Σάββατο, 9 Σεπτεμβρίου 2017

Ο λυρισμός του χειμωνιάτικου Αυγούστου


Εγώ είμαι το ον το ανυπέρβλητο
το πλουμιστό, το συρφετό, ο χαμαιλέφας
ορδές με κυνηγάνε λυσσωδώς
έως τα σύνορα της επικρατορίας
διαφεύγω με τρυκ
χύνω μελάνι, τρώω τα ψίχουλα
οι ιχνηλάτες οδηγούνται σε απογνώσεις
έχει σκοτάδι, έχουν παυθεί
από τις υπηρεσίες τους οι φρικτορύχοι
μα να πεις είχε και νέα;
συμβάντα μηδέν
οι γυναίκες γεννούν
οι άντρες παχαίνουν
ξαπλωτοί ροφούνε ηδύποτα
και μυρωδάτα καπνίζουν ταμπάκα
από μακριές πήλινες πίπες
αναστενάζουν κάθε τόσο «Αφερίμ»
μα στα μέρη αυτά
δεν έχει ακούσει κανείς
για του Θεού τον Προφήτη
σύγνωση απόστασης
φιλία με δόλο
αισθάνομαι πόρρω καλύτερος
απ’ όλους αυτούς τους χωριάτες
θέλω να τους φτύσω κατάμουτρα
αφού πριν τους βατέψω τις κόρες
η καθηγήτρια που δίδασκε τσέμπαλο
μου υποσχέθηκε να μου δείξει κορνέτα
εφιαλτικό υποβρύχιο
σεσημασμένο πριόνι
φονικό στιλβωτήριο
ποντοπόρο σαμάρι
σηκώνω σιγά – σιγά επανάσταση
θα αιφνιδιαστούν ένας κι ένας
ησυχία που έχει!
μέχρι κι οι δεκαοχτούρες έχουν σωπάσει
και τα βράδια δεν αλυχτούνε οι ύαινες
απελπισία τις δέρνει
κάθε νύχτα σχεδόν νηστικές
όλοι βλέπεις πια φύγανε
οι αειθαλείς τυμβωσυλλήτες
κάτι πρέπει να γίνει στον τόπο αυτόν
όπου μοιάζει σαν ακίνητη λίμνη
πλοία κουρσάρων να έρθουνε από το βουνό
κοσμοναύτες να βγούν απ’ τη στέρνα
ως και τα πρόβατα σταβλίζονται μόνα τους
και σταδιακά μαθαίνουν φλογέρα
φωτιά ν’ ανάψει
να στηθεί ο καυγάς
βεδουΐνοι να σκαλίζουνε άρπες
και τρεις γέροι μπρος από ενενήντα χρονώ
να είναι οι μαιτρ στις φωτοβολίδες
ο Βενιαμίν Γολιάθ νά ‘ναι όνομα
ο Σαμψών Δαλιδάς κι αυτό νά ‘ναι
ο Ιούλιος Βρούτος νά ‘ναι κι αυτό
κι ο Μωάμεθ Ιησούς νά ‘ναι επίσης
δε θα μείνει πολύ έτσι, τ’ ακούς;
οι δυνάμεις θα επέμβουν της φύσης
ένας κολοσσιαίος κατανταπολιμός
και σεισμός είκοσι Ρίχτερ
πλίνθος επί κεράμω δε θα μείνει ουδείς
αλί τρισαλί πυρί γαία μιχθήτω
«βόηθα!» θα ουρλιάζουνε τρανέ Τουταγχαμών
και «βάλε το χέρι σου Άη Νικόλα»
κι εγώ θα γελώ από μία γωνιά
καθώς θα τηγανίζω μαρίδες
που θα απιθώνω σε απλάδες κοφτερές
για ριψοκίνδυνους εκλεκτούς συνδαιτημόνες
που θα προσέρχονται ξυπόλητοι μεν
αλλά με περισπούδαστα φράκα
και τρώγοντας μ’  όρεξη
θα κάνουν όλο «Ον! Ον! Ον! Ον!»
που ένας Θεός ξέρει τί να σημαίνει
κρίνοντας όμως από το γεγονός
πως στα πιάτα μόνο θα μείνουνε κόκκαλα
η μαγειρική μου πρέπει νά ΄κανε θραύση
ελπίζω να επωφεληθώ λίαν σύντομα
και σε θέση καλή κάποιος να με διορίσει
με σπουδαίο μισθό
και γραφείο στιλπνό
και προαγωγές τακτικές και ταχείες
είμαι βλέπετε έτοιμος για μεγάλη ζωή
δουξ τουλάχιστον και μάλλον βέβαια πρίγκηψ
θα ζητήσω παλλακίδες πολλές
και ανά τις εποχές από ένα χαρέμι
θα ταξιδέψω στα πέρατα
θα διατηρώ οικόσιτα τέρατα
που θα εξημερώνω με οίστρο
θα πλαισιώνομαι από ετερόκλητα μίγματα
απαρτιζόμενα από στείρα ντουέτα
δεν έχω χρόνο - το ξέρω - για όνειρα
γι αυτό και με σύστημα αρχίζω
θα ενοικιάσω πρώτα ένα παγοθραυστικό
και θα μισθώσω μισό κοπάδι καμήλες
που θά ‘ναι όλες ημίαιμες
μα θα γνωρίζουνε κόλπα και γρίφους
δε νομίζω να επεκταθώ και στο διάστημα
το θεωρώ βαρετό, τετριμμένο
α! μια και είπα αυτό: να γνωρίζετε
τρέφομαι μόνο με μακαρόνι χοντρό
κι από πάνω τυρί πολύ άσπρο τριμμένο
οινοπνευματώδη δεν πίνω μα αρέσκομαι
κάθε τόσο να μεθώ με παρέα
ααα! τί κέφι τότε που γίνεται
και πόσο περνούμε ωραία
μας σιγοντάρουν κροκόδειλοι
μας διασκεδάζει μια ορχήστρα με ράφτες
καρεκλοκένταυρο έναν κάποτε που είπανε
κι έγινε φασαρία μεγάλη
σκορπίσαν τα μπωλ τα φυστίκια πιστάκιο
και τα πιο πολλά φτερά τους χάσαν οι παπαγάλοι
οι γυναίκες ουρλιάζαν
οι γραίες εδέρνονταν
γοερά έκλαιγε κάθε χαμίνι
ιερεύς λοιπόν κι εγώ μασκαρεύτηκα
και με φωνή δυνατή «Αδελφοί!»
τους έλεγα, «Αδελφοί μου, Ειρήνη!»
αλίμονο δεν εισακούστηκα
στις περιπτώσεις αυτές
η εμπλοκή προσιτή θα κορώσει
αντίδοτα δε θά ‘χει κανείς
ούτε σουτιέν ή κινίνο
κι εγώ συλλογίζομαι:
βρε τί μπελάς και τί μπλέξιμο;
ώρα μήπως λες να του δίνω;
φράξε με λίγο, τόση αγάπη σου έδειξα
και μοιάζω όπως λες με το Φοίβο
μα για ανταπόδωση συ με ανάγκαζες
κάθε μέρα πιπέρι να τρίβω
μια παρωπίδα εκλιπαρούσε δεξιόστροφα
γονυπετής, κλινήρης, αβέρτη
δεκαετίες το μαράζι μου ήσουνα
το φριχτό το σαράκι, το ντέρτι
το αίμα μου πίσω θα πάρω με ανήλεα μαρτύρια
που θα σου κάνω μ’ ένα πλισέ κλαδευτήρι
το κορμί μου αν ζητάς να σου δώσω δεν πρόκειται
να σου κάνω ποτέ το χατήρι
βάλε μου πάλι θα λες όλο αναίσχυντα
μέσα μου το φαλλό σου υπερόπτη
μα εγώ πιο βαθιά θα σε κόβω ανυπόληπτη
μ’ ένα στραβό ιογενή νυχοκόπτη
καιόμενος ως εν αρμάτι Φαέθωνας 
θα λάμπω σ’ όλη την παραλία
χωρίς στιγμή να διστάσω σκεπτόμενος
ποιός θα ‘ρθεί στη βαρετή μου κηδεία
μέρες και νύχτες συγκέντρωνατε δρέπανα
με τις γλώσσες σας σα γυαλόχαρτα φίνες
μην ακούτε τί λένε,  δε γνωρίζουνε τίποτα
το καλύτερο μέλι το βγάζουν κηφήνες
ω! ας τελειώνει πια τούτο το παραλήρημα
ο σαλός οχετός πια ας σώσει
και αν άλλος έχει χειρότερο
ε να! ας κοπιάσει να δώσει.

1 σχόλιο:

KTa είπε...

Ανησύχησες την ..(Ε)ευτυχία!!