Τετάρτη 12 Αυγούστου 2015

Γλυκά που σε νανουρίζει αυτός ο ήχος και όμορφα που είναι τόσο, τούτη την εποχή


Αύγουστος 2015, Νεάπολη-Εξάρχεια, Αθήνα

Πέντε η ώρα ξημερώματα
Δεκαπενταύγουστος, Αθήνα
όλοι κοιμούνται  στη γειτονιά
κι ούτε ένα αυτοκίνητο
άδεια η Ιπποκράτους
τίποτα δεν ακούγεται
γουργουριστός μέσα στη νύχτα μόνο
ο ήχος που κάνουν ρυθμικά
όσα δουλεύουν κλιματιστικά.

Πέμπτη 6 Αυγούστου 2015

Figlia del sole


Κόρη του ήλιου
αδερφή του φεγγαριού
μέρα της νύχτας
χειμωνιά καλοκαιριού
φρένο ταχύτητας
πόρνη ηγουμένη
εκείνος που αργεί
ποτέ πίσω δε μένει
με συλλόγου ευθύνη και δύναμη
πάντα μόνη τελείως στο τέλος παλεύεις
δίκαια αμείβεσαι
κι άδικα ψάχνεις αυτό που γυρεύεις
εμβρόντητοι στο κοντσέρτο ακούγαμε
το ακριβότερο τσέλο του κόσμου
να βγάζει τόσο παράφωνους ήχους
ασφαλώς, ίσως, μπορεί, μάλλον όχι και νά ‘φταιγε
ότι η σολίστ αντί για δοξάρι
με τους κατάμαυρους έπαιζε
πλούσιους της βοστρύχους
ασυναγώνιστη έπαρση μας  πλημμύρισε αίφνης
με τη φτηνή εξαθλίωση και κατάντια της τέχνης
μια απαίσια, αναπάντεχα, γνωστή συναντήσαμε
που μας έκανε έκπληξη φωνάζοντας «Τσα!»
το κοντσερτχώλλ ομοθυμαδόν το εγκαταλείψαμε
και για παρηγορία πήγαμε να φάμε πατσά
στο καζάνι ωστόσο είχε πέσει ένας Ινδιάνος από το Περού
κι εξείχε μόνον η μύτη ενός του, εξαίσιου φτερού
η κακοτυχία απόψε αποφάνθηκα
μας κυνηγά σαν μαυρόψυχη λάμια
διακριτικά μου επεσήμαναν ότι
στο παχύ μου μουστάκι ισορροπούσε μια μπάμια 
άφθονον ήπια – δεν κατάλαβα πώς – οίνο μοσχάτο
και σαν έκανα να σηκωθώ, να! πάρ’ τον κάτω
κρυάδες με τύλιξαν, λούστηκα με πλούσιο ιδρώτα
μα σαν σε όνειρο έβλεπα όνειρα
πορτοκαλιά σαν καρότα
ότι ανεκάλυπτα λέει συνεχώς
εξερευνώντας προκεχωρημένες εκτάσεις
δηλαδή όχι εντελώς συνεχώς
έκανα ενδιάμεσα τις απαραίτητες στάσεις
ώσπου έφθασα εν τέλει κάτω από ένα ηφαίστειο
όπου μ΄έκπληξη απάντησα Βρεττανό οινοβαρή και ανέστιο
τρεκλίζοντας μου πάτησε το πόδι κι έσπευσε να δηλώσει:
«Όου! Άιμ σόουρρυ!», του συστήθηκα και αποκρίθηκε:
«Πρέσβης Σερ Μάλκολμ Λόουρυ»
αναμφίβολα ήταν πέρα για πέρα βλαμμένος
στουπί στο μεθύσι μα και κάπως σα λυπημένος
πρότεινε να ψήσει να φάμε φρέσκιες πανσέτες
να τεμαχίσει – έτσι είπε – ένα κρέας
εξαίρετο που είχε σε φέτες
«εδώ που τα λέμε» του απάντησα «θέλω»
μα αυτός να παίζει με εντέλεια άρχισε
κείνο το ίδιο το τσέλο
οι νότες του οποίου κρυστάλλινες
στη ζούγκλα γύρω εξαπλούντο
κι αυτός κομπάζοντας πρόσθεσε
άριστος αθλητής πως ήταν του τζούντο
υποκλίθηκα, ευχαρίστησα κι έφυγα
αφήνοντας τον να κοιμάται μακάρια
πάνω σ΄ένα δεμάτι σανό
κι επιβιβάστηκα σ’ ένα χωρίς πολυτέλειες και πλήρωμα
καλαμένιο, μονοθέσιο κανώ
διάπλευσα σ’ όλο το μήκος του
έναν θολό μα διαυγή ποταμό
με λαμπρές τελετές μ’ υποδέχτηκαν
σαν έφτασα στον ωκεανό
ο επικεφαλής πρέπει να ήταν Εβραίος
τις κόρες του σύστηνε Ιουδήθ και Ραχήλ
δάκρυα στα μάτια μου έφεραν
το μελωδικό γιουκαλί κι η αγγέλου φωνή
του Χαβάνου Καμακαβίβο Ολέ Ισραήλ
απαίσια ηλεκτρόλυση στον άερα όμως μύρισε
τρέχοντας έφυγα, ποιά αξιοπρέπεια; σας λέω: μπουχός!
παρέα μου μόνη στο δρόμο
ένα απισχνασμένος ναρκομανής μοναχός
«στη Μονή» μου εξήγησε
«ο βίος είναι εγκρατής και απλός»
ξετρύπωσε μια τράπουλα κάπου μέσα απ’ το ράσο
«είσαι για μια παρτιδίτσα;» με ρώτησε
κι ο κερατάς σε λίγα λεπτά μού ‘σκασε φλος
δεινός χαρτοπαίκτης αποδείχθηκε ήταν
και ενίοτε και χαρτοληστής
για να τον προσηλυτίσω επιχειρήματα ανέπτυσσα
καλώντας κι εκείνον να γίνει πανάξιος
όπως εγώ συντονιστής
«μπα, άσε τώρα να φεύγω» μου πέταξε
 σάλταρε πάνω και άρχισε
να σκαλίζει το ξύλο μιας κουπαστής
στην παραλία λιγοστοί μας περίμεναν
συγκρατώντας με βία ένα αδάμαστο τραίνο
«Ρε παιδιά, σώνει, φτάνει τους φώναξα,
 α και πού ‘στε; να ξέρετε, στο στενό του κύκλο
τον Ρενουάρ τον έλεγαν Ρένο»
συρίζοντας σίγησαν με ήχους της χύτρας
την έγκριτη γνώμη μου ζήτησαν αν
ένας πίνακας αυθεντικός ήταν Λύτρας
«Δείτε βρε» τους έκανα μάθημα
με χαμόγελο σωστός Εωσφόρος
να, στη γωνίτσα, εδώ, τ΄όνομα του έχει γραφεί: Νικηφόρος
αγνοώντας η πρόταση υπερσκέλισε φόβητρο
που πλανιόταν κατάρας ζωηρής στον αέρα
μα σα να ‘ριξε σπόρο που βλασταίνοντας ήκμασε
όλη την υπόλοιπη μέρα…
μέρα της νύχτας
αδερφή του φεγγαριού
κόρη του ήλιου
χειμωνιά καλοκαιριού.  

Δευτέρα 27 Ιουλίου 2015

Ο Κουροσάββας


Ο Κουροσάββας ναυτικός παλιός
τον κόσμο όλον είχε γυρίσει με τα πλοία
μα κάποια στιγμή βαρέθηκε
τη θάλασσα παράτησε
και πήγε στο χωριό του, στην Ηλεία
όπου άνοιξε ένα μπαρμπέρικο
τέχνη παράλληλη που είχε μάθει
στα καράβια και ασκήσει
εκατοντάδες κεφαλές και μάγουλα
είχε κουρέψει, είχε ξυρίσει
τη σκεβρωμένη πίπα του ταμπάκο γέμιζε
τα απογεύματα ύστερα απ’ τη δουλειά
και κάπνιζε στοχαστικά
την ώρα που ο ήλιος
βυθιζότανε στη Δύση

Απ’ όλες τις χώρες τις πολλές
που βρέθηκε στ΄αμέτρητα ταξίδια του
αγάπησε απ΄όλες πιο πολύ την Ιαπωνία
μια γκέισσα λένε ότι ερωτεύτηκε παράφορα
και λάτρεψε με πάθος, με μανία
στου μαγαζιού του την ταμπέλλα
είχε ζωγραφίσει του τόπου αυτού
τα παράξενα τα γράμματα
κανείς δεν καταλάβαινε τί θέλανε να πουν
μέχρι που τους εξήγησε ένας Ιάπωνας
τουρίστας που ξεστράτισε ως εκεί
πως είναι ένα ποίημα ερωτικό, χαϊκούν

Έστεκε ακόμα η πινακίδα
παρ΄όλο που ήταν χρόνια το μαγαζί κλειστό
πάει καιρός που ο Σάββας απάντησε τον Χάρο
ακούω ακόμα σώζεται και να τη δεις μπορείς
άμα βρεθείς κι εσύ κάποια φορά προς τη Ζαχάρω.



Κυριακή 26 Ιουλίου 2015

Μπραβό


Έστω κι αργά απωθημένα αν έχουμε
γι αυτά να κάνουμε κάτι λένε πως πρέπει
προσυπογράφω έστω και εάν
άξιος δε στάθηκα εγώ να το κάνω καθόλου
ωστόσο πάντα γύρω μου θαύμαζα
όσους πάλευαν αρχινισμένες παλιά
γλώσσες ξένες να συνεχίσουν
τα εξ αναβολής ξανά και ξανά
ταξίδια επιτέλους να γίνουν
να μάθουν σαξόφωνο, κιθάρα ή όμποε
να ράβουν φορέματα, να καλλιεργούνε τουλίπες
να πετούν μ’ αερόστατο
πτυχίο να παίρνουνε για καταδύσεις
με μια μαύρη γυναίκα (ή αντρα) να συνουσιάζονται
να φτιάχνουν το παζλ των εφτά τεμαχίων χιλιάδων
να τολμούν να καταρριχηθούν με σχοινί
σε γκρεμούς ύψους μέτρων δεκάδων
τριάντα τουλάχιστον να επιτελούν στην εντέλεια
ταχυδακτυλουργικά ζόρικα κόλπα
ή να μπορούν να ολοκληρώσουνε
αυτό που ποτέ δεν προχώρησε
το μυθιστόρημα πέρα απ’ την έκτη σελίδα
κάθε φορά σα νά ‘μουν εγώ πώς χαιρόμουνα
σαν μάθαινα τέτοια, ιδιαίτερα για πρόσωπα οικεία
κάπως έτσι λοιπόν μα ακόμα περσότερο
σαν βρήκα κάτω απ’ την πόρτα επιστολή από σένα
με πρόσκληση για παράσταση θεατρική
δυναμικού νεόκοπου συνοικίας θιάσου
το έργο «κλασσικό ρομαντικό κωμειδύλλιο,
με μια φρέσκια ματιά ειδωμένο,
για την οικογένεια όλη κατάλληλο,
προς ενίσχυσιν η είσοδος έξι νομίσματα μόνο»
τη μέρα εκείνη ξυρίστηκα
και ευπρεπίστηκα όσο μπορούσα
τα παπούτσια μου γυάλισα
φόρεσα το τριμμένο παλιό μου
μα κομψό κοστουμάκι
και μια κατάλληλη διάλεξα για την περίσταση
πολύχρωμη, «καλλιτεχνική» και ωραία γραβάτα
στο θέατρο έφθασα από νωρίς και προσπέρασα
γοργά στο φουγιέ τους αρκετούς
ψιλή κουβέντα πιάσει που είχανε εκεί
συγκεντρωμένους τους παρεπιδημούντες
εντός της αιθούσης ένα κάθισμα επέλεξα
πίσω απ’ το κέντρο και κάπου στο πλάι
θεωρώντας έτσι πως εύκολος
να καταστεί ο εντοπισμός μου δε θα μπορούσε
η παράστασις άρχισε κι ήτανε
μια τίμια προσπάθεια όλο κέφι και μπρίο
κι ότι σε μέσα, τεχνική κι εμπειρία της έλειπε
αντιστάθμιζε, με το παραπάνω θα έλεγα,
το με πάθος μεράκι του αγνού ερρασιτέχνη
τον ένα απ’ τους βασικούς χαρακτήρες γυναίκας συ έπαιζες
μ’ εξαιρετική επιτυχία και σκέρτσο μεγάλο
χτενισμένη, βαμμένη, πολύ λαμπερή
απαστράπτουσα της σκηνής η κυρία
σε ψηλά τακούνια στηριζόσουν λικνίζοντας
το πληθωρικό σου κορμί που παλλόταν
κάτω να κρυφτεί όπου πάσχιζε
από το στενό και σχιστό και λεπτό τόσο ρούχο
κάθε που τέλειωνε μια σου εμφάνιση
το κοινό χειροκροτούσε με πάθος
όπως στο τέλος και πιο πολύ ακόμα άλλωστε
σαν βγήκε όλος ο θίασος για τις υποκλίσεις
συ εισέπραξες τις επευφημίες τις μεγαλύτερες
τα ηχηρά παλαμάκια, τα πολλά τόσα μπράβο
σε συγχαίραν για την ερμηνεία στο ρόλο σου
θαυμάζαν τα ρούχα τα φανταιζιά σου
κι εγώ στο πλήθος κρυμμένος
να με κυριεύει ασυγκράτητος ένοιωθα
πόθος για τον υπέροχο κώλο σου
για τα πανέμορφα, αφράτα βυζιά σου.

Παρασκευή 17 Ιουλίου 2015

Σάββατο 11 Ιουλίου 2015

Ο Κόνδωρ


Θα γίνουν πράγματα που δε θα πιστεύεις
γιατί δε με ξέρεις, γιατί δε με ξέρεις

εγώ είμαι ο στιλπνός δρυοκολάπτης
ο κόνδωρ ο επικυρίαρχος, ο υψιπετής
τα τραίνα τρέμουν
και τα τοπία εναλλάσσονται
κατά το δοκούν μου

σαν έχω όρεξη για θάλασσα
νά ‘σου αυτή απέραντη
με λυγερές λουόμενες και χταπόδια
στον ήλιο να έχουν απλωθεί
και ο γαργαλιστικός ήχος απ’ τα παγάκια
στου ούζου το ποτήρια
και τις φιάλες της ρετσίνας παγωμένης
που μετάξυ τους χτυπούν
αναμεμειγμένος με εκείνον του κυμμάτου
τα αυτιά μου κολακευτικά θωπεύει
ότι Εγώ έχω αυτά, όλα δημιουργήσει

και άμα θέλω το βουνό
να οι πλαγιές, να έλατα, να το χλωρό ρετσίνι
και τα τρεχούμενα νερά
και τα τρεχούμενα νερά
και τα παχιά λιβάδια
και ο ποιμήν με τη φλογέρα του
τη μελωδία της οποίας συνοδεύουν
με δαιδαλώδεις αυτοσχεδιασμούς φρη-τζάζ
οι κωδωνισμοί απ’ τα τροκάνια των δασύμαλλων αμνών
και των περίπου αναρίθμητων αιγοπροβάτων

και εάν επιθυμήσω τοπία αστικά
ανέτως θα περιδιαβώ στις ποικιλόχρωμες τις πόλεις
όπου στους δρόμους κεντρικούς
τα πλήθη συνωθούνται σα ζελές
οπού στα δύο θα χωρίζεται
σαν από αιχμηρό κουτάλι
όταν περνάω έφιππος Εγώ
θα κλίνουνε με σέβας το κεφάλι
άμα κι εκστατικοί θα με ατενίζουνε
με δέος, αφοσίωση, λατρεία
επί το πλείστον θα κινούμαι σε ορισμένες περιοχές
πέριξ του κέντρου και έως - το πολύ – τις παρυφές
εκεί συμβαίνουν όλα και αδιάφορα
μου είναι βέβαια ασφαλώς
τα καταπράσινα προάστια μαυσωλεία
και προσκεκλημένοι μου θα είστε αναμφίβολα
στις τόσες πολλές βραβείων επιδόσεις
σε τελετές περισσής εκλαμπρότητας
σε αμφιθέατρα και αίθουσες υπερεκατονταετούς ιστορίας
καθώς και σε μνημεία αρχαία και σε ναούς
κατ’ εξαίρεση παραχωρηθεί για την περίσταση που έχουν
θα παρουσιάζομαι εκεί ως δανδής κομψευόμενος
και θα σχολιάζουν όλοι το εξεζητημένο μου ύφος
δερματόδετοι τόμοι στα ράφια συχνά θα υπάρχουνε
συλλεκτικές, ακόμα και σπάνιες εκδόσεις
είκοσι χιλιάδες λεύγες κάτω απ’ τη θάλασσα
και ο γύρος του κόσμου σε ογδόντα ημέρες
σκόνη όλα θα γίνουν, τα πάνω κάτω θα ‘ρθουν
με τη ρηξικέλευθη τόσο ευφυή μου ομιλία
τους επαίνους θα δεχθώ, κάθε εξέχουσα διάκριση
και τις φιλοφρονήσεις θ’ αρχίσω με τους παρισταμένους
το ενωρίτερο δυνατό που επιβάλλει το τακτ και η θέση μου
θα αποχωρήσω εν μέσω γοερής δυσαρέσκειας
δεν είναι βλέπεις καθόλου του γούστου μου
όλες αυτές οι παστές τσιριμόνιες
θα φυλάξω λοιπόν τη δροσερή μου ανάταση
τις αγνές μου εν τω βάθει εσωτερές πεποιθήσεις
και μ΄ένα απαστράπτον, ολοκαίνουριο, άρμα τέθριππο
θα κινήσω για νυχτερινές περιηγήσεις
σε μονοπάτια κάπως περίεργα
σε στέκια γούστου αμφιβόλου
και πάντως όχι της φήμης καλύτερης
στα καταφύγια των διωκόμενων και των αποκλήρων
όπου συναγελάζονται κακοποιά
στοιχεία και ύποπτα, του περιθώριου, λούμπεν
πόρνες παλαίμαχες και τραβεστί
τοξικοεξαρτημένοι, αλκοολικοί, τζογαδόροι
του τσίρκου πρώην παλαιστές και ζογκλέρ
χωρίς θηρία δαμαστές και εκπεσόντες ταυρομάχοι
άποροι, σαλταδόροι, παραχαράκτες, ψευδοκαλόγεροι
σαδομαζοχιστές, γερόφιλοι, εφαψίες
μέλη παραπολιτικών, ακραίων οργανώσεων
τριτοκλασσάτοι ηθοποιοί και κομπορρήμονες κομπάρσοι
εκπάγλου κάλλους, πριν τριάντα χρόνια, πρωθιέρειες
τώρα που πίνουν δύο λίτρα βότκα την ημέρα
και ποιητές που τάραξαν της χώρας τα λογοτεχνικά νερά
για ένα τσίπουρο και λίγο ψωμοτύρι
στο πι και φι σου γράφουν μια μπαλλάντα
σε τέτοιους χώρους γιομάτους με καπνό
χαμαιτυπεία πια, πάλαι ποτέ που γνώρισαν
νύχτες σουξέ, δόξες μεγάλες
όπου θα ρέει σπίρτο σε ποσότητες
υπόπτου προελεύσεως, μεγάλης αφθονίας
θα παίζει η μπάντα ξέφρενους ρυθμούς
με ένα δανεικό ακκορντεόν
κι ένα φτηνό, παμπάλαιο, σκουριασμένο μπάντζο
κι ένα βιολί με τρεις μόνο χορδές
κι ένα τραγουδιστή που πάσχει από πολλές
του λάρυγγα ανίατες και χρόνιες παθήσεις
εκεί λοιπόν, τέτοιου βεληνεκούς
κέντρα διασκέδασης και τέτοιας περιωπής
εκεί αφού θα ξεφαντώσουμε με λύσσα έως πρωίας
θα τραβηχτούμε έπειτα σε κάτι μυστικά
υποχθόνια μαγέρικα για τα παιδιά της νύχτας
κι όταν κορέσουμε την πείνα μας, ευθυτενείς
πρωινές εφημερίδες θ’ αγοράσουμε και μπύρες στην πλατεία
κι ως την κορφή του κοντινού λόφου θα σκαρφαλώσουμε
να δούμε την ανατολή, πίνοντας, αναγνώστες
τα τελευταία που θα φαίνονται τα άστρα της νυκτός
αφού θα έχει πιάσει λίγο λίγο να χαράζει
τα μέλη θα κάνουν της παρέας να συγκινηθούν
για το Μεγάλο Άγνωστο σε σκέψεις θα τους βάλλουν

οπότε σ΄ένα πρόχειρο, προς τούτο σκάφος ειδικό
έναν προς έναν θα τους μπάσω
καταξιωμένος προ πολλού, άλλωστε όντας κοσμοναύτης
και χάρη στο πειθήνιο πλήρωμα το ρομποτικό
που υπακούει σ΄εντολές φωνητικές
ένα ολιγόλεπτο θα ξεκινήσουμε συμπαντικό ταξίδι
κατά τη διάρκεια του οποίου έκθαμβοι
έξω από τα παράθυρα θα παρατηρούν
πίνοντας από τα κουτάκια την τελευταία μπύρα
όλα αυτά που πριν εκατομμύρια
έτη μου ήρθε να σκαρώσω
εν τη μεγάλη μου Σοφία και την Πείρα
και συνετός ως πάντα θα ζητήσω επιστροφή
πριν πιθανώς επέλθει εξάντλησις καυσίμων
λίγες στιγμές αφού διαβούμε την στρατόσφαιρα
στο γαλανό ουρανό της γης νωχελικά
εν μέσω νεφελών θα πλέουμε πάλι
τα αποσβολωμένα βλέμματα θα αντικρύσω ήρεμος
με στόμφο θα εκστομίσω συμπέρασμα – χρησμό:

«Σας τό ‘πα ακολουθώντας με
θα εξαντλήσουμε τα όρια
θα υπερνικηθεί κάθε εμπόδιο
δεν θα υπάρξει φράκτης
σας τό ‘πα, δεν σας τό ‘πα ότι είμαι εγώ
ο Κόνδωρ ο επικυρίαρχος, ο υψιπετής
ότι είμαι εγώ ο στιλπνός δρυοκολάπτης»;


Τρίτη 7 Ιουλίου 2015

Μίλα μου



Νά ξερες πόσο πολύ σε θυμάμαι
κι ότι σε σκέφτομαι...
μην ειν΄ κάθε μέρα;

μια κουβέντα σου θά ‘θελα
για παρηγοριά έτσι όπως κάθομαι
ολομόνος δω πέρα

έχει γύρω γεμίσει
ο κόσμος μίσος και ζόφο
απελπισία και άγχος και τρέλλα

σαν έφυγες σχέδιασα καλοκαίρι γαλήνης
μα σαν ο άνθρωπος σχέδιαζε
ο Θεός δεν εγέλα;

κι εσύ δε μιλάς κι έχει μπει πια Ιούλιος
μα όλο βρέχει· προσπαθώ στη βεράντα
για ανακούφιση κάτι να γράφω

γιατί δε μιλάς; αφού το λένε
δυνατή ειν’ η φωνή και ακούγεται
της μάνας πέρα απ’ τον τάφο.

Πέμπτη 2 Ιουλίου 2015

Ο Τιμολέων


Προς το τέλος της έκτης
δεκαετίας της ζωής του
βαδίζει πλέον
ο Τιμολέων

γεννήθηκε και μεγάλωσε
σε μία πόλη επαρχιακή
όχι μακριά από την πρωτεύουσα
ο Τιμολέων

ήταν λένε ένα ιδιαίτερα
ευαίσθητο μα πάντως
πολύ καλό παιδί
ο Τιμολέων

άριστος μαθητής, χρόνια στο κατηχητικό
και σε αθλήματα ομαδικά κι ατομικά
πολλές φορές πρώτος ή διακριθείς
ο Τιμολέων

πέτυχε στο Πανεπιστήμιο και ήρθε να σπουδάσει
έπιασε ένα δωμάτιο
κοντά στο λόφο Στρέφη
ο Τιμολέων

είχε ενδιαφέροντα πολλά
ανησυχίες
για τα πολιτικά, για καλλιτεχνικά
ο Τιμολέων

τον έλκυαν οι ιδέες του αναρχισμού
η ποίηση του άρεσε, η μουσική, έγραφε στίχους και
ζωγράφιζε, έφτιαχνε γλυπτά, παιχνίδια
ο Τιμολέων

άρχισε τις σπουδές του να παραμελεί
έμπλεξε με όχι
καλόφημες παρέες
ο Τιμολέων

εωσότου γνώρισε έναν έρωτα
βαθύ, συντριπτικό, μα ανανταπόδοτο
κουρέλι έγινε
ο Τιμολέων

τό ‘ριξε σε χειρωνακτικές, βαρειές δουλειές να ξεχαστεί
με μεροκάματο, βάρδια διπλή
για μήνες ζωή κτήνους
ο Τιμολέων

με το κομπόδεμα που μάζεψε
αγόρασε τέταρτο χέρι
ένα παλιό σαραβαλάκι
ο Τιμολέων

και βρήκε πάλι τη χαρά
μεράκι τόσο
τό ‘χε
ο Τιμολέων

ξεκίνησε τις βόλτες και τις εκδρομές
τί θάλασσες, τι Σούνια
και τι βουνά, Πεντέλη, Πάρνηθα
ο Τιμολέων

και λίγο λίγο όλο πιο μακριά
και να Χαλκίδα
και να Επίδαυρο
ο Τιμολέων

και τα Σαββατοκύριακα βάζανε ρεφενέ
με τα πατριωτάκια κι αυτός σωφέρ
στην πόλης τους κι Αθήνα αλερετούρ
ο Τιμολέων

κανείς δεν ξέρει τι έπαθε
σ’ εκείνο το ταξίδι γυρισμού
μετά το Πάσχα
ο Τιμολέων

είχε μαζί του το γαμπρό
την αδερφή του
και μία τους φίλη παιδική
ο Τιμολέων

τον έλεγχο πώς έχασε άγνωστο
το αυτοκίνητο διαλύθηκε
και βγήκε ζωντανός μόνο
ο Τιμολέων

τέσσερις μήνες στο νοσοκομείο έμεινε
τρεις εγχειρήσεις έκανε εκεί
και άλλες έξι ακολούθησαν
ο Τιμολέων

σίδερα συγκρατούνε τα σμπαραλιασμένα του οστά
και μ΄ένα κούτσαιμα φρικτό
βαδίζει μόνιμα
ο Τιμολέων

αφού κατάλαβε τι έγινε, πήγε να τρελλαθεί
και βρήκε καταφύγιο στο ποτό
μέθυσος έγινε ανεξέλεγκτος
ο Τιμολέων

με τη μποτίλια αγκαλιά, ώρα προχωρημένη
στην πλατεΐτσα τη μικρή, πάνω απ’ τον Αη Νικόλα
στα Πευκάκια όπου μένει πια, ξενύχτης, μεθυσμένος
ο Τιμολέων

σα λύκος στο φεγγάρι αλυχτά
με πόνο σκούζει
και ουρλιάζει δυνατά
ο Τιμολέων

ακόμη κι όσοι τον ήξεραν καλά και δείχναν καταννόηση
του βάζουν τις φωνές, τον επιπλήττουν αυστηρά
μήπως συνετισθεί
ο Τιμολέων

«βρε, σταμάτα βρε, είναι αργά
πήγαινε σπίτι, πήγαινε, τ΄ακούς; πάψε πια τώρα
πήγαινε σπίτι, σταμάτα πια
ε! Τιμολέων»

αρρώστησε βαριά, το Χάρο είδε με τα μάτια του
«ή σταματάς ή μέλλον  δε θα έχεις»
του είπε το και το, ο γιατρός
στον Τιμολέων

μάλλον φοβήθηκε
δεν ξέρω πώς, σαν τα κατάφερε
κι είναι νηφάλιος εδώ καιρό
ο Τιμολέων

έχει μεγαλώσει κι αρκετά
γκρίζαρε πρώτα
τώρα είναι άσπρος
ο Τιμολέων

τον απαντάω τακτικά
στην Καλλιδρομίου κατηφορίζει
ή που ανεβαίνει
ο Τιμολέων

με τα τριμμένα του τα τζην 
έχει μακρύνει και τα μαλλιά
κι ένα κασκέττο φοράει μόνιμα
ο Τιμολέων

απ΄το μικρό του δώμα στις υπώρειες του Λυκαβηττού
στο καφενείο, στα Εξάρχεια
όπου συχνάζει
ο Τιμολέων

πρωί και απόγευμα, άμα είναι ο καιρός καλός
στο πεζοδρόμιο, σ΄ένα τραπέζι, κάθεται
και αργορουφάει τον καφέ του
ο Τιμολέων

στο δέντρο κρέμονται τα ξύλινα παιχνίδια
που φτιάχνει και πουλά
και φτωχοζεί
ο Τιμολέων

αν κάνει ψύχρα, μέσα
βλέπουν ποδόσφαιρο στην τηλεόραση
μαζί με άλλους
ο Τιμολέων

χαμένος φαίνεται
κάπως σαν να
μην είναι εκεί
ο Τιμολέων

έχει χάσει κιλά, έχει ζαρώσει το πρόσωπο
άδεια μοιάζουν τα ρούχα
άδειος κι αυτός
ο Τιμολέων.

Κυριακή 28 Ιουνίου 2015

Εμπρός στο δρόμο που χάραξε ο Λύο..... (292)


 ...Καλοβυρνάς, με το υπέροχο "Πλαθολόγιο Λέξεων" των εκδόσεων Intro Books (ISBN:960-6680-12-6) αλλά και τη νέα "απουστειρωμένη" έκδοση του Πλαθολογίου (εκδόσεις IntroBooks 2008, ISBN: 978-960-6680-48-9). Ας προσπαθήσουμε (έστω και ως ανάξιοι μιμητές) να καταγράψουμε ορισμένα ακόμα λήμματα


Δημοψήφιος, ο: ο καλούμενος να συμμετέχει σε Δημοψήφισμα, π.χ. «Και δε μου λες Δημοψήφιε, τί σκέπτεσαι να ψηφίσεις στις 5 Ιουλίου 2015 στο κρίσιμο δημοψήφισμα, που το αποτέλεσμα μπορεί να είναι καθοριστικό για το μέλλον της χώρας, ναι ή όχι, ε; Εμ, εδώ σε θέλω κάβουρα!», «Δε με λένε κάβουρα, μόνο Χρήστο με λένε, μόνο Χρήστο...».  

Κατμαντού


Τραγούδι (Katmandhu) του Paul Roland, μπορεί να το ακούσει κανείς στο σύνδεσμο: https://paul-roland.bandcamp.com/track/katmandu, μετάφραση στίχων: Χ.Δ.Τ.

Σ’ ένα καφέ απ’ την Κατμαντού δυτικά
μ΄ένα συνάφι μπλέχτηκα απ’ τα πιο φρικτά
Ο Άλη Χαν και οι τρεις του αδερφοί
ο Κερ Αλή, ο Μώης και ο Σταγκρ Αλή
Ένας κι ένας είχαν βγει μόλις απ’ τη φυλακή
μα κρατήθηκα, δεν έφυγα, έμεινα εκεί
Μια παλαβή μου ιδέα τους πούλησα για φανταστική
του Τσέγκις Χαν την πόλη να βρούμε τη μυστική
Αλήτες ήμασταν, κακοποιοί, καθάρματα, αλήτες σωστοί
Στα πλούτη ήπιαμε, στη δόξα, στη φήμη
στων Άγιων όλων, στην ιερή τους τη μνήμη
Και σαν επιτέλους ήρθε πια το πρωί
κι άλλη μπουκάλα ανοίξαμε και φτου απ’ την αρχή
Το μεσημέρι σαν κάπως να ξεμεθύσαμε
και βρίζοντας στην τύχη όλα τ΄αφήσαμε
Χωρίς χάρτες κι εφόδια, ξυπόλυτοι
μα για επιτυχία πηγαίναμε απόλυτη
Δεκατέσσερις μέρες χωρίς σταματημό
σαν Εβραίοι πορευόμασταν, στον ξενιτεμό
Να μαστιγώνει η άμμος, η έρημος να καίει
θα ψοφήσει η καμήλα μου, ο καθένας να λέει
Στις δεκαπέντε μέρες στήσαμε μια σκηνή
όλο καβγάδες, τσακωμούς και φωνή
Στα ερείπια που ονομάζουν του Αλλάχ τα Σκαλιά
οι δυο απ’ τους τρεις Αλήδες άκουσαν του Θεού τη λαλιά
Τα αίματα ανάψαν με κουβέντες βαριάς προσβολής
στον Μώη την άναψε πρώτος ο Κερ Αλής
Του Χαρτούμ η πόλη φαινόταν απ’ την τρύπα του κεφαλιού
το λογικό μου κατάλαβα θά ‘φευγε, θα πετούσε γι αλλού
Τα παράτησα κι έφυγα ολομοναχός
πίσω να πάω, άλλος δεν ήταν προορισμός
Θησαυρό δε βρήκα διάβολε, μόνο άφθονη σκόνη
αλλά θά ‘χω να λέω μια ιστορία τα βράδυα με το κρύο, με το χιόνι.




Πέμπτη 25 Ιουνίου 2015

Κάλι


Τραγούδι (Kali) του Paul Roland, μπορεί να το ακούσει κανείς στο σύνδεσμο: http://paul-roland.bandcamp.com/track/kali), μετάφραση στίχων Χ.Δ.Τ.

Απ’ όλους τους θησαυρούς που έχω μαζέψει,
για πιο πολύτιμο έναν έχω επιλέξει. Θανάσιμη Κάλι.
Τυχαία τη βρήκα κάποια στιγμή.
Τιμή το ξέρω δεν υπάρχει ικανή. Θανάσιμη Κάλι.
Άγαλμα μπρούτζου Θεά σκοτεινή, Κάλι αμείλικτη, Κάλι σκληρή.
Ζήτα ότι θέλεις, να γίνει μπορεί,
Θυσία για αντάλλαγμα, ζητά αιματηρή.
Εφτά χέρια σφάζουνε με εφτά σπαθιά,
για του Σίβα τη χάρη, θάνατο αυτή σκορπά.
Όσοι ανάξιοι  φαίνονται θα υποφέρουν φρικτά,
και τ΄όνομα Της δεν πρέπει να προφέρουν ξανά.
Η Εποχή του Σκότους ξεκίνησε πια,
Τους γιους Σου δέξου στη μαύρη Σου
Ω! Μητέρα αγκαλιά.

Τετάρτη 24 Ιουνίου 2015

Έλλειψις πλέον πρωτοτύπων στίχων τε άμα και εμπνευσμένων


Τίποτα δεν κατεβαίνει
το μυαλό όσο κι αν στύβω

στίχος προκοπής ούτε ένας
τί κι αν όλο πίνω σλίβο*

φαίνεται έχω πια ξοφλήσει
εις της ποίησης τον στίβο

και την εύνοια έχω χάσει
από τον Θεό το Φοίβο

κι έτσι τώρα είναι χρόνια
που όλο στο ίδιο το μοτίβο

γράφω κι είναι απελπισία
δε μπορώ πια να το κρύβω

στιχουργό λες να προσλάβω
και αδρά να τον αμείβω;

εμπνευσμένο αχ! με θυμάμαι
τα χεράκια μου να τρίβω

τώρα πια αν με διαβάσεις
σου δηλώνω πως τα νίβω.

*σλίβο: συντομογρ. για το slivovice, απόσταγμα από δαμάσκηνα, συνηθισμένο σε χώρες της κεντρικής και ανατολικής Ευρώπης


Τρίτη 23 Ιουνίου 2015

Η Ουρλιαχτή


Από βρέφος όταν έκλαιε
απορούσαν οι γονείς της
φωνή πού ‘χε τόσο δυνατή
                            η Ουρλιαχτή

κι ύστερα νήπιο ως ήταν
οι ατέλειωτες τσιρίδες της
τρυπούσαν σου το αυτί
                           η Ουρλιαχτή

στο σχολείο τα παιδιά τα απωθούσε
με κραυγές και κείνα ψάχναν
να κρυφτούνε στην αυλή
                         η Ουρλιαχτή

την κρατήσανε στο σπίτι
μήπως κάπως ηρεμήσει
μήπως τακτοποιηθεί
                        η Ουρλιαχτή

μα χειρότερα γινόταν
κάθε μέρα που περνούσε
η καημένη, η πτωχή
                         η Ουρλιαχτή



στο φρενοκομείο χρόνια, έχει πλέον ηρεμήσει
στην αλέα περπατάει κι ένα μπαστουνάκι έχει
όταν θέλει για να στηριχτεί
                          η Ουρλιαχτή

κι όταν οι ασθενείς φωνάζουν
σαν τα μάτια της δακρύζουν και στο πρόσωπο της βλέπεις
μία λύπη να έχει εκεί ζωγραφιστεί
                          η Ουρλιαχτή.


Σημ. Κραυγομανία/ αγγλ. Klazomania (από το ελληνικό κλάζω=κραυγάζω):  πολύ σπάνια πάθηση-διαταραχή, οι πάσχοντες ουρλιάζουν ανεξέλεγκτα.

Δευτέρα 22 Ιουνίου 2015

Το τραγούδι του ναύτη


Τραγούδι (Sailor Song) των Felice Brothers, μπορεί να το ακούσει κανείς στο σύνδεσμο: https://www.youtube.com/watch?v=jFFI_VZT6to, μετάφραση στίχων Χ.Δ.Τ.

Ατέλειωτα κύμματα είδα να σκάνε
Στου σκάφους μου τα πλευρά
Ασημένιες φάλαινες δέκα χιλιάδες
Να παλεύουν κόντρα στην παλίρροια

Τώρα στον πάτο κοντεύω
Στο κατάρτι έχοντας μπερδευτεί
Τα πληρώματα πάω νά ΄βρω
Καραβιών χίλιων από γυαλί

Των στρατιωτών τα κορμιά τσακισμένα
Τα βλέπω σε χιόνι ολοκόκκινο
Των αγροτών τους τάφους σε σειρές στοιχισμένες
Στο κοιμητήριο
Μα τάφο δεν έχει για τον πνιγμένο το ναύτη
Για το μούτσο, για τον ψαρά
Τάφο δεν έχει για το φαλαινοθήρα
Που ψιθυρίζουνε στα κύμματα
Κάτω πάω κι εγώ
Κάτω πάω κι εγώ
Όλους για να τους βρω

Δευτέρα 15 Ιουνίου 2015

Δεν έχω τίποτα να κάνω


Τραγούδι (http://stanleybrinks.bandcamp.com/track/i-dont-have-anything-to-do) του Stanley Brinks, απόδοση στίχων Χ.Δ.Τ.

δεν έχω τίποτα να κάνω
μα αφού έχω εσένα, άλλο δε βάζω πιο πάνω

δεν έχω τίποτα να φορέσω
μα αφού έχω εσένα, άλλο δε βάζω πιο πάνω και γυμνός θα μπορέσω

περιουσία καθόλου δεν έχω στ΄όνομα μου
μα αφού έχω εσένα, άλλο δε βάζω πιο πάνω και γυμνός θα μπορέσω κι ούτε με νοιάζει γλυκειά μου

και πίστη δεν έχω καμμία
μα αφού έχω εσένα, άλλο δε βάζω πιο πάνω και γυμνός θα μπορέσω κι ούτε με νοιάζει γλυκειά μου, ζω με ηρεμία

κανένα σχέδιο δεν έχω μελλοντικό
μα αφού έχω εσένα, άλλο δε βάζω πιο πάνω και γυμνός θα μπορέσω κι ούτε με νοιάζει γλυκειά μου, ζω με ηρεμία, βίο χαοτικό

και δόντι ούτε ένα στο στόμα γερό
μα αφού έχω εσένα, άλλο δε βάζω πιο πάνω και γυμνός θα μπορέσω κι ούτε με νοιάζει γλυκειά μου, ζω με ηρεμία, βίο χαοτικό και περνώ τον καιρό

κάτω απ’το καπέλλο τα μαλλιά αραιά είναι και λιγοστά
μα αφού έχω εσένα, άλλο δε βάζω πιο πάνω και γυμνός θα μπορέσω κι ούτε με νοιάζει γλυκειά μου, ζω με ηρεμία, βίο χαοτικό και περνώ τον καιρό, έτσι μ’ αρέσει κι έτσι είναι σωστά

Κυριακή 14 Ιουνίου 2015

Σαν βόμβα


Τραγούδι (You Bomb) του Stanley Brinks (http://stanleybrinks.bandcamp.com/track/you-bomb), απόδοση στίχων Χ.Δ.Τ.

θεέ μου ψύχρα έπιασε, φυσάει πάλι
βροχή θα ρίξει με το τσουβάλι
το σκοπό μου τον έχασα, χαζεύοντας χάθηκα
και ξαφνικά βρήκα εσένα κι από αγάπη τρελλάθηκα

φως υπάρχει πάντα να δεις
κι μαγεία κρυμμένη να βρεις
το σκοτάδι φεύγει, διαλύεται
και κανείς πια δεν κρύβεται

σαν βόμβα τα τίναξες όλα, τα σκόρπισες
σ’ ένα μόνο λεπτό, κανένα δεν ρώτησες
φρούρια γκρεμίζονται, καίγονται εμπρός σου
με σπίθες απ’ το χαμόγελο σου

όταν η γη στη θάλασσα θα βουλιάζει
εμένα αν ρωτήσεις δε θα με νοιάζει
στον ήλιο λίγες αξιωθήκαμε ο καθένας στιγμές
ας ζούμε για τώρα, όχι για αύριο ή χθες

τριάντα χιλιάδες χρόνια παλιά
σε είδα σε ένα όνειρο που θυμάμαι καλά
σε μια λάμψη χάθηκε τώρα ο κόσμος μισός
κι αληθινή φανερώθηκες στα μάτια μου εμπρός

σαν βόμβα, σαν κυκλώνας, σα θύελλα
όπως ήρθες έφυγες γρήγορα
φρούρια γκρεμίζονται, καίγονται εμπρός σου
με σπίθες απ’ το χαμόγελο σου

Σάββατο 13 Ιουνίου 2015

Εδώ είμαι εγώ


Τραγούδι (Here I Am) του Stanley Brinks (http://stanleybrinks.bandcamp.com/track/here-i-am), απόδοση στίχων Χ.Δ.Τ.

τη βρήκα ζαλισμένη με μάτια θολά
να φανερώνει ότι ήθελε να κρύψει καλά
δηλαδή μια λαχτάρα απερίγραπτη
μια ασύλληπτα ανάγκη δυνατή
ντροπαλός εγώ, αυτή τολμηρή
χόρευε όμορφα όσο καμμιά δε μπορεί
γελοία αδέξιος κι αυτή μια πριγκήπισσα
σαν υπέροχο όνειρο που είδα και ξύπνησα

κάπως το χάος αυτό θα ξεπληρωθεί
δίκαιο έτσι έχει κριθεί
για κάθε που κερδίζεις υπάρχει κάτι που χάνεις
για κάθε πεπρωμένο, επιλογή να κάνεις
για κάθε τέλος, μια αρχή
έχει για κάθε τραγούδι μια καρδιά ραγισθεί
για κάθε γυναίκα ένας άνδρας θαρρώ
κι εδώ, είμαι εγώ

υπάρχουν πιο πολλά να δεις απ’ ότι φαίνεται
και αυτό που θέλω μέσα μου μαίνεται
αχ! για μένα ήταν νομίζω το γνέψιμο
βρήκα κάτι να πω σαχλό και προβλέψιμο
λάθος μπορεί να είχα κάνει ασφαλώς
τα μαλλιά της μακριά σαν ηθοποιός
χτενισμένα ν΄αφήνουν το πρόσωπο μισό
και κρατούσαν το ένα μάτι κρυφό

κάπως το χάος αυτό θα ξεπληρωθεί
δίκαιο έτσι έχει κριθεί
για κάθε που κερδίζεις υπάρχει κάτι που χάνεις
για κάθε πεπρωμένο, επιλογή να κάνεις
για κάθε τέλος, μια αρχή
έχει για κάθε τραγούδι μια καρδιά ραγισθεί
για κάθε θάλασσα υπάρχει μια ακτή
για πόλεμο εποχή ειρηνική

για κάθε λόφο κατηφοριά
για κάθε αντάρα η σιγαλιά
για κάθε λουκέτο κλειδί
για κάθε εγώ ένα εσύ
για κάθε επιθυμία ο τρόπος υπάρχει
για κάθε νύχτα η μέρα που θά ‘ρθει
μια απαλή χορδή για κάθε κρότο δυνατό
κι εδώ, είμαι εγώ

Παρασκευή 12 Ιουνίου 2015

Η αγάπη πού ‘χε απομείνει


Τραγούδι του Stanley Brinks (http://stanleybrinks.bandcamp.com/track/all-the-love-that-was-left), μετάφραση στίχων Χ.Δ.Τ.

‘Ασε, μη γράφεις
Τις λέξεις άστες μόνο να βγουν
Μην τις γράφεις αυτή τη φορά
Την αγάπη όλη πήρα
Όλη πού ‘χε απομείνει
Τη δόξα όλη πήρα μα και τις μομφές
Καταραμένος θά ‘μαι, ευλογημένος
Ονομαστός στις εποχές.

Πέμπτη 11 Ιουνίου 2015

Εγώ πάω από δω, εσύ πας από κει


Ήταν η πιο όμορφη πόρνη
μες στον οίκο ανοχής
Η πιο σεμνή δόκιμη ήταν
για το χρίσμα μοναχής

Στάμπες είχε όλο στο σώμα
κρίκους, πέρλες λαμπερές
Πρόσωπο μόνο και χέρια
πτυχές σάρκας φανερές

Γνώριζε εραστές δεκάδες
και προστάτες σεβαστούς
Έναν Άνδρα ήξερε μόνον
με ακόλουθους πιστούς

Κι αν την βάπτισαν Κορίνα
όλοι πια την ξέραν Κόρα
Σβήστηκε όνομα και βίος
η αδελφή είναι Θεοδώρα

Τέτοια πέραση και μπρίο
θα γενεί ασφαλώς Μαιτρέσσα
Μόνο μια επιθυμία:
στη Μονή να ζήσει μέσα


Συνομήλικες γυναίκες μα
δρόμους διαφορετικούς
Κι όμως είχαν συνυπάρξει
στην κοιλιά της μάνας τους.

Τετάρτη 10 Ιουνίου 2015

Όσα να πάρεις μπορείς



Τραγούδι (All you can take) του Γάλλου τραγουδοποιού, μουσικού και τραγουδιστή Stanley Brinks, που προσεγγίζει επί χρόνια την τέχνη του με ευαισθησία και συγκινητικά πλουραλιστική και «ερασιτεχνική» διάθεση, μπορεί να το ακούσει κανείς στο σύνδεσμο: http://stanleybrinks.bandcamp.com/track/all-you-can-take , ελεύθερη απόδοση στίχων: Χ.Δ.Τ.

Τέτοια ώρα όλοι κοιμούνται
Έχει απόψε φεγγάρι λαμπρό
Κάνω βόλτες απ’ το γραφείο
Πέρα δώθε στο υπνοδωμάτιο

Πλούτη έχω άφθονα ακόμα
Κι ένα σακούλι για φασούλια που τα χωρά
Κομμάτια και θρύμματα
Τσακισμένα πολλά

Ξημερώνει όπου νά ‘ναι
Θα ξυπνήσουν τα πιθηκοειδή
Αρσενικά θηλυκά ξεκινάνε
Καινούρια μέρα ζωηροί ζωηροί

Τους σκοπούς τους μάθανε όλους
Χωρίς όμως τις κλίμακες
Οι ονειρευτές των ονείρων
Των μύθων οι αφηγητές

Να σε κρατήσω για πάντα ελπίζω
Με δεσμά που δε λύνονται
Να σε κρατήσω για πάντα ελπίζω
Κι όσα θες από μένα να γίνονται

Όταν σε παίρνει ο ύπνος ανασαίνεις
Αργά μέσα έξω
Όταν σε παίρνει ο ύπνος δεν ξέρω
Σε τί να πιστέψω

Γρήγορο είναι το ταξίδι και είναι μακρύ
Όποιος αντέξει θ΄αντέξει
Νιάτα πρέπει να έχεις και δύναμη
Γιατί γρήγορο είναι ταξίδι, ταξίδι μακρύ

Γι αυτό κράτα με καλή μου, κράτα με καλά
Άσε με απόψε στη ζεστή σου αγκαλιά
Κράτα με καλή μου, μη μ΄αφήνεις στιγμή
Κράτα με απόψε μέχρι το πρωί

Σε χρειάζομαι, το ξέρεις
Κοντά μου νά ‘σαι μόνο εσύ απ’ αυτούς
Σε χρειάζομαι το ξέρεις
Να βλέπεις και να ακούς

Να στα δώσω όλα θέλω
Όταν θα σηκωθείς
Να στα δώσω όλα θέλω
Όσα να πάρεις μπορείς.