Παρασκευή, 22 Φεβρουαρίου 2008

Δε θα πάω ποτέ στο Μανχάτταν

Δε θα πάω ποτέ στο Μανχάτταν
στη Φιφθ Αβενιού δε θα πάω
κι έτσι ούτως ούτε θα φάω
ένα κλάσσικ Νιούγιορκ Χοτ Ντογκ.
Δε θα πάω ποτέ στο Μανχάτταν.
Ε, τότε κι εγώ...ας φάω μια πατάταν.

Δευτέρα, 11 Φεβρουαρίου 2008

Μια τελευταία

Μαρέσει ναφήνω μια τελευταία
στην κούπα γουλιά του
πρωϊνού του καφέ μου.
Την σκεπάζω με κάτι για να
μην πέσει μέσα η σκόνη.
Ύστερα φεύγω απ'το σπίτι
στην εργασία μου πάω.
Κι όταν γυρίζω πια το βραδάκι
παίρνω την κούπα μου και
στο παράθυρο στέκομαι και
κοιτάζω στοχαστικά έξω τον κόσμο,
αργοπίνω τον κρύο καφέ
και συλλογίζομαι κοίτα που πέρασε
της ζωής μου άλλη μια μέρα,
κι έρχεται βράδυ κι άλλη μια νύχτα.

Χα! Λες και κάποιο νόημα έχει.
Χα! Λες και είχε ποτέ.

Αμστερντάμ

Amsterdam – τραγούδι του Jacques Brel, απόδοση (από το Γαλλικό πρωτότυπο και την –κατά Anne Marie de Grazia - απόδοση στην Αγγλική) στα Ελληνικά: Χ.Δ.Τ.


Στο λιμάνι του Αμστερντάμ
είναι ναυτικοί που πιάνουν το τραγούδι
για τα όνειρα που τους στοιχειώνουν τον ύπνο
μακριά απ’ το Αμστερντάμ.
Στο λιμάνι του Αμστερντάμ
Είναι ναυτικοί που αποκοιμούνται
μ’ απλωμένο το σώμα σα λάβαρο ξετυλιγμένο
στην όχθη του πεθαμένου καναλιού.

Στο λιμάνι του Αμστερντάμ
είναι ναυτικοί που πεθαίνουν
γεμάτοι μπύρα και τραγωδίες
με το πρώτο φως της αυγής.
Στο λιμάνι του Αμστερντάμ
είναι ναυτικοί που γεννιούνται
στην πηχτή ζέστη και την
υπνηλία που φέρνει ο Ωκεανός.

Στο λιμάνι του Αμστερντάμ
είναι ναυτικοί που γευματίζουν,
ντυμένοι λευκές αστραφτερές στολές,
τρώνε ασημόχρωμα ψάρια
και σου δείχνουν τα δόντια τους
τα καμωμένα να δαγκώνουν τη μοίρα,
να ξεκρεμούν το φεγγάρι
και να ροκανίζουν του καταρτιού τα σχοινιά.

Και διάχυτη παντού η μυρωδιά της μουρούνας,
ακόμα και μέσα στην ψίχα της τηγανισμένης πατάτας
γιατί με τα χοντρά τους τα χέρια νεύουν και την καλούν
νά’ ρχεται ολοένα και πιο δυνατή.
Ύστερα σηκώνονται απάνου γελώντας
και ουρλιάζουνε σαν καταιγίδες
κουμπώνουν τα πανταλόνια τους
ρεύονται δυνατά και βγαίνουν έξω.

Στο λιμάνι του Αμστερντάμ
είναι ναυτικοί που χορεύουν
τρίβοντας τις κοιλιές τους απάνω
στις άσπρες μαλακές κοιλιές γυναικών
και στροβιλίζονται άτσαλα
σα φτυσμένα φλούδια ηλιόσπορου
στο στριγγό, βρώμικο ήχο
του ξεχαρβαλωμένου ακκορντεόν.

Στρέφουν το λαιμό τους αφύσικα
το γέλιο τους το ίδιο να ακούσουν
μέχρι που αιφνίδια ξοφλάει το όργανο
και σταματάει να παίζει.
Τότε αργά κι επίσημα, με υπερήφανο ύφος
ανοίγουν τα πανταλόνια τους πάλι
και το «θηρίο» τους βγάζουν
έξω στο φως το λαμπρό.


Στο λιμάνι του Αμστερντάμ
είναι ναυτικοί που πίνουν
και πίνουν και πίνουνε κι άλλο
κι ύστερα πίνουν και πίνουν ξανά.
Στην υγιειά σας πίνουμε πόρνες
των λιμανιών του Αμβούργου και του Αμστερντάμ
στην υγιειά σας Κυρίες, Γυναίκες για Εσάς
πίνουμε για.., πίνουμε για Σας.

Που μας δίνετε τα λαχταριστά κορμιά Σας
και την αρετή σας ακόμα για λίγα λεφτά…
..κι όταν πια έχουν πιει αρκετά,
στρέφουν το πρόσωπο αντίκρυ
στον ουρανό ψηλά κι αυστηρά,
και φυσάνε τη μύτη τους στ’ άστρα
και χύνουνε δάκρυα καυτά
για τις γυναίκες, τις άπιστες πόρνες…

Στο λιμάνι του Αμστερντάμ,
Στο λιμάνι του Αμστερντάμ….