Σάββατο, 18 Ιουλίου 2020

Πάει (για άλλη μια φορά) η παλιά προμετωπίδα



Σήμερα αγαπητοί επισκέπτες, αναγνώστες και φίλοι του ιστολογίου, καλοί μου άνθρωποι, όπως λέγαμε και πριν καιρό (http://badsadstories.blogspot.com/2019/04/blog-post_30.html, καθώς και https://badsadstories.blogspot.com/2018/09/blog-post_25.html , αλλά και http://badsadstories.blogspot.com/2018/01/blog-post_4.html) και αντιγράφουμε σε μεγάλο βαθμό σήμερα, βάσει μίας συνήθειας που εξεκίνησε και βαίνει σταδιακά προς παράδοση, έγινε η αποκαθήλωση της παλιάς προμετωπίδας μας η οποία, επί ικανό χρονικό διάστημα δεκατεσσεραμισι και κάτι μηνών, υποδεχόταν τους εισελθόμενους με ισχύ υπολογίσιμη και ωραίο αισθητισμό, προϊδεάζοντας τους ίσως περί του τί θα βρούνε, λίγο έως πολύ, παρακάτω. Για αυτήν την χρήσιμη πολύ λοιπόν και τίμια υπηρεσία που προσέφερε, καλό θεωρήσαμε να μην την αφήσουμε να χαθεί και μείνει αφανής, παρά να την περισώσουμε έστω και ως αρχειακή αναφορά με τούτη εδώ την αφιερωμένη, ειδικά σε εκείνη δημοσίευση. Ελπίζουμε συγχρόνως ότι επάξια θα την αντικαταστατήσει η νέα που μόλις προ ολίγου αναρτήσαμε και όσο η προηγούμενη ή - γιατί όχι; - κι ακόμα παραπάνω θα σας ικανοποιήσει.
Καλή ανάγνωση λοιπόν...

"......
Η νύχτα γλίστρησε στο σπίτι.
Φύσαγε κι έσβηνε τα μάτια του.
Κρύωνε κι έμπαινε στο σώμα του η θάλασσα.
Πάλι δεν είπε σήμερα αυτό που ήθελε να πει.
Και σήμερα δεν έκανε αυτό πούχε να κάνει.
Μένει στην ερημιά που έχτισε ασάλευτος.
Μ' ένα χάρτινο τριαντάφυλλο για μάτι.
Και τους φτωχόδρομους της πόλης του σαν αλυσίδες.
Από παντού για πάντα να τον έχουν περιζώσει.
                                                                                1987
......"

Ποίημα "Περίλυπος σ΄αυτή την ησυχία" του Δ. Ε. Κουκούτση, από τη συλλογή Εκλογή Ι, 1982 - 1999, Σπάρτη - 1999

Παρασκευή, 17 Ιουλίου 2020

Προσποίηση



Σταθμεύει τ' όχημα του
προσωρινά, με αναμμένη μηχανή
τυχαία δήθεν, για λίγο
πάνω από παραλίες λουομένων
και κάνει ότι αγναντεύει
(φορώντας προνοητικά γυαλιά ηλίου)
πέρα προς τον ορίζοντα
στο πέλαγος το ανοιχτό
μ' αυτός κοιτάει αχόρταγα
κορμιά των γυναικών
με τα αποκαλυπτικά μαγιώ
που κολυμπούν ή ξαπλωμένες λιάζονται
ή παίζουν κάποιο τόπι
ή που ολόρθες στέκουνται
με τα νερά να στάζουν
κ' οι οφθαλμοί του διαστέλλονται
(αλλά δε φαίνονται πίσω από τα γυαλιά)
από τον πόθο ερωτικό
έντονο, βασανιστικό
κ΄οι ρώθωνες του πάλλονται
έτσι όπως συλλαμβάνουν εκείνη την οσμή
τόσο ιδαίτερη ανάμιξη
της θάλασσα αλμύρα
και διαφόρων τύπων αντηλιακό.

Πέμπτη, 16 Ιουλίου 2020

Κατακαλοκαιρινό, λεξιπρωτότυπο



Δεν υπάρχει αλλοφρούτο
γλυκοκαιονειρεμένο
σαν τοσυκογινωμένο

Κάτου από συκιά αν φτάσω
δε θα φύγω άμα δε σκάσω

Αλλά και θα επωμισθώ φορτίου
κει, στα τέλη Ιουλίου.

Τετάρτη, 15 Ιουλίου 2020

Λίγα λόγια. Και καλά.


                                             Αθήνα, 8/7/'020

Αγαπημένο μου Ημερολόγιο καλησπέρα.
Σήμερα ήταν μια καλή μέρα.
Καληνύχτα.

Τετάρτη, 8 Ιουλίου 2020

Απολογία, ασφαλώς μακροσκελής και ενίοτε παραληρηματική, ενός παιδιού της Φάρας



Δεν εφόνισα κανέναν
κύριε Πόλιζμαν εγώ
δώκετε μου ελευθέραν
πέμψατε δια τον φρουρό

Και τα αίματα όλα πόθεν;
κόπηκα στο ξούρισμα
μ' αφού έχω γενειάδα;
να σας πω νανούρισμα!

Μη μου λέτε δαύτο είναι
ολωσδιόλου άσχετο
αντί στέρεο άλλοθι έχω
οίστρο ακατάσχετο

Με αυτόν θα θριαμβεύσω
έμπροσθεν των δικαστών
και του νόμου αντιπροσώπων
ένορκων και θεατών

Με την πάρλα μου θα δούνε
την αλήθεια αλλιώτικα
κι άμα θέλουν τα λέω άγια
κι αν γουστάρουν μόρτικα

Ότι είμαι από σόι
κι από γένος τρανταχτό
ευγενών και ευπατρίδων
κόμηδων εγώ βαστώ

Έτυχε νά 'χουν ξεπέσει
τελευταία θα μου πεις
πού 'ν οι πρόξενοι κ' οι λόρδοι
κ' οι Κυρίες της Αυλής

Είν' ο μπάρμπας καροτσέρης
κ' η θεια καλντεριμιτζού
αδερφό έχω σαλταδόρο
και η γιαγιά μου βοθρατζού

Ο νονός μου πεταλώνει
όνους, ψύλλους, άλογα
ο παππούς μου μπαρμπουτιέρης
πράττει τα ανάλογα

Ετελείωσα σχολείο
(βέβαια το νυχτερινό)
έξι τάξεις πήγα πρώτη
μ' έδιωξαν με το στανιό

Μού 'κοψαν τη μόρφωση μου
την καλή την τύχη μου
υπογράφω τ' αρχικά μου
με μικρό το νύχι μου

Ρίχτηκα στη βιοπάλη
μα πού νά βγει προκοπή
έκανα και το λεμβούχο
ε, ρε, κει να δεις κουπί

Κάτι μικροανομίες
ε, τις κουμαντάριζα
μα ψιλό παιχνίδι μόνο
κι όλο κάτι χάριζα

Στα φτωχά της γειτονιάς μου
χήρες και τα ορφανά
και ηράσθην δεσποινίδα
τσαχπινούλα, μορφονιά

Θα με πάρεις; μ' αρωτούσε
κι έλεα: Αλίμονο!
μα εκείνη το χαβά της
μπούρου μπούρου επίμονο

Σκάσε μωρή σακαφιόρα
και το σκώτι μού 'πρηξες
και να πεις πως πήρα γλύκα;
λίγο μπούτι μού ΄δειξες

Πάει αυτή και πάμε γι άλλα
μία βρήκα τροφαντή
ήταν βέβαια πενηντάρα
μα λαχτάραε νταχτιρντί

Πέντε μήνους με τραβούσε
έρεψα σαν το κερί
έκοψα για να τη βγάλω
όπως όπως καθαρή

Ύστερα έγινα τσιράκι
μες στα λαθρεμπόρια
χρήμα έβγαινε αράδα
φίνα και πανώρια

Μα καρφώσανε ρουφιάνοι
πάει, τσάκισ' η δουλειά
και πλακώσαν αφραγκίες
δώστου πάλε όπως παλιά

Κι έπιασα πια τα τριάντα
μ' ούτε στάλα αναλαμπή
και με λέγανε ρεμάλη
μα δεν είχα τί να πει

Έτσι μού 'ρθε η ιδέα
να γενόμουνα παπάς
όσο νά 'ναι έχεις σέβας
και στα σίγουρα πατάς

Πήγα σ' ένα ιεροράφτη
που το ράσο μού 'ραψε
κι ο μπαρμπέρης πού 'ταν βλάμης
δε με ξανακούρεψε

Ααα, ήρθα βρήκα την υγειά μου
βρήκα και την κλίση μου
αυτή τη δουλειά θα κάνω
είπα ως τη δύση μου

Περασάνε δέκα χρόνοι
μ' ένα βίο ζάχαρη
κι ασ' τους άλλους να χτυπιούνται
μούρτζουφλοι και άχαροι

Πώς δε βρήκαν τώρα ότ' ήμουν
κάλπης, τζούφιος, γιαλαντζή;
Δόξα νά 'χεις λέω Θε μου
και μεγάλε Γιαραμπή

Όλα 'ντάξει και καμπόσο
μια χαρά κονόμησα
και καλά πολύ εζούσα
κι έτσι θά 'ναι νόμισα

Μα αίφνης έπεσε μπροστά μου
Διάολε ο πειρασμός
κι έγινε οργή Κυρίου
και πλημμύρα και σεισμός

Μία μικροπαντρεμένη
μ' ένα γέρο Διεφθυντή
πώς μου γυάλισ' η ρουφιάνα
κι έπιασα το λακριντί

Τέκνο μου η Αρετή είναι δώρο
θείο και εξαίσιο...
κι η κατήχηση επροχώραε
κ' είχε τέλος αίσιο

Μας μυρίστηκε ένας τρίχας
πού ΄ταν θεοσεβούμενος
και στον Τραπεζίτη τά 'πε
πού 'γινε... ηγούμενος!

Μού 'στειλε ένα ντερβίση
να μου πει το "το και το"
και του έριξα αδερφέ μου...
και τον πήραν σηκωτό

Ότι χέρι να σηκώσεις
σ' άνθρωπο άγιο, κληρικό
έχεις κάμει αμαρτία
και τρισμέγιστο κακό

Έτσι έχει η ιστορία
και πριν με δικάσετε
να τα ρίξω άλλη μία
μήπως τα ξεχάσατε;

Πώς; σας έχω εξαντλήσει
με τη φλυαρία μου;
και δεν ξέρετε που θά 'ναι
πόση η αβαρία μου;

Συνεχίζεται την αύριον
τούτη η δικάσιμος;
Κι εγώ ως τότε τί θα γένω;
Έτσι θά 'μαι, στάσιμος;

Φύλαξ, βγάλε δυο τσιγάρα
να φουμάρουμε εδώ
δώσ' μου τό ΄να να τ' ανάψω
τ' άλλο θα το πάρω... εγώ!.

Δευτέρα, 6 Ιουλίου 2020

Το ίδιο (πάνω - κάτω) με διαφορά ορισμένων ημερών



Το ίδιο (πάνω - κάτω) πράμα το σκεφτόμουν προ καιρού
δύο - τριών βδομάδων πάει να πει
κάθισα μάλιστα τις σκέψεις μου αυτές και τις κατέγγραψα
και ιδίως με τρόπο έμετρο πρακαλώ, σε στίχους...
είχα τότε εκδράμει για εορταστικό τριήμερο
προς τον συνήθη εδώ και χρόνια τόπο παραθερισμού
όπου και όπως κάθε άλλη τη φορά
πολύ απήλαυσα αυτό, το αγαπημένο μέρος
την ησυχία, τον ύπνο τον καλό
τον πρωϊνό καφέ (τον πρώτο και το δεύτερο)
στην όμορφη βεράντα του σπιτιού με τη σπουδαία θέα
από τη μία το πευκόφυτο βουνό
κι από την άλλη τη γαλάζια θάλασσα
με τα νησιά και τις βαρκούλες να σχίζουν τα νερά
διβάζοντας και γράφοντας, καπνίζοντας την πίπα μου
ακούγοντας ωραία μουσική
κι ακόμα επίσης γευστικά γλυκίσματα
στην καφετέρια του λιμανιού
χαζεύοντας τα ψαροκάικα πλαγίως δεμένα
στην προκυμαία να πωλούν το εμπόρευμα τους
στο ίδιο μέρος ακριβώς πάλι πριν να βραδιάσει
με παγωμένο ζύθο και φυστίκια αλμυρά
και κόσμος γύρω πλήθος να περνά ή να κάθεται
κι ύστερα το βραδάκι στη μικρή
την παραλιακή ταβέρνα, ίδια πάντα
και πόσο νοστιμά τα φαγητά
κι επίσης άλλες δραστηριότητες που έκανα
ας πούμε βόλτες μακρινές γύρω με το αυτοκίνητο
θαλάσσιο λουτρό και δυο πεζοπορείες
η μια συγκεκριμένα ήτανε η μετάβαση
από ένα ορεινό χωριό έως το εξοχικό του εξωκκλήσιο
μέσα από μονοπάτι
που μάλιστα στα περισσότερα σημεία του
ήταν ένα αιώνων, παραδοσιακό, χτιστό το καλντερίμι
που μέχρι πριν δεκαετίες χρησιμοποιούσανε οι χωριανοί
μαζί με τα υποζύγια τους
πηγαινοερχόμενοι στα κοντινά, μικρά τους χτήματα
βαδίζοντας εκεί λοιπόν, σε μια στιγμή επαρατήρησα
μία μακρύτατη γραμμή από μεγαλόσωμα μυρμήγκια του αγρού
που τό 'να πίσω απ' τ' άλλο βάδιζαν προς (μάλλον) τη φωλιά τους
τα πιο πολλά και κουβαλώντας κατιτίς
ένα σπυρί, ένα κομμάτι στάχυ, κάποιο φλούδι
και αυτομάτως απομάκρυνα τα πόδια μου δεξιά κ' αριστερά
κι έτσι συνέχισα να περπατώ ισορροπώντας
πάνω στ΄ανώμαλο το έδαφος και τις ασύμετρες τις πέτρες
ότι ψυχούλα έχουνε κι αυτά, πλάσματα είναι του Θεού
λόγος να τα τσαλαπατάς άκριτα δεν υπάρχει
τούτο αφού ολοκλήρωσα λοιπόν το σύντομο μου το περπάτημα
πολύ ωραία αισθανόμουνα γι αυτήν μου την ορθήν
μα εδώ που τα λέμε κι αυτονόητη την πράξη
πάντως αφού καθώς ήδη προείπαμε
κατέγγραψα τις σκέψεις μου σ' ένα μικρό στιχούργημα
τις διακοπές μου εσυνέχισα με ελαφριά καρδιά
εκείνη του ανθρώπου που αιστάνεται
σωστό το που έχει κάνει...
στην πόλη πια, με το καλό, επιστρέφοντας
λίγο αφότου μπήκα στο διαμέρισμα
με φρίκη διαπίστωσα πως ότι
μυρμήγκια εκατοντάδες
τύπου άλλου αυτά 'δω, ψιλούτσικα, μικρά
είχανε κάνει επιδρομή
και είχαν καταλάβει ένα μέρος της κουζίνας
γεμίζοντας το μάρμαρο του πάγκου
περιδιαβαίνοντας αναίσχυντα, περιφρονητικά
κάτω από το στεγνωτήριο πιάτων
γύρω από το μπουκάλι του υγρού απορρυπαντικού
απάνω στα πλακάκια...
χωρίς σκέψη καμμία και ούτε αναστολή -ετούτη τη φορά-
προχώρησα, άνευ ενοχής, σε φόνο μαζικό και εξολόθρευση
κι ύστερα, δεν το κρύβω, με χαρά
κοίταα την και πάλι καθαρή μου την κουζίνα
φευ! όμως, δεν κράτησε πολύ
δυο τρεις μονάχα ώρες και μετά
πάλι η ίδια η εικόνα
κι εκ νέου, εξ αρχής, το φονικό ξεκίνησε
όμως και πάλι ούτ' αυτό αποτέλεσμα δεν είχε...
δυο βδομάδες τώρα γίνεται αυτή η δουλειά
κι έχω μετατραπεί εγώ, ο ευαίσθητος ο άνθρωπος, που κάνει το σωστό
σ' έναν σφαγέα αιμοσταγή, σ' αδίστακτο ένα θύτη
και εκατόμβες των πλασμάτων (με ψυχούλες) του Θεού
σπρώχνονται από μένα σωρηδόν κάθε φορά
με το μικρό σκουπάκι πλαστικό
και χάνονται ύστερα, μες στο σιφόνι, στους στροβίλους του νερού
στο νεροχύτη.