Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Εγκυκλοπαιδικά. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Εγκυκλοπαιδικά. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 10 Νοεμβρίου 2019

Φιδιπήδης (λήμμα από την Αρχαιοδρομοπήδεια)


Σήμερα, γίνεται ο αγώνας δρόμου  "Αυθεντικός Μαραθώνιος των Αθηνών" και το Ιστολόγιο δημοσιεύει το συγκεκριμένο λήμμα, αφιερώνοντας το σε όλους τους δρομείς: Καλή Δύναμη!


Ο Φιδιπήδης, άλλως γνωστός ως Φιλιππίδης, ήταν Έλλην Αθηναίος που έζησε στον κόσμο αυτόν (τον αρχαίον) για 40 χρόνια, από το 530 π.Χ. έως το 490 μ.Χ. Για βιοπορισμό ασκούσε το ταπεινό, πλην τίμιο, αλλά πολύ κοπιώδες και συχνά επικίνδυνο, με γλίσχρα εισοδήματα, όμως επωφελές για την κοινωνία επάγγελμα του courier ή όπως το έλεγαν τότε, του ημεροδρόμου. Όντας από λαϊκή, εργατική οικογένεια, χωρίς σπουδαίες σπουδές ή εφόδια, κατέφυγε σε αυτό, όπως άλλωστε και σήμερα, τόσοι συνάδελφοι του. Ήταν ωστόσο φιλότιμος και επιμελής και σύντομα ξεχώρισε επιπλέον για την πρωτοφανή του ταχύτητα και αντοχή και απέκτησε για αυτό φήμη μεγάλη στους κύκλους του αλλ' ακόμα και έξω από αυτούς. Γι αυτό, όταν παρέστη ανάγκη αμέσου μηνύματος από την πόλη των Αθηνών προς την πόλη της Σπάρτης με έκκληση στρατιωτικής βοήθειας εν' όψει της Περσικής εισβολής, οι Μάνατζερς του Πολέμου τον επέλεξαν και του ανέθεσαν την αποστολήν, την οποίαν και εξετέλεσε άρτια, πραγματοποιώντας τη μετάβαση Αθήνα - Σπάρτη πηαινέλα, ένα σκασμό εκατοντάδες χιλιόμετρα δηλαδή, σε περ. δυόμιση μέρες, πράγμα αδιαννόητο σχεδόν όπως και στα όρια του εξωανθρώπινου και ακατόρθωτου ακόμη και σήμερα.
Εν συνεχεία (αν και δε βεβαιώνεται αυτό από τις πηγές), μετέβη από το πεδίο της μάχης του Μαραθώνα έως την Αθήνα για να μεταφέρει στους προαναφερθέντες Μάνατζερς το χαρμόσυνο μήνυμα της διαφαινόμενης νίκης και να εκπνεύσει αμέσως μετά. Προς τιμήν του, κατά κάποιον τρόπο, εφευρέθηκε και επιτελείται έκτοτε το αγώνισμα του Μαραθωνίου δρόμου και δη εκείνου της Αθήνας, στα χνάρια της ιστορικής διαδρομής του απίστευτου αυτού courier. Το όνομα του ήταν στην ουσία προσωνύμιο (το πραγματικό έχει ξεχαστεί) και συγκεριμένα πρόκειται για σύνθετη λέξη, σχετιζόμενη με το όλως ιδιαίτερο  στυλ τρεξίματος που τον χαρακτήριζε, αποτελούμενο από συνεχείς ελιγμούς και στροφές, κάτι σαν το επιλεγόμενο "σλάλομ" των χιονοδρόμων ή την έρπουσα κίνηση των όφεων μαζί με επαναλαμβανόμενα άλματα όπως του λαγού ή της ελάφου αντιλόπης. Ο τρόπος αυτός δεν ήταν ασφαλώς προϊόν εκκεντρικότητος αλλά σαφώς πρακτικής ανάγκης καθ΄ότι οι οδοί στις οποίες εκινείτο ο δρομεύς αυτός, ήταν κακοτράχαλοι χωματόδρομοι, δύσβατα μονοπάτια, ακόμα και γιδόστρατες και στην καλύτερη περίπτωση, μικρής συγκριτικά έκτασης πλακόστρωτα καλντερίμια. Με άλλα λόγια έτρεχε συνεχώς επί ανωμάλου εδάφους και έτσι στρέφων σαν το φίδι και πηδών, απέφευγε τα εμπόδια και τις απειλές των κοφτερών πετρών, των σκληρών και αιχμηρών βράχων, των λακουβών, των νεροφαγωμάτων, των αγκαθιών, των βάτων, της λάσπης, των ολισθηρών πλακών κ.λ.π.
Το εκ της ιδιαιτέρου του κινήσεως λοιπόν Φιδι-πήδης, έμεινε στην ιστορία ανά τους αιώνες έως σήμερα και τον έκανε γνωστό στα πέρατα του κόσμου, ενώ- περιττόν να πούμε - ότι όταν πέθανε ήταν πάμπτωχος. Βλέπετε, δεν τον πρόλαβαν οι Σπόνσορς.

Παρασκευή 23 Αυγούστου 2019

Στριγγλοβάριους (λήμμα από τη Βιοληπήδεια)



Σειρά έγχορδων χειροκατασκευών - οργάνων με όλως ιδιαίτερο ήχο και ακόμα πιο ιδαίτερη προέλευση, συλλεκτικών και σπάνιων, όπως αναφέρει στη συνέχεια η πλήρως εξακριβωμένη και διασταυρωμένη από το επιτελείο μας, εγκυκλοπαιδική μαρτυρία. (Σημ. η απολύτως έγκυρη πηγή, παραμένει κατ' επιθυμίαν ανώνυμη, τα πλήρη στοιχεία στη διάθεση της διεύθυνσης).

Πριν πολλά πολλά χρόνια, έφηβος ήμουνα θυμάμαι, θυμάμαι έναν πολύ ηλικιωμένο θείο μου να λέει πως στην περιοχή της Βάρης (Αττικής), άμα πήγαινες όταν ήταν εκείνος έφηβος, που τότε η Βάρη ήτανε ένα πολύ πολύ μακρινό μέρος, όπου άμα τέλος πάντων κατάφερνες με κάποιο, ασφαλώς εξαιρετικά μακρόχρονο και ιδιαίτερα κοπιώδη τρόπο να πας, και αφού εντέλει πήγαινες (και έφτανες), τύχαινε να βρεθείς σε κάποιο από τα ταβερνεία ή τα καφενεία της περιοχής κι έπαιρνε τυχόν τ' αυτί σου το απόγευμα, από παραδιπλανά τραπέζια όπου συναθροίζονταν οι πρεσβύτεροι ειδικότερα, τότε γρήγορα ή αργά θα άκουγες και την ιστορία του ότι δηλαδή ήτανε μια φορά κι ένα καιρό στην περιοχή αυτή, της Βάρης (Αττικής), μια γυναίκα πολύ μεγάλης ηλικίας, πολύ άσχημη, πολύ κακότροπη και μοχθηρή, μια δηλαδή σαν τις μάγισσες, τις στρίγγλες  των παραμυθιών, γι αυτό και τη λέγαν "η Στρίγγλα της Βάρης". Όλο στα κακούδια, τις αναποδιές και τη δυστυχία στο νου της αυτή είχε, μ' αυτά λες και τρεφόταν κι άμα δεν τ' απαντούσε κάθε μέρα, πράγμα που σπάνια συνέβαινε καθώς βλέπεις ο Μεγαλοδύναμος, του οποίου είναι άγνωσται αι βουλαί και μυστήριαι αι μέθοδαι, αλίμονο με απλοχεριά και αφθονία τις μοιράζει, την κακοτυχιά λέμε, τις θλίψεις, τους καημούς και τα πάθια στον κόσμο, κι άμα η Στρίγγλα της Βάρης δεν τά 'βρισκε στο διάβα της, φρόντιζε - και ήξερε πολύ καλά να μπορεί - να τα δημιουργεί.
Μόνη της βέβαια ζούσε, συγγενείς δεν είχε, ούτε κανένας έκανε χωριό μαζί της από τους χωριανούς, αρκετά έξω από το χωριό, σε μια τρωγλοκαλύβα, με έσοδα και μέσα πενιχρά, μα ούτε πού' δειχνε καθόλου να τηνε νοιάζει. Κι άμα τύχαινε να βρεθεί στο χωριό κανένας αγυιόπαις, νεοφερμένος απ' αλλού, και του βαλνότανε στο μυαλό να την πλησιάσει για να την προγκάρει και να την πειράξει, το μετάνοιωνε πικρά. Χρόνια περνάγανε μέχρι να ξαναμιλήσει, να κοιμηθεί μονάχος και χωρίς φως, να μην ξαναβρέξει τα βρακιά του ή έστω να ξαναβγεί απ' το σπίτι.
Πάντως, όπως μαρτυρούν εκείνοι οπού θυμούνται, κάποια στιγμή σε πολύ πιο προχωρημένη από την ήδη μεγάλη της ηλικία, που σε άλλην απ' αυτήν κανείς δε τη θυμόταν, με άλλα λόγια κανείς δε τη θυμόταν νέα, σε αφύσικα λοιπόν μεγάλη ηλικία, ποιός ξέρει με βάση ποιό γύρισμα της μοίρας, η Στρίγγλα της Βάρης άλλαξε απ΄τη στιγμή που καταπιάστηκε με μια παράξενη ασχολία και ούτε ξαναπείραξε κανέναν, άσε που άρχισε να έχει κάποιες αραιές επαφές με τους ανθρώπους. Και όχι για κακό. Η ασχολία αυτή ήταν, άκουσον άκουσον, η κατασκευή μουσικών οργάνων και μάλιστα έγχορδων και ειδικότερα βιολιών, βιόλων, βιολοντσέλων κ.λ.π. Πώς της ήρθε τώρα αυτό, τρέχα γύρευε. Είπαμε ήδη άλλωστε: ανεξερεύνηται αι βουλαί και μυστηριώδεις οι τρόποι Του. Ούτε προηγούμενη εμπλοκή είχε, ούτε κλίση οιαδήποτε είχε ποτέ επιδείξει, ούτε τίποτα. Παρά ξεκίνησε όλως απότομα να μαζεύει εδώ κι εκεί που γύριζε, τίποτα παλιοσάνιδα, τίποτα σκεβρωμένα ξύλα στις ακρογυαλιές που ξέβραζε η θάλασσα, τίποτα κούτσουρα στο δάσος. Και δώστου μετά να τα πελεκάει, να τα σχίζει, να τα πριονίζει, να τα πλανίζει, να τα τρίβει, να τα ζεσταίνει, να τα λυγίζει και να τα διαμορφώνει (πού την έβρισκε τη δύναμη και τη σωματική τη ρώμη ήθελα νά 'ξερα;...) κι ύστερα να τα βερνικώνει και μετά να τα συνταιριάζει και να τα κολλά κάνοντας τα σκάφη των οργάνων, κι ύστερα να βάζει τα μπράτσα στο άκρο των οποίων προσάρμοζε λογιών βίδες και κοχλίες, ενίοτε - σχεδόν πάντα - σκουριασμένες και στραβές, για να προσαρτήσει στο τέλος τις - τρόπον τινά - χορδές, άλλες από κάτι παλιοσύρματα κι άλλες φτιαγμένες από πλέξιμο τριχών της μίας και μοναδικής της κατσίκας, την οποία είχε και καταμαδήσει, γεγονός για το ποίο η κατσίκα ήταν εντελώς δυσαρεστημένη και εξαιρετικά πλέον ευερέθιστη και φοβική.
Η Στρίγγλα της Βάρης "εργαζόταν" φαίνεται πυρετωδώς διότι τα "όργανα" (οι δημιουργίες της), άρχισαν να πληθαίνουν και να σωρεύονται σε μία γωνία της καλύβας της, το ένα δίπλα ή πάνω στο άλλο, πλην όμως αποδέκτης για αυτά δεν υπήρχε, κάποιος δηλαδή να τα πάρει, να τα δοκιμάσει ή να τα χρησιμοποιήσει. Ώσπου κάποια στιγμή βρέθηκε το αθώο, φιλοπερίεργο, τολμηρό και χωρίς πολλούς δισταγμούς, φόβους ή σκέψεις ον και ήταν ασφαλώς... ένα παιδί. Ξενόφερτο κι αυτό, μέλος μιας - πολύ μεγάλης - οικογένειας τσιγγάνων που μαζί με κάποιες άλλες είχαν έρθει με καραβάνι και είχαν στήσει τον καταυλισμό τους έξω απ' το χωριό, για να συμμετέχουν ως πλανόδιοι μουσικοί στους εορτασμούς και το πανηγύρι που, όπως κάθε χρόνο, θα γινότανε σε λίγες μέρες. Αυτό το παιδί λοιπόν, με έμφυτη τη ροπή προς την περιπλάνηση και την περιπέτεια, για την οποία άλλωστε παλαιόθεν διακρίνεται η φυλή του, ένα απόγευμα ξεστράτισε και βρέθηκε μπροστά στην καλύβα της Στρίγγλας της Βάρης, στην οποία και χωρίς καμμία περίσκεψη και χωρίς να χτυπήσει καμμία πόρτα, εισήλθε ξένοιαστα για να εξέλθει λίγη ώρα μετά όχι απλώς αλώβητο και σώο, αλλά και με ένα "βιολί" και μάλιστα δωρισμένο στο χέρι.  
Γυρίζοντας στον καταυλισμό κι αφού με καμάρι το επέδειξε στα υπόλοιπα παιδιά και έπαιξαν κάμποση ώρα με αυτό, στη συνέχεια το παράτησε σε μια γωνιά μες στο τσαντήρι και πήγε με τους φίλους του να παίξουν... ποδόσφαιρο. Ο παππούς του νεαρού, αρχιμουσικός της οικογένειας, δάσκαλος των νεότερων και μαέστρος της ορχήστρας, που από ώρα παρατηρούσε απ' το σημείο που καθόταν, κάτω από ένα δένδρο, το περίεργο αντικείμενο στα χέρια του εγγονού του, μπήκε στο τσαντήρι, το πήρε στα χέρια του, το περιεργάστηκε και βγήκε κρατώντας το. Επέστρεψε στη θέση του, πήρε ένα δοξάρι και άρχισε να... παίζει. Η πρώτη του αντίδραση όταν ακούστηκαν οι πρώτοι ήχοι, ήταν να μορφάσει με ενόχληση. Δεν πτοήθηκε όμως παρά επιχείρησε να τροποποιήσει τα χορδίσματα και συνέχισε τις απόπειρες... επί ώρα.Με το που σκοτείνιασε, συγκεντρώθηκαν γύρω του και άλλοι μουσικοί, για πρόβα αλλά και από περιέργεια. Άνοιξαν και μια μπουκάλα ούζο και άκουγαν αρχικά το νέο ήχο, ενώ από ένα σημείο και μετά άρχισαν να παίζουν όλοι μαζί έως τις πρώτες πρωϊνές ώρες.
Την άλλη μέρα, στο πανηγύρι, το ιδιότυπο "βιολί" χρησιμοποιήθηκε σε κάποια τραγούδια και ο πολύ ειδικός του ήχος, με κάποιον τρόπο ταίριαξε με αυτόν της ορχήστρας και με κάποιο - επίσης - τρόπο, συνέβαλλε στο κέφι και στο γλέντι. Την άλλη - πάλι - μέρα ο παππούς και μερικοί ακόμα πήγαν ως την καλύβα με μερικά χρήματα και δώρα και έφυγαν με αρκετά όργανα από εκεί.
Τα επόμενα χρόνια, τα αφύσικα πολλά χρόνια, η Στρίγγλα της Βάρης κατασκεύσασε αρκετά ακόμα "βιολιά", "βιόλες" και μερικά "βιολοντσέλα". Εν συνόλω υπολογίζονται σε μερικές (όχι πολλές) εκατοντάδες. Από στόμα σε στόμα, η ύπαρξη τους διαδόθηκε και κάμποσοι ακόμα πλανόδιοι μουσικοί τα απέκτησαν και τα χρησιμοποίησαν. Σε κάποια ανύποπτη στιγμή, η Στρίγγλα της Βάρης απλά χάθηκε από προσώπου γης. Μερικές εβδομάδες μετά οι χωρικοί πήγαν ως την καλύβα όπου και βρήκαν τα τελευταία όργανα και τα πήραν.
Η ιστορία αυτή θα είχε με βεβαιότητα ολοσχερώς ξεχασθεί εάν δε βρισκόταν ένας ιδιόρυθμος, ερασιτέχνης - αλλά πολύ ευσυνείδητος και μεθοδικός - λαογράφος  (ο οποίος και ετύγχανε πρόγονος αδελφικού μου φίλου, εξ ου και γνωρίζω τα δεδομένα της περίπτωσης αυτής), που ασχολήθηκε με τη συγκεκριμένη περιοχή και έκπληκτος εντόπισε το φαινόμενο, παθιάστηκε παράφορα και φρόντισε να το γνωστοποιήσει σε εξίσου ιδιόρυθμους φίλους του  μουσικούς, της πειραματικής σκηνής, αυτοσχεδιαστικής ελεύθερης τζαζ και άλλα. Λίγο μετά, μουσικοί, ερευνητές και άλλοι απίθανοι επιδόθηκαν σε ένα μανιασμένο αγώνα για πιθανή εξεύρεση κάποιων κοματιών και τελικά η έκβαση, όπως πάντα όταν η προσπάθεια είναι μεγάλη, απέβη θετική. Τα πρώτα τεμάχια βρέθηκαν για να αποδειχθεί, όχι χωρίς - πολύ - μεγάλη έκπληξη, ότι ήταν εντελώς ανεπηρρέαστα από τα τόσα χρόνια που είχαν παρέλθει.
Άρχισαν να δοκιμάζονται σε συναυλίες και ηχογραφήσεις για να ενθουσιάσουν τόσο τους μουσικούς όσο και τους ακροατές, αυτούς των ακραίων μουσικών ρευμάτων, που αρέσκονται στους φαλσέτο και εκτός κλίμακος ήχους. Γρήγορα το όλο θέμα απέκτησε τη μορφή μίας τάσης "cult" και τα όργανα έχουν υπέρμετρη απήχηση, συνεχίζουν να αναζητούνται κομμάτια, ενώ τυχόν δημοπρασίες κάποιου τεμαχίου έχουν ως αποτέλεσμα εντελώς δυσθεώρητα ύψη τιμών αγοράς, όπως για παράδειγμα τον προηγούμενο χειμώνα, στο Βουκουρέστι, που ένα βιολί πωλήθηκε για εικοσάκις μυριάδες δηλάρια σε άγνωστο αγοραστή που οι εικασίες αναφέρουν ότι πρόκειται για Άραβα ή Κινέζο κροίσο.
Και αυτή, λίγο έως πολύ, είναι η ιστορία των βιολιών Στριγγλοβάρη.  


Σάββατο 6 Ιουνίου 2015

Το Χανγκόβερο


(λήμμα από την Ντοϊτσηπήδεια)

6/6/’015, Μαυρομιχάλη 148Β, Νεάπολη-Εξάρχεια, Αθήνα


Το Χανγκόβερο είναι μικρή πόλη της κεντρικής – βόρειας Γερμανίας που ιδρύθηκε κατά τους μεσαιωνικούς χρόνους από Κέλτες της Βρεττανίας, της Ιρλανδίας και των γύρω μικρών νήσων (Εβρίδων κ.ά.). Οι άνθρωποι εκείνοι ξέμειναν στον τόπο αυτόν μετά από αμέτρητες πολεμικές συρράξεις, εκστρατείες, μετακινήσεις πληθυσμών, ανταλλαγές αιχμαλώτων, εξανδραποδισμούς, σκλαβοπάζαρα, φυλακίσεις και δραπετεύσεις, φυγοδικίες και άλλες επώδυνες διαδικασίες. Στον πρώτο, σπάνιο για τα χρόνια που μιλάμε, ορίζοντα ειρηνικής εποχής, έννοιωσαν ότι δεν είχαν κουράγιο ούτε καν στην πατρίδα τους να επιχειρήσουν να επιστρέψουν. Ρίζωσαν λοιπόν εκεί ιδρύοντας αυτήν την – μικροσκοπική στην αρχή – πολίχνη, έκαναν οικογένειες, καλλιέργησαν τη γη, άρχισαν να εκτρέφουν ζώα και να ασκούν την όποιαν τυχόν τέχνη ήξερε ο καθένας από πριν. Μοιραία, σιγά σιγά, οι κάτοικοι άρχισαν επιμειξίες με εκπροσώπους των αυτόχθονων Γοτθικών φύλων και η πόλη όπως και ο πληθυσμός μεγάλωναν, χωρίς όμως να επηρρεασθούν κάποιες συνήθειες του λαού τους αρχαίες που κουβάλησαν εκεί από την πατρίδα τους και διατηρήθηκαν ανέπαφες. Για παράδειγμα, η πολύ ιδιαίτερη γλωσσική τους διάλεκτος, τα Γαλελικά, που ακόμα και σήμερα μιλιέται και γράφεται από –λιγοστούς είναι η αλήθεια- κατοίκους της περιοχής. Επίσης η μεγάλη τους αγάπη για τη μουσική, το χορό και το τραγούδι. Όπως και για τη συγγραφή, ανάγνωση, διήγηση και ακρόαση ιστοριών με πλήθος φανταστικών στοιχείων, μύθων κ.λ.π. Πάνω απ’ όλα όμως οι κάτοικοι του Χανγκόβερου διατήρησαν την προγονική τους αγάπη στην κατανάλωση οινοπνευματωδών ποτών. Παραδοσιακά, από τις απογευματινές έως τις πρώτες πρωϊνές ώρες, το αλκοόλ (τί μπύρα, τί μηλόκρασο, τί ουΐσκυ, τί τζιν) ρέει άφθονο στο Χανγκόβερο των έξω καρδιά – γλεντζέδων κατοίκων. Στη διατήρηση ειμή και στην ενίσχυση της συνήθειας αυτής πρέπει να πούμε ότι συνετέλεσε και ο απόλυτος ενστερνισμός της (άλλο που δε θέλανε δηλαδή) από τους – εξίσου γερά ποτήρια – ντόπιους. Έτσι λοιπόν κάθε βράδυ είναι μια γιορτή στο Χανγκόβερο, στο τέλος της οποίας όλοι γυρνούν πανευτυχείς, άδοντας και γελώντας, τρεκλίζοντας αλληλοϋποβασταζόμενοι στα σπίτια τους. «Μα... και πώς ξυπνάνε το πρωί να πάνε στις δουλειές τους;», θα μπορούσε να αναρωτηθεί ο νηφάλιος, τακτικός, σπίτι-δουλειά / δουλειά-σπίτι και ύπνο από νωρίς, αναγνώστης. Μα εδώ ακριβώς έιναι το ζήτημα. Αυτό που κάνει τη μικρή αυτή και κατά τα άλλα άσημη πόλη, άξια να της αφιερωθεί ολόκληρο λήμμα στην έγκυρη δικτυακή, ψηφιακή μας εγκυκλοπαίδεια, τη Βίβλο των γερμανικών σπουδών και τον πνευματικό φάρο των ανά τον κόσμο Γερμανιστών, την Ντοϊτσηπήδεια. «Δηλαδή;» (αναρωτιέται ξανά ο ανγνώστης). Δηλαδή... δεν ξυπνάνε. Διότι απλά δεν μπορούν. Είναι κατάκοποι, εξουθενωμένοι, νοιώθουν εξάντληση, αδιαθεσία, τους πονάει το κεφάλι, τους ανακατώνεται το στομάχι... πάσχουν με άλλα λόγια από τις παρενέργειες της μέθης που στη γλώσσα της πατρίδος τους ονομάζονται «Χανγκόβερ», λέξη που στην περίπτωση αυτή αφορά φαινόμενο τόσο εκτεταμένο που στάθηκε ικανό να δώσει στην πόλη το όνομα της. Και τί γίνεται λοιπόν τις μέρες, τα πρωϊνά στο Χανγκόβερο; Μα –αγαπητοί αναγνώστες- όπως λένε και οι ταξιδιωτικοί οδηγοί που σημειώνουν το Χανγκόβερο ως ένα αξιοπερίεργο αξιοθέατο... δε γίνεται τίποτα! Η πόλη μοιάζει έρημη, σαν όλοι οι κάτοικοι να έχουν πάει διακοπές. Ψυχή δεν κυκλοφορά στους δρόμους. Τα μαγαζιά κλειστά. Οι δημόσιες υπηρεσίες, οι τράπεζες, τα ταχυδρομεία, όλα κλειστά. Ούτε βλέπεις να κινείται κάποιο μέσο μαζικής μεταφοράς. Ο τυχόν ανυποψίαστος επισκέπτης απορεί έως και αγριεύεται. Και μετά, το μεσημεράκι, αρχίζουν να εμφανίζονται οι Χανγκόβεροι, να σκάνε μύτη όπως τα σαλιγκάρια μετά τη βροχή και να ξεκινά να ζωντανεύει η πόλη κατά τον τρόπο που συβαίνει οπουδήποτε αλλού στις, φερ΄ειπείν, 7:00 το πρωί. Κάπως βαρύθυμοι βέβαια και λιγομίλητοι είναι όλοι, όπως εύκολα μπορεί κανείς να παρατηρήσει, ωστόσο καλοπροαίρετοι, πρόθυμοι και ευγενικοί. Προοδευτικά το κλίμα βελτιώνεται, το δε βραδάκι και τη νύχτα, όπως ήδη αναφέραμε, όλη η πόλη είναι ένα ξεφάντωμα, μια γιορτή. Θα το διαπιστώσεις και συ αναγνώστη αν βρεθείς στα μέρη αυτά και αποφασίσεις (διότι αξίζει) να περάσεις έστω και ένα εικοσιτετράωρο στο Χανγκόβερο. Άλλωστε, μέρος σαν κι αυτό δεν υπάρχει στον κόσμο όλο. Εκτός, καθώς λένε κάποιοι πολυταξιδεμένοι, από ένα νησί στο ανατολικό Αιγαίο, όπου –χωρίς την άμεση σχέση με το αλκοόλ- οι ντόπιοι έχουν τα ίδια περίεργα ωράρια. Αλλά περισότερα γι αυτό θα βρεις βεβαίως αναγνώστη στην αδελφή Ελληνοπαίδεια. 

Δευτέρα 28 Ιουλίου 2014

Παναγία η Ποδηγέτρια


(από την Τεχνοπήδεια, τη δικτυακή εγκυκλοπαίδεια των Καλών Τεχνών)


Απαγορευμένος ζωγραφικός πίνακας του βλάσφημου-αιρετικού εικαστικού καλλιτέχνη Γιε Σουσκρίστο που προκάλεσε πολλαπλές διώξεις, μηνύσεις, έως και πρόταση για αφορισμό και ανάθεμα, απειλές παντός είδους και δημόσιες, ακόμα και βίαιες, εκδηλώσεις διαμαρτυρίας. Ο πίνακας αναπαριστά την Παναγία εν είδει BDSM αφέντρας dominatrix, με ανασηκωμένο το μανδύα ως τη μέση, τολμηρό εσώρουχο και ζαρτιέρες, ψηλοτάκουνο παπούτσι στο ένα πόδι και με το γυμνό άλλο να ποδοπατά νεαρό καλόγερο που φαίνεται να το απολαμβάνει, όπως μαρτυρά μία τεράστια στύση που φουσκώνει το ράσο του όπως και μία έκφραση απερίγραπτης λαγνείας που αποτυπώνεται στο πρόσωπο του καθώς γλύφει με μανία και απόλαυση την πατούσα και τα δάχτυλα της Παναγίας που τον πατάει.  

Παρασκευή 22 Φεβρουαρίου 2013

Πωλητής Διευθύνσεων (λήμμα από την Κορπορεϊτπήδεια)

Όχι αγαπητοί αναγνώστες της εγκυκλοπαίδειας μας, δεν πρόκειται περί λάθους. Ουδεμία σύγχυση, ούτε και καμμία σχέση υπάρχει με το γνωστό -στη διοίκηση επιχειρήσεων - τίτλο του "Διευθυντή Πωλήσεων". Ο Πωλητής Διεθύνσεων είναι χαρακτηρισμός. Αφορά υπάλληλο απατεώνα, ο οποίος δολίως κατορθώνει να προσληφθεί σε εταιρία, όπου αποκτά πρόσβαση στις διευθύνσεις - ταχυδρομικές ή ηλεκτρονικές - των πελατών, και τις υποκλέπτει, προκειμένου εν συνεχεία να τις... πουλήσει στον ανταγωνισμό.
Σχετικό παράδειγμα μπορεί να κανείς να δει στην ολοκαίνουρια, ηλεκτρονική, διαδραστική έκδοση της εγκυκλοπαίδειας μας που ερμηνεύει τα λήμματα με δραματοποιημένα σκετς(!), στη διεύθυνση: www.corporatepedia.org/videos=&^%98##@55%
"Αγαπητέ μου κύριε Ντητζ  Ήταλ, ως Διευθυντής Πωλήσεων θα επιθυμούσα να αποσταλεί το δελτίο τύπου για το νέο, καινοτομικό σύστημα μας το οποίο είναι ταυτόχρονα εντυπωσιακά οικονομικό, σε όσο το δυνατόν περισσότερους παραλήπτες", "Μην ανυσηχείτε κύριε Μπάιν Άρυ, το τμήμα επικοινωνίας του οποίου έχω την τιμή να προΐσταμαι, έχει συνεργαστεί με έναν πωλητή διευθύνσεων και έχουμε περί τις εφτακόσιες χιλιάδες μέηλ στη διάθεση μας", "Έξοχα!".

Πέμπτη 15 Νοεμβρίου 2012

Μπόνγκας (λήμμα από την Κρουστοπήδεια)


Στην Ελλάδα, στο Βόρειο Αιγαίο και συγκεκριμένα Νοτιοανατολικοδυτικά (με βόρειο προσανατολισμό) της Λήμνου, βρίσκεται στο Καβείριο Πέλαγος ή αλλιώς Καβειραϊκή Θάλασσα (αγγλιστί Cabbirean Sea), που ονομάστηκε έτσι προς τιμήν της μυστικής  λατρείας των Καβείρων, η μικρή νήσος Γούβα που ονομάστηκε έτσι διότι έχει ένα βύθισμα στο κέντρο. Εκεί λοιπόν εφηύραν και από πολύ παλιά κατασκεύαζαν και χρησιμοποιούσαν τα Μπόνγκας, είδος κρουστού μουσικού οργάνου, αποτελούμενου από δύο μεσαίου μεγέθους ξύλινα τύμπανα, συνδεδεμένα μεταξύ τους, με το ένα να έχει μεγαλύτερη διάσταση από το άλλο. Το σχήμα τους είναι κυλινδρικό, στενεύει στην κάτω πλευρά όπου είναι ανοικτό και στενεύει επίση και στην πάνω πλευρά όπου υπάρχουν τα δέρματα, στερεωμένα στο σώμα του οργάνου με μεταλλικές στεφάνους, όπου υπάρχουν προσαρτημένοι κοχλίες που επιτρέπουν την τάνυση του δέρματος και συνεπώς τη μεταβολή του ακουστικού τόνου, το χόρδισμα δηλαδή.  Σ' αυτήν τη μικρή γωνιά της φτωχής Ελλάδος, πόσοι και πόσοι πέρασαν και την κατάκλεψαν, πειρατές, κουρσάροι, εθνικοί στρατοί κι ένα σωρό, κάθε λογής αρπακτικά. Άλλο παίρνανε τους θησαυρούς και τα κειμήλια που φυλάγονταν στα μοναστήρια ή τα αρχοντικά, άλλοι παίρναν τρόφιμα και πιοτά από τα κελλάρια, άλλοι ζώα ζωντανά, άλλοι κορίτσια και αγόρια για σκλάβους. Κάποια στιγμή, σε κάποιο πλήρωμα βρέθηκε φαίνεται και κάποιος -ή κάποιοι- μουσικόφιλοι και πήρανε μερικά μπόνγκας. Μήνες ολόκληρους μετά, αυτοί βρεθήκανε στην άλλη σχεδόν άκρη του κόσμου, όπου και αποφάσισαν να επικοίσουν ένα σχεδόν άγνωστο νησί, που εις ανάμνησιν της αγαπημένης τους Γούβας, το βγάλανε Κούβα και τη γύρω θάλασσα Καραϊβική. Άρχισαν να καλλιεργούν καπνό και να φτιάχνουν πούρα όπως και ζαχαροκάλαμα απ' τα οποία παρήγαγαν ένα δυνατό πιοτό. Επίσης ασχολήθηκαν εντατικά με τη μουσική και την οργανοποιία, βασιζόμενοι στους ρυθμούς της Γούβας και εξελίσσοντας τα μπόνγκας σε δύο νέες οικογένειες οργάνων, τα μπόνγκος και τα κόνγκας, μικρότερου και μεγαλύτερου μεγέθους αντιστοίχως. Με καπνό, οινόπνευμα, ρυθμό και μουσική, μια ομολογουμένως πάντα θετική διάθεση και κέφι και επίσης (να το πούμε και αυτό), πανέμορφες γυναίκες, μια χαρά τα βολεύανε στην Κούβα. Μέχρι που μπλέξαν την πολιτική στη μέση και πήγαν όλα κατά διαόλου. Το κρίμα της υπόθεσης ωστόσο είναι ότι όλοι σήμερα ξέρουνε τα μπόνγκος και τα κόνγκας και την Κούβα, και κανείς τα μπόνγκας και ούτε ένας την έρημη πια και ακατοίκητη την Γούβα, που στέκεται καταμεσής στο πέλαγος "... στου Καβείριου τα γαλανά νερά, δυο μίλια όξω απ' τη Λήμνο..." που λέει κι ο τραγουδοποιός της αλμύρας και της ναυτοσύνης, Γιαννίκος Καμβαδίας, στο τραγούδι του "Ο ύπνος του Σαλλαδίνου".   

Τρίτη 13 Νοεμβρίου 2012

Τσιπουράδικο (λήμμα από την Ιχθυπήδεια)


Αλιευτικός όρος. Χρησιμοποιείται  όταν στο ψάρεμα της διαλεχτής τσιπούρας, δύο ομάδες αλιέων (ή αυτόνομοι αλιεείς) επιχειρούν επί ίσοις όροις, δηλαδή με παρόμοια π.χ. αλιευτικά σκάφη (σε μήκος, ιπποδύναμη, εξοπλισμό με συστήματα ηχοεντοπισμού αλιευμάτων και βυθοσκόπια κ.λ.π.), με παρόμοια εργαλεία (καλάμια, πετονιές, αγκίστρια), με ίδιας ποιότητας και ποσότητας δολώματα, ίδια ώρα της ημέρας, με ίδιο καιρό, στον ίδιο ή ισάξιο αποδεδειγμένα ψαρότοπο κ.ο.κ. Ε, τότε, αν ο ένας ανεβάζει τη μια λαχταριστή, σπαρταριστή, ασημόχρωμη τσιπούρα μετά την άλλη και γεμίζουνε τα καλάθια και φισκάρουν τα ψυγεία ενώ ο άλλος ανεβάζει σαμπρέλλες, παλιοπάπουτσα, κονσερβοκούτια ή τίποτα σκουλήκια του βυθού ή και (ακόμα χειρότερα) παρακολουθεί το φελλό να στέκεται ακίνητος στην επιφάνεια του νερού μη δίνοντας σημάδι ούτε για την παραμικρή τσιμπιά, τότε αυτός (ο δεύτερος) αισθάνεται - και έχει κάθε δίκιο- μια αγανάκτηση, ένα θυμό, ένα παράπονο και τόνε πνίγει ένα τεράστιο και κατάφορο τσιπουράδικο... μακριά από μας.
Καλές ψαριές!

Τρίτη 17 Ιουλίου 2012

Κυναίγειρος


Κυναίγειρος (λήμμα από τη Μυθιπήδεια): αρχαίος Έλληνας της εποχής των μηδικών πολέμων. Διακρίθηκε σε αυτούς τόσο ως εξαίρετος στρατιωτικός ναυπηγός που ήταν το επάγγελμα του όσο και ως απαράμιλλα θαρραλέος πολεμιστής. Παράλληλα θεωρείται και ο πατέρας της οδοντιατρικής επιστήμης, αντικείμενο με το οποίο επίσης -πολυπράγμων- ασχολήθηκε και στην οποία πρώτος εφήρμοσε (μεταφέροντας) τεχνικές της ναυπηγικής όπως το "σφράγισμα" (των οπών που δημιουργούνται στις πολεμικές συγκρούσεις των πλοίων) και της "γέφυρας" (που ενώνει τις πλευρές του σκάφους). Οι όροι έχουν έως σήμερα διατηρηθεί και απαντώνται στα εγκυκλοπαιδικά λεξικά με αντίστοιχες διπλές καταχωρήσεις, π.χ. "Γέφυρα" (ναυπηγ.):....., "Γέφυρα" (οδοντιατρ.):..... κ.λ.π. και πάντα αναφέρεται το όνομα του Κυναίγειρου.

Σάββατο 28 Ιανουαρίου 2012

Η Ακέφαλος Σομαλή (λήμμα από τη Φρικηπήδεια)

Στους περιοδεύοντες θιάσους τεράτων, τα γνωστά Freak Shows που ήταν δημοφιλή το 19ο και τις αρχές του 20ού αιώνα στην Αμερική και τη Βρεττανία κυρίως, τα γνωστά αξιοθέατα ήταν η γυναίκα με τα γένεια, οι σιαμαίες αδερφές/αδερφοί, ο πανύψηλος, ο νάνος, ο θεόχοντρος, ο σκελετωμένος, η ασώματος κεφαλή, ο άνθρωπος με το δέρμα φιδιού κ.ο.κ. Ένα από τα λιγότερο γνωστά εκθέματα (που όμως υπήρχε και μόνο η Φρικηπήδεια, μέχρι σήμερα, το καταγγράφει εδώ) ήταν η Ακέφαλος Σομαλή (που "ακεφάλως ομιλεί") ή όλο μαζί, όπως το έγραφαν και στις ρεκλάμες "Ακεφαλοσομαλήακεφαλωσομιλεί".
Επρόκειτο για ένα ημιφωτισμένο δωμάτιο στο κέντρο του οποίου και πάνω σε μια πρόχειρη σκηνή, καθισμένη σε μια καρέκλα ήταν μια μαύρη γυναίκα (υποτίθεται από τη Σομαλία), καλλίγραμμη πολύ και γυμνή σχεδόν τελείως.
Ήταν αλυσοδεμένη και τάχα μου σκλάβα δουλεμπόρων από την Αφρική προς πώληση στο Νέο Κόσμο ή την Ευρώπη. Η ιδιαιτερότητα ήταν ότι ενώ δεν είχε κεφάλι (!) και το σώμα της σταματούσε στο λαιμό, μιλούσε συνεχώς και ακατάληπτα ή μουρμούριζε σκοπούς γνωστών τραγουδιών.
Το τρυκ ήταν ένα κουτί που φορούσε η μαύρη γυναίκα και της κάλυπτε το κεφάλι με κατάλληλα προσαρμοσμένους πάνω του καθρέπτες σε συνδυασμό με το ημίφως του χώρου και βέβαια το γεγονός ότι το αποτελούμενο σχεδόν αποκλειστικά από κάθε ηλικίας άντρες κοινό, πιο πολύ και αχόρταγα κοίταγε το γυμνό, λυγερό, σοκολατένιο κορμί παρά οτιδήποτε άλλο.

Τετάρτη 4 Μαΐου 2011

Ο Μίκυ Μάο (Τουνγκ Τσε)... λήμμα από τη Σινιπήδεια

Ο Μίκυ Σπηλεηχάμερλεην γεννήθηκε και μεγάλωσε στην Καλιφόρνια πολιτεία των Ηνωμένων Αμερικής. Απασχολήθηκε από νεαρή ηλικία στη λεγόμενη βιομηχανία του κινηματογράφου Χόλυ Γουντ με μεγάλη επιτυχία ως συγγραφέας, σεναριογράφος, σκηνοθέτης, ηθοποιός και παραγωγός. Μετά τον πόλεμο μεσουρανούσε. Όμως ακριβώς εκεί, στο απόγειο της δόξης του, άρχισε να αποσύρεται από το προσκήνιο, εωσότου εξαφανίσθηκε εντελώς. Όσοι προσπαθούσαν να μάθουν (είτε από ειλικρινές ενδιαφέρον ή δολερή περιέργεια) τί έχει γίνει, ρωτόντας τους οικείους του, έπαιρναν την απάντηση ότι "ο Μίκυ δεν έβρισκε πια, κανένα νόημα σε όλα αυτά". Αργότερα έλεγαν ότι ο Μίκυ άρχισε να πολιτικοποιείται και πως ασπάσθηκε τις αρχές του Σοσιαλισμού, τις οποίες απολύτως επικροτούσε. Και εν συνεχεία αυτές του Κομμουνισμού, με τις οποίες κυριολεκτικά ενθουσιάστηκε και βρήκε σε αυτές μα και στο Κόμμα επίσης, το νόημα που είχε από τη ζωή του χαθεί. Μάλιστα, θεωρώντας πως ο Κομμουνισμός δεν επρόκειτο να έχει ποτέ εφαρμογή στην πατρίδα του, την εγκατέλειψε και κατέφυγε στην... Κίνα!
Εκεί ζήτησε πολιτικό άσυλο, παρέδωσε την κομματική του ταυτότητα και ζήτησε την ένταξή του στο Κ.Κ.Κ. Ταυτοχρόνως παρέδωσε στην διάθεση του ταμείου του Κόμματος την - κάθε άλλο παρά αξιοκαταφρόνητη - περιουσία του. Η εντυπωσιακή αυτή χειρονομία, ο παγκόσμιος αντίκτυπος που θα είχε η αποδοχή του αιτήματος του και γενικώς το όλο ζήτημα σφαιρικώς, εξετάσθηκε με προσοχή από τα αρμόδια μέλη του Κόμματος και μάλιστα ο επικεφαλής Κόμματος και χώρας, ο Μεγάλος Τιμονιέρης, ο Μάο Τσε Τουνγκ ο ίδιος, γνωμοδότησε σχετικά. Θετικά!.
Έτσι, ο Μίκυ έγινε πανευτυχής δεκτός στο Κ.Κ.Κ. και πολίτης της Κίνας. Ταυτόχρονα άλλαξε το όνομα του. Το νέο του όνομα περιείχε το βαφτιστικό του και συνδύαζε το όνομα του γνωστού ήρωα κινουμένων σχεδίων του Ουώλτ Ντίσνευ - και συμβόλου, μεταξύ άλλων, της Αμερικής - (ελαφρώς παραλλαγμένο στο επίθετο με τα μικρά να συμπίπτουν), με το όνομα - τιμής ένεκεν - του ίδιου του Τιμονιέρη (επίσης ελαφρώς παραλλαγμένο). Έτσι το νέο όνομα το ξαναγεννημένου συντρόφου, ήταν Μίκυ Μάο Τουνγκ Τσε. Ωστόσο όλοι τον φώναζαν και έμεινε γνωστός ως Μίκυ Μάο.
Ο Μίκυ ξεκίνησε να δουλεύει άμεσα και άοκνα για τους σκοπούς του Κόμματος, στον τομέα των θεαμάτων (που άλλωστε γνώριζε καλά). Οι επιδόσεις του εξαρχής κρίθηκαν άριστες και κέρδισε τις εντυπώσεις όλων. Όσο για τον ίδιο τον Μάο... το αρχικό ενδιαφέρον που αισθάνθηκε, έγινε γρήγορα θαυμασμός και μετά εμπιστοσύνη και κατέληξε μία ειλικρινής, βαθιά και πολυετής φιλία.
Όταν, μετά τον θάνατο του Μάο, η Κίνα άρχισε σταδιακά να αλλάζει, ο Μίκυ άρχισε να αισθάνεται όπως και πριν μερικές δεκαετίες στην Καλιφόρνια. Χωρίς να διστάσει καθόλου, πιστός στη Μεγάλη Ιδέα, εγκατέλειψε και τη δεύτερη πατρίδα του και βρήκε καταφύγιο στη Βόρεια Κορέα! Εκεί πια, λόγω και της μηδενικής επικοινωνίας που το καθεστώς της χώρας επιβάλει με τον έξω κόσμο, τα ίχνη του χάνονται. Λέγεται ότι σε ένα αρκετά γνωστό (κυκλοφορεί στο Internet) μα κακής ποιότητας βίντεο, τραβηγμένο λαθραία από κινητό τηλέφωνο, απεικονίζεται - υπέργηρος - ο Μίκυ Μάο, να κάνει Τάι Τσι ένα απομεσήμερο, στην πίσω αυλή ενός ταπεινού σπιτιού στην Πιονγκγιάνγκ.

Τετάρτη 20 Οκτωβρίου 2010

Ο Λου Ρίδης (λήμμα από την αντι-Βικιπαίδεια)

Είναι γνωστό και παραδεκτό, ακόμα και από τα «επίσημα» μέσα (βλ. παραπομπή στο τέλος του κειμένου), ότι τα περί γονεϊκής καταγωγής του διακεκριμένου αμερικανού καλλιτέχνη Λου Ρηντ (Lou Reed), είναι κάπως συγκεχυμένα. Ο ίδιος μάλιστα, με τη στάση του, καθώς ούτε απορρίπτει – ούτε και βεβαιώνει τίποτα, δηλώνοντας μάλιστα πως το ζήτημα αυτό αποτελεί μία από τις πολλές πτυχές του παρελθόντος του, για τις οποίες όχι μόνον αδιαφορεί τελείως μα και επιθυμεί να ξεχάσει, ποσώς συνεισφέρει στη διαλεύκανση της υπόθεσης.
Ωστόσο, ως συνήθως, οι ερευνητές – συντάκτες της αντι-Βικιπαίδειας, έχουν εντοπίσει την αλήθεια, η οποία έχει ως εξής:
Ο Λου Ρηντ γεννήθηκε (όντως) στο Βρούκλυν, Νέας Υόρκης, Ηνωμένων Πολιτειών Αμερικής, τη δευτέρα Μαρτίου 1942. Ήταν το τέταρτο από τα πέντε τέκνα της οικογενείας ελληνοαμερικανών δεύτερης γενεάς, Ρίδη. Ο πατέρας του Επαμεινώνδας Ρίδης και η μητέρα του Γαρουφαλλιά Ρίδη (το γένος Γουωρχόλου), ήταν μουσικοί κλασσικής ορχήστρας. Ο πατέρας έπαιζε μπασσατούμπα και η μητέρα βιολαγιασάμπα.
Το πρώτο παιδί του ζεύγους ήταν ο Αλλοΐσιος Ρίδης, που οι γονείς του, του έδωσαν το χαϊδευτικό «Λούϊς». Το δεύτερο ήταν ο Λεωνίδας Ρίδης, με το χαϊδευτικό «Λύο». Το τρίτο παιδί το βάφτισαν Παντελή μα τον φώναζαν «Λη». Το τέταρτο παιδί ήταν ο Λούθηρος Ρίδης ή αλλιώς «Λου» Ρίδης, δηλαδή ο Λου Ρηντ. Μετά έκαναν και κορίτσι που ονομάστηκε Ιουλία, μα τη φώναζαν Λία.
Όλα τα παιδιά, ο Λούϊς, ο Λύο, ο Λη, ο Λου και η Λία, μεγάλωσαν σ’ ένα σπίτι γεμάτο μουσική και έμαθαν από μικρή ηλικία θεωρητικά μουσικά μα και να παίζουν διάφορα όργανα. Ο νεαρός Λου έδειξε ιδιαίτερη κλίση στην κιθάρα. Επίσης, χάρη στο επάγγελμα και τον κύκλο των γονιών τους, παρακολούθησαν αμέτρητα κοντσέρτα μα και τις πρόβες πριν από αυτά και όπως έδειχναν όλα, όλα τα τέκνα Ρίδη θα ακολουθούσαν τα βήματα των γονέων και θα γίνονταν μουσικοί.
Περί την εποχή που ο νεαρός Λου ήταν στην εφηβεία, η οικογένεια Ρίδη έκανε ένα ταξίδι στην πατρίδα Ελλάδα. Εκεί και μετά το πέρας των διακοπών, το ζεύγος Ρίδη συγκάλεσε οικογενειακό συμβούλιο. Οι γονείς ανακοίνωσαν στα παιδιά ότι οι σκληροί ρυθμοί της Αμερικής τους είχαν εξουθενώσει και ότι θα επιθυμούσαν πλέον να ζήσουν στην πατρώα γη. Άφησαν στα τέκνα τους να αποφασίσουν ελεύθερα τί θα ήθελαν εκείνα να κάνουν, αφού προηγουμένως τα επληροφόρησαν ότι έχοντας βολιδοσκοπήσει τα στην Ελλάδα τεκταινόμενα περί του μουσικού επαγγέλματος, χάρη και σε συστάσεις και γνωριμίες που η εις την Αμερική δράση τους, τους είχε εξασφαλίσει, έκριναν πως τα παιδιά θα μπορούσαν να βιοπορισθούν ανέτως ως μουσικοί, μα όχι να τύχουν της καρριέρας που πιθανώς να είχαν εις τη Νέαν Υόρκην.
Όλως αναπάντεχα, ο Λούϊς, ο Λύο, ο Λη και η Λία συνεφώνησαν. Μα όχι ο Λου, ο οποίος αμετάπειστος έφυγε, με τις ευχές και την αγάπη της οικογένειας του, πάλι – και για πάντα – για την Αμερική.
Από εκεί και πέρα, οι ερευνητές – συντάκτες της αντι-Βικιπαίδειας δηλώνουν πως λίγο έως πολύ, εξαιρώντας κάποιες λεπτομέρειες, τα όσα καταγγράφονται για τη μετέπειτα ζωή και καρριέρα του Λου Ρίδη, είναι – σε γενικές γραμμές – ορθά και ακριβή.

Βλ. και: http://en.wikipedia.org/wiki/Lou_Reed

Κυριακή 3 Οκτωβρίου 2010

Χο Τσι Μινχάουζεν


Χο Τσι Μινχάουζεν (από το σχετικό λήμμα, στη Βιετναμπαίδεια): ο διακεκριμένος πολιτικός ηγέτης Χο Τσι Μινχ, είχε μία ιδιότητα η οποία δεν είναι καθόλου γνωστή καθ’ ότι έχει σκοπίμως κι επιμελώς αποσιωπηθεί – ήταν μεγάλος ψεύτης! Μάλιστα! Μυθομανής, τερατολόγος, παραμυθάς από τους λίγους. Ο ίδιος θεωρούσε την πτυχή αυτή της προσωπικότητας του, δώρο θεού και σπουδαίο ταλέντο, το οποίο μάλιστα με συνέπεια μα και ενθουσιασμό ασκούσε στην πράξη, φλομώνοντας στο ψέμμα συγγενείς, γνωστούς, φίλους, συναδέλφους, πολιτικούς συνεργάτες και αντιπάλους, τόσο στο Βιετνάμ, την πατρίδα του, όσο και διεθνώς! Μελέτησε με πάθος τη ζωή και το έργο των, ανά τον κόσμο και τους αιώνες, ομοτέχνων του, π.χ. του Λουκιανού, του Αισώπου, του Χότζα Νασρεντίν, του Πινόκιο και βέβαια του διάσημου βαρώνου, προς τιμήν του οποίου τροποποίησε το ψευδώνυμο του (το πραγματικό του όνομα ήταν Νκιεν Σιν Κουνγκ) σε Χο Τσι Μινχ –άουζεν, απαιτώντας από όλους να τον αποκαλούν με αυτό. Όλα αυτά βέβαια, η «επίσημη» ιστορία, κατασκευασμένη (και όχι καταγεγραμμένη) από αρτηριοσκληρωτικούς ακαδημαϊκούς, τα εξωραΐζει ή ακόμα και τα εξαφανίζει. Δες π.χ.:
http://en.wikipedia.org/wiki/Ho_Chi_Minh

Δευτέρα 15 Μαρτίου 2010

O Γηδεμώ Πασσάς

Γηδεμώ Πασσάς (λήμμα στην Τουρκιπαίδεια): Μωαμεθανός ευγενής και αξιωματούχος, που αφού έτυχε εξαιρετικής παιδείας όσον αφορά τις εγκύκλιες αλλά και τις ανώτερες σπουδές του κοντά στους πιο ξακουστούς δασκάλους της Ανατολής, αποφάσισε να μεταβεί στην Εσπερία για να συνεχίσει. Μετοίκησε εις Παρισίους όπου και έμαθε γρήγορα να μιλά (μα και να φορά) φράγκικα. Στη συνέχεια ξεκίνησε να γράφει λογοτεχνία στη γλώσσα αυτή και διέπρεψε, κυρίως στην τέχνη του διηγήματος, εκδίδοντας πλήθος βιβλίων και πετυχαίνοντας σπουδαία αναγνώριση.
Δεδομένου ότι, ο Γηδεμώ Πασσάς, παρέμεινε ως το τέλος της ζωής του, πιστός στο Ισλάμ, θεωρείται απεχθής και ιερόσυλη η – μετά θάνατον – οικειοποίηση του ονόματος και του έργου του από τους απίστους. Βλ. και εδώ.