Τρίτη 21 Ιουλίου 2026

Μικρή θαλασσινή ιστορία

Ο τρομαγμένος σπάρος

κινείται νευρικά μες στο νερό

δεν είν’ η ζωηράδα του αυτή

λοιπόν από χαρά

φοβάται˙ μη δεν έβρει

την καθημερνή τροφή του

μήπως τον φάει κάποιο άλλο

της θάλασσας πλάσμα πιο μεγάλο

και μην πιαστεί στ’ αγκίστρι

με δόλο του ψαρά

σ’ όλον του το βίο

φοβάται ο σπάρος

ζωή είν’ αυτή;

εφτά χρόνια πάνω κάτω

κ’ ύστερα όπως όλους

τον παίρνει ο Χάρος. 


Τρίτη 7 Ιουλίου 2026

Πίπα

Μια ελεύθερη μεταφορά με βάση:Χέρμαν Μέλβιλ 1819 – 1891, Μόμπυ Ντικ – η Φάλαινα, κεφ. 30 – η Πίπα

Ο καπτάν Άχαμπ βγήκε από το γιατάκι του -όπου συνήθως κλεινόταν τον περισσότερο καιρό- στο κατάστρωμα του Πήκουοντ. Σκυθρωπός, συννεφιασμένος ως συνήθως. Ο ναύκληρος που ήταν «γραμματιζούμενος», όπως τον έλεγαν τα υπόλοιπα μέλη του πληρώματος, γιατί του άρεσε το διάβασμα -πράγμα όχι συνηθισμένο για φαλαινοθήρα- και μελετούσε συνεχώς, κυρίως τη Βίβλο και τους Ψαλμούς, μίλαγε γι αυτόν χρησιμοποιώντας παράξενες λέξεις που τους εντυπωσίαζαν: «βαρύγνωμος άνθρωπος» , έλεγε, «κατώθρωσκος, θλιβέρης»…

Έφθασε ως την κουπαστή, ατένιζε γύρω την απεραντοσύνη, γκρίζα τα νερά, γκρίζος ο ουρανός από πάνω, ένα μεγάλο γκρίζο τίποτα…

Εντός του το ίδιο… Έκανε ψύχρα. Έχωσε τα χέρια στις τσέπες του σκούρου, μάλλινου, ναυτικού ζακέττου του. Στη δεξιά τα δάχτυλα του άγγιξαν το τσιμπούκι του. Στην αριστερή την καπνοσακούλα και το τσακμάκι του. Ασυναίσθητα τα έβγαλε έξω και μηχανικά άρχισε να γεμίζει την πίπα. Το τελευταίο πράγμα που του έδινε κάποια ευχαρίστηση. Το ποτό το είχε σταματήσει εδώ και πολλά χρόνια. Με γυναίκες δεν πήγαινε στα λιμάνια. Έτρωγε λίγο και λιτά σαν ασκητής. Όμως άναβε κάθε τόσο το τσιμπούκι του, η πίπα τον βοηθούσε να συγκεντρωθεί, να χαλαρώσει, του άρεσε να τη βαστά στο χέρι, να νοιώθει στο στόμα τη γεύση του αρωματικού ταμπάκου, να τον μυρίζει στον αέρα όπως καιγόταν.

Άναψε, πήρε την πρώτη ρουφηξιά και τότε… μια σκέψη αίφνης γεννήθηκε στο μυαλό του, από το πουθενά και σαν ψυχρό, ασημόχρωμο φίδι άρχισε να ελίσσεται, να κινείται γοργά. Ξαφνιάστηκε, συγκλονίστηκε. Και πριν κάποια άλλη, δεύτερη γνώμη έρθει και αναιρέσει την πρώτη, τίναξε απότομα το χέρι του πετώντας το τσιμπούκι του, φωνάζοντας βροντερά : «Τί δουλειά έχω εγώ με τις απολαύσεις; Τί δουλειά έχω με αυτήν την πίπα;»… Γυρίζοντας πήγε με βιάση και χώθηκε ξανά στο καμαράκι του.

Ένας μικρός παφλασμός ακούστηκε καθώς το τσιμπούκι ακούμπησε στο νερό κ’ ένας αδιόρατος συριγμός σαν έσβησε η πυρά. Ο πηλός, το υλικό κατασκευής, μούσκεψε. Το μικρό αντικείμενο άρχισε να κατεβαίνει με ελαφρές περιδινήσεις, μια αργή πορεία προς την άβυσσο, ποιός ξέρει πόση ώρα μετά και πού θα σταματούσε, πλέανε σε πολύ βαθειά νερά.Κάμποσες εκατοντάδες πόδια πιο κάτω η καθοδική διαδρομή πλησίασε έναν ακίνητο τεράστιον όγκο. Προφανώς ένα κήτος της θαλάσσης, σαν αυτά που κυνηγούσαν πλην όμως τέτοιου μεγέθους που αμφίβολο αν είχε ποτέ πιαστεί. Ή καν ειδωθεί. Η γραμμή της βύθισης πέρναε πλησίον της κεφαλής του. Ένα τεράστιο, σαν πιάτο σχεδόν μεγάλο, ως τότε κλειστό μάτι άνοιξε. Αντιλήφθηκε ολοφάνερα την κίνηση του μικρού αντικειμένου, η κόρη άλλαξε χρώμα και μέγεθος. Όμως το τεράστιο μάτι δεν ακολούθησε την πορεία της βυθιζόμενης πίπας προς τα κάτω, παρά στράφηκε προς τα πάνω.

Φαινόταν εκεί, στην επιφάνεια του νερού, από κάτω η καρένα του πλοίου, μικρού σαν παιδικού παιχνίδι.

Κ’ οι ναύτες απάνω, οι άνθρωποι, αν υποθέσουμε ότι θα μπορούσαν να είναι ορατοί, θα φαίνονταν κι αυτοί μικροσκοπικοί, ασήμαντοι, τιποτένιοι.

 

Δευτέρα 6 Ιουλίου 2026

Μια ακόμη απόλαυσις

Ετούτο το στιχούργημα

κατεξαιρπαράβαση γράφεται

με κατευθείαν πληκτρογράφηση στον ηλεκτρονικό υπολογιστή

αντί χειρόγραφα να καταχωρείται σε κάποιο τεφτέρι

ή χαρτί σκόρπιο, ή από μπλόκ ή και χαρτοπετσέτα

ακόμα, ως συνήθως – και τι μας νοιάζει θα ρωτήσεις

κι όλο το δίκο θα ‘χεις έτσι απλά

ήθελα να το πω όπως να πω επίσης ήθελα

πως ότι πιστεύω είναι

μία ακόμη απ΄τις τόσο πολλές, διαρκείς και ανεξάντλητες

του αναγνώστη απολαύσεις

κι αυτή που όταν

βαίνει προς ολοκλήρωση του εκάστοτε βιβλίου

πες κάποιες δεκάδες φύλλα πριν το τέλος και

ήδη αρχίζει να κάνει σκέψεις ποιό

θα είναι το επόμενο

αναλογιζόμενος τις επιλογές του νοερά

ή -πιο συχνά- πηγαίνοντας στις στοίβες, τους σωρούς

των αδιαβάστων, των προς ανάγνωσιν

που στέκουνε στο κομοδίνο στον

πάγκο της κουζίνας στο

πάτωμα ή στο πρεβάζι

κι ανακατώνει, εξετάζει, υπολογίζει τις ορέξεις του και αποσπά

τον τόμο της επιλογής μ’ ένα χαμόγελο

ικανοποίησης και προσμονής για να επιστρέψει στο άλλο βιβλίο

και να αρχινίσει πάλι με τη χαρά μικρού παιδιού

με την ευγνωμοσύνη του πιστού χαϊδεύοντας

μία μία να γυρνάει τις

εναπομείνασες  σελίδες.


Κυριακή 5 Ιουλίου 2026

Ανατροπή

Η ώρα πρωϊνή και εβάδιζα

περπατώντας πεζή με κατεύθυνση προς

τον σταθμό του ηλεκτρικού σιδηροδρόμου

μέσου μαζικής μεταφοράς δια του οποίου

μεταβαίνω στην και επιστρέφω από

την εργασία μου συνήθως

στο σημείο της διαδρομής που η πορείαμου περνά

επί της κεντρικής οδικής αρτηρίας

δίπλα από τον του πάρκου περίβολο

είδα στη στάση του λεωφορείου αναμένοντα καθιστόν

ένα νέον σχετικώς

ως τριανταπέντε χρονών έγγιστα άνδρα

άκομψα κατά τη γνώμη μου ντυμένο

μα απ’ την άλλη ο τελευταίος είμ’ εγώ

που για γούστο στο ντύσιμο μπορεί να μιλήσει

πάντως να δηλαδή θέλω να πω

φόραε αθλητικά υποδήματα με

κείνα τα γελοία καλτσάκια κοντά όπως και

κοντό πανταλόνι «βερμούδα»

και κοντομάνικο μπλουζάκι

καλοκαίρι βλέπεις γαρ πλην όμως

ήταν όλα κάπως «χτυπητά» χρωματιστά

άσε θεόστενα – με στάμπες από φίρμες

απάνω που σε μικρότερης (πολύ)

ηλικίας -πες έφηβο- θα άρμοζαν

συν ένα ζευγάρι ηλίου υαλιά

κραυγαλέου σχεδιασμού και μεγέθους

σίγουρα όχι πρωτοφανές δυστυχώς ως εικόνα

κι άλλοι πολλοί υιοθετούν τελευταία

τούτον τον ιδιότυπο ρουχοπαλιμπαιδισμό

και περίμενα με τέτοια εμφάνιση

στόνα χέρι το πλαστικύπελλο του Φρέντο να βαστά

ρουφώντας που και που από το καλαμάκι

και στάλλο το κινητό οπού να

στέλνει ολοένα μηνύματα ή

μικρά χαζά βίνετο να βλέπει

ή να παίζει κάποιο από κείνα

τα αποβλακωτικά αλλά τόσο εθιστικά

τα παιγνίδια μα όμως

όχι και τίποτα απόλα αυτά παρά εβάστα

βιβλίο χοντρό και σκληρόδετο

απορροφημένος διαβάζοντας

μια απ’ τις τελευταίες σελίδες

Α! μα ήταν αυτή σπουδαία ανατροπή

να προδικάζεις δεν πρέπει ποτέ και ιδίως

από την εμφάνιση όχι να κρίνεις

δε μπόρεσα πλατιά να μη χαμογελάσω εντός μου

με τη σκηνή ετούτη που είδα

κ’ εντός μου επίσης να μην

αναφωνήσω υπάρχει

ελπίδα, υπάρχει ελπίδα.