Τρίτη, 25 Σεπτεμβρίου 2018

Πάει (πάλι) η παλιά προμετωπίδα



Σήμερα αγαπητοί επισκέπτες, αναγνώστες και φίλοι του ιστολογίου, καλοί μου άνθρωποι, όπως λέγαμε και πριν καιρό (εδώ) και αντιγράφουμε σε μεγάλο βαθμό σήμερα, έγινε η αποκαθήλωση της παλιάς προμετωπίδας μας η οποία, επί ικανό χρονικό διάστημα εννέα περίπου μηνών υποδεχόταν τους εισελθόμενους με ισχύ υπολογίσιμη και ωραίο αισθητισμό, προϊδεάζοντας τους ίσως περί του τί θα βρούνε, λίγο έως πολύ, παρακάτω. Για αυτήν την χρήσιμη πολύ λοιπόν και τίμια υπηρεσία που προσέφερε, καλό θεωρήσαμε να μην την αφήσουμε να χαθεί και μείνει αφανής, παρά να την περισώσουμε έστω και ως αρχειακή αναφορά με τούτη εδώ την αφιερωμένη, ειδικά σε εκείνη δημοσίευση. Πολύ δε περισότερο καθώς προερχόταν από τον Τειρεσία της Αργεντινής, το μάγο βιβλιοθηκάριο και των βιβλίων εραστή που οι Θεοί κάνοντας τα ανήκουστα αστεία τους, τον τύφλωσαν στο μεγαλύτερο του βίου του το χρόνο, αυτόν που πίστευε πως ο παράδεισος είναι μια βιβλιοθήκη μα μπόρεσε ωστόσο ο ανυπέρβλητος, κόσμους υπέροχους να κτίσει με ποιήματα και διηγήματα και πλήθος μέγα κομψοτεχνικά  δοκίμια και κριτικές, ορμητικούς λέξεων ποταμούς και κύματα  σαγήνης και ... όνειδος επιτέλους στην Ακαδημία των Σουηδών.  Ακόμα διότι περιείχε μία αναφορά σε ένα σημαντικό (χα!) χρονικό ορόσημο. Ελπίζουμε συγχρόνως ότι επάξια θα την αντικαταστατήσει η νέα που μόλις προ ολίγου αναρτήσαμε και όσο η προηγούμενη ή - γιατί όχι; - κι ακόμα παραπάνω θα σας ικανοποιήσει.
Καλή ανάγνωση λοιπόν...

......
Υπάρχει κάποιος στίχος του Βερλέν που δε θα ξαναθυμηθώ.
Υπάρχει κάποιος δρόμος εδώ κοντά που είναι κιόλας απαγορευμένος για τα βήματα μου,
υπάρχει ένας καθρέφτης που κοιτάχτηκα για τελευταία φορά,
υπάρχει κάποια πόρτα που έχω κλείσει ως τη συντέλεια του κόσμου.
Ανάμεσα στα βιβλία της βιβλιοθήκης μου (τα βλέπω εδώ μπροστά μου)
υπάρχει κάποιο που δε θα ξανανοίξω πια.
Ετούτον τον Απρίλιο κλείνω τα πενήντα·
ο θάνατος ασταμάτητα με ροκανίζει.
......

Από το ποίημα "Όρια" εκ της συλλογής "Ο Δημιουργός", του Χόρχε Λουίς Μπόρχες (1899 - 1986), σε μετάφραση Δημήτρη Καλοκύρη, όπως περιέχεται στη συλλογή του οίκου Ελληνικά Γράμματα σε β' έκδοση, με αλλαγμένο (παράφραση Χ.Δ.Τ.) τον χρονικό προσδιορισμό των γενεθλίων, στον προτελευταίο στίχο.


Κυριακή, 23 Σεπτεμβρίου 2018

Κολυμβητής


                                        Λιμανάκια Βουλιαγμένης, Αττική, 22/9/'108

Στον κόρφο μες της θάλασσας
σαν θα βρεθώ και πάλι
όλη η μαβρίλα χύνεται
μου αδειάζει το κεφάλι

Τα γαλανά της τα νερά
καθώς με αγκαλιάζουν
κάθε γωνία λειαίνουνε
κάθε πληγή μουδιάζουν

Κι αφού μου έλαχε να ζω
μονάχος δίχως ταίρι*
ας ήταν πάντα θάλασσα
ας ήταν καλοκαίρι.


*εδώ, χωρίς να το θέλω, πήγα να γράψω χέρι, έβαλα το πρώτο γράμμα: "χ", γιατί οι λέξεις είναι ομόηχες και επειδή εκείνη ακριβώς την ώρα ένας έλεγε στη σύντροφο του στα αγγλικά: "give me your hand / δώσ' μου το χέρι σου", να τη βοηθήσει να βρει πατήματα στους κοφτερούς βράχους και να μπει στη θάλασσα

Δευτέρα, 17 Σεπτεμβρίου 2018

Παιδιά



Γνωστόν είναι εις τους κατοίκους
της πόλεως των Αθηνών
ως και στους εν αυτή
τους παρεπιδημούντες
ότι στο κέντρον της και δη
εις την οδόν της ονοματοδότριας Αθηνάς
μα και στους πέριξ δρόμους
εις τις καθέτους και τις παράλληλες οδούς
κι όλο τριγύρω
απλώνεται μία απέραντη αγορά
όπου μπορεί να βρει κανείς
ό, τι ποθεί τα πάντα
από φαγώσιμα ως αναλώσιμα
εις ένα περιβάλλον εν τω οποίω συνωθούνται
άνθρωποι από πολλές φυλές της γης
και από διάφορες πατρίδες
κάθε κοινωνικής τάξεως
φύλου και ασχολίας
εργάτες, λαϊκοί, αστοί
συνταξιούχοι, μετανάστες
πόρνες θηλυκές κι αρσενικές
ναρκομανείς και τραβεστί
πλούσιοι φιλοπερίεργοι, τουρίστες
πλανόδιοι μουσικοί, καλλιτέχνες και χαμίνια
μικροαπατεώνες, άστεγοι, αστυνομικοί
θρησκόληπτοι, σαλοί, αλκοολικοί
ανάμεσα σε υπαίθριες και στεγασμένες αγορές
φθηνά ή και πιο καλά ξενοδοχεία
δεκάδες καφενεία, εστιατόρια, μπαρ
και πάνω απ΄όλα πολλές εκατοντάδες καταστήματα
που ορισμένα εξ' αυτών καταμετρούν υπερηφάνως
ζωή πολλών δεκαετιών
ένας τόπος που ερεθίζει ποικιλότροπα
κάθε μίαν αίσθησιν
και σε γεμίζει ζωηράς με εντυπώσεις
που σφύζει καθ' εκάστην με ζωή και κίνηση
και ιδίως πλέον κατά τα πρωινά Σαββάτου
που αποτελεί Παράδεισον κ' ιδανικόν προορισμόν
δι όσους ψάχνουν ν' αγοράσουν
εργαλεία, εξαρτήματα, υλικά
κι όποιας λογής μικρολοΐδια
προς τον σκοπόν κατασκευών, επισκευών
μερεμετιών και χειροτεχνημάτων
ίσως δε και διακοσμητικών τεχνών
και των τοιαύτων δράσεων
διότι μάλλον αδύνατον εστί
μη βρει κανείς αυτό οπού ψάχνει
τι υπάρχουνε εμπορικά ειδικευόμενα
σε πάσαν πλήρως λεπτομέρειαν
και επιπλέον πωλούν της λιανικής, μικροποσότητες
δίχως να σε υποχρεώνουν μαζικώς
να αγοράζεις ομαδόν συκευασίες
είναι τοσούτη βλέπεις και πολλή η κατανάλωση
που πάλι κέρδος μένει
μηνιαίως μια φορά περίπου ευρίσκομαι εκεί
έχων έναν μικρόν κατάλογον
διαφόρων ψιλοαγαθών δευτερευόντων
μα ίσως πιότερο διότι μ'αρέσει
αυτή η βόλτα να το κάνω
έτσι και τις προάλλες πήγα πάλι
κι έφθασα ψάχνων ένα αντικείμενο
να το αναζητώ εν τέλει ώραν μεσημβρινήν
ολίγον προ της παύσης ωραρίου
ρωτώντας, απ' το εν κατάστημα
εις στο άλλον με παρέπεμπαν
ώσπου στο στόχον μου έφθασα επιτέλους
εντός στενού κι αδιέξοδου δρομίσκου και εμβήκα
μετά της θύρας ίστατο κύριος γηραιός
με γελαστός και καλοζωισμένος
απλά ντυμένος αλλ' επρόσεξα
με όχι φθηνόν το ρουχισμόν
το υποκάμισον, το πανταλόνι τζιν
τη δερματίνην ζώνην, τα καλά υποδήματα
το ωρολόγιο της χειρός ως και τα ματογυάλια
με καλωσόρισε κι ηρώτησε τί ήθελα
και όταν τού 'πα μου απάντησε  - "Βεβαίως,
περάστε εις το βάθος και ρωτήστε τα παιδιά"
ειν' ο ιδιοκτήτης εσυμπέρανα
και επροχώρησα στα ενδότερα
περνώντας από σημείον χώρου υπερυψωμένου
όπου και όπισθεν γραφείων βρίσκονταν
δυο κύριοι σοβαροί πολύ και έχοντες
έμπροσθεν υπολογιστάς και μηχανάς ταμειακάς
και όπισθεν ράφια ασφυκτικά
έμφορτα με κλασέρ και διάφορα λογιστικά βιβλία
"Αυτή είναι η Διεύθυνση" τη γνώμην εσχημάτισα
και ύστερα αντίκρυσα ένα ζωγραφικόν πορτραίτο
σε περίοπτην τη θέση ανηρτημένον
το οποίον επικύρωνε σαφώς
αυτό που προηγουμένως είχα εννοήσει
καθώς τον κύριον της θυρός αναπαρίστανε
ή ίσως τον καθόμοιον πατέραν του
ή κάποιον πιο παλαιόν τον πρόγονον του
τον ιδρυτήν ενδεχομένως
ετούτης της ανθούσας επιχείρησης
που επί γενεάς η οικογένεια εκρατούσε
και περαιτέρω προς τα μέσα εσυνέχισα
και εσυνάντησα τον πάγκον
και πίσω του ήταν "τα παιδιά"
που τους πελάτας εξυπηρετούσαν
και ομιλούσαν στα τηλέφωνα
που δαιμονιοδώς όλην την ώραν εχτυπούσαν
"Ε, ρε άμα νά 'ταν έτσι τα παιδιά" εσυλλογίστηκα...
δυο άνδρες ήσαν, λίγο έως πολύ στην ηλικίαν μου
γκρίζα έχοντες μαλλιά και γένεια
 ήρθ' η σειρά μου μετ' ολίγον
κι είπα τί γύρευα
με τακτοποίησαν - δε λέγω - με ευγένεια
και άκραν επαγγελματικήν ευσυνειδησίαν
αλλά μαζί και με κομμάτι αγανάκτηση
ότι ίσως κάτι τόσο ασήμαντον εζήτησα
κι έκανα κι από πάνω πλήθος ερωτήσεις
πήγα να νευριάσω μα εστάθηκα
κι εντός μου αναφώνησα
"30 πάνω κάτω έτη μεροκάματο
σε τούτη δω τη σκοτεινή την τρύπα
τα ίδια και τα ίδια κάθε μέρα που περνά
και βάλε ένα σωρό ιδιότροποι πελάτες
τίμια δουλειά - μην πεις -
και όπως όλες, χρήσιμη δια το είδος της
μα πού και να το κάνεις
τη σώνει την υπομονή
και μάλλον σίγουρα τα νεύρα δοκιμάζει"
και τότε αντιλήφθηκα, κάπου στο πλάι
έναν άλλον πάγκο και πίσω απ' αυτόν
έναν άλλον κύριο, αρκούντως μεγαλύτερον
με πάλευκα μαλλιά που όμως προφανώς
τα ίδια ταπεινά καθήκοντα
κι αυτός επιτελούσε
"Ω Θε μου, τούτος θά ΄ναι
κοντά 50 χρόνια εργαζόμενος"
μου ήρθε η ιδέα
ήτο πάντως γελαστός και ευπροσήγορος
κι είχε τον τρόπον μάλιστα
μες σε μικρά κενά του χρόνου
που να χειρίζεται ήξερε
να κάνει χωρατά και να πειράζει αγαθοπροαίρετα
τους άλλους δυο τους νέους - α χα! ... "νέους!" - συναδέλφους του
το τέλος πάντων πήρα κείνο πού 'θελα
κι επήγα δια τα σχετικά εις το ταμείον
τα εκεί στελέχη βλοσυρά, αγέλαστα
και ολωσδιόλου τυπικά
μου κόψαν την απόδειξιν και εναπόθεσαν
το πενιχρόν αναλογούν αντίτιμον
εντός της κάσσας του ταμείου
βγήκα την ώρα που ο ιδιοκτήτης- πάντοτε γελαστός -
κατέβαζε να κλείσει τα ρολλά
και με χαιρέτησε ευχόμενος
δε εν καλόν απόγευμα
κι ότι "Αντίο, ευχαριστούμεν"
εις τον δρόμο κατόπιν περπατών
δε μπόρεσα να μη σκεφθώ
τις κατ' εμέ ολοφάνερες
κι ευθείες αναλογίες
τις ομοιότητες με άλλα λόγια
που προ ολίγου εσυνάντησα εκεί
ως προς συγκεκριμένα τη δομήν και την ιεραρχίαν
με αυτάς της ιδικής μου εργασίας
τί και εάν πρόκειται για κολοσσιαία εταιρία πολυεθνική
ίδια τα πράγματα είναι εις την ουσίαν
η Διοίκηση, το επιτελείο Διευθυντών
και οι απλοί εργαζόμενοι υπάλληλοι - χα! "τα παιδιά"
κι ανάμεσα τους και εγώ
κοντά ένα τέταρτο του αιώνα όντας
εις αυτήν την ίδια υπηρεσία
α, σίγουρα ναι ήμην κι εγώ
ένα γκριζόμαλλο παιδί
κι αν βιολογικώς την πορεία μου εσυνέχιζα
κι άμα δεν άλλαζα - ναι, καλά, τώρα; - τη δουλειά
θα  εξελισσόμουν εις ένα απ' αυτά τα σπάνια πλάσματα
όπου και μ' άσπρα τα μαλλιά
"παιδιά" ακόμα παραμένουν.

Τρίτη, 11 Σεπτεμβρίου 2018

Ψέφτικες υποσχέσεις



Πολύ λυπούμαι και κατανοώ
πόσο που σας στεναχωρώ
ολοέν ' λέγων συνεχώς
πως ότι δεν αντέχω πια
κι ανυπερθέτως θέλω
όλα να παρατήσω
δηλώ θα σταματήσω
και υπόσχομαι ακόμα μια φορά
πιο σοβαρά να προσπαθήσω

Aποχαιρετήθηκαν ικανοποιημένοι αλλά επιφυλακτικοί κάπως είναι η αλήθεια. Αν ένας τον ακολουθούσε, θα τον έβρισκε μετά τη γωνία, στην άλλη πλευρά του δρόμου, πεσμένο στα γόνατα να χτυπά το κεφάλι του σε μια κόχη του τοίχου, αίματα και δάκρυα στο πεζοδρόμιο να στάζουν κι αυτός να φωνάζει γοερά μονολογώντας...

Μα τί ζητάτε πια μωρέ
τελείως να τα φτύσω;


Κυριακή, 9 Σεπτεμβρίου 2018

Το καλοκαίρι τελειώνει


Ω! πόσον είναι εύμορφα
σ' αυτήν την παραλία
πευκοκατακλυζόμενη
γαλήνη εναλία
κι εμβρός αι νήσοι πλέουσαι
εν μέσω της θαλάσσης
ω! αυτή είναι εικών για να βαστάς
κι ουδέποτε να χάσεις.

Τετάρτη, 5 Σεπτεμβρίου 2018

Με καταφρονείς αδίκως και υβρίζεις, γιατί άλλαξα συνήθειες με κακίζεις


Δίχως ούζο καλοκαίρι
ποιός υπάρχει που να ξέρει;
Σα να μη το ζήσεις είναι
γυμνοσάλιαγκα και φρύνε.

Είμαι απολαύσεων πλήρης
κι όλα τά 'χω "άντερ κοντρόλ".
Βλογημένοι αυτοί που βγάλαν
μπύρες δίχως αλκοόλ.

Τρίτη, 4 Σεπτεμβρίου 2018

Formicidae


Κάθε φορά που βρίσκομαι στη φύση
ήσυχος κι απερίσπαστος εκεί
μακριά απ' τα κενά περιεχομένου
σαχλά τα ερεθίσματα της πόλης
περισσότερο ακόμα αφιερώνομαι
στην ούτως ή άλλως μου αγαπημένη
της παρατήρησης ευγενή την ασχολία
των γύρω υπαρχόντων και συμβάντων
έτσι και τώρα σε τούτη την πανέμορφη
την απομακρυσμένη παραλία
οπού σχεδόν τα πεύκα βουτούνε στο νερό
δεν ξέρω αν είναι το σημείο που εκάθησα
ή έχει να κάνει με το γεγονός ότι προ ολίγου
μία γενναία μερίδα ψωμοτύρι εκατανάλωσα
κι έχω αφήσει ανοιχτό
το χαρτί, δίπλα μου του μπακάλη
με κάτι μέσα ψιχία υπολείμματα
μήπως άρα γι αυτό εγιόμισε ο τόπος
ωστόσο εγώ παρατηρώ και συλλογίζομαι
δεν πρέπει να υπάρχει σ' όλην την πλάση
πλάσμα άλλο ω! τόσο δυνατό
και τόσο πεισματάρικο, πόσο ακαταπόνητο
και στιβαρό αντίστροφα όσο λιανό που είναι
πρώτο σε ότι εργώδες, ρωμαλέο
τέτοιο αγώνα δυσανάλογο με το μικρό του δέμας για να δίνει
και τί εφευρετικό, ευκίνητο, επίμονο, αεικίνητο, σκληρό
βοηθά βεβαίως κι η κατασκευή του
μονάχα μύες και κόκκαλα κι αρθρώσεις
λίπος ούτε γραμμάριο και μήτε δράμι ξύγκι
α! το μυρμήγκι.

Δευτέρα, 3 Σεπτεμβρίου 2018

Παντανικανοποίητος


Σε ό,τι μέρος να βρεθώ
κι ας είνε εξέσιο, χάρμα
κάπου αλλού να είμανα
θά 'θελα νά 'χει τρόπος
και έρχετε μου πλάκωμα
δε με χωρά ο τόπος.

Κυριακή, 2 Σεπτεμβρίου 2018

Η Επίσκεψη



Τραγούδι ("The Visit") του Αμερικανού τρaγουδοποιού Jackson C.Frank, 1943 – 1999, μουσική και στίχοι στο σύνδεσμο, (απόδοση Χ.Δ.Τ.)

Σαν είπα πως είσ' όμορφη
κει τό 'πα χρόνια πριν
Κάθε αντίσταση άφησα
αλλά δεν είπα Αμήν
Κι όταν τα χέρια σου ύψωσες
φως για να με γεμίσεις
Μ' έκανες βρέφος το πρωί
νόμο άγραφο της φύσης
Και το καλοκαίρι φαίνεται
που αρχίζει να τελειώνει
Σαν άνεμος διώχνει φύλλα απ' την αυλή
και έξω τ' απλώνει
"Εκείνος" ότι είμαι όρισες
κι εγώ πως σ' αγαπώ
Κι οι δυο μαζί ορίσαμε
το μέλλον μας κοινό
Φτερά αγριοπερίστερου
χορεύουν στον αέρα
Στρέφονται μες απ' τα κλαδιά
κυλούν αργά πιο πέρα
Στο βουνό όπως περιμένουμε
για τραγουδιού σκοπό
Που ζωντανεύει ότι έχουμε ζήσει
τόσο καιρό
Στην πόλη έχει τρέλλα και κακό
γαλήνη η επαρχία
Στα νησιά είν' η κοσμική ζωή
πόλεμος στην Ασία
Με ξένο διαβατήριο
και μέλι στο ψωμί
Κινούνται κάτι άνθρωποι
σαν κούκλες στη σκηνή
Δεν ξέρουν πού αλήθεια να πιαστούν
στα κύματα, αρπάζονται με νύχια
Αν σώζει ότι ξέρουμε
ας το κάνουμε στ' αλήθεια
Κάθε φορά παν να μας κάνουνε
σκλάβους με παραμύθια
Μικρά κορμιά δίχως μαλλιά
μωρά έρχονται στον κόσμο
Τόσο που είναι παράξενος
μα όνειρο είναι μόνο
Φίδια θαλάσσια από πηλό
που λιάζονται στους βράχους
Θυμίζουνε πώς ήμασταν
σε παλιά χρόνια πάθους
Και πάλι είπα πως εισ' όμορφη
κει τό 'πα χρόνια πριν
Κάθε αντίσταση άφησα
αλλά δεν είπα Αμήν
Κι όταν τα χέρια σου ύψωσες
φως για να με γεμίσει
Με τέτοια ομορφιά απ' την αρχή
μας είχαν ευλογήσει
Και το καλοκαίρι είδα πως ποτέ
δεν παίρνει να τελειώνει
Σαν άνεμος διώχνει φύλλα απ' την αυλή
και έξω τ' απλώνει
και έξω τ' απλώνει
και έξω τ' απλώνει
και έξω τ' απλώνει.


Σάββατο, 1 Σεπτεμβρίου 2018

Ο πεζοπόρος απερίσκεπτος κι ο μοχθηρός οικείος


Ωωωχο - ο - ο... ο αιχμηρός ο άκανθος
μου τρύπησε το πόδι

Εμμ;! περπατούνε στο βουνό
με τα σανδάλια βόδι;

Ωωω! λες να πάθω τέτανον
φριχτά να αποθάνω;

Θα σε χορτάσω φάσκελα
στον τάφο σου από πάνω!