Δευτέρα 26 Αυγούστου 2019

Τα στηθόμπαλλα σου τρέμουν (Παράφραση)


Τα στηθόμπαλλα σου τρέμουν βρε
και το πέος μου ορθαίνουν
αχ! το πέος μου ορθαίνουν βρε
τα στηθόμπαλλα σου τρέμουν

Της στηθάρας σου η ρογούλα
μου ριγάει την ψυχούλα
μου ριγάει την ψυχούλα βρε
της στηθάρας σου η ρογούλα

Τα στηθόμπαλλα σου δείχνεις βρε
βέλη στην καρδιά μου ρίχνεις
βέλη στην καρδιά μου ρίχνεις βρε
τα στηθόμπαλλα σου δείχνεις

Τα στηθάκια σου όξω αν βγούνε βρε
μέσα πάλε να μη μπούνε
μέσα πάλε να μη μπούνε βρε
τα στηθάκια σου όξω αν βγούνε.

Παράφραση (τολμηρή και "σόκιν"), του γνωστού τραγουδιού "Τα ματόκλαδα σου λάμπουν" του συνθέτη Μάρκου Βαμβακάρη (Σύρος 1905 - Αθήνα 1972). Πρωτοδημοσιεύθηκε σε περιθωριακά έντυπα της εποχής, σε άλλη μορφή, όπου στη δεύτερη λέξη του πρώτου και τέταρτου στίχου κάθε στροφής, στη θέση των τεσσάρων πρώτων γραμμάτων υπήρχαν τα τρία γράμματα: β υ ζ -. Επίσης, στη θέση της λέξης ουδετέρου γένους στο δεύτερο και τρίτο στίχο της πρώτης στροφής, αναφερόμενης στο ανδρικό μόριο, υπήρχε η κοινότερη και πιο λαϊκή, αρσενικού γένους. Εδώ μεταφέρουμε την πιο γνωστή και πλατύτερα δημοσιευμένη, αφού οριακά προσπέρασε μερικώς το σκόπελο της λογοκρισίας, εξωραϊσμένη εκδοχή. Αγνώστου παραφραστή - έρευνα, εντοπισμός, τεκμηρίωση: Χ.Δ.Τ. 
Σημείωση: σύμφωνα με ανεπιβεβαίωτες - ως τώρα - πληροφορίες, ο ίδιος (ή αλλος, αλλά με ταυτόσημο ύφος) "δημιουργός", είχε παραφράσει και το πλέον εμβληματικό τραγούδι του ίδιου καλλιτέχνη σε σύνθεση που ξεκινούσε με τους στίχους: "Μία φούντωση, μια στύση, έχω κάτω στ' αχαμνά / οι μαστοί σου μ΄έχουν ρέψει Στηθοκαλλονή γλυκειά". Οι έρευνες για το συγκεκριμένο συνεχίζονται... 

Σάββατο 24 Αυγούστου 2019

Καθ΄οδόν απορία. Κι απάντηση.

                       
 Ε/Γ-Ο/Γ "Φοίβος", εν πλω: Πειραιάς - Μέθανα, Σαρωνικός, 24/8/'019              

Οδηγώντας τις προάλλες στη λεωφόρο
με μεγάλη είν' η αλήθεια ταχύτητα
Αύγουστος βλέπεις και σχεδόν άδεια η πόλη
φευγαλέα είδα απ' το μεσαίο καθρέπτη
το ακριβώς πίσω μου όχημα όπου κι εντόπισα
ένα ακαθόριστα πως περίεργο σχήμα ότ' είχε
χωρίς να μπορώ να διακρίνω τί ακριβώς
ύστερα έστρεψα το βλέμμα μου πάλι μπροστά
είμαι βλέπετε πρέπει να πω
οδηγός αρκετά αφηρημένος
πράγμα που είναι καθόλου καλό
μάλλον πρόβλημα, ελάττωμα είναι
που μπορεί να καταστεί υπό συνθήκες και κρίσμο
έως (ο Θεός να φυλάξει) και θανάσιμο ακόμα
πίσω με πρώτη ευκαιρία πάλι εκοίταξα
μα ήταν κείνο τ' αμάξι πλησίον πολύ
και να καταλάβω καλά δε μπορούσα
δύο άτομα επέβαιναν κι ο οδηγός λυγισμένο είχε το χέρι
και με το τηλέφωνο κολλημένο στ' αυτί μιλούσε ακατάπαυστα
πράγμα το οποίον ζωηρά με εκνεύρισε
ότι είναι κι αυτό πολύ σφάλμα μεγάλο να μιλάς στο τιμόνι
σφάλμα οπού στο παρελθόν εξακολουθητικά κι εγώ διέπραττα
κι είχα συλληφθεί για αυτό δύο φορές, απ΄την Τροχονομία
οι Αρχές μου επέβαλλαν δέουσες, αυστηρές τις ποινές
τις οποίες αδιαμαρτύρητα δέχθηκα
έχων έκτοτε συνετισθεί αν και πρέπει να πω
δυστυχώς ότι όχι τελείως
κι όσο κοιτούσα μετά, η σκηνή ίδια ήταν
ο οδηγός να μιλά συνεχώς
κι ο συνοδηγός απαθής να εκάθονταν δίπλα
κι όσο έβλεπα τόσο ακόμα περσότερο θύμωνα
εωσότου σε κάποια στιγμή
το πράγμα αλλιώς κάπως το εσκέφθηκα
μπορεί, είπα μέσα μου, ο άνδρας αυτός
νά 'χε παραμείνει στην πόλη δουλεύοντας
ενώ η οικογένεια του διακοπές νά ΄χε πάει
και τώρα μ' αυτούς να μιλούσε, τη γυναίκα του και τα παιδιά
να μάθει τα νέα τους, αν είναι καλά και το πώς
παραθέριζαν ίσως σε κάποιο θέρετρο

Εν τέλει, σ' ένα φανάρι κατάφερα
λίγα μέτρα να πάρω απόσταση κι επιτέλους να δω
πίσω απ' τους άντρες τους δυο
ξαπλωμένο ήταν εκεί
με λευκό γύρω να εξέχει, ύφασμα κεντημένο στην άκρη
από ξύλο στιλπνό ένα φέρετρο.


Παρασκευή 23 Αυγούστου 2019

Στριγγλοβάριους (λήμμα από τη Βιοληπήδεια)



Σειρά έγχορδων χειροκατασκευών - οργάνων με όλως ιδιαίτερο ήχο και ακόμα πιο ιδαίτερη προέλευση, συλλεκτικών και σπάνιων, όπως αναφέρει στη συνέχεια η πλήρως εξακριβωμένη και διασταυρωμένη από το επιτελείο μας, εγκυκλοπαιδική μαρτυρία. (Σημ. η απολύτως έγκυρη πηγή, παραμένει κατ' επιθυμίαν ανώνυμη, τα πλήρη στοιχεία στη διάθεση της διεύθυνσης).

Πριν πολλά πολλά χρόνια, έφηβος ήμουνα θυμάμαι, θυμάμαι έναν πολύ ηλικιωμένο θείο μου να λέει πως στην περιοχή της Βάρης (Αττικής), άμα πήγαινες όταν ήταν εκείνος έφηβος, που τότε η Βάρη ήτανε ένα πολύ πολύ μακρινό μέρος, όπου άμα τέλος πάντων κατάφερνες με κάποιο, ασφαλώς εξαιρετικά μακρόχρονο και ιδιαίτερα κοπιώδη τρόπο να πας, και αφού εντέλει πήγαινες (και έφτανες), τύχαινε να βρεθείς σε κάποιο από τα ταβερνεία ή τα καφενεία της περιοχής κι έπαιρνε τυχόν τ' αυτί σου το απόγευμα, από παραδιπλανά τραπέζια όπου συναθροίζονταν οι πρεσβύτεροι ειδικότερα, τότε γρήγορα ή αργά θα άκουγες και την ιστορία του ότι δηλαδή ήτανε μια φορά κι ένα καιρό στην περιοχή αυτή, της Βάρης (Αττικής), μια γυναίκα πολύ μεγάλης ηλικίας, πολύ άσχημη, πολύ κακότροπη και μοχθηρή, μια δηλαδή σαν τις μάγισσες, τις στρίγγλες  των παραμυθιών, γι αυτό και τη λέγαν "η Στρίγγλα της Βάρης". Όλο στα κακούδια, τις αναποδιές και τη δυστυχία στο νου της αυτή είχε, μ' αυτά λες και τρεφόταν κι άμα δεν τ' απαντούσε κάθε μέρα, πράγμα που σπάνια συνέβαινε καθώς βλέπεις ο Μεγαλοδύναμος, του οποίου είναι άγνωσται αι βουλαί και μυστήριαι αι μέθοδαι, αλίμονο με απλοχεριά και αφθονία τις μοιράζει, την κακοτυχιά λέμε, τις θλίψεις, τους καημούς και τα πάθια στον κόσμο, κι άμα η Στρίγγλα της Βάρης δεν τά 'βρισκε στο διάβα της, φρόντιζε - και ήξερε πολύ καλά να μπορεί - να τα δημιουργεί.
Μόνη της βέβαια ζούσε, συγγενείς δεν είχε, ούτε κανένας έκανε χωριό μαζί της από τους χωριανούς, αρκετά έξω από το χωριό, σε μια τρωγλοκαλύβα, με έσοδα και μέσα πενιχρά, μα ούτε πού' δειχνε καθόλου να τηνε νοιάζει. Κι άμα τύχαινε να βρεθεί στο χωριό κανένας αγυιόπαις, νεοφερμένος απ' αλλού, και του βαλνότανε στο μυαλό να την πλησιάσει για να την προγκάρει και να την πειράξει, το μετάνοιωνε πικρά. Χρόνια περνάγανε μέχρι να ξαναμιλήσει, να κοιμηθεί μονάχος και χωρίς φως, να μην ξαναβρέξει τα βρακιά του ή έστω να ξαναβγεί απ' το σπίτι.
Πάντως, όπως μαρτυρούν εκείνοι οπού θυμούνται, κάποια στιγμή σε πολύ πιο προχωρημένη από την ήδη μεγάλη της ηλικία, που σε άλλην απ' αυτήν κανείς δε τη θυμόταν, με άλλα λόγια κανείς δε τη θυμόταν νέα, σε αφύσικα λοιπόν μεγάλη ηλικία, ποιός ξέρει με βάση ποιό γύρισμα της μοίρας, η Στρίγγλα της Βάρης άλλαξε απ΄τη στιγμή που καταπιάστηκε με μια παράξενη ασχολία και ούτε ξαναπείραξε κανέναν, άσε που άρχισε να έχει κάποιες αραιές επαφές με τους ανθρώπους. Και όχι για κακό. Η ασχολία αυτή ήταν, άκουσον άκουσον, η κατασκευή μουσικών οργάνων και μάλιστα έγχορδων και ειδικότερα βιολιών, βιόλων, βιολοντσέλων κ.λ.π. Πώς της ήρθε τώρα αυτό, τρέχα γύρευε. Είπαμε ήδη άλλωστε: ανεξερεύνηται αι βουλαί και μυστηριώδεις οι τρόποι Του. Ούτε προηγούμενη εμπλοκή είχε, ούτε κλίση οιαδήποτε είχε ποτέ επιδείξει, ούτε τίποτα. Παρά ξεκίνησε όλως απότομα να μαζεύει εδώ κι εκεί που γύριζε, τίποτα παλιοσάνιδα, τίποτα σκεβρωμένα ξύλα στις ακρογυαλιές που ξέβραζε η θάλασσα, τίποτα κούτσουρα στο δάσος. Και δώστου μετά να τα πελεκάει, να τα σχίζει, να τα πριονίζει, να τα πλανίζει, να τα τρίβει, να τα ζεσταίνει, να τα λυγίζει και να τα διαμορφώνει (πού την έβρισκε τη δύναμη και τη σωματική τη ρώμη ήθελα νά 'ξερα;...) κι ύστερα να τα βερνικώνει και μετά να τα συνταιριάζει και να τα κολλά κάνοντας τα σκάφη των οργάνων, κι ύστερα να βάζει τα μπράτσα στο άκρο των οποίων προσάρμοζε λογιών βίδες και κοχλίες, ενίοτε - σχεδόν πάντα - σκουριασμένες και στραβές, για να προσαρτήσει στο τέλος τις - τρόπον τινά - χορδές, άλλες από κάτι παλιοσύρματα κι άλλες φτιαγμένες από πλέξιμο τριχών της μίας και μοναδικής της κατσίκας, την οποία είχε και καταμαδήσει, γεγονός για το ποίο η κατσίκα ήταν εντελώς δυσαρεστημένη και εξαιρετικά πλέον ευερέθιστη και φοβική.
Η Στρίγγλα της Βάρης "εργαζόταν" φαίνεται πυρετωδώς διότι τα "όργανα" (οι δημιουργίες της), άρχισαν να πληθαίνουν και να σωρεύονται σε μία γωνία της καλύβας της, το ένα δίπλα ή πάνω στο άλλο, πλην όμως αποδέκτης για αυτά δεν υπήρχε, κάποιος δηλαδή να τα πάρει, να τα δοκιμάσει ή να τα χρησιμοποιήσει. Ώσπου κάποια στιγμή βρέθηκε το αθώο, φιλοπερίεργο, τολμηρό και χωρίς πολλούς δισταγμούς, φόβους ή σκέψεις ον και ήταν ασφαλώς... ένα παιδί. Ξενόφερτο κι αυτό, μέλος μιας - πολύ μεγάλης - οικογένειας τσιγγάνων που μαζί με κάποιες άλλες είχαν έρθει με καραβάνι και είχαν στήσει τον καταυλισμό τους έξω απ' το χωριό, για να συμμετέχουν ως πλανόδιοι μουσικοί στους εορτασμούς και το πανηγύρι που, όπως κάθε χρόνο, θα γινότανε σε λίγες μέρες. Αυτό το παιδί λοιπόν, με έμφυτη τη ροπή προς την περιπλάνηση και την περιπέτεια, για την οποία άλλωστε παλαιόθεν διακρίνεται η φυλή του, ένα απόγευμα ξεστράτισε και βρέθηκε μπροστά στην καλύβα της Στρίγγλας της Βάρης, στην οποία και χωρίς καμμία περίσκεψη και χωρίς να χτυπήσει καμμία πόρτα, εισήλθε ξένοιαστα για να εξέλθει λίγη ώρα μετά όχι απλώς αλώβητο και σώο, αλλά και με ένα "βιολί" και μάλιστα δωρισμένο στο χέρι.  
Γυρίζοντας στον καταυλισμό κι αφού με καμάρι το επέδειξε στα υπόλοιπα παιδιά και έπαιξαν κάμποση ώρα με αυτό, στη συνέχεια το παράτησε σε μια γωνιά μες στο τσαντήρι και πήγε με τους φίλους του να παίξουν... ποδόσφαιρο. Ο παππούς του νεαρού, αρχιμουσικός της οικογένειας, δάσκαλος των νεότερων και μαέστρος της ορχήστρας, που από ώρα παρατηρούσε απ' το σημείο που καθόταν, κάτω από ένα δένδρο, το περίεργο αντικείμενο στα χέρια του εγγονού του, μπήκε στο τσαντήρι, το πήρε στα χέρια του, το περιεργάστηκε και βγήκε κρατώντας το. Επέστρεψε στη θέση του, πήρε ένα δοξάρι και άρχισε να... παίζει. Η πρώτη του αντίδραση όταν ακούστηκαν οι πρώτοι ήχοι, ήταν να μορφάσει με ενόχληση. Δεν πτοήθηκε όμως παρά επιχείρησε να τροποποιήσει τα χορδίσματα και συνέχισε τις απόπειρες... επί ώρα.Με το που σκοτείνιασε, συγκεντρώθηκαν γύρω του και άλλοι μουσικοί, για πρόβα αλλά και από περιέργεια. Άνοιξαν και μια μπουκάλα ούζο και άκουγαν αρχικά το νέο ήχο, ενώ από ένα σημείο και μετά άρχισαν να παίζουν όλοι μαζί έως τις πρώτες πρωϊνές ώρες.
Την άλλη μέρα, στο πανηγύρι, το ιδιότυπο "βιολί" χρησιμοποιήθηκε σε κάποια τραγούδια και ο πολύ ειδικός του ήχος, με κάποιον τρόπο ταίριαξε με αυτόν της ορχήστρας και με κάποιο - επίσης - τρόπο, συνέβαλλε στο κέφι και στο γλέντι. Την άλλη - πάλι - μέρα ο παππούς και μερικοί ακόμα πήγαν ως την καλύβα με μερικά χρήματα και δώρα και έφυγαν με αρκετά όργανα από εκεί.
Τα επόμενα χρόνια, τα αφύσικα πολλά χρόνια, η Στρίγγλα της Βάρης κατασκεύσασε αρκετά ακόμα "βιολιά", "βιόλες" και μερικά "βιολοντσέλα". Εν συνόλω υπολογίζονται σε μερικές (όχι πολλές) εκατοντάδες. Από στόμα σε στόμα, η ύπαρξη τους διαδόθηκε και κάμποσοι ακόμα πλανόδιοι μουσικοί τα απέκτησαν και τα χρησιμοποίησαν. Σε κάποια ανύποπτη στιγμή, η Στρίγγλα της Βάρης απλά χάθηκε από προσώπου γης. Μερικές εβδομάδες μετά οι χωρικοί πήγαν ως την καλύβα όπου και βρήκαν τα τελευταία όργανα και τα πήραν.
Η ιστορία αυτή θα είχε με βεβαιότητα ολοσχερώς ξεχασθεί εάν δε βρισκόταν ένας ιδιόρυθμος, ερασιτέχνης - αλλά πολύ ευσυνείδητος και μεθοδικός - λαογράφος  (ο οποίος και ετύγχανε πρόγονος αδελφικού μου φίλου, εξ ου και γνωρίζω τα δεδομένα της περίπτωσης αυτής), που ασχολήθηκε με τη συγκεκριμένη περιοχή και έκπληκτος εντόπισε το φαινόμενο, παθιάστηκε παράφορα και φρόντισε να το γνωστοποιήσει σε εξίσου ιδιόρυθμους φίλους του  μουσικούς, της πειραματικής σκηνής, αυτοσχεδιαστικής ελεύθερης τζαζ και άλλα. Λίγο μετά, μουσικοί, ερευνητές και άλλοι απίθανοι επιδόθηκαν σε ένα μανιασμένο αγώνα για πιθανή εξεύρεση κάποιων κοματιών και τελικά η έκβαση, όπως πάντα όταν η προσπάθεια είναι μεγάλη, απέβη θετική. Τα πρώτα τεμάχια βρέθηκαν για να αποδειχθεί, όχι χωρίς - πολύ - μεγάλη έκπληξη, ότι ήταν εντελώς ανεπηρρέαστα από τα τόσα χρόνια που είχαν παρέλθει.
Άρχισαν να δοκιμάζονται σε συναυλίες και ηχογραφήσεις για να ενθουσιάσουν τόσο τους μουσικούς όσο και τους ακροατές, αυτούς των ακραίων μουσικών ρευμάτων, που αρέσκονται στους φαλσέτο και εκτός κλίμακος ήχους. Γρήγορα το όλο θέμα απέκτησε τη μορφή μίας τάσης "cult" και τα όργανα έχουν υπέρμετρη απήχηση, συνεχίζουν να αναζητούνται κομμάτια, ενώ τυχόν δημοπρασίες κάποιου τεμαχίου έχουν ως αποτέλεσμα εντελώς δυσθεώρητα ύψη τιμών αγοράς, όπως για παράδειγμα τον προηγούμενο χειμώνα, στο Βουκουρέστι, που ένα βιολί πωλήθηκε για εικοσάκις μυριάδες δηλάρια σε άγνωστο αγοραστή που οι εικασίες αναφέρουν ότι πρόκειται για Άραβα ή Κινέζο κροίσο.
Και αυτή, λίγο έως πολύ, είναι η ιστορία των βιολιών Στριγγλοβάρη.  


Πέμπτη 15 Αυγούστου 2019

Να είσαι πάντα εκεί


Σου προτείνω να μη λείπεις ποτέ
απ' την πόλη εκεί γύρω, στα μέσα Αυγούστου
είναι τότε στις καλύτερες μέρες της
στην πιο ωραία εποχή της
καθώς οι περισσότεροι λείπουν
κι έχει πολλή ησυχία
ακόμα και στις πυκνοκατοικημένες
του κέντρου γειτονιές
βρίσκεις να σταθμεύσεις πανεύκολα
στο σπίτι κοντά ή κι απ' έξω ακριβώς
οι οδικές μετακινήσεις σε χρόνο
σχεδόν μηδενίζονται
στην εργασία σου μεταβαίνεις αμέσως
ή χωρίς να το σκέπτεσαι ύστερα πας
σε κάποια κοντινή παραλία
κι επιστρέφεις δίχως να έχει
για καλά πια βραδυάσει
βέβαια πολλά μαγαζιά ειν' κλειστά
όμως όλο και κάτι θα βρεις
να προμηθευτείς τα χρειώδη
κι επίσης κάποιος ακόμα
φίλος, γνωστός ή παρέα
όπως εσύ θα είν' εκεί γύρω
να σε συντροφεύσει σ' ένα καφέ ή ποτό ή μια βόλτα
ε, τί άλλο να ζητήσει κανείς;
γι αυτό σου λέω να μη λείπεις
τέτοια ευκαιρία δε θα την ξαναβρείς
τότε μόνο είναι, έλα, άντε, άρπαξτη, πάρτη
θα θυμάσαι ύστερα, θ΄αναπολείς
στην Κηφισίας όλη σχεδόν
να οδηγείς με τετάρτη.


Κυριακή 4 Αυγούστου 2019

Με το γυαλί


Όταν μου έδωσαν πρώτη φορά
μάσκα στη θάλασσα ενθουσιάστηκα
περνούσα ώρες χαζεύοντας υποβρυχίως
τα βότσαλα, τα πετρώματα, την άμμο του βυθού
τα βράχια, τα θαλάσσια φυτά και τα ζώα
τα κοχύλια, τους αχινούς, τα καβούρια
και τα λογής διάφορα ψάρια

Ύστερα πέρασαν τα χρόνια
το ενδιαφέρον μου μετακινήθηκε
στις λουόμενες με τα μικροσκοπικά μαγιώ
και τα καλλίγραμμα μέλη

Τώρα που έχουν περάσει κι άλλα
πολλά χρόνια ακόμα
το ενδιαφέρον μου έχει κυρίως
εκ νέου στραφεί
στα αρχικά τα θεάματα.

Σάββατο 27 Ιουλίου 2019

Ονείρωξη στο κύμα



Τρεις χάριτες ολόγυμνες
όπως τις γέννησε η φύση
την παραλία ομόρφυναν
με τα κρουστά, νεανικά κορμιά
να λιάζονται, να ξαπλώνουν στις σκιές
βιβλία να διαβάζουνε
βότσαλα να μαζεύουν
να κολυμπούν κι ύστερα έξω να βγαίνουνε
στάζοντας τα θαλάσσια νερά
αχ! σκέφτηκα: ας μείνουνε ώρα πολλή
εωσότου ο ήλιος δύσει
κι έλπισα να μην ερθεί άλλος κανείς
σ' αυτό το μέρος το κρυφό
όπου ήμασταν μόνο εκείνες και εγώ
διακριτικά από μακριά να τις κοιτώ
μη ΄ρθεί καμμιά οικογένεια
κάνας σεμνότυφος, κάνας στριμμένος
και θέλει να τις ντύσει.

Παρασκευή 26 Ιουλίου 2019

Χρόνια πολλά Β. - 2019*


* με χαϊκού και φέτος, του χρόνου σκοπεύω να είμαι πιο πληθωρικός, και του χρόνου!

Λίγοι ή πολλοί
οι στίχοι κάθε χρόνο
μα σε θυμάμαι.

Πέμπτη 25 Ιουλίου 2019

Καλοκαιρινό σιτηρέσιο διακοπών



Καλημέρα!
Νωρίς το πρωί στη βεράντα
του σπιτιού στο μικρό χωριό
δυο φέτες τσουρέκι
διπλός τούρκικος καφές
και μία πίπα με αρωματικό καπνό
ύστερα δεύτερος καφές: νες με γάλα
και μια ακόμα πίπα
με καπνό βιρτζίνια
στο δρόμο φρέσκα σύκα
κατ΄ευθείαν απ' το δέντρο
μια ερημική, απόμερη συκιά
κανείς που δε μαζεύει
στην καφετέρια του λιμανιού
στυμμένος χυμός πορτοκάλι
λέμον πάι, ένας ακόμα διπλός τούρκικος
μαζί μ' ένα πουράκι με άρωμα βανίλια
από το επαρχιακό μα φημισμένο
για τα εξαίρετα γλυκά του ζαχαροπλαστείο
χωνάκι με δυο μπάλλες παγωτό
μια γεύση φυστίκι και μια γιαούρτι
κάμποσα τσιγάρα καθ΄οδόν
κι άλλα ακόμα, ώρες στην παραλία
το απόγευμα στην ίδια καφετέρια
μπύρες παγωμένες και μπωλ με αλμυρά
μετά τη δύση, στο ταβερνάκι δίπλα στη θάλασσα
χωριάτικη σαλάτα με σπιτικά λαχανικά, ψωμί
γαύρο τηγανητό και μία κόκα κόλα με παγάκια
τελευταίο τσιγάρο στη βεράντα πάλι
κάτω από τον έναστρο ουρανό
λίγες γουλιές πριν απ' τον ύπνο
το μπουκάλι δίπλα στο κρεβάτι
όπως και βέβαια καθ' όλη τη διάρκεια
τούτης της ευλογημένης μέρας
άφθονο, άφθονο δροσερό νερό.
Καληνύχτα και καλό ξημέρωμα!

Τετάρτη 24 Ιουλίου 2019

Ο ναός



Το εκκλησάκι καταμεσής του κάμπου
ήτανε ολοφάνερα παλιό
εντάξει, όχι και βυζαντινό
πάντως, ως λεν, από την εποχή της Επανάστασης
μικρό και ταπεινό αλλά περιποιημένο
σε τόπους τόπους είχαν γίνει
προσεκτικές προσθήκες στη λιθοδομή
και ήταν σε σημεία ασπρισμένο με ασβέστη
ο χώρος καθαρισμένος γύρωθεν 
κι ένα παγκάκι κάτω από τη χαρουπιά
κρεμόταν το κλειδί απ' το μάνταλο
γι όποιον πιστό θα ήθελε
να μπει να προσκυνήσει
το συντηρούσε ιδίοις εξόδοις όπως έμαθα
επί γενιές η φαμελιά των αγελαδοτρόφων
που είχαν παρακείμενο οικόπεδο
όπου είχαν φτιάξει σταύλους
και με τις ώρες κάθονταν
τα ευμεγέθη, ειρηνικά και συμπαθή τετράποδα
μπρος στο χωράφι και λιαζόνταν ή βοσκούσαν
για να αποσυρθούν μέσα στο κτίριο σαν έδυε ο ήλιος
προς άρμεγμα και δια τα περαιτέρω
κανείς δε γνώριζε πώς λέγαν το ναό σαν κτίσθηκε
μα πια όλοι τον ξέρουν ως
η Παναγιά η Βουστάσα.

Τρίτη 23 Ιουλίου 2019

Περί βεβηλώσεως της ευλογίας


Πόσο το κάλλος
και Θε μου πώς μ' ευλόγησες
τόσ' όμορφη πατρίδα
ιδίως τώρα, καλοκαίρι
τα αναρίθμητα χιλιόμετρα ακρογιάλια
με τα γαλάζια τα νερά
που κάτω από τον ήλιο ασημίζουνε
και μέσα τους βουτούν
στους κόρφους τους κρυφούς
τα πέφκα ολοπράσινα
ν' αλμυροδροσερέψουν
πέρα στο πέλαγο ανοιχτό
σπαρμένα τα νησιά
μικροί κόσμοι πλωτοί καθένα τους
και γύρω απ' τις πλαγιές οι μυρωδιές
μυρτιά, θυμάρι, ρίγανη
κι όπου βρεθεί τρεχούμενο νερό
σκιές, δροσιές, πλατάνια
και άμα ανηφορίζεις στα βουνά
λόγγοι, έλατα και δάσα

Τέτοια εποχή δεν είναι μέσα για να κάθεσαι
μα ολοένα να γυρνάς παντού
να αγναντεύεις, να κοιτάς
να οσφραίνεσαι, ν΄ακούς
να γεύεσαι, να ακουμπάς, ν΄αγγίζεσαι
όσο είναι ο καιρός καλός
και φωτεινή η μέρα
κάθε γωνιά άμα μπορείς να ιδείς
αυτού του τόπου του πεντάμορφου
έξω συνέχεια, περιηγούμενος
δεν είναι τώρα ώρα για σπίτι
για ξάπλες και για καναπέ

Αχ! να μην ήταν μοναχά
κείνα τα πλαστικά
ποτήρια του φραππέ.


Παρασκευή 19 Ιουλίου 2019

Πλατεία Ομονοίας, Ιούλιος '019


Πάλι έργα στην πλατεία
πέρασα σήμερα τ' απόγευμα
μια δυο φορές το χρόνο
η ίδια ιστορία
για μήνες εργοτάξιο
χα! λες και σάμπως, κάπως γίνεται
το τέρας να σουλουπωθεί - αμ, δε!
κ' επί της ευκαρίας αναρωτιέμαι
κείνοι οι αλμπάνηδες, οι αρχιτέκτονες
τα μέλη ντε της ομάδος ανασχεδιασμού
και - φτου σας ρε! - της αναπλάσεως
δεν τους ελιθοβόλησαν
δεν τους εξοβέλισαν
δεν τους λοιδόρησαν
δεν τους προπηλάκισαν
δεν τους εξόστράκισαν
δεν τους ανασκολόπισαν
δεν τους εξόρισαν
δεν τους ανδραποδίσαν
παρά κυκλοφορούν ελεύθεροι
ομού μετά των επιλέκτων, αξιοτίμων
απαρτιζόντων την εγκριτική επιτροπή
κι ακόμα δαύτονε που έβαλε
την τελική, οριστική υπογραφή
ελεύθεροι εκ νέου ν΄ ανοσιουργούν
και να παράγουν τέτοια αίσχη και εμέσματα
ίδια τα μούτρα τους και τρις
χειρότερα ακόμα;

Πέμπτη 18 Ιουλίου 2019

Κανονικά (το τραίνο ήρθε)


Όταν έφθασα στο σταθμό
η φωτεινή πινακίδα ενημέρωνε
για άφιξη σε οκτώ λεπτά
εντάξει, ούτε γρήγορα, ούτε αργά
κανονικά
βρήκα θέση σ' ένα παγκάκι της αποβάθρας
δίπλα σε μια μαύρη κυρία
ο μικρός της γιος στεκόταν κοντά όρθιος
έβγαλα από το σακκίδιο την ποιητική συλλογή
διάβασα ένα ποίημα
την έβαλα μέσα πάλι
έβγαλα το ογκώδες μυθιστόρημα
πρόλαβα να διαβάσω τρεις σελίδες
αφίχθηκε ο συρμός
κοίταξα στα βαγόνια
εντάξει, ούτε γεμάτα, ούτε άδεια
κανονικά
μπήκα κι άνοιξα πάλι το βιβλίο
μα πριν αρχίσω έλεγξα το ρολόι μου
υπολόγισα το χρόνο διαδρομής
σήμερα θα χτυπούσα κάρτα στην εργασία μου
με μία ελαφρά αργοπορία
εντάξει, όχι τίποτα σπουδαίο, σε γενικές γραμμές
κανονικά.


Κυριακή 14 Ιουλίου 2019

Σε θυμάμαι


Σε θυμάμαι
συχνά
εξ αφορμής
διαφόρων περιστάσεων
μα πιο πολύ
σαν βρίσκομαι
στης πόλεως το κέντρο
στους ίδιους δρόμους
και τα μαγαζιά
που μ' έπαιρνες κοντά
μικρό παιδί
για ψώνια
και για διάφορα χρειώδη
και μαζί
όταν τα πενιχρά οικονομικά επέτρεπαν
ένα μικρό παιχνίδι
κάποιο δώρο
κι ακόμα - σπάνια πολυτέλεια
κάποια λιχουδιά
μία τυρόπιττα
ένα τοστ
ένα σουβλάκι

στα ίδια μέρη όταν βρίσκομαι
τα ίδια εδέσματα γευόμενος
συχνά
πολύ συχνά
εξ αφορμής
διαφόρων περιστάσεων
Μάνα μου σε θυμάμαι.

Παρασκευή 14 Ιουνίου 2019

Το φορτίο


Δόθηκε μοι δια να το κουβαλώ
δίχως να έχω το ανάλογον
το σθένος ή το θάρρος
μα παραταύτα νυχθημερόν
πασχίζω το καθήκον μου
άρτια να επιτελώ
στους ώμους μου να φέρω
είτε στο στήθος, στα σπλάχνα μου εντός
τεράστιον της θλίψεως το βάρος.

Τρίτη 28 Μαΐου 2019

Το τραίνο


Σαν το μεγάλο τραίνο
μια αμαξοστοιχία ογκωδέστατη
όχι από ΄κείνα τα κομψά
που μεταφέρουν επιβάτες
κι όπου περνούν σα βέλος
με τον αεροδυναμικό τους σχεδιασμό
με τις μεγάλες τζαμαρίες
και τα παράθυρα με τα κουρτινάκια
μα απ' τις άλλες, τις εμπορικές
με τ΄άχαρα βαγόνια
τα σκουριασμένα και τα καταβρώμικα
και τις πλατφόρμες μεταφοράς
βαρέων φορτίων
που κάνουν θόρυβο εκκωφαντικό
και ισοπεδώνουνε στο διάβα τους τα πάντα

έτσι κάθε λίγο με χτυπά
και με συντρίβει
και με πατά
η κατάθλιψη.



Δευτέρα 27 Μαΐου 2019

Φαγητό, ποτό, καπνός, ουσίες, διαδίκτυο, πορνογραφία, αγορές και άλλαι τιναί μέθοδοι καταπολεμήσεως της βαρείας θλίψεως..


Αφού το ξέρεις
αυτό δε γελιέται
και δεν κοροϊδεύεται
όποια κι αν κάνεις
σκέρτσα και νάζα
και δε σουλουπώνεται
με ψιμύθια ψέφτικα
και πως τούτη η τρύπα
ποτέ δε βουλώνεται
όσα κι αν ρίξεις
μέσα της μπάζα.

Δευτέρα 20 Μαΐου 2019

Ποιό θα μετρήσει τελικά;


Οι δύσκολες, οι άσχημες, βασανιζμένες μέρες
διόλου χαρές δεν έχουνε
τρομάρες και φοβέρες

Οι απαλές, οι αγαθές, τόσον ολίγες πού 'ναι
όπως το λάδι στέκουνται
σαν το νερό κυλούνε

Βάλε και μέτρα να το ιδείς
η ζυγαριά πού γέρνει

Μόνο που αυτό το μέτρημα
πριν ΄ρθεί το Τέλος βγαίνει.

Τρίτη 14 Μαΐου 2019

Κέντρον φιλοξενίας


Οδηγούσα προ ολίγων ημερών
με το υπηρεσιακό το όχημα
επιστρέφοντας από μιαν
της εργασίας μου υπόθεσιν
νοτίως έξω της πόλεως
πάλι σ' αυτήν δια της Εθνικής Οδού
και με έκπληξη αντίκρυσα
κάπου στα δεξιά
κάτω απ' τον λαμπρόν
αλλ' όχι ακόμα ανηλεήν και καταλυτικόν
ελληνικόν τον ήλιον
πάνω στα βράχια της θαλάσσης να χοροπηδούν
μικρά παιδιά ημίγυμνα
φορώντας μόνο τα μαγιώ τους
μα επιτέλους σκέφθηκα
σαφώς δεν είναι ακόμα εποχή
δια τα θαλάσσια μπάνια
και πάντως οπωσδήποτ' όχι
σε τούτα τα καταφανώς
τα επιμολυσμένα ύδατα
με γύρωθεν τόσον πολλές
μονάδες βαριάς βιομηχανίας
στον προαναφερθέντα ήλιον το λοιπόν
εστέγνωναν εκείνα τα μικρά παιδιά
τα μελαμψά λιγνά κορμιά τους
και λίγο πιο πάνω
στους βράχους του αιγιαλού
ενήλικοι άνδρες και γυναίκες κάθονταν
γονείς τους ασφαλώς και παρακολουθούντες
ντυμένοι αυτοί αλλ' ασκεπείς
συνηθισμένοι όντας σε ήλιον πολλαπλάσια πιο ζεστόν
εκεί στις μακρινές πατρίδες τους
τις χώρες της Ανατολής
απ' τις οποίες βίαια εκδιώχθηκαν
και εγκατέλειψαν να σώσουν τις ζωές τους
και βρήκαν καταφύγιο σε τούτην τη γωνιά του κόσμου
ένθα όπου και προσωρινώς διαβίωναν
στο παρακείμενον στρατόπεδον συγκέντρωσης...
...μεταναστών κέντρον φιλοξενίας
εσκόπευα να πω
γεγονός σίγουρα σκληρά αδυσώπητο
που κάθε ώρα και στιγμή
κι αυτήν εδώ ακόμα
σα δηλητήριο μέσα τους σταλάζει
σαν το χτικιό βυζαίνει
και την ψυχή τους την απομυζά
τα μέσα τους μαραίνει
με λύσσα τα δαγκά
εκεί, στην παραλία, του Σκαραμαγκά.


Δευτέρα 13 Μαΐου 2019

Ένα χειρόγραφο ακόμα


Χαρτίον ευρεθέν, περί τα τέλη Απριλίου μήνα του έτους 2019 (Δύο Χιλιάδες Δεκαεννέα), προ του Αγίου Πάσχα, ολίγα μέτρα από της Λεωφόρου Αλεξάνδρας, επί της οδού Π. Κυριακού, έξωθεν και κάτωθεν των επιβλητικών τειχών, του περιβόλου του ποδοσφαιρικού σταδίου της ιστορικοτέρας και ενδοξοτέρας ομάδος της πόλεως και μακράν ενδοξοτέρας της χώρας. Ευρέθη πολλαπλώς τσαλακωμένον και ύστερον αναπεπτυγμένον και εκ νέου τσακισμένον εις τα δύο περίπου. Το χαρτίον είναι διαστάσεων 15,5 (δεκαπέντε και  πέντε) εκατοστόμετρα κατά πλάτος και 23,5 (εικοσιτρία και πέντε) εκατοστόμετρα καθ΄ύψος, λευκόν (αλλά λελερωμένον - "μουτζουρωμένον"), διαθέτον μπλε διαγράμμισιν εκ 24 (εικοσιτεσσάρων) οριζοντίων και 2 (δύο) καθέτων γραμμών δια "περιθώρια", ανήκον προφανώς σε τετράδιον σχολικού τύπου (μπλε τετράδιον). Είναι γεγραμμένον κατά τας 14 γραμμάς, τας μεν 5 (πέντε) πρώτας με μολυβοκόνδυλον, τας δε 9 (εννέα) επόμενας με μελάνην μωβ.
Τα γεγραμμένα, με διατηρούμενην ακριβώς την ορθογραφίαν, στίξιν και τον τονισμόν είναι τα κάτωθι:

εληνικό καφέ,
σκουπα, θαράσι,
λεκανι μεγάλη,
χυμο να ψαξετε και
να βρίτε οποιον εχει,
Κοκακόλα και σόδα
και διtανθρακικη
(μαγειρικη) σοδα και
καλαμποκαλευρο και
κιτρικό οξύ (ξυνό)
Νηστήσιμα και
θαλλασινά
ΜΠΥΡΑ
ΚΡΑΣΙ


Παρασκευή 3 Μαΐου 2019

Ευρέθη εν αγροικία απομονωμένη, αφού είχον παρέλθει ημέραι αρκεταί



Έστω και αργά
προς του βίου του τη δύση
έφυγε εν τέλει από την πόλη
κι έφτασε εδώ
σ' αυτό το μέρος το πανέμορφο
μέσα στη φύση και μακριά
μακριά πολύ απ' τους ανθρώπους
κι όσο ήταν φως και μέρα ήταν υπέροχα
αλλά σαν έπεφτε η νύχτα
τον έπιανε μια πλάνταξη
λύπη μια άνευ προηγουμένου
μια στεναχώρια, ένα πλάκωμα...
εκεί απ' όπου είχε έρθει
τέτοιες εξάρσεις δεν υπήρχαν
και ήσαν όλα ένας άνοστος
έστω ώρες ώρες αηδιαστικός
μα ομοιόμορφος πολτός
εδώ όμως τό 'νοιωθε ανυπόφορο...
αιφνιδιασμένος απ΄αυτήν
την απροσδόκητη την έκπληξη
στον εαυτόν του έλεγε:
"...φρόνιμα κάτσε
βάλτα στο ζύγι
πόσα πολλά τα οφέλη
και λίγες οι απώλειες
κινήσεις γρήγορες μην κάνεις
και αποφάσεις μην πάρεις βιαστικές
έχεις σοφία πια
την εμπειρία, γνώση, ψυχραιμία
πήρες τα ηνία της ζωής σου
στα χέρια σου επιτέλους
εσύ κάνεις κουμάντο
τη μοίρα σου ορίζεις
και την πορεία σου την οδηγείς
σφιχτά κρατώντας
τα γκέμια μες στην απαλάμη..."

Αυτά κάθε ημέρα έλεγε
τούτα μουρμούραε στον εαυτό του σιγανά
σαν προσευχή πάλι και πάλι
όπως κι αυτό του χειμώνα βράδυ
κρύο έξω και σκοτάδι
κρύο και μες στο σπίτι
σβηστό το τζάκι κι όλο σκιές
σβηστά όλα τα φώτα
εξόν μία λαμπίτσα στο τραπέζι
όπου κι αυτός εκεί
μπροστά του το μπιστόλι
και δώσ' του όλο να λέει
"...σφιχτά τα γκέμια μες στην απαλάμη..."
βάζοντας τελετουργικά
τη σφαίρα στη θαλάμη.