Πήγα στο γνωστό τζαζ κλαμπ της πόλης
προσκεκλημένος
από φίλο που
ήταν ήδη εκεί με την
παρέα του σαν έφτασα
πολύ γνωστός ο
μουσικός διάσημος
σε όλον τον
κόσμο, Aμερικανός
έγχρωμος, από
μουσική οικογένεια
πατέρας, θείοι...
ξεκίνησε να μαθαίνει
διάφορα
όργανα από παιδί
μεγάλος πια στα
χρόνια εβδομηνταπέντε και
βάλε, βαρύς τις
κινήσεις και κάπως
κουρασμένος τους
τρόπους
δεν είν’ και
ν΄απορείς σκέφτηκα
πόσες
εκατοντάδες, πόσες χιλιάδες
τέτοιες βραδιές
νά ΄χει περάσει
κι απ’ την άλλη
μια σκέψη μου
καρφώθηκε πως ότι
δηλαδή τι δουλειά
είχε αυτός εδώ
στην άκρη της Ευρώπης
και ίσως ήταν που
δεν είχε τόσο
πέραση πια στην
πατρίδα
κι αναγκαζόταν να
δουλεύει πλέον μακριά
σ’ εξωτικούς
προορισμούς δείγμα ασφαλώς μιας
άδοξης κατάληξης
επαγγελματικής καρριέρας
μα όλες τούτες οι
σκέψεις σκόρπισαν εντελώς
σαν η ορχήστρα
άρχισε να παίζει με
τρόπο
αριστοτεχνικό καθένας τ’ όργανο του
παράγοντας μαζί
ένα εξαιρετικό
ηχητικό
αποτέλεσμα που ενθουσίασε
τους πάντες κ΄η
μουσική με την
μοναδική της
μεταφορική ικανότητα
μας πήρε και μας
πήγε σ’ έναν κόσμο
άλλον, πολύ
καλύτερον από αυτόν
Παρ’ όλα αυτά μια
σκέψη άλλη επέμενε
αναρωτιόμουν αν
αυτός ο κάπως υπέρβαρος
άντρας με τα
αραιωμένα πλέον άσπρα μαλλιά
ως φάνηκε σε μια
στιγμή που έβγαλε το καπέλλο του
αν έστω και
μερικές στιγμές μετά από τόσο και
τόσα βράδυα
μπροστά σε πολυάριθμα ετερόκλητα
ακροατήρια με
άλλες συνθέσεις όπως και
ορχήστρες μα λίγο
πολύ με την ίδια μουσική τα
ίδια κομμάτια, αν
αισθανόταν όπως τότε, όπως πρώτα...
Ποιός ξέρει στου
καθενός την ψυχή
τί κρύβεται κ’
έτσι χωρίς απάντηση θα έμενε η
απορία μου αυτή
νόμιζα όμως εντέλει απαντήθηκε
σαν είδα κατά τη
διάρκεια ενός ξέφρενου σόλο
καθώς τα δάχτυλα κινούνταν
με ταχύτητα απάνω
στα κλειδιά, το
στήθος ανεβοκατέβαινε φυσώντας το σαξόφωνο,
τα χείλη
σφίγγονταν στο επιστόμιο... είδα λοιπόν
στον κρόταφο ν’
αρχίζει να κυλά γυαλίζοντας
πάνω στο μαύρο
δέρμα εκείνη η στάλα του ιδρώτα.