Τρίτη, 22 Μαΐου 2012

Ο αντιφατικός ήρωας μου


Ήμασταν όλοι σας παιδιά μου δικά σου
το δρόμο μας έδειχνες ουραγός πρωτοπόρος
πώς νικητής ηττημένος μας έμπνεες;
στη μάχη χυνόσουνα με θάρρος περίσσιο
πρώτος φεύγοντας τρέχοντας τη ζωή σου να σώσεις
ούτε μια σταγόνα το αίμα σου έχυνες
κλέβοντας πλούσιος τίμια μονάχα
με το Χριστό προστάτη στο πλάι σου
του Διαβόλου είχες βάλει υποθήκη
το σχεδόν πάντοτε λυπημένο σου πρόσωπο
χαρά μας μετέδινε αισιοδοξία
πρόθυμος όλο που ήσουνα
περιφρονώντας μαζί μας να κάτσεις
σε τιμητική θέση εξέχουσα
χαμένος μεταξύ μας στο πλήθος
κι όλο μίλαγες κι έλεγες κι έλεγες
και δε σου παίρναμε μία κουβέντα
το σκαμμένο ηλιοκαμμένο σου πρόσωπο
το νεανικό το χλωμό σου το δέρμα
κάθε λίγο σε πνίγαν τα κλάμματα
να δακρύζεις ποτέ δεν πιστεύω να σ' είδα
θεατρικά χειρονομούσες και έντονα
σαν άγαλμ' ακίνητος παγωμένος στεκόσουν
όταν ήταν καλός ο καιρός
κι έβρεχε χιόνιζε και φυσούσε
κατασκήνωση να κάνουμε ήθελες
και να κλεινόμαστε σε τέσσερις τοίχους
να τρέμουν τα ηχεία εκκωφαντική
απαλή μουσική δωματίου
το κάπνισμα απαγορευότανε αυστηρά
γι αυτό μας χάριζες κουβανέζικα πούρα
ντυνόσουνα μόνιμα εξεζητημένα κομψά
με ρούχα πού 'χες λες δανειστεί από σκιάχτρο
τον καφέ σου τον ήθελες μαύρο πικρό
με κουταλιές μπόλικες ζάχαρη μέσα
σου άρεσε ξέραμε να διαβάζεις μικρά
βιβλία χοντρά εκατοντάδων σελίδων
και μια μικρή είχες αγαπήσει σφοδρά
εσύ ο ανέραστος μονήρης δια βίου
ήσουνα τότε σχεδόν πενήντα χρονών
στο άνθος της πρώτης σου νιότης επάνω
κάθε πρωί ξύριζες σχολαστικά
τη μεγαλόπρεπη γκρίζα πυκνή σου γενειάδα
στην πολυθρόνα βούλιαζες λαγοκοιμόσουν μετά
άγρυπνος συνέχεια όρθιος
σαν τώρα τις θυμάμαι όλες αυτές τις στιγμές
κι έχω πια ξεχάσει τα πάντα.

Τετάρτη, 9 Μαΐου 2012

Η εκδρομή του ενάλιου


Καθώς μεγάλωσα δίπλα στη θάλασσα
κυρά είχε γίνει αυτή στις αισθήσεις μου όλες
αρμύρα, δροσιά τα νερά της
όταν μέσα βυθίζομουν
και το χρώμα της Χριστέ τόσο γαλάζιο
φωτεινό το πρωί
το μεσημέρι ασημί
τον λαμπρό εκαθρέφτιζε ήλιο
πορτοκαλί, κόκκινο, μενεξεδί με τη δύση
σκούρο μωβ και σταχτί
το συννεφιασμένο χειμώνα
ο φλοίσβος της ο υπνωτικός
σαν φυσούσε αέρας, αχός και αντάρα
εκεί λοιπόν έζησα
χρόνια και χρόνια πολλά
μέχρι μια μέρα που μού 'ρθε να φύγω
να πάρω το αμάξι και να πάω αλλού
μια εκδρομή έτσι για να ξεφύγω
να κι έφυγα που λέτε λοιπόν
δρόμο παίρνω και δρόμο αφήνω
μακριά, πιο πέρα κι ακόμα μακριά
μέχρι που είδα μια ανηφοριά
στο βουνό που φιδογυριστά σκαρφαλούσε
και μένει έτσι πίσω μου η δημοσιά
και στροφή τη στροφή ανεβαίνω ολοένα
έκρηξη βλάστησης γύρω παντού
φτέρες και θάμνοι και πλατάνια πανώρια
νερά κυλούσανε γαργαριστά
πηγές, ποταμιές και ρυάκια
σκιά, ησυχία, δροσιά
και πυκνό, πράσινο δάσος
οξιές κι άλλα δέντρα ψηλά
πουλιά διάφορα μελωδικά κελαηδούσαν
κι ανέβαινα...
σχεδόν έκρυβαν τον ουρανό
πέφκα, μαβρόπεφκα με κορμούς σαν κατάρτια
και ξάφνου να! ξεκίναγε εδώ
της περήφανης η ζώνη ελάτης
μύριζε έντονα ρετσίνι χλωρό
ένας παράδεισος έλεγες ήταν
όμως γιατί τότε; γιατί;
μια μπάλλα βαριά ένοιωθα το πόδι να σέρνει;
πότε Κύριε θα δώσεις, μια έστω φορά
χαρά ανόθευτη έτσι να μένει;
ένα βάσανο μ' έτρωγε "τί κάνω εδώ;"
και μια σαν αγκάθι ενοχλητική απορία
που με τρύπαε κάθε στιγμή
και με μάτωνε όλη την ώρα
"δεν ανήκω εδώ, τί γυρεύω εδώ,
τί δουλειά έχει ο ενάλιος στα κωνοφόρα;".

                                 Μονεμβάσια, 7/5/'012

Πέμπτη, 3 Μαΐου 2012

Γιατί προδίδεις τον εαυτό σου;


Το ήξερα απ' την πρώτη τη στιγμή
πως ήταν μάλλον λάθος η απόφαση που πήρα
συνέχισα ωστόσο με επιμονή
και πείσμα άλογο σε μια ιδέα στείρα
ενάντια που δίψαε κάθε ίνα στο κορμί
και όσα δυνατά η ψυχή εφώναζε, μαρτύρα
και έτσι παν' - αλίμονο - κοντά μήνες οκτώ
που πια δεν πίνω μπύρα.