Παρασκευή 17 Απριλίου 2026

Τσίκο

Πήγα στο γνωστό τζαζ κλαμπ της πόλης

προσκεκλημένος από φίλο που

ήταν ήδη εκεί με την παρέα του σαν έφτασα

πολύ γνωστός ο μουσικός διάσημος

σε όλον τον κόσμο, Aμερικανός

έγχρωμος, από μουσική οικογένεια

πατέρας, θείοι... ξεκίνησε να μαθαίνει

διάφορα όργανα από παιδί

μεγάλος πια στα χρόνια εβδομηνταπέντε και

βάλε, βαρύς τις κινήσεις και κάπως

κουρασμένος τους τρόπους

δεν είν’ και ν΄απορείς σκέφτηκα

πόσες εκατοντάδες, πόσες χιλιάδες

τέτοιες βραδιές νά ΄χει περάσει

κι απ’ την άλλη μια σκέψη μου

καρφώθηκε πως ότι δηλαδή τι δουλειά

είχε αυτός εδώ στην άκρη της Ευρώπης

και ίσως ήταν που δεν είχε τόσο

πέραση πια στην πατρίδα

κι αναγκαζόταν να δουλεύει πλέον μακριά

σ’ εξωτικούς προορισμούς δείγμα ασφαλώς μιας

άδοξης κατάληξης επαγγελματικής καρριέρας

μα όλες τούτες οι σκέψεις σκόρπισαν εντελώς

σαν η ορχήστρα άρχισε να παίζει με

τρόπο αριστοτεχνικό καθένας τ’ όργανο του

παράγοντας μαζί ένα εξαιρετικό

ηχητικό αποτέλεσμα που ενθουσίασε

τους πάντες κ΄η μουσική με την

μοναδική της μεταφορική ικανότητα

μας πήρε και μας πήγε σ’ έναν κόσμο

άλλον, πολύ καλύτερον από αυτόν

 

Παρ’ όλα αυτά μια σκέψη άλλη επέμενε

αναρωτιόμουν αν αυτός ο κάπως υπέρβαρος

άντρας με τα αραιωμένα πλέον άσπρα μαλλιά

ως φάνηκε σε μια στιγμή που έβγαλε το καπέλλο του

αν έστω και μερικές στιγμές μετά από τόσο και

τόσα βράδυα μπροστά σε πολυάριθμα ετερόκλητα

ακροατήρια με άλλες συνθέσεις όπως και

ορχήστρες μα λίγο πολύ με την ίδια μουσική τα

ίδια κομμάτια, αν αισθανόταν όπως τότε, όπως πρώτα...

 

Ποιός ξέρει στου καθενός την ψυχή

τί κρύβεται κ’ έτσι χωρίς απάντηση θα έμενε η

απορία μου αυτή νόμιζα όμως εντέλει απαντήθηκε

σαν είδα κατά τη διάρκεια ενός ξέφρενου σόλο

καθώς τα δάχτυλα κινούνταν με ταχύτητα απάνω

στα κλειδιά, το στήθος ανεβοκατέβαινε φυσώντας το σαξόφωνο,

τα χείλη σφίγγονταν στο επιστόμιο... είδα λοιπόν

στον κρόταφο ν’ αρχίζει να κυλά γυαλίζοντας

πάνω στο μαύρο δέρμα εκείνη η στάλα του ιδρώτα.


Πέμπτη 16 Απριλίου 2026

Το παράδειγμα

Αυτή είναι το παράδειγμα ισχυρίζομαι

για το πώς πρέπει όλοι να επιτελούμε την εργασία μας

πιο απλά, σαν από μια φωνή που υποδεικτική ακούγεται:

«πώς πρέπει να κάνετε όλοι τη δουλειά σας»

 

Αυτή η νεαρή λαμπερομάτα η κοπέλλα

στο ταμείο των διοδίων της μεγάλης αρτηρίας

πόσα αναλογίζομαι κατά τη διάρκεια της βάρδιας της

και πάντα με κελαρυστή, χαρούμενη φωνή κ’ ειλικρινές χαμόγελο

πόσα εκατοντάδες, πόσα χιλιάδες λέει

«καλημέρα, καλησπέρα σας, χαίρετε

ευχαριστώ, παρακαλώ, καλό ταξίδι, γεια σας».


Τρίτη 14 Απριλίου 2026

Σουρεάλ Ηθικοπλάστ

Μη λησμονείς τη φαιδρά αλκυόνη

μην αφορίζεις θρύλους, αίνους, πεσσούς

τ΄όνομα Του πώς άρχιζε έχω ξεχάσει

μα σίγουρα τελείωνε σε –σούς

 

Σου λείπει νομίζεις το επιδέξιο δοξάρι

μα οι φτέρες δεν φτάνουν στους γλόμπους

καμμιά φορά αργούνε οι λέξεις

να δέσουν και να λύσουνε κόμπους

 

Σου προσφέρω ανυπέρθετες ύλες

σου στερώ επιτόπιες στολές

τόσα τραγούδια που λέγαμε τά ‘χεις ξεχάσει

και μόνο πώς θά ‘χουμε σίγουρο μέλλον μου λες

 

Τί κοιτάς χάσκοντας πυγολαμπίδα

και πατάς φρένος κι ορμάς οπισθέν

μην τους ακούς, διαβάζεις, θαυμάζεις

φερέφωνα είναι όλοι δηθέν

 

Καλημερίζοντας μια κούφια σελήνη

υπερβαίνοντας την παραμεθόρια σφαγή

δες σταγόνες πώς βγάζει πια λίγες μονάχα

η σχεδόν στερεμένη πηγή


Άριες φλοιών εξαπολύουν κρηπίδες

σε έναν αμήχανο, λαιμοδέτη μουσώνα

οι καλές πράξεις και τα αισθήματα

στοιχεία περιουσίας είναι τα μόνα

 

Κορδωμένη φοιτάς σε προαύλιο

πριν λιγώσει χαραυγή η πληβεία

όλην τη ζωή του επιμόνως αρνήθηκε

διακρίσεις, αμοιβές και βραβεία

 

Καμινέττο δεν κρίθηκε βρώσιμο

ούτε ύποπτο, φωσφορώδες κουτάλι

έχεις βγει μα δεκαετίες μέσα ήσουνα

μόνιμα και βαθιά στο μπουκάλι

 

Φουντωτή βιοτή αφομοίωνε

μια συνθήκη αέναου κρότου

ευλογία σαν οι αγωνίες του έσχατου

γίνονται πράξεις βοήθειας του πρώτου

 

Μελανίνη της δύσης εφορμά με αγνόηση

αυταπάρνηση άδικη, λυσιτελής αμνησία

λαμπερά τόσα πλήθος μπορεί να μου λες

με ελάχιστη μόνο ή καθόλου ουσία

 

Μετουσίωση πάμφωτη διαταράσσει σανίδες

αναπέμπεται σύνομμος επαρκής ιοβόλος

ταπεινά πλάσματα είμαστε

αλλά μας σκέπει ο επουράνιος Θόλος

 

Πλώρη συντρίβουσα αλιπάστων θωπεία

κανών επανεξαίρετος φευγαλίζουσας ρώμης

μεγαλυτέρα ουδεμία εστί δύναμις

της ειλικρινούς, ολοψύχου συγγνώμης

 

Μια καθέλκυση κάθαρση κροταλώδους φοβίας

επισείει φερώνυμες άστατες δίνες

μα της Πίστης το γάργαρο και άφθονο

ξεπηδούνε το νερό τους οι κρήνες

 

Αστυφύλια μομφή υπό σύνοψης όριο

σε φαρδιά, δυσανάλογη, κομβική ακηδία

αχ! δεν είμαστε τίποτα σήμερα

η βάφτιση·   αύριο η κηδεία

 

Κροκοδείλια υπόθετα, φθονερά φαλιμέντα

υπερτείνουν εμπόδια καθαιρούμενου ρέματος

ευλογημένοι εστέ πάντες εις τ’ όνομα

του Πατρώς και του Υγιού και του Άϊου Πνέβματος

 

Ουλαμός ατιμώρητος, επιστήθιος κρίκος

υποβολέας ατημέλητος, χολερικός κανταδόρος

όλοι μαζί Μου θα έλθετε, ο πτωχός

ο φυγάς, ο διωκόμενος, ο ασθενής, ο οδοιπόρος.


Σάββατο 11 Απριλίου 2026

Άγιον Πάσχα Δύο Χιλιάδες Εικοσιέξι

Κρύβεται πάλι στα ζαχαρότευτλα

κρυώνει, πυργώνεται

και αφαιμάσσει παρτίδες

δεν σύμπνοια επέρχεται

ανακωχή επιτελείται

φυσητήρες διακρίνονται

φασματικές εκατόμβες

συμπυκνώνοντας έκθαμβες

πλήθη οδοντοστοιχίες

ως υπαίτιος φαίνεται

ταπεινός ιαγουάρος

φειδωλής ανακύκλωσης

γεωπόνος κουρσάρος

πεπρωμένη αυταπάρνηση

ασταθής μελωδία

αν δεν στέργεις την πλήρωση

όταν πληροίς νοσταλγία

μην απλώνεις φερώνυμα

και ματαιώνεις κοστούμια

μισαλλόδοξος Δούναβης

ερεβώδης Ζαμβέζης

κάρτα, κέρμα, κερί κατατάσσοντας

παραλείπεις αλμπίνους πυγμαίους

δαταράσσεις πτυχές έρπην αθροίζοντας

τη φορά που συντάσσεται κρύα

ενώ οι φρουροί ορρωδούν εντελέστατα

οι καλτσοδέτες πλέουν με όνειρα στείρα

κάτι σαπούνια κρίνονται ένοχα

μα οι αστροναύτες στήνουν το τσίρκο

συναλλαγή αλησμόνητη

αχαλίνωτης δίψας

άλαλα λόγια όλη νύχτα συμπίεζες

καθαιρούμενης φράξιας φοβερής πεμπτουσίας

ο Θεός πανσκεπής και εν σοφία παρήγορος

συν τοις αγίοις δια δόξης βοών την αγάπη

φορτίο ηχηρό από ασύστολα κρίματα

σαλπιγκτές αμαρτίες και ενοχών απαρτία

φέρων σκύφτοντας τον ανήφορο εβάδιζεν

ποτάμι ο ιδρώς, στάλες το αίμα

καθ΄οδόν για τον λόφο όπου συναθροισμένοι επερίμεναν

από ώρα εντέλει για να τον σταυρώσουν.


Δευτέρα 23 Μαρτίου 2026

Επιτύμβιος...

 ...του Σκώτου συγγραφέα Ρόμπερτ Λιούις Στήβενσον, Εδιμβούργο 1850 - Βαϊλίμα, Ουπόλου, νήσοι Σαμόα 1894.

Αναγράφονται στίχοι από το ποίημα του "Ρέκβιεμ", πρόχειρη - ελεύθερη απόδοση Χ.Δ.Τ.

Under the wide and starry sky,
    Dig the grave and let me lie.
Glad did I live and gladly die,
    And I laid me down with a will.

This be the verse you grave for me:
    Here he lies where he longed to be;
Home is the sailor, home from sea,
    And the hunter home from the hill.

Κάτω από τον πλατύ
γεμάτον άστρα ουρανό
ανοίξτε το μνήμα, αποθέστε με
μην είναι κενό
ως χαρούμενος έζησα
τον θάνατο τον καλωσορίζω
θα ξεκουραστώ τώρα και μια
τελευταία επιθυμία ορίζω

Αυτή η στροφή
στην πλάκα ας σκαλιστεί:
κοιμάται εδώ που πάντα
ήθελε να βρεθεί
στο σπίτι του πίσω γύρισε
από τη θάλασσα ο ναυτικός
απ' τα βουνά πίσω
στο σπίτι του ο κυνηγός.