα εγώ
μα δε θα τραγουδήσω
άλλο αν δεν πιω ένα ποτό.
Σήμερα μεθυσμένος
και τόσο σπάνια νηφάλιος
ένας αλήτης ωραίος
σε κάθε πόλη γυρνώ.
Α, μα έχω πια αρρωστήσει
κι είναι οι μέρες μου λίγες
ελάτε όλα τα αγόρια
και ξαπλώστε με εκεί.

Η παιδική μου ηλικία
λυπητερές αναμνήσεις
από χαρούμενες μέρες
πού 'ναι τόσο παλιές.
Τα παιδιά που ήταν φίλοι
κι όλοι οι συγγενείς μου
φύγαν σα χιόνι της άνοιξης
που γίνεται νερό.
Έτσι θα περιπλανιέμαι
και θα περνάει ο καιρός μου
μαλακιά είναι η χλόη
και το κρεββάτι μου εκεί.
Ω, να πάω στο σπίτι μου
στο Carrickfergus
απ' το μακρύ δρόμο κάτω
στην αλμυρή ακτή.



___________________________
Carrickfergus: πόλη στη Βόρειο Ιρλανδία, Ballygrand: χωριό στις Εβρίδες, Kilkenny: πόλη στην Ιρλανδία

Πέμπτη, 13 Σεπτεμβρίου 2007

Ημερολόγιο τοίχου (αντιγραφή: Χ.Δ.Τ.)

Τετάρτη 7 Μαρτίου 2007

Ανατολή: 6.49 - Δύση: 18.24
Σελήνη 18 ημερών

Λαυρεντίου οσίου, Βασιλέως & Αιθερίου

Πίσω όψη

Θέλω να μπω στη μαύρη
γη, να πάψουνε οι πόνοι,
γιατί το γέλιο κι η χαρά
σ' εμένα δε σιμώνει

Τρίτη, 11 Σεπτεμβρίου 2007

Εμπρός στο δρόμο που χάραξε ο Λύο (ΙΙ)....

...Καλοβυρνάς, με το υπέροχο "Πλαθολόγιο Λέξεων" των εκδόσεων Intro Books (ISBN:960-6680-12-6). Ας προσπαθήσουμε (έστω και ως ανάξιοι μιμητές) να καταγράψουμε ορισμένα ακόμα λήμματα.

Μισθόδουλος, ο (& η): Ο (ή η) επί σειράν ετών ασκών αλλ' ουχί αγαπών έμμισθο επάγγελμα με αποτέλεσμα να έχει σε σημαντικό βαθμό αδρανοποιηθεί για να αντέξει την καθημερινή, μηχανική, άσκοπη ανάλωση ψυχικών και σωματικών πόρων αλλά και του Χρόνου του με αντίτιμο τον σταθερό (και συχνά ούτε καν αξιόλογο) Μισθό, που χρειάζεται καθώς έχει πια απωλέσει τη φαντασία και το κουράγιο να βρει άλλο τρόπο να βιοπορίζεται. Και είναι αυτό ένα είδος δουλείας. Π.χ. "τα 10 πρώτα χρόνια στην εταιρία (ή υπηρεσία, ή μαγαζί, ή ...) όλο έλεγε ότι αυτό ήταν προσωρινό κι ότι όλα θα άλλαζαν σύντομα. Τώρα έχει συμβιβασθεί. Πού να τρέχουμε; Είναι κι ο σταθερός μισθός. Μεγάλο πράγμα!".

Πού βρίσκεις τις λέξεις;

Οι λέξεις βουίζουν στο κεφάλι μου
σαν κοπάδι από μέλισσες
σαν κοπάδι από σφήκες
από όταν ήμουν παιδί
στο κεφάλι μου οι λέξεις βουίζουν.

Όμως (Χα!), Εσάς ζαλίζουν!

Gold Rush

Μικρό ευχετήριο ποίημα για το καινούριο (χρυσαφί) αυτοκίνητο και συνοδευτική ιστορία.

Ο «πυρετός του χρυσού» αντίθετα από ότι έχει καθιερωθεί να πιστεύεται, δεν είναι μια φράση που περιγράφει τον ομαδικό παροξυσμό και τη μανία που κατέλαβε τους κατοίκους των Ηνωμένων Πολιτειών αλλά και των άλλων χωρών της Αμερικής - και της Ευρώπης ακόμα - όταν, στα τέλη του 19ου αιώνα, έγινε γνωστή η ανακάλυψη κοιτασμάτων χρυσού στο βόρειο μέρος της ηπείρου, στο Γιούκον και το Κλόνταϊκ της Αλάσκας. Τότε που σε ελάχιστο χρόνο χιλάδες άντρες κάθε λογής (τυχοδιώκτες, διψασμένοι για εύκολο και γρήγορο πλούτο, απελπισμένοι ή απλά λάτρεις της περιπέτειας ή ποιός ξέρει τί άλλο) μετανάστευσαν στον παγωμένο και αφιλόξενο βορρά και άρχισαν να επιδίδονται εκεί, ζώντας σε άθλιες συνθήκες, σε ένα ξέφρενο κυνήγι του πολύτιμου μετάλλου, ακόμα πιο άγριο και εντατικό από αυτό που λίγους αιώνες πριν, στην ίδια ήπειρο, στάθηκε η αιτία να εξαφανιστούν οι αρχαίοι πολιτισμοί των Ίνκας, των Μάγιας και των Αζτέκων, από τους πρώτους Ισπανούς, Πορτογάλους και άλλους Ευρωπαίους που πάτησαν στα χώματα της Αμερικής.
Παρ’ όλο που «ο πυρετός του χρυσού» αφορά αυτό το γεγονός και τη χρονική περίοδο, δεν αναφέρεται –σα φράση- σε αυτό το στάδιο παρά σε ένα μεταγενέστερο. Τότε που πολλοί από τους άντρες αυτούς περιήλθαν σε μία τελείως ιδιότυπη πνευματική κατάσταση που τους οδήγησε σε ακραίες πράξεις και συμπεριφορές.
Αυτό θεωρείται πλέον απόλυτα ακριβές καθώς το βεβαιώνουν δεκάδες γραπτές μαρτυρίες. Αρκεί να αναφέρουμε εκείνες δύο προσώπων που υπήρξαν, μεταξύ άλλων, από τους πιο διάσημους χρυσοθήρες στον κόσμο.
Αυτή του Αμερικανού συγγραφέα Jack London (1876 – 1916) που πολύ πριν πεθάνει άρρωστος, τσακισμένος από τις καταχρήσεις, ναρκομανής, αλκοολικός, παγκοσμίως γνωστός, πάμπλουτος και ταυτόχρονα καταχρεωμένος, είχε –στα νιάτα του- πάει από τους πρώτους στην Αλάσκα.
Και επίσης τη μαρτυρία του Scrooge McDuck που είναι γνωστό ότι οι επιτυχημένες, νεανικές χρυσοθηρικές του εξερευνήσεις ήταν η αφορμή που πολύ σύντομα έγινε πάμπλουτος και –βέβαια- τόσο γνωστός ήρωας των comics.
Λένε λοιπόν οι συγκεκριμένοι δύο, αλλά και όλοι οι άλλοι μάρτυρες, ότι λίγους μήνες μετά από τότε που έφθαναν στην Αλάσκα, τους έπιανε τους άντρες αυτούς, ήδη καταβεβλημένους από την απάνθρωπη κούραση, την απίστευτη ταλαιπωρία, τις πολύ σκληρές καιρικές συνθήκες και –κυρίως- την αβάσταχτη αγωνία για την ανακάλυψη των πολύτιμων κοιτασμάτων που είχαν φανταστεί,…… τους έπιανε «ο πυρετός του χρυσού»!
Και τότε, στις ξύλινες καλύβες που όπως-όπως έμεναν, άλλοι μονάχοι τους και άλλοι μαζί, με μακριά πια γένεια όλοι τους και με θολό το μάτι, σα νά’ χαναν ξαφνικά το νου τους και σαν τρελλοί από τον «πυρετό» άρχιζαν να συμπεριφέρονται με παράξενο και συχνά ακραίο τρόπο.
Για παράδειγμα κάποιοι τους, ξαφνικά και χωρίς κουβέντα, εγκατέλειπαν τους συντρόφους και τα παραπήγματα τους και έβγαιναν έξω στην παγωμένη νύχτα κι άρχιζαν να περπατούν χωρίς κατεύθυνση συγκεκριμένη στα χιόνια και χάνονταν. Κι άλλους τους έβρισκαν μετά από μέρες ή βδομάδες κι άλλους δεν τους έβρισκαν ποτέ.
Άλλοι πάλι σηκώνονταν απότομα και με την όλο μυστήριο δήλωση (όλοι την ίδια, κάθε φορά): «Εγώ φεύγω, θα πάω με τους λύκους!», έφευγαν κι ακολουθώντας τα χνάρια των λύκων στο χιόνι και τα ουρλιαχτά τους, πήγαιναν να συναντήσουν την πιο κοντινή αγέλη. Κι όταν γινόταν η συνάντηση αυτή, δε χρειάζεται να πούμε τί ακολουθούσε…
Και ήταν άλλοι που με το τίποτα και για αφορμές ασήμαντες πιάνονταν σε καβγάδες απίστευτης έντασης και βίας που εξελίσσονταν χωρίς έλεγχο σε σκοτωμούς και σφαγές και λουτρά αίματος μεταξύ ανθρώπων που πριν λίγο ήταν φίλοι και συνεργάτες.
Πάντως η πιο ήπια και η πιο παράξενη ταυτόχρονα εκδήλωση του «πυρετού του χρυσού» ήταν η ακόλουθη: πολλοί –πάρα πολλοί- από τους χρυσοθήρες άρχιζαν αναπάντεχα να φτιάχνουν στίχους (μάλιστα στίχους!) και ποιήματα! Όσο αλλόκοτο κι αν ακούγεται, άνθρωποι χωρίς μόρφωση και παιδεία, χωρίς καμία κλίση στις τέχνες, αγράμματοι πολλοί από αυτούς, ταίριαζαν νύχτα-μέρα στίχους και ποιήματα. Ποταμούς ολόκληρους, χιλιάδες, εκατομμύρια λέξεις σε έργα χωρίς –εννοείται- κανενός είδους πνοή, ταλέντο ή λογοτεχνική αξία. Παράταιρα, άκομψα, συχνά ακατανόητα, με μόνη σταθερά την ιδέα του «χρυσού» ήταν τα «ποιήματα» αυτά: σε κάθε ένα, μα σε κάθε ένα!, υπήρχε μία τουλάχιστον αναφορά σε κάποιο χρυσό αντικείμενο. Είτε με στοιχεία από την ιστορία, ας πούμε αναφορές στα χρυσά αγάλματα και κοσμήματα πολιτισμών όπως οι Αιγύπτιοι και οι Έλληνες ή οι ιθαγενείς της Αμερικής, είτε με αναφορές σε γνωστά σε όλη τη δυτική κουλτούρα θέματα όπως το χρυσό γοβάκι της Σταχτοπούτας από το παραμύθι (Aschenputtel, Brueder Grimm: Kinder – und Hausmaerchen).
Κι όλα αυτά μπερδεμένα με τον πιο απροσδόκητο τρόπο, με το πιο ετερόκλητο υλικό όπως για παράδειγμα με τις τελευταίες τεχνολογικές εξελίξεις της βιομηχανικής επανάστασης που δίκαια πυροδοτούσαν και (ίσως) ξεπερνούσαν τη φαντασία των ανθρώπων της εποχής, καθώς και με τα κάθε είδους απωθημένα, πάθη και συναισθήματα των «δημιουργών».
Το αποτέλεσμα ήταν πραγματικά μοναδικό.
Το συγκεντρωμένο, τεράστιο πλήθος στίχων της «ποίησης του πυρετού του χρυσού» αξίζει (από επιστημονικής, ιστορικής, λαογραφικής και λογοτεχνικής πλευράς) σοβαρής καταγραφής και μελέτης.
Προς το παρόν, στη σελίδα που ακολουθεί, δημοσιεύεται ένα μικρό χαρακτηριστικό απόσπασμα.

Με το νέο το αμάξι
το «χρυσό» Nissan το Micra
εύχομαι καλά ταξίδια
και ωραίες βόλτες
κι όλο να σού’ρχονται χαρές
κι ούτε μία πίκρα