Τρίτη 7 Ιουλίου 2026

Πίπα

Μια ελεύθερη μεταφορά με βάση:Χέρμαν Μέλβιλ 1819 – 1891, Μόμπυ Ντικ – η Φάλαινα, κεφ. 30 – η Πίπα

Ο καπτάν Άχαμπ βγήκε από το γιατάκι του -όπου συνήθως κλεινόταν τον περισσότερο καιρό- στο κατάστρωμα του Πήκουοντ. Σκυθρωπός, συννεφιασμένος ως συνήθως. Ο ναύκληρος που ήταν «γραμματιζούμενος», όπως τον έλεγαν τα υπόλοιπα μέλη του πληρώματος, γιατί του άρεσε το διάβασμα -πράγμα όχι συνηθισμένο για φαλαινοθήρα- και μελετούσε συνεχώς, κυρίως τη Βίβλο και τους Ψαλμούς, μίλαγε γι αυτόν χρησιμοποιώντας παράξενες λέξεις που τους εντυπωσίαζαν: «βαρύγνωμος άνθρωπος» , έλεγε, «κατώθρωσκος, θλιβέρης»…

Έφθασε ως την κουπαστή, ατένιζε γύρω την απεραντοσύνη, γκρίζα τα νερά, γκρίζος ο ουρανός από πάνω, ένα μεγάλο γκρίζο τίποτα…

Εντός του το ίδιο… Έκανε ψύχρα. Έχωσε τα χέρια στις τσέπες του σκούρου, μάλλινου, ναυτικού ζακέττου του. Στη δεξιά τα δάχτυλα του άγγιξαν το τσιμπούκι του. Στην αριστερή την καπνοσακούλα και το τσακμάκι του. Ασυναίσθητα τα έβγαλε έξω και μηχανικά άρχισε να γεμίζει την πίπα. Το τελευταίο πράγμα που του έδινε κάποια ευχαρίστηση. Το ποτό το είχε σταματήσει εδώ και πολλά χρόνια. Με γυναίκες δεν πήγαινε στα λιμάνια. Έτρωγε λίγο και λιτά σαν ασκητής. Όμως άναβε κάθε τόσο το τσιμπούκι του, η πίπα τον βοηθούσε να συγκεντρωθεί, να χαλαρώσει, του άρεσε να τη βαστά στο χέρι, να νοιώθει στο στόμα τη γεύση του αρωματικού ταμπάκου, να τον μυρίζει στον αέρα όπως καιγόταν.

Άναψε, πήρε την πρώτη ρουφηξιά και τότε… μια σκέψη αίφνης γεννήθηκε στο μυαλό του, από το πουθενά και σαν ψυχρό, ασημόχρωμο φίδι άρχισε να ελίσσεται, να κινείται γοργά. Ξαφνιάστηκε, συγκλονίστηκε. Και πριν κάποια άλλη, δεύτερη γνώμη έρθει και αναιρέσει την πρώτη, τίναξε απότομα το χέρι του πετώντας το τσιμπούκι του, φωνάζοντας βροντερά : «Τί δουλειά έχω εγώ με τις απολαύσεις; Τί δουλειά έχω με αυτήν την πίπα;»… Γυρίζοντας πήγε με βιάση και χώθηκε ξανά στο καμαράκι του.

Ένας μικρός παφλασμός ακούστηκε καθώς το τσιμπούκι ακούμπησε στο νερό κ’ ένας αδιόρατος συριγμός σαν έσβησε η πυρά. Ο πηλός, το υλικό κατασκευής, μούσκεψε. Το μικρό αντικείμενο άρχισε να κατεβαίνει με ελαφρές περιδινήσεις, μια αργή πορεία προς την άβυσσο, ποιός ξέρει πόση ώρα μετά και πού θα σταματούσε, πλέανε σε πολύ βαθειά νερά.Κάμποσες εκατοντάδες πόδια πιο κάτω η καθοδική διαδρομή πλησίασε έναν ακίνητο τεράστιον όγκο. Προφανώς ένα κήτος της θαλάσσης, σαν αυτά που κυνηγούσαν πλην όμως τέτοιου μεγέθους που αμφίβολο αν είχε ποτέ πιαστεί. Ή καν ειδωθεί. Η γραμμή της βύθισης πέρναε πλησίον της κεφαλής του. Ένα τεράστιο, σαν πιάτο σχεδόν μεγάλο, ως τότε κλειστό μάτι άνοιξε. Αντιλήφθηκε ολοφάνερα την κίνηση του μικρού αντικειμένου, η κόρη άλλαξε χρώμα και μέγεθος. Όμως το τεράστιο μάτι δεν ακολούθησε την πορεία της βυθιζόμενης πίπας προς τα κάτω, παρά στράφηκε προς τα πάνω.

Φαινόταν εκεί, στην επιφάνεια του νερού, από κάτω η καρένα του πλοίου, μικρού σαν παιδικού παιχνίδι.

Κ’ οι ναύτες απάνω, οι άνθρωποι, αν υποθέσουμε ότι θα μπορούσαν να είναι ορατοί, θα φαίνονταν κι αυτοί μικροσκοπικοί, ασήμαντοι, τιποτένιοι.

 

Δεν υπάρχουν σχόλια: