Δευτέρα 6 Ιουλίου 2020

Το ίδιο (πάνω - κάτω) με διαφορά ορισμένων ημερών



Το ίδιο (πάνω - κάτω) πράμα το σκεφτόμουν προ καιρού
δύο - τριών βδομάδων πάει να πει
κάθισα μάλιστα τις σκέψεις μου αυτές και τις κατέγγραψα
και ιδίως με τρόπο έμετρο πρακαλώ, σε στίχους...
είχα τότε εκδράμει για εορταστικό τριήμερο
προς τον συνήθη εδώ και χρόνια τόπο παραθερισμού
όπου και όπως κάθε άλλη τη φορά
πολύ απήλαυσα αυτό, το αγαπημένο μέρος
την ησυχία, τον ύπνο τον καλό
τον πρωϊνό καφέ (τον πρώτο και το δεύτερο)
στην όμορφη βεράντα του σπιτιού με τη σπουδαία θέα
από τη μία το πευκόφυτο βουνό
κι από την άλλη τη γαλάζια θάλασσα
με τα νησιά και τις βαρκούλες να σχίζουν τα νερά
διβάζοντας και γράφοντας, καπνίζοντας την πίπα μου
ακούγοντας ωραία μουσική
κι ακόμα επίσης γευστικά γλυκίσματα
στην καφετέρια του λιμανιού
χαζεύοντας τα ψαροκάικα πλαγίως δεμένα
στην προκυμαία να πωλούν το εμπόρευμα τους
στο ίδιο μέρος ακριβώς πάλι πριν να βραδιάσει
με παγωμένο ζύθο και φυστίκια αλμυρά
και κόσμος γύρω πλήθος να περνά ή να κάθεται
κι ύστερα το βραδάκι στη μικρή
την παραλιακή ταβέρνα, ίδια πάντα
και πόσο νοστιμά τα φαγητά
κι επίσης άλλες δραστηριότητες που έκανα
ας πούμε βόλτες μακρινές γύρω με το αυτοκίνητο
θαλάσσιο λουτρό και δυο πεζοπορείες
η μια συγκεκριμένα ήτανε η μετάβαση
από ένα ορεινό χωριό έως το εξοχικό του εξωκκλήσιο
μέσα από μονοπάτι
που μάλιστα στα περισσότερα σημεία του
ήταν ένα αιώνων, παραδοσιακό, χτιστό το καλντερίμι
που μέχρι πριν δεκαετίες χρησιμοποιούσανε οι χωριανοί
μαζί με τα υποζύγια τους
πηγαινοερχόμενοι στα κοντινά, μικρά τους χτήματα
βαδίζοντας εκεί λοιπόν, σε μια στιγμή επαρατήρησα
μία μακρύτατη γραμμή από μεγαλόσωμα μυρμήγκια του αγρού
που τό 'να πίσω απ' τ' άλλο βάδιζαν προς (μάλλον) τη φωλιά τους
τα πιο πολλά και κουβαλώντας κατιτίς
ένα σπυρί, ένα κομμάτι στάχυ, κάποιο φλούδι
και αυτομάτως απομάκρυνα τα πόδια μου δεξιά κ' αριστερά
κι έτσι συνέχισα να περπατώ ισορροπώντας
πάνω στ΄ανώμαλο το έδαφος και τις ασύμετρες τις πέτρες
ότι ψυχούλα έχουνε κι αυτά, πλάσματα είναι του Θεού
λόγος να τα τσαλαπατάς άκριτα δεν υπάρχει
τούτο αφού ολοκλήρωσα λοιπόν το σύντομο μου το περπάτημα
πολύ ωραία αισθανόμουνα γι αυτήν μου την ορθήν
μα εδώ που τα λέμε κι αυτονόητη την πράξη
πάντως αφού καθώς ήδη προείπαμε
κατέγγραψα τις σκέψεις μου σ' ένα μικρό στιχούργημα
τις διακοπές μου εσυνέχισα με ελαφριά καρδιά
εκείνη του ανθρώπου που αιστάνεται
σωστό το που έχει κάνει...
στην πόλη πια, με το καλό, επιστρέφοντας
λίγο αφότου μπήκα στο διαμέρισμα
με φρίκη διαπίστωσα πως ότι
μυρμήγκια εκατοντάδες
τύπου άλλου αυτά 'δω, ψιλούτσικα, μικρά
είχανε κάνει επιδρομή
και είχαν καταλάβει ένα μέρος της κουζίνας
γεμίζοντας το μάρμαρο του πάγκου
περιδιαβαίνοντας αναίσχυντα, περιφρονητικά
κάτω από το στεγνωτήριο πιάτων
γύρω από το μπουκάλι του υγρού απορρυπαντικού
απάνω στα πλακάκια...
χωρίς σκέψη καμμία και ούτε αναστολή -ετούτη τη φορά-
προχώρησα, άνευ ενοχής, σε φόνο μαζικό και εξολόθρευση
κι ύστερα, δεν το κρύβω, με χαρά
κοίταα την και πάλι καθαρή μου την κουζίνα
φευ! όμως, δεν κράτησε πολύ
δυο τρεις μονάχα ώρες και μετά
πάλι η ίδια η εικόνα
κι εκ νέου, εξ αρχής, το φονικό ξεκίνησε
όμως και πάλι ούτ' αυτό αποτέλεσμα δεν είχε...
δυο βδομάδες τώρα γίνεται αυτή η δουλειά
κι έχω μετατραπεί εγώ, ο ευαίσθητος ο άνθρωπος, που κάνει το σωστό
σ' έναν σφαγέα αιμοσταγή, σ' αδίστακτο ένα θύτη
και εκατόμβες των πλασμάτων (με ψυχούλες) του Θεού
σπρώχνονται από μένα σωρηδόν κάθε φορά
με το μικρό σκουπάκι πλαστικό
και χάνονται ύστερα, μες στο σιφόνι, στους στροβίλους του νερού
στο νεροχύτη.



Σάββατο 20 Ιουνίου 2020

Ο χρόνος στο χώρο αναμονής


Νοσοκομείον Υγεία, χώρος αναμονής χειρουργείων O.D.S., 17/6/'020

Τί κρίμα που δεν είμαι κάποιο πρόσωπο σημαίνον
ας πούμε κάποιος καλλιτέχνης διαπρεπής
ήρως πολέμου, πολιτικός, εφοπλιστής
Ολυμπιονίκης αθλητής ή της Ακαδημίας ανεπιστέλλον μέλος

Αν ήμουν θα μου παίρναν ασφαλώς
του νεκρικού μου του προσώπου εκμαγείο

Με τέτοιες σκέψεις πέρναγα την ώρα μου στο χώρο αναμονής
μέχρι να 'ρθεί η σειρά μου για να μπω
στο χειρουργείο.

Τρίτη 16 Ιουνίου 2020

Να φύγω...



Πού να πηγαίνει αυτός ο δρόμος;
πάει καταπάνω, στο βουνό
στα δάσα πάει, στα ποτάμια
στα ξάγναντα, στον ουρανό
κει απού βλέπεις κάτωθε σου
τα πλάγια και τα χειμαδιά
και πέρα θάλασσα γαλάζια
θάλασσα απέραντη φαρδιά
κει όλο θέλω μόνο νά 'μαι
αχόρταα γύρω να κοιτώ
κι όσο πολύ και να κοιτάζω
να μη μου είναι αρκετό
τι έχω πλαντάξει το τσιμέντο
την πόλη και τη γειτονιά
θέλω να πάω αλλού να ζήσω
μ' αέρα και με λησμονιά.

Κυριακή 14 Ιουνίου 2020

Το μονοπάτι


Από του χωρίου Μακρύλογγος (Πάνω Μούσκα) εν χερσονήσω Μεθάνων, έως - διαμέσου μονοπατίου - του εξοχικού εκκλησιδίου - Ιερού Ναού Αγίων Κωνσταντίνου και Ελένης, τη έκτη Ιουνίου Δύο Χιλιάδας Είκοσι.


Βαριά κι αβέβαια τα βήματα
στο κακοτράχαλο το μονοπάτι
το εγκαταλειμμένο πια καλντερίμι
που χρησιμοποιούσαν κάποτε οι εντόπιοι
να μεταβαίνουν στα ορεινά τους κτήματα
και να μετακινούνται σε τόπο από τόπο
βαριά κι αβέβαια τα βήματα
ανάμεσα στα βάτα, τα πουρνάρια και τ' αγκάθια
πάνω στις πέτρες τις αλάξευτες...
ξάφνου, τα πόδια απομακρύνονται
κι ανοίγουνε αριστερόδεξα
να μην πατήσουνε στην πολλών μέτρων γραμμή που σχηματίζουν
κι εκατοντάδες τα μυρμήγκια περπατούν
το ένα πίσω απ' τ' άλλο
κάποια φορτωμένα, κάποια ξεφόρτωτα
συνεχίζοντας να κάνουνε αυτό
πού 'χουν οι άνθρωποι πια σταματήσει.

Τετάρτη 10 Ιουνίου 2020

Άκανθοι



Σαν μ΄ένα από κείνα
τα γάντια τα μακρύτατα
οπού φορούνε οι κομψές γυναίκες
που παίζουνε στους σινεμάδες και τα θέατρα
να ντύθηκε το χέρι μου
όλο ψιλούτσικα μικρά, αόρατα σχεδόν
μα οδυνηρά πολύ και σουβλερά αγκάθια
το σκέπασαν καθώς επιχειρούσα μετακίνηση
της γλάστρας με τον κάκτο
χώρος να γίνει στο μπαλκόνι
για να μπορέσει να εργασθεί ο τεχνικός
που θά 'ρχονταν για τακτική συντήρηση
της κλιματιστικής μονάδος
τον πόνο μου όλο και τούτη την ενόχληση
την αναπάντεχη σκεφτόμουνα εμφατικά και αυτοοικτιρόμουν
όταν, αίφνης, η εικόνα Σου εγέμισε το νου μου
σα να Σε έβλεπα τον στέφανον περιτεθέντα
και με πορφύρα - εξ' αιδούς - επεριβλήθηκαν
τα μάγουλα, το μέτωπο, το πρόσωπο,
όλη η άθλια μούρη μου
και ράπισμα συντριπτικό μα δίκαιο ήταν
σα να καταδέχτηκα
και με κυρίεψε μία τεράστια ενοχή
κι άλλο δεν έκαμα παρά να ψελλίζω συνεχώς
τη μόνη αρμόζουσα παράκληση και δέηση και φράση:
"Θε μου, συχώρεσε με".

Δευτέρα 25 Μαΐου 2020

Ελαιολάδου ο διασυρμός


Αναρωτιέται
μπα δεν υπάρχει
ούτε φαντάζεται
πιο μεγαλύτερο
τον ξεπεσμό
που από πατρίδα
κι από οικογένεια
κι αυτός ο ίδιος
το πάλαι πότε
νά 'χει αυτονόητο
των βλογημένων
των ελαιών
τον κάθε χρόνο
συγκομισμό

τώρα στα ράφια
του σούπερ μάρκετ
διαλέγει λάδι
έξτρα παρθένο
από μικρόν
της επαρχίας
κάπου στο νότο
κατά προτίμηση
από τον τόπο του
σ'νεταιρισμό.

Κυριακή 17 Μαΐου 2020

Δείκτης Μάζας Σώματος


Δια βίου παχύσαρκος
κ' υπερβαρός
μ΄αυξομειώσεις
μα μέσες άκρες
σταθερός
α, και πώς ήθελε
νά 'ναι νευρώδης
και λυγερός
έτσι όλο πήγε
ακόμα πάει
κ' έτσι θα φύγει
ο λιπαρός.


Τετάρτη 13 Μαΐου 2020

Άγνωστες λέξεις διαρκείας



Συνήθεια του από παλιά, άμα διαβάζει
'πόκοντα νά' χει ένα λεξικό
κάποτε ήταν έντυπο
τώρα πια "ηλεκτρονικό - δικτυακό"
και κάθε τόσο μέσα να ανατρέχει
με μια μικρή είν' η αλήθεια, αδημονία
να ιδεί άμα η ερμηνεία της λέξεως
ήτανε κείνη στο μυαλό του πού 'βανε
καθώς το πιο συχνά δεν ήταν πίστευε
πρώτα οπού την απαντούσε
την είχ' ωστόσο φαίνεται
μα λησμονήσει εν πολλοίς στο μεταξύ
ή κ΄άραγε, η δεύτερη εκδοχή,
μήπως ξαστόχαε τελείως
κι αφού την έκανε την όποια τη διαπίστωση
το διάβασμα του εξακολουθούσε βέβαιος
πως την επόμενη βολά
πάλε το ίδιο θα γενότανε
γι αυτή ξανά τη λέξη
καιρός και χρόνια τώρα αυτή η δουλειά
διότι κατά πως φαίνεται
χώρος στη μνήμη του πολύς δεν του απομένει
κι ύστερα -ιδίως τελευταία- μια ακόμα σκέψη έκανε
και κάπως...να, λες με χαμόγελο πικρό
ότι πως κι ούτε χρόνος πια πολύς
μάλλον δεν του απομένει.

Κυριακή 19 Απριλίου 2020

Τετράστιχο πασχαλιάτικο, πανδημίας, δύο χιλάδες είκοσι


Εφέτος πικροπάσχα
και αχαρηλαμπρή
του χρόνου αναστεμένοι
νά 'μαστε και γεροί


Σάββατο 18 Απριλίου 2020

Έκτο απ' τα Επτά


Κάθε φορά καθείς
σ' ένα από τ' Αμαρτήματα όταν πίπτει
στα πάθη και τες παρορμήσεις του υποκύπτει
στην κλίμακα και το λογαριασμό του
αυξάνονται οι πόντοι

Κι έχει αυτό συνέπειες τωόντι

Έτσι, λίγες ημέρες πριν
μια σοκολάτα αγόρασα τεράστια
με μέσα ανάλογα μεγάλα
λαχταριστά αμύγδαλα
τρώγοντας λαίμαργα λοιπόν ένα κομμάτι
μετά το γεύμα σήμερα
μου έσπασε το δόντι.

Παρασκευή 17 Απριλίου 2020

Ετούτο δεν το συγχωρώ


Δε στο σχωρνάω άθλιε βρωμοϊέ
όχι το που δεν άφησες εφέτος
να γιορταστεί η Λαμπρή με τη συνήθη
και τη δέουσα κατάνυξη
αλλά που στέρησες
τουλάχιστον σ' εμάς
τους άνθρωπους της πόλης
έστω στις λιγοστές τις εξορμήσεις μας
τη ζωγόνο, τη γλυκειά
την όλο χρώματα και μυρωδιές
χαρά, ανάταση κι ελπίδα

μας έκλεψες την Άνοιξη.

Κυριακή 12 Απριλίου 2020

Βόλτα ανοιξιάτικη στο λόφο, οδυνηρή


Σα μια μικρή, αλλ' ισχυρή ηλεκτρική εκκένωση
που διαμέσου της επιδερμίδος
περαιτέρω επεκτείνεται γοργά
στο μέλος που έχει πλήξει

- Είναι επώδυνο, ε;...Πολύ;
- Πονάς;... Ε, τώρα πήδα!

- Εμ, έρμε δεν επρόσεχες...
τί τό 'θελες και πήγες από 'κει;
δεν είδες πού 'ταν στην πλαγιά
γιομάτο με τσουκνίδα;

Κυριακή 5 Απριλίου 2020

Ο Χρήσιμος


Ο Συντηρητής Κτιρίου
είναι Άγγελος Κυρίου
όταν βγαίνει αβαρία
μας προσφέρει σωτηρία

Ό,τι θέλεις αυτόν ρώτα
μας αλλάζει και τα φώτα
και στον καύσωνα ρυθμίζει
το ερκοντίσιον να δροσίζει

Ξεκλειδώνει τα συρτάρια
πού 'χεις χάσει το κλειδί
και καλώδια σου βρίσκει
για την κάθε συσκευή

Άμα κάπου πλημμυρίσει
ξέρει πού ΄ν΄ η διαρροή
και οι διάφοροι αισθητήρες
νά 'ναι πάντα καθαροί

Συντηρείται ο ανελκυστήρας
με δική του μέριμνα
"'γω είμαι δω" είναι σα να λέει
"δούλευε αμέριμνα"

Τσεκ η πυροπροστασία
τσεκ οι εξόδοι διαφυγής
τσεκ η πρόσβαση στο πάρκινγκ
φίλτρων τσεκ της αλλαγής

Τριγυρίζει για ελέγχους
Κυριακή πού 'ν' έρημα
λες και να ξεκουραστεί δε θέλει
κι έχει χρόνου υστέρημα

Όλα κείνος τα φροντίζει
και προσέχει νά ΄ν΄σωστά
πρώτος πάει, ύστερος φεύγει
τρέχει και για τα φυτά

Αχ! καλέ Συντηρητή μας
εκ καρδίας φχαριστούμε
δίχως σε η Εταιρία
πώς θα ήταν ας μη δούμε.

Σάββατο 4 Απριλίου 2020

Καραντίνα πανδημίας


Πολλά δεν έχω για να πω
μέσα σε τούτην την καθολική
παγκόσμια δυστοπία
νοιώθω σα να μου σώνονται οι λέξεις

Και τίποτα σπουδαία
δε μου δίνει πια χαρά
μονάχα να, που τις προάλλες
μετά από μήνες άκαρπων προσπαθειών
κατόρθωσα απάνω στο μονόζυγο
να τραβηχτώ δυο έλξεις.

Κυριακή 29 Μαρτίου 2020

Σκέτα


Τα χρόνια τα παλιά
κάπνιζαν σχεδόν όλοι
κι ήταν συνήθειο οι καπνιστές
να γράφουν πάνω στις ελεύθερες
τις επιφάνειες τις πολλές
στις κούτες των τσιγάρων
να σημειώνουνε εκεί
να κάνουνε λογαριασμούς, να σχεδιάζουν
κι εξαίρεση δεν ήταν ασφαλώς
του λόγου οι εργάτες
δημοσιογράφοι, δομικιογράφοι
συγγραφείς και ποιητές
πόσες εμπνεύσεις
πόσες ιδέες, πόσοι στίχοι
σε τσιγαρόκουτα απάν' έχουν γραφτεί
υπάρχουν μαρτυρίες
πάμπολλες σχετικά
μα και τεκμήρια
κειμήλια που φυλάσσονται
σε συλλογές και σε αρχεία
τώρα αλλάξανε τα πράγματα
λιγότεροι καπνίζουν και
έχει πια διαφορετικές
συσκευασίες στα τσιγάρα
η βολική σπανίζει  η "κασσετίνα"
καθώς τη λέγαν κι επιπλέον
είναι επικαλυμμένες ολοκληρωτικά σχεδόν
με του παραγωγού τη φίρμα ασφαλώς
μα πιο πολύ με κραυγαλέες
προειδοποιήσεις για τις βλαβερές
κι ολέθριες του καπνίσματος συνέπειες

Ετούτα σκέφτομαι καθώς παρατηρώ
το δρόμο έξω από τη τζαμαρία
έτσι όπως κάθομαι σ' ένα τραπέζι καφενείου

Έχω όμως να σας πω ένα μυστικό
είναι κενή και ολοκάθαρη
η εσωτερική πλευρά
άμα σηκώσεις κάτω απ' τα ασημόχαρτο
στα άφιλτρα τσιγάρα
Καρέλια Αγρινίου.



Σάββατο 21 Μαρτίου 2020

Les Mainotes


Θα έπρεπε ενδεχομένως
βάσει σπουδών και επαγγέλματος
να είμαι πλήρως εξοικειωμένος
μην πω και οπαδός καθεμιανής
νέας τεχνολογίας
δεν είναι έτσι ωστόσο όμως
και δίχως τα οφέλη να παραγνωρίζω
λέω πως θα μπορούσα σίγουρα
μην πω και πως το επιθυμώ
να ζήσω άνετα χωρίς
την κινητή τηλεφωνία
όπως και το - τουλάχιστον το μόνιμο - διαδίκτυο
τα μέσα της κοινωνικής δικτύωσης
τις ηλεκτρονικές τραπεζικές συναλλαγές
τις όμοιες αγορές και τόσα άλλα
που άμα τα χειριστείς σωστά
παρέχουνε τεράστιες διευκολύνσεις
από την άλλη όμως για το μέσο άνθρωπο
που πάει να πει για την πλειοψηφία
αποτελούν και μία μαύρη τρύπα
για ανούσια χρόνου σπατάλη
γι αχρείαστη της κατανάλωσης επαύξηση
για απομόνωση, για χειραγώγηση
για εκδήλωση των λάθος αισθημάτων και τα τέτοια

Αμφίσημος λοιπόν ως προς το θέμα αυτό
όπως εδώ που λέμε και για όλα σχεδόν τ' άλλα
χάζευα τις ειδήσεις σήμερα το πρωί
σε μια ποικίλης ύλης ηλεκτρονική ιστοσελίδα
και έπεσε το μάτι μου σε ένα θέμα κι άνοιξα
τον χάρτη τον ψηφιακό της χώρας
όπου το άρθρο αναφερόταν
και μεγεθύνοντας πήγα σ΄ένα συγκεκριμένο μέρος
ένα χωριό που αιώνες πριν
κάποιοι απ' τους πατριώτες μου
εκεί είχαν μετοικήσει
κι ενεργοποίησα τη λειτουργία ρεαλιστικής
στους δρόμους περιπλάνησης
κι ήταν σα θαύμα, είπαμε: έχει και καλά!
λες κι ήμουν εκεί και περιδιάβαινα
του δρόμους του χωριού με τα οικεία
κάποια ονόματα που λέγαν οι ταμπέλες
και τα σπιτάκια στην πλαγιά
σοκάκια ανάμεσα τους που να "κατηφορίσεις"
μέσω του χάρτη μπόραγες
χαζεύοντας τα ρούχα στις απλώστρες
τα μποστανάκια στις αυλές
τα σταθμευμένα τα παλιά
ή τα καινούρια αυτοκίνητα
τα μηχανάκια, τα παιδικά ποδήλατα
τις δυο εκκλησιές αντικρυστά
το κοιμητήριο ήσυχο
στο δρόμου τέρμα, το καρνάγιο κι η μαρίνα
με τις βάρκες και τα σκάφη, τα καΐκια
ανάμεσα στα πέφκα να στραφταλίζει η θάλασσα
κι απάνω ο γαλάζιος ουρανός
στο βάθος τα νησάκια
όλα μα τόσο γνώριμα
έτσι που μία σκέψη... όχι, μια άισθηση γεννήθηκε
από αυτές που ξεκινούν βαθιά, απ΄το στομάχι
πως θα μπορούσα να περάσω για πολύ καιρό
ίσως να ζήσω θα μπορούσα εκεί

Τόσο μακριά μα πόσο κοντινά
στο Κάργκεζε, στην Κορσική.


Σημ. Το χωριό (Cargèse) ιδρύθηκε στα τέλη του 18ου αιώνα από τους απογόνους μια ομάδας μεταναστών από τη Μάνη, οι οποίοι είχαν πρωτοεγκατασταθεί στην Κορσική έναν αιώνα νωρίτερα (από τη Βικιπαίδεια)

Δευτέρα 9 Μαρτίου 2020

Ένα τέταρτο μετά του αιώνα


Τότε νέα μπαργούμαν
σ' ένα πολύ ιδιαίτερο χώρο
μπαρ σε μια πέτρινη κόχη
του κάστρου στη Μονεβασιά

Τώρα μια ακόμα γυναίκα
υπομονετικά στην ουρά περιμένει
στης γειτονιάς το σούπερ μάρκετ
μπρος απ' τον πάγκο με τα τυριά.

Κυριακή 8 Μαρτίου 2020

Ωδή σ' ένα σάκκο (κι ένα πορτοφόλι)


Σήμερα απέσυρα το παλιό μου σακκίδιο
που χρησιμοποιούσα στη δουλειά
τό 'χα αγοράσει πριν από πάνω δέκα χρόνια
με δικά μου λεφτά (κι όχι λίγα καθόλου)
επώνυμη φίρμα, πρώτη ποιότητα, ωραίο στυλ
αξιόπιστα μ΄υπηρέτησε για τόσο διάστημα
κουβαλώντας τα υπηρεσιακά μου χρειώδη
μα και τα συμπληρωματικά, προσωπικά τα όποια
πέρα δώθε κάθε μέρα, πρωί βράδυ, σπίτι - γραφείο - σπίτι
με τα πόδια, με το τραίνο, με λεωφορείο, με τ' αυτοκίνητο
συν ταξίδια διάφορα στη χώρα και το εξωτερικό
σ' αεροπλάνα, αεροδρόμια, σε ξένα τραίνα
δυο φορές το επισκεύασα παρατείνοντας τη ζωή του
μα μετά τα τελευταία σημάδια φθοράς
αποφάσισα πως πια δεν άξιζε τον κόπο
κι έτσι το αντικατέστησα με ένα δωρεάν εταιρικό
με λογότυπα και τα σχετικά...

Άφησα το παλιό στο σημείο της ανακύκλωσης
ελπίζοντας κάποιος να το θελήσει
και να βρει λίγο ακόμα ωφέλιμο χρόνο ζωής
πριν τερματίσει οριστικά την επάξια
έως και ένδοξη θα μπορούσα να πω
εκπληρωμένη αποστολή του

Θα σε θυμάμαι πιστέ σύντροφε κι ευχαριστώ
Χ.Δ.Τ.
Φεβρουάριος '020

Υ.Γ. Κατά σύμπτωση λίγες μόνο μέρες μετά
ακολούθησε και το παλιό μου πορτοφόλι
για το οποίο λίγο- πολύ, ίδια λόγια κι εγκώμια
θα είχα να γράψω.

Τετάρτη 4 Μαρτίου 2020

Η προσφορά (ο έχων ένα μεγάλο χαρτόνι, δίδει ένα κομμάτι στο συνάνθρωπο/συνασθενή του)


Το χαρτόνι στα δύο
να κάτσουνε κι άλλοι
στις κρύες, μαρμάρινες σκάλες
γεμάτο με κόσμο - μικροί, μεγάλοι
είναι οι αίθουσες, οι διάδρομοι, οι σάλες
στο νοσοκομείο.

Λαΐκό Νοσοκομείο, παράρτημα οδού Σεβαστουπόλεως, 3ος όροφος, 4/3/'020

Τρίτη 3 Μαρτίου 2020

Αρνήθηκα


Παράφραση (Χ.Δ.Τ.) στο τραγούδι "Γεννήθηκα" σε στίχους  Κ.Χ.Μύρη και μουσική Γιάννη Μαρκόπουλου, αξέχαστα τραγουδισμένο από το Νίκο Ξυλούρη (1936 - 1980)

Αρνήθηκα το βόρβορο καθεμιανού,
το όνειδος της ρουφιανιάς.
Κατέβηκα τη σκάλα του αποσυρμού
βολτάροντας ως στις γωνιές
της σκοτεινιάς,
πήρα το δρόμο του χαμού.

Φοβήθηκα με τις δονήσεις
του σεισμού,
πήρα τη θέση ουραγού.
Ζορίστηκα στη λησμονιά
της ξενιτιάς
δεόμενος νά 'ν' ελεήμων ο Κριτής
για τέλος του κατατρεγμού.

Και είδα Φως στην άκρη μάβρου ουρανού,
την προσευχή νά 'χει στ' αλήθεια ακουστεί,
στο τέλος του κατατρεγμού.

Σάββατο 22 Φεβρουαρίου 2020

Σοφία της Ανατολής, πού να την έβρει ο μπελαλής*


* σημ. ο εις εαυτόν

Λόγω ευθραύστου της διαθέσεως από
μια που κλωστή κρεμόταν
και κάθε τόσο γκρεμιζόταν
καθώς του ανισορρόπου χαρακτήρος του
πολλές φορές κατά τη διάρκεια της ημέρας
πότε έχανε, πότ' έβρισκε
κι άλλοτε πάλι Δεν
το γι άλλους αδιάφορο
αλλά για αυτόν πολύτιμο
κείνο που λεν οι Ανατολίτες Ζεν.



Παρασκευή 21 Φεβρουαρίου 2020

Κάπταιν


Ο Γερμανός πιλότος της Λουφτχάνσα
απογειώνει κάθε μέρα αεροσκάφη
απ' τη βαριά συννεφιασμένη τη Φραγκφούρτη
το Μόναχο, την Κολωνία και το Ντύσσελντορφ
το Βερολίνο ή το Αμβούργο

Λίγα λεπτά μετά την απογείωση
φθάνει σε τέτοιο ύψος
που διαπερνά τα σύννεφα
ο ουρανός πάνω εκεί
είναι διαυγής και γαλανός
αίθριος ο καιρός
και τον ζεσταίνει η ήλιος ο λαμπρός

Α! ο τυχερός.

Κυριακή 16 Φεβρουαρίου 2020

Χερσόνησος Μεθάνων



Ξέρασ' η γη τα σωθικά της
σκόρπισαν πετρώματα, ορυκτά και μεταλλεύματα
λάβα και μάγμα
φωτιά και στάχτη
κι ηρέμησε το ηφαίστειο και κοιμήθηκε
μα ο κουρνιαχτός εσκέπασε τα πάντα
ένας σταχτής κρανίου τόπος
ύστερα έπιασαν βροχές
φυσούσε αέρας
έβρεξε πάλι, χιόνισε κιόλας μερικές φορές
ανέτειλε ο ήλιος, έδυε, ανέτειλε ξανά
αλλάζαν οι εποχές
βλάστησαν κάποιοι απ' τους θαμμένους σπόρους
ξεμύτισαν μικρά φυτά, βγάλανε άνθη
ήρθανε έντομα τα άνθη να τρυγήσουνε
κάποια φυτά γίνανε θάμνοι, βγάλανε καρπούς
ήρθαν πουλιά που τρώγαν τους καρπούς
πολλαπλασιάστηκαν έντομα, πουλιά, φυτά
γινήκαν δέντρα κάποιοι θάμνοι
πρασίνισε ο τόπος
ήρθανε ζούδια που τρώγαν τα φυτά
και μετά ήρθαν ζούδια
που τρων΄εκείνα που τρώνε τα φυτά
και μετά ήρθαν κάτι άλλα ζούδια παράξενα
που στέκονταν στα δυο τους πόδια
που τρώγανε και τα φυτά και τους καρπούς
και όλα τ' άλλα ζωντανά
και χρησιμοποιούσαν τα τομάρια τους
για να καλύπτουν τα κορμιά τους
ή μερικά τα ημέρωναν
κοντά τους τα κρατούσαν
για παρέα ή για βοήθεια
για να τους κάνουνε δουλειές
το γάλα να τους πίνουνε
τ΄αυγά τους για να τρώνε
ή και τη σάρκα τους χωρίς να χρειαστεί
να κυνηγήσουν να τα πιάσουν
καλλιεργήσανε τη γη που όμως δεν έφτασε
και έτσι χτίσανε πεζούλες στα βουνά
να την πολλαπλασιάσουν
πέτρες πελέκησαν και ξύλα
φτιάξανε καταλύματα
φωτιά ανάβαν να ζεσταίνουνται
και για να μαγειρεύουν
έκαμαν μονοπάτια για να μετακινούνται
από τον έναν ως τον άλλον τον καταυλισμό
δεν παραμέλησαν να εκμεταλλευθούν
κι όλη τη γύρω θάλασσα
ψαρεύαν την τροφή τους συμπληρώνοντας
χτίσανε ξύλινα μέσα πλωτά
κι έτσι να ταξιδεύουν
πληθαίνανε με τον καιρό
κάποιοι εφτάσαν ως τ' απέναντι νησιά
όμως και άλλοι επίσης που
κινήθηκαν εκείνοι αντιστρόφως
τσακώθηκαν, πολέμησαν, σκοτώθηκαν
κάψανε τα χωριά, τις καλλιέργειες
μαύρισ' ο τόπος
και δώσ' του πάλε απ' την αρχή
ξεκίνησαν ανταλλαγή στα προϊόντα τους
τα στέλναν απ' τη θάλασσα
στα κοντινά λιμάνια
και τη μεγάλη Πόλη όπως τη λέγαν
πού 'χε γίνει στο βορρά
το κοιμισμένο ηφαίστειο
άφηνε τόπους τόπους
μικρές ανάσες γύρω στα νερά
πού 'ταν ζεστά συνέχεια
και μύριζαν περίεργα
και βρήκαν πως αν μέσα βουτηχτείς
γιατρεύονται οι πόνοι κι οι αρρώστιες
το μάθανε κι αλλού και άρχισαν
πλήθη μεγάλα κόσμου να συρρέουν
φτιάχτηκαν σπίτια κι άλλα σπίτια, μαγαζιά
να τους φιλοξενήσουν
μεγάλων΄ολοένα το κεντρικό ιδίως το χωριό
και ζούσανε προσώρας όλοι πλούσια και χαρούμενοι
απ' τον επιλεγόμενο τον "τουρισμό"
άλλαξ' όμως η μόδα και σταμάτησε
νά 'ρχεται πια ο κόσμος τόσο
δε φτάναν οι δουλειές, η γης
να ταϊστούν οι ανθρώποι
ίσως και νά 'χανε πια μάθει διαφορετικά
και να ζητούσαν άλλα
εύκολες πλέον οι μετακινήσεις
είχαν φτιαχτεί και δρόμοι
φύγανε πρώτα νέοι πολλοί
τους ακολούθησαν και κάποιοι μεγαλύτεροι
μείνανε μόνο οι γέροντες
που αρχίσαν να πεθαίνουν
ερήμωσαν τα σπίτια, οι συνοικισμοί
παρατηθήκαν κι αγριέψαν τα χωράφια
άσπαρτες οι πεζούλες, δεν πήγαινε κανείς
αμάζευτες οι ελιές
χαθήκανε πολλά από τα μονοπάτια
το δάσος κάλυπτε εδάφη
η φύση πίσω άρχισε
να παίρνει αυτό που της ανήκει
παρ' όλα αυτά σε κάποιους άρεσε ο τόπος
ήρθαν εδώ και χτίσαν νέα σπίτια
ή επισκεύασαν παλιά
άλλοι με γούστο, σεβασμό και προσοχή
άλλοι πάλι καθόλου
σαν είναι η εποχή ζεστή
έρχονται ορισμένοι για παραθερισμό
μη φανταστείς ωστόσο καμμιά πολυκοσμία
οι πιο περισσότεροι είναι περαστικοί
υπάρχουν ορισμένοι, φίλοι πολύ, επισκέπτες
και λίγοι μόνιμοι φανατικοί
εκ των οποίων ελάχιστοι
(άλλοι τους λεν και γραφικούς)
σπέρνουν πάλι, φυτεύουνε, φτιάχνουν, δημιουργούνε
γυρίζουν και μαθαίνουνε κάθε γωνιά
βάζουν σχέδιο φιλόδοξο
να εντοπίσουν και να ανοίξουνε ξανά
τις στράτες τις χαμένες στα βουνά
που χρησιμοποιούσαν οι παλιοί
ώστε να δύνανται οι φυσιολάτρες, οι περιηγητές
να περπατούν γύρω εκεί θαυμάζοντας
την τόση, τόση ομορφιά
που δίνει ασφαλώς και η ιδιαίτερη
πολύ μορφολογία
η σχετιζόμενη σαφώς
με της δημιουργίας τις ιδιαιτερότητες
που στην αρχή αναφέρθηκαν
σε τούτον τον παραμυθένιο νεραϊδότοπο
μια από τις αναμφισβήτητα
πιο ωραίες τις γωνιές αυτής της χώρας.

Σάββατο 15 Φεβρουαρίου 2020

Ωδή στον Άη Φανούρη



Διάφορα αντικείμενα καθημερινά
αγαπηθέντα εκ της συνηθείας
της μακροχρόνου χρήσεως
ή και γιατί (κυρίως)
είν' από πρόσωπα εξόχως προσφιλή
από καιρού με ζέση χαρισμένα
σαν πάω να τα πάρω
από την τακτική τη θέσιν τους
και τύχει μην εκεί τα βρω
ω! το πόσον ταράζουμαι
το πώς στεναχωρούμαι
και αποσυντονίζομ' εντελώς
ξεραίνεται το στόμα μου
βαραίνει μου η ανάσα
με πιάνει μια ακατανίκητη
μανία να τα εντοπίσω
ξεχνώ τυχόν υποχρεώσεις μου
που πρέπει φερ' ειπείν
ν΄αναχωρήσω δια την εργασία
ή ότι έχω μιαν καθορισμένη
εντός ολίγου ώρα συναντήσεως
παρά πιάνω να ψάχνω
σε μέρη διάφορα
ακόμα και απίθανα
που αφηρημένος όντας τόσο
μπορεί να τά 'χω αφήσει
κι όσο δε βρίσκω τόσο
μου ταχύνονται οι παλμοί
το μέτωπο μου ιδρώνει
κάθε τυχόν μια επικείμενη χαρά
μάταιη μοιάζει πια
τελείως ξεθωριάζει
ίσως ακόμα και αδύνατο
να πραγματοποιηθεί
ας πούμε πώς θα φύγω στο τέλος του μηνός
ταξίδι στην Κωνσταντινούπολη
χαμένον έχοντας της τσέπης το σουγιά
ή δίχως νά 'χω βρει το αναπτηράκι μου
ή το παλιό μου το μπεγλέρι;
και δώσ' του ψάχνω στα σακκίδια
μέσα στις τσέπες, στα παλτά
και στα σακάκια, στα γιλέκα
στα πανταλόνια από κάτω
που στη ντουλάπα κρέμουνται
ψάχνω παντού έως και μέσα
στο καλάθι των απλύτων...

Θά 'λεγα πως
εκτός από ολίγες, σπάνιες φορές
εντός τετάρτου, άντε ημιώρου το πολύ
κάπου τ' ανακαλύπτω τελικά
κι η τάξη αποκαθίσταται
η δική μου και του κόσμου
και ηρεμώ, μπορώ πάλι να αισθάνουμαι
τις απολαύσεις της ζωής μικρές
μα και μεγάλες
ευγνώμων νοιώθω απέραντα και άνωθεν
στρέφω το βλέμμα ευχαριστών
και φεύγω τρέχοντας για να προλάβω
ότι έχω που καθυστερήσει

Κάποια στιγμή αργότερα
κάνω την αποτίμηση
για να διαπιστώσω
το πόσο πολλαπλάσια μεγαλύτερη
είν΄η ικανοποίηση
του απωλεσθέντος προσωρινά της επανεύρεσης
κι από εκείνην λέω της αρχικής
απόκτησης ακόμη.

Δευτέρα 10 Φεβρουαρίου 2020

Με γιομίσαν ψέμματα



Παράφραση  (Χ.Δ.Τ.) του ποιήματος "Της αγάπης αίματα με πορφύρωσαν" του Οδυσσέα Ελύτη (1911 - 1996), μελοποιημένου (3 στροφές) άψογα από το Μίκη Θεοδωράκη και ερμηνευμένου έξοχα από το Γρηγόρη Μπιθικώτση(1922 - 2005)



Με γιομίσαν ψέμματα, με γελάσανε
και πίκρες ανείπωτες με κεράσανε
ατιμώθηκα ως την εσχατιά
των τόπων
κι έλεα καρτέρα, φτάνουμε πέρα στο ξάγναντο

Στα μισά του δρόμου με καθαίρεσαν
και κατάρες άπαρτες, βροχή μου ερίξανε
ήταν τα αστεία μου αχ!
μια φτηνή απάτη
κι έλεα καρτέρα, φτάνουμε πέρα στο ξάγναντο

Τα μάβρα ουράνια μισανοίξανε
και κοφτή μου έβγενε κάθε άχνα μου
τα λιγοστά μου υπάρχοντα παντού
ας σκορπίσουν
κι έλεα καρτέρα, φτάνουμε πέρα στο ξάγναντο

Μα λες και αντάρες πέσαν πάνω μου
φθόνων άγριες έριδες, σαλαΐζοντας
στίφη που αφανίζουν κάθε ψυχή που ζει
μέρα τη μέρα
κι έλεα καρτέρα, φτάνουμε πέρα στο ξάγναντο

Της μοίρας αυτής λέω όμως, αξιώθηκα
όσα δε μπόρεσα έτσι και μεγάλωσα
των δειλών σαν κι εμένα το χρέος
να πληρώνω
κι έλεα καρτέρα, φτάνουμε πέρα στο ξάγναντο.

Τρίτη 14 Ιανουαρίου 2020

Τ΄όνειρο


Είδα χθες βράδυ ένα όνειρο
πως ήμουνα λέει πλάι στο κρεββάτι της μάνας μου
και την παράστεκα σ' αρρώστεια μεγάλη
μα η κατάσταση συνεχώς χειροτέρευε
κι εκείνη βάραινε κι άλλο
μέχρι που σε μια στιγμή
στα μάτια μου μπρος εξεψύχησε
πήρε το πρόσωπο της άσπρο να γίνεται
ύστερα κίτρινο να χλωμαίνει
πλησίασα αυτό το άχρωμο πρόσωπο
τον τελευταίο ασπασμό για να δώσω
κι έτσι όπως είμουν τόσο κοντά
τα δυο της μάτια άνοιξαν διάπλατα
και μέσα είδα τίποτα, τίποτα!

Και ξύπνησα.

Κυριακή 5 Ιανουαρίου 2020

Ξεκίνημα

Μεταφορά του εισαγωγικού κειμένου της πρώτης δημοσίευσης του 2019, με αλλαγή των ετών και προσθήκη ενός ακόμα (του παραπάνω) συνδέσμου - κατά τ' άλλα ισχύει ακριβώς (γι αυτό λέγεται και παράδοση):

Εκλεκτοί αναγνώστες, επισκέπτες και φίλοι, το ιστολόγιο σας εύχεται: αίσιο το νέο έτος 2020, ευτυχές, με υγεία και καλή καρδιά. Τηρώντας τη σχετική παράδοση (βλ. και εδώ και εδώ και εδώ), έτσι και φέτος το πρωί της Πρωτοχρονιάς, αλλάχθηκαν οι σελίδες του επιτραπέζιου ημερολογίου με νέες και από αυτές του προηγούμενου έτους επιλέχθηκαν ορισμένες όπου σημειώνονται κάποια σημαντικά γεγονότα και οι προορισμοί μετακινήσεως, αποτελώντας ένα είδος αποτίμησης μίας χρονιάς που όπως -υποθέτω- και άλλες, όπως άλλωστε ο βίος μας όλος, είχε οπωσδήποτε στιγμές κακές, είχε ασφαλώς και στιγμές καλές...

Έχουμε λοιπόν και λέμε για το 2019:
23 Ιανουαρίου: Πάω για έλεγχο τριμήνου στο νοσoκομείο
16 Μαρτίου: Φεύγουμε για Μέθανα
27 Μαρτίου: Δύο χρόνια άνευ!
30 Μαρτίου: Φέυγω για Μέθανα
6 Απριλίου: Φεύγουμε για το χωριό
17 Απριλίου: Πάω στο νοσοκομείο για επανέλεγχο
2 Μαΐου: Πάω στο νοσοκομείο για αποτελέσματα εξετάσεων και έλεγχο από ιατρούς
7 Ιουνίου: Φεύγω για Γερμανία για τα γενέθλια της Α.
1 Ιουλίου: Φεύγουμε για Κωνσταντινούπολη
19 Ιουλίου: Φεύγω για Μέθανα
27 Ιουλίου: Φεύγουμε για Ταΰγετο
2 Αυγούστου: Φεύγουμε για Μέθανα
24 Αυγούστου: Φεύγω για Μέθανα
18 Σεπτεμβρίου: Πάω για εξετάσεις
25 Οκτωβρίου: Φεύγω για Μέθανα (μετά τη δουλειά)
20 Νοεμβρίου: Πάω για εξετάσεις
23 Νοεμβρίου: Φεύγουμε για Παρνασσό
...και τέλος.

Και του χρόνου με υγεία!


Σάββατο 7 Δεκεμβρίου 2019

Πόζα


Παράφραση (Χ.Δ.Τ.) του τραγουδιού "Ρόζα" σε μουσική Θάνου Μικρούτσικου και στίχους Άλκη Αλκαίου (1949 - 2012)


Τα μέλη μου λειψά, κουτσουρεμένα
ελπίζουνε στον άσφαλτο Θεό
περνάει δίπλα μου η νεκροφόρα
και συ μου λες "μας περιμένουν δώρα"
και γνέφεις το κεφάλι το σγουρό

Παραβιάσαμε μαζί το νόμο
μα σε κελλιά μας βάλαν χωριστά
σε μία φυλακή αυστηρή περνάμε
το χρόνο αλλά δεν παρακαλάμε
μας λείπει όμως μία αγκαλιά

Με ξεφτισμένα πέτα και χαρμάνης
ντελίριο τρομώδες και φριχτό
ουρλιάζει σιωπηλά η ύπαρξη μου
κανένας δεν ακούει την κραυγή μου
έτσι νομίζεις κόβουν το πιοτό;

Πώς η καδένα δένει με την πέτρα
πέτρα που είναι σπάνια κι ακριβή
τί με κοιτάς με πόζα μουδιασμένο
"προχώρα" μη μου λες, "σε περιμένω"
έχουμε μείνει οι δυο μας μοναχοί

Καλή μου και παντοτινή αγάπη
ήρθε νομίζω τώρα ο καιρός
ξάπλα να μπω στη μάβρη νεκροφόρα
τελειώσανε γιορτές, τραγούδια, δώρα
να ξέρεις σού 'μουν πάντοτε πιστός

Πώς η καδένα δένει με την πέτρα
πέτρα που είναι σπάνια κι ακριβή
τί με κοιτάς με πόζα μουδιασμένο
"προχώρα" μη μου λες, "σε περιμένω"
έχουμε μείνει οι δυο μας μοναχοί.


Τετάρτη 27 Νοεμβρίου 2019

Μηνοσουρεαλόγιο


Στρέφετ' ο μάβρος Μάιος
στον άλικο Νοέβρη
και τον ρωτά αν Άβγουστος
με Μάρτη συνωθούνται
ολοταχώς σε Ιούλιο
και στυγερό Γενάρη
ή ο σεπτός Σεπτέμβριος
έλκεται του Οκτώβρη
γενέθλια του Απρίλιου
γιορτή του Δεκεβρίου
Φλεβάρη θα σε αμυνθώ
Ιούνιο θα σε χάσω.



Παρασκευή 22 Νοεμβρίου 2019

Οι καιροί ου μενετοί, μα δεν έχει ΝτηΝτηΤή


Βρε πώς αλλάξανε τα πράματα
κι έχουμε μπει σε νέα καλούπια
κοντεύει να τελειώνει ο Νοέμβριος
κι είναι γεμάτος ο τόπος με κουνούπια.

Σάββατο 16 Νοεμβρίου 2019

Όλο λέει


Μια μέρα θα πάω από 'κει
θ' αλλάξω διαδρομή
θ΄αφήσω την πεπατημένη
σε μια που βλέπω
και πάντα αφήνω
νέα οδό, διαφορετική
και ας μην ξέρω τί με περιμένει.

Τετάρτη 13 Νοεμβρίου 2019

Σπλαχνίσου με Θεέ μου*



Ώρα πρωινή
ημέρα Δευτέρα
πρώτη της εργάσιμης βδομάδας
με την αναλογούσα βαρυθυμία
έτι περαιτέρω επιτεινόμενη
από το γεγονός ότι είναι
μια μέρα βροχερή και γκρίζα
που επιπλέον επιτείνει και
την κυκλοφοριακή συμφόρηση στους δρόμους
λίγο μετά την αναχώρηση απ’ το σπίτι
εγκλωβισμένος βρίσκομαι στο αυτοκίνητο
να προχωρώ σημειωτόν
μαζί μ’ εκατοντάδες άλλα οχήματα
πεζός, διαβάτης, σχεδόν κανένας δεν υπάρχει
και πότε να ρίχνει μια ψιλή βροχή
και πότε να ξεσπάει δυνατή
έως και μπόρα
κοιτάζω γύρω μου οδηγούς και επιβάτες
το στάδιο του εκνευρισμού
έχει παρέλθει προ πολλού
κάθονται αμίλητοι, ανήμποροι
παραδομένοι μοιρολατρικά
μέσα στο ατέλειωτο κι ακούνητο σχεδόν
τούτο το καραβάνι
τελειώσαν όσες είχα σκέψεις να κάνω
δουλειές, εκκρεμότητες, ιδέες κι ότι άλλο
επίσης μερικά τηλεφωνήματα
κλεφτά κοιτάγματα στο διαδίκτυο (μέσω του κινητού)
κι άλλα παρόμοια
κι ύστερα δε μένει τίποτα…
μόνο το μποτιλιάρισμα και η βροχή
κι ο γκρίζος μάβρος ουρανός
χαμηλά που κρέμεται τόσο από την πόλη
και φαίνεται το μόνο που κινείται να είναι το
ρολόι στο καντράν
που λέει με βεβαιότητα
πως θα προσέλθω με σημαντική
αργοπορία στην εργασία
ας βάλω λίγο ραδιόφωνο σκέπτομαι
να σπάσει η ρουτίνα
το πρώτο που ακούγεται: παράσιτα
γυρνάω τη βελόνα (που λέγαμε παλιά)
πέφτω σ’ ένα σταθμό
όπου κάποιοι γελοίοι
μιλούν όλοι μαζί υστερικά
γυρίζω πάλι: διαφημίσεις
γυρίζω άλλη μια: κάποια απαίσια μουσική
κι ακόμα μια… και επιτέλους!:
ευλογημένο Τρίτο Πρόγραμμα
όαση της Ελληνικής Ραδιοφωνίας
τις τελευταίες πετυχαίνω νότες ενός κομματιού
ύστερα η νεαρή – κρίνω από τη φωνή – παραγωγός
προλογίζει το επόμενο
την περίφημη Άρια νούμερο 39 από τα Πάθη
σε παλαιά ηχογράφηση
με δυο ορχήστρες, δυο χορωδίες
σπουδαία τραγουδίστρια
και εμβληματικό μαέστρο
που όταν ξεκινάει
γίνεται ένα θαύμα…
σκορπάει η μουντάδα
γλυκαίνει η θλίψη
μαλακώνει η καρδιά
γεμίζει η καμπίνα ήχους θεσπέσιους
και είναι σα να παίρνει χρώματα το γκρίζο
ή μάλλον σα να αποκτά
μία δική του αξία ιδιαίτερη
με νόημα κ’ αισθήσεις
κι ο χρόνος πια
εκεί που κύλαε βασανιστικά αργά
και έμοιαζε ατελείωτος
τώρα είναι σα να μην υπάρχει
κι ούτε θέλω να τελειώσει τούτη η στιγμή
ούτε καταλαβαίνω πως περνά
και φθάνω τελικά έξω απ’ το μέγαρο της πολυεθνικής
σταθμεύω κατά σύμπτωση την ώρα ακριβώς
που η εκτέλεση τελειώνει
άθελα απ’ το στόμα μου
βαθύ βγαίνει ένα Αχ!
και στο μυαλό μου έρχεται
η σκέψη η παλιά
που μες στα χρόνια πεποίθηση έχει γίνει
και βεβαιότητα για μια φορά ακόμα
πως ότι δηλαδή
σαν ο Θεός ακούει μουσική
ακούει Γιόχαν Σεμπάστιαν Μπαχ.

*Γερμανικά: Erbarmedich, meinGott, Άρια Νο 39 από το ορατόριο Κατά Ματθαίον Πάθη, του Γιόχαν Σεμπάστιαν Μπαχ (1685 – 1750), για φωνές, διπλή ορχήστρα και διπλή χορωδία, σε λιμπρέττο του Πικαντέρ (1700-1764)

Δευτέρα 11 Νοεμβρίου 2019

Purgatorium


Έχεις ποτέ σκεφθεί ή φαντασθεί
επιθυμήσει ή επιχειρήσει
μια λύτρωση, μια εξιλέωση
μία εξάγνιση, μία απαλλαγή
από τι κάθε μιαρό
του σώματος άμα και της ψυχής
κάθε αμαρτία, κάθε ενοχή
κάθε ντροπή, κάθ' έξη νοσηρή
κάθε βρωμιά, λεκέ να αποβάλλεις
απ' όλη σου την ύπαρξη παντού
σε άξονα οριζόντιο μα και εγκάρσιο
από της κεφαλής ψηλά το τριχωτό
έως τα πόδια χαμηλά, στο μετατάρσιο;

Εύκολο είναι τελικά
το εβίωσα δυο μέρες πριν
όταν χρειάστηκε αναγκαστικά
χάριν μιας εξετάσεως ιατρικής
δύο μπουκάλες να πάρω με καθάρσιο.



Κυριακή 10 Νοεμβρίου 2019

Φιδιπήδης (λήμμα από την Αρχαιοδρομοπήδεια)


Σήμερα, γίνεται ο αγώνας δρόμου  "Αυθεντικός Μαραθώνιος των Αθηνών" και το Ιστολόγιο δημοσιεύει το συγκεκριμένο λήμμα, αφιερώνοντας το σε όλους τους δρομείς: Καλή Δύναμη!


Ο Φιδιπήδης, άλλως γνωστός ως Φιλιππίδης, ήταν Έλλην Αθηναίος που έζησε στον κόσμο αυτόν (τον αρχαίον) για 40 χρόνια, από το 530 π.Χ. έως το 490 μ.Χ. Για βιοπορισμό ασκούσε το ταπεινό, πλην τίμιο, αλλά πολύ κοπιώδες και συχνά επικίνδυνο, με γλίσχρα εισοδήματα, όμως επωφελές για την κοινωνία επάγγελμα του courier ή όπως το έλεγαν τότε, του ημεροδρόμου. Όντας από λαϊκή, εργατική οικογένεια, χωρίς σπουδαίες σπουδές ή εφόδια, κατέφυγε σε αυτό, όπως άλλωστε και σήμερα, τόσοι συνάδελφοι του. Ήταν ωστόσο φιλότιμος και επιμελής και σύντομα ξεχώρισε επιπλέον για την πρωτοφανή του ταχύτητα και αντοχή και απέκτησε για αυτό φήμη μεγάλη στους κύκλους του αλλ' ακόμα και έξω από αυτούς. Γι αυτό, όταν παρέστη ανάγκη αμέσου μηνύματος από την πόλη των Αθηνών προς την πόλη της Σπάρτης με έκκληση στρατιωτικής βοήθειας εν' όψει της Περσικής εισβολής, οι Μάνατζερς του Πολέμου τον επέλεξαν και του ανέθεσαν την αποστολήν, την οποίαν και εξετέλεσε άρτια, πραγματοποιώντας τη μετάβαση Αθήνα - Σπάρτη πηαινέλα, ένα σκασμό εκατοντάδες χιλιόμετρα δηλαδή, σε περ. δυόμιση μέρες, πράγμα αδιαννόητο σχεδόν όπως και στα όρια του εξωανθρώπινου και ακατόρθωτου ακόμη και σήμερα.
Εν συνεχεία (αν και δε βεβαιώνεται αυτό από τις πηγές), μετέβη από το πεδίο της μάχης του Μαραθώνα έως την Αθήνα για να μεταφέρει στους προαναφερθέντες Μάνατζερς το χαρμόσυνο μήνυμα της διαφαινόμενης νίκης και να εκπνεύσει αμέσως μετά. Προς τιμήν του, κατά κάποιον τρόπο, εφευρέθηκε και επιτελείται έκτοτε το αγώνισμα του Μαραθωνίου δρόμου και δη εκείνου της Αθήνας, στα χνάρια της ιστορικής διαδρομής του απίστευτου αυτού courier. Το όνομα του ήταν στην ουσία προσωνύμιο (το πραγματικό έχει ξεχαστεί) και συγκεριμένα πρόκειται για σύνθετη λέξη, σχετιζόμενη με το όλως ιδιαίτερο  στυλ τρεξίματος που τον χαρακτήριζε, αποτελούμενο από συνεχείς ελιγμούς και στροφές, κάτι σαν το επιλεγόμενο "σλάλομ" των χιονοδρόμων ή την έρπουσα κίνηση των όφεων μαζί με επαναλαμβανόμενα άλματα όπως του λαγού ή της ελάφου αντιλόπης. Ο τρόπος αυτός δεν ήταν ασφαλώς προϊόν εκκεντρικότητος αλλά σαφώς πρακτικής ανάγκης καθ΄ότι οι οδοί στις οποίες εκινείτο ο δρομεύς αυτός, ήταν κακοτράχαλοι χωματόδρομοι, δύσβατα μονοπάτια, ακόμα και γιδόστρατες και στην καλύτερη περίπτωση, μικρής συγκριτικά έκτασης πλακόστρωτα καλντερίμια. Με άλλα λόγια έτρεχε συνεχώς επί ανωμάλου εδάφους και έτσι στρέφων σαν το φίδι και πηδών, απέφευγε τα εμπόδια και τις απειλές των κοφτερών πετρών, των σκληρών και αιχμηρών βράχων, των λακουβών, των νεροφαγωμάτων, των αγκαθιών, των βάτων, της λάσπης, των ολισθηρών πλακών κ.λ.π.
Το εκ της ιδιαιτέρου του κινήσεως λοιπόν Φιδι-πήδης, έμεινε στην ιστορία ανά τους αιώνες έως σήμερα και τον έκανε γνωστό στα πέρατα του κόσμου, ενώ- περιττόν να πούμε - ότι όταν πέθανε ήταν πάμπτωχος. Βλέπετε, δεν τον πρόλαβαν οι Σπόνσορς.

Φετίχ



Βρήκε πεταμένο στο δρόμο
ένα γυναικείο παπούτσι
νούμερο τριανταεφτά
δεν τό 'γραφε αλλά είχε εμπειρία
μαύρο καστόρινο
με χρυσές διακοσμήσεις
λωρίδες και στρας
λεπτό τακούνι δώδεκα εκατοστών πίσω
πλατφόρμα μπροστά
έψαξε γύρω να βρει το ταίρι του
δε στάθηκε τυχερός όπως άλλες φορές
"δεν πειράζει, κι ένα καλό είναι" είπε μέσα του
το πήρε σπίτι

Τί έκανε με αυτό
δεν θα το πούμε εδώ.

Ο Μαστευτής



Δι αυτό υπάρχει
στον κόσμο απάνω και διαβιά
αυτό πιστεύει
εις αυτό ελπίζει
και η ψυχή του δι αυτό βοά
δια να μαστεύει
ολοέν' συνέχεια
και με τις ώρες να εκμυζά
μαστούς διαφόρους
ποικίλα σχήματα
και ηλικίες
μικρούς, μεγάλους ως και  πελώριους
ν' ασπάζεται, να λείχει και να ροφά
το πάθος του είναι
με άλλα λόγια
τα βυζά.

Κυριακή 3 Νοεμβρίου 2019

Πολύ αργά για οικολογία


Διάσημος κατασκευαστής
σπανίων οριγκάμι
και ένας παρασκευαστής
πικάντικων σαλάμι
οι μόνοι επιβιώσαντες
οι άλλοι παν΄χαράμι
από τη χώρα που έπληξε
το φονικό τσουνάμι

Την τέχνη τους μαθένουνε
ο ένας εις τον άλλον
με επιμέλεια περισσή
και ζήλος υπερβάλλον
μα αναστοχαζόμενοι
μετανοούνε μάλλον
σέβας που δεν επέδειχναν
δια το περιβάλλον.

Παρασκευή 1 Νοεμβρίου 2019

Θέρος επίμονον και υπερβάλλον


Δε λέει να τελειώσει φέτος το καλοκαίρι
πρώτη φορά νομίζω έκανα θαλάσσιο μπάνιο τέτοια εποχή
εικοσιοχτώ Οκτωβρίου, ανήμερα η επέτειος του "Όχι"
σε μια παραλία ήσυχη κι έρημη όλο άμμο ψιλή
δίπλα στο πορθμείο απ' όπου παν' τα πλοιάρια απέναντι
στην αρχόντισσα Ύδρα και που το λένε Μετόχι.

Παρασκευή 4 Οκτωβρίου 2019

Δέησις δειλινή


Ευλόγησον Κύριε
και βόηθα Παναγιά μου Μαρία Παρθένος
αξίωσον μοι ίνα μην
καταληφθώ πάλιν απόψε
υπό του ανόμου, του ανωμάλου
του ανομολογήτου πάθους
της έξεως της νοσηράς που με διακατέχει
καθ' εκάστην εσπέραν
διότι η έλξις της έξεως αύτης
είναι υπερδύναμος και αναντιστάθητος
και μ΄έχει κάμει υποχείριον
άθυρμα, ανδρείκελον, τσουτσέκι
πλάσμα δούλιον και ποταπόν
και με κατατρώγει λίγο το λίγο
το κορμί, το μυαλόν και την αθώαν εμού καρδίαν
και η πορεία μου είναι βεβαία
προς εν τέλος οικτρόν και πρόωρον
που δεν έχω το σθένος
και - αλίμονον - πλέον την πίστιν
να παλέψω και να εγειρθώ ενάντιος
ότι πέραν και άνω των άλλων Κύριε
όλη αυτή η διαστροφή τόσον πολύ μου αρέσει
ο ανάξιος Σου, ιταμώς προσευχόμενος
Αμήν.


Παρασκευή 27 Σεπτεμβρίου 2019

Μπορώ να πέσω πολύ χαμηλά


Πες μου ότι δεν το πήρες
το πικρό το γράμμα μου
φέβγει το μυαλό μου γύρες
σα δε σ' έχω αντάμα μου

Μ' αν το πήρες και σωπαίνεις
πώς βαστά η σου η καρδιά
δεν πειράζει, έλα πίσω
σού 'χω ορθάνοιχτη αγκαλιά.

Σάββατο 21 Σεπτεμβρίου 2019

Μασώντας φύλλα κόκας


Παρορμητική απάτη
μίσος ανιστόρητο
φουτουριστική παγίδα
στήθος δυσθεώρητο

Ανοδίωση κερδώα
ανυπόληπτο μπαράζ
εναντίωση ελθούσα
αστραπόβροντο γκαράζ

Κρινοπάρθενος Μαρία
στερημένος Ιωσήφ
απευκταία φασαρία
δεισιδαίμον πορτατίφ

Ερμηνεία ακτινοβόλος
αυτοδύτου ευφυούς
αρμενίζων δισκοβόλος
εξορκίζων μιαρούς

Πάντα τέτοια, ευχή κατάρα
και εις το επανειδείν
σούρτα φέρτα, σάρα μάρα
πέμψατε μοι εις την ειρκτήν

Ανελέητου προφήτου
όψιμες απαντοχές
και εις τας ρωγμάς του τοίχου
πλάγια έρπονται ενοχές

Κόραξ, κόρακος και βάλε
εύσημα κι εγκώμια
στης χελώνος το καβούκι
δρέπονται προνόμια

Πεσιμιστικό βαγόνι
και πικροκονφισερί
δε θα ιδείς ποτέ παγώνι
μόνο του σε ουζερί

Μέρα μπαίνει, μέρα βγαίνει
και ο βίος σώνεται
όστις μέσα νά 'μπει θέλει
βρίσκει τρούπα, χώνεται

Οίνος ρέει και ευφραίνει
κατευναστικά επιδρών
θρήνος έγινε εν γένει
νέος ήτο ο εκλιπών

Της χηρός η θαλερότης
έκαμε εντύπωσιν
εν αστείον η αγνότης
βρήκε άλλους είκοσιν

Κλωθογύριζ΄επί ώραν
δια ποιόν λόγον άγνωστον
είπε "θέλω μιαν οπώραν,
έχω τέκνον άρρωστον"

Δίχως ν' αντικατοπτρίσεις
πρόοδον δε δύνασαι
κι αν στον κόρφον σου δε φτύσεις
πλοίον γιοκ κι οδόν δια σε

Ασυνάρτητη ευτυχία
και μουρμούρα εντελής
μου τελείωσαν τα πούρα
τόσον είμαι δυστυχής

Με αφιόνι θα ποτίσω
το κορμί σου τ΄άδολο
Θεία δε θα προσκυνήσω
δε φοβάμαι Διάβολο

Στη Σελήνη περπατάω
μ΄αλαφρά πατήματα
κύριε Πέτρο, βεβαιώνω:
λίγα έχω κρίματα

Χουζουριάρικη αρκούδα
με πλισσέ φορέματα
κι απροσδιόριστη μουσούδα
είδανε στα ρέματα

Κριτικός ενδελεχούσε
αυστηρώς συνέγραφε:
"ένα μέτριον στο τέλος
μας σερβίραν κιούνεφε"

Μια ο σκύλος ανοικτίρμων
δυο ο γάτος μπεσαλής
τρεις ο ψιττακός αφέτης
και ο ψύλλος παραλής

Συγγνωστή αντινομία
φρούδα εγκατάλειψη
σκόπιμος παρανομία
στείρα επικάλυψη

Δεν πληρώνω, είμαι μάγκας
τζάμπα στα διόδια
κι εμπιστεύομ' όσους ξέρουν
εμβριθώς τα Ζώδια

Το κουκί και το ρεβύθι
χάλασε το ρουμπινέ
"μήπως είσαι κουτορνίθι;
μη φοβάσαι, πες το ναι!"

Παρ' ελπίδα αν ελπίσεις
μ' επιείκεια θα κριθείς
κ αν με θάρρος θα τολμήσεις
ξεύρε το, θα ηττηθείς

Διδακτορικό θα κάνω
στο Πανεπιστήμιο
αμαρτίας θα διαπράττω
δίχως επιτίμιο

Άσπρα μούρα, μάβρα μούρα
άκρη νά ΄βρω δε μπορώ
Άγγελο έχω για σωτήρα
Άγγελο για τιμωρό

Σαρδανάπαλη σοπράνο
ψάχνω - είναι σπάνια
και ελπίζω ν' αποθάνω
έχων πάθει άνοια

Όντας τσίφτης μα γελοίος
δέκα χρόνια θυρωρός
και τριάντα κωπηλάτης
βρε, πώς πέρασ' ο καιρός;

Βαίνει μέτωπον θυέλλης
προς το Νότο ολοταχώς
τα πατζούρια κλείσ' αν θέλεις
και ας γίνομε μπουχός

Το πολύφωτον ομοιάζει
σάμπως αλληγορικό
σχολική εκδρομή θυμίζει
σ' ένα τόπο ιστορικό

Αν ποτέ θα σταματήσω
να περιδινίζομαι
μού 'ρχετ' ο ουρανός σφοντύλι
τότε είν' που ζαλίζομαι

Βρήκα μες στα γαριδάκια
δώρον σπάνιον κι εκλεκτόν
το χειμών' όλο φοράω
ένα καμηλό παλτόν

Δριμύ ψύχος αν ενσκήψει
έτοιμον θε να με βρει
και θα πάμε εις την Πόλιν
θά ΄ναι τσοκ γκιουζέλ γιαβρί

Ολωσδιόλου πεπεισμένος
αγερώχως ίσταμαι
κι ότι λεν' το απαρνούμαι
κι έντονα ενίσταμαι

Αχ! καημένο αστεγούδι
κλίναι πού την κεφαλήν
οι επιτρόποι σε εκδιώξαν
του Ναού απ' την αυλήν

Μήπως θά 'ρθει άσπρη μέρα
για να λάβεις πλησμονή
ρούφα ως τότε τον αέρα
κάνε κι άλλο υπομονή

Δεν αλλοίωσα τους θρύλους
τις γητείες, τους χρησμούς
μα σπαράσσοντας αλλήλους
θα μουντάρω στους θεσμούς

Ων αναφανδόν προπέτης
και συχνά περίλυπος
αλλ' αρέσκομαι στο τζόγο
πόκα, ζάρια, φίλιππος

Βρε σταμάτα πια την πάρλα
πού τα βρίσκεις και τί θες;
ζαλιστήκαμε με τόσα
που αράδιασες μαθές

Ασταμάτητα μασάω
φύλλα παραισθητικά
κι όλο κούφια λόγια λέω
και τα κάνω και γραπτά.

Σάββατο 7 Σεπτεμβρίου 2019

Ο βέβηλος και ο καταραστής


Ποιός έχει κόψει τα κλαριά
και είναι κάτω ολούθε
των πεύκων, των καλόπευκων
να τα λιανίσει τού 'ρθε

Κι έχει γιομίσει η άσφαλτο
χλώρια και πρασινάδα
που να κοπεί το χέρι του
τα δάχτυλα αράδα.

Πέμπτη 5 Σεπτεμβρίου 2019

Σταυροί



Έχω δύο μικρούς σταυρούς
ίδιους, πανομοιότυπους
είν' σκαλιστοί, ανάγλυφοι
στη μια πλευρά αναπαριστούν
τον Κύριο επί του Ξύλου
κι από την άλλη με φιγούρες μικροσκοπικές
σκηνές διάφορες απ' τις Γραφές κι από τα Πάθη
είναι οι μικροί αυτοί σταυροί
για μένανε πολύ σημαντικοί
πολύτιμοι μπορώ να πω
με μία ίσως κάποια η αλήθεια είναι δόση υπερβολής
οι μικροί αυτοί σταυροί πως είναι
ότι μου θυμίζουν μια σκηνή του βίου μου σημαδιακή
οπού δε θέλω να ξεχάσω κι εσυνέβη... πάνε χρόνια
πάνω μου δεν κρεμάω τους σταυρούς
τίποτα δεν κρεμάω
όμως τους έχω πάντα μπρος μου μόνιμα
τον έναν στο γραφείο του σπιτιού
απάνω στη σελίδα την πίσω τη λευκή
του επιτραπέζιου του ημερολογίου
αυτή που είναι αντικρυνά
από εκείνην της εκάστοτε ημέρας
και δίπλα έχω ξαπλωμένο
άλλονε ένανε μικρό σταυρό
φέρνει Μαλτέζικος στο σχήμα 
είν' από ξύλο απλό, βερνικωμένο
που έχει όμως με τα χρόνια πια φθαρεί
αυτόν κάποτε κρέμαγα, όταν ήμουνα παιδί
μ΄ένα δερμάτινο λουρί απ' το λαιμό περήφανα
για ένα τουλάχιστον και μάλλον μόνο καλοκαίρι
δώρο ήτανε από κάποιον μεγάλο στο χωριό
μέλος της οικογένειας, ας πούμε θεία ή θείο
αγορασμένο σε ένα πανηγύρι ίσως που πωλούν
διάφορα μπιχλιμπίδια
ή προσκυνητική επίσκεψη σε κάποιο μοναστήρι
χαμένος ήταν για δεκαετίες και βρέθηκε
σε μια προσφάτως εκκαθάριση
τον άλλον το μικρό σταυρό
τον έχω για να κρέμεται απ' τον κεντρικό
καθρέπτη του αυτοκινήτου
και να τον βλέπω έτσι πάντα όταν οδηγώ
μαζί του κρέμονται και δύο σουβενίρ
που μού' χει φέρει από χώρα μακρινή
σε δυο ταξίδια 'κει που έκανε ένα πρόσωπο
παιδί υπεραγαπημένο
κι όσο για το πώς βρέθηκαν στα χέρια μου
ορίστε να σας πω
πριν από δεκαπέντε χρόνια παραπάνω
στην πρώτη απ' τις αλίμονο πολλές
που επακολούθησανε τόσες τις νοσηλείες
της σχωρεμένης πλέον της μάνας μου
η οποία είχε τότε χτυπηθεί
από ασθένεια σοβαρή, ενδεχομένως και μοιραία
που τη συγκεκριμένη ωστόσο την ξεπέρασε
για να συμβούν μετά πολλές ακόμα άλλες
μαζί είμασταν σε μια από τις τακτικές μέρες της θεραπείας
στην ογκολογική την κλινική
και περιδιάβαινε θυμάμαι ένας κύριος
ήσυχος, ηλικιωμένος, σιωπηλός
και εμπαινόβγαινε στους θάλαμους και άφηνε
απάνω στα τροχήλατα τραπέζια της εστίασης
που βρίσκονται δίπλα από τα κρεββάτια
ετούτους τους σταυρούς καθώς μαζί
κάτι από σκληρό χαρτί γυαλιστερό κάρτες με προσευχές
θορυβηθήκαν κάποιοι ασθενείς και συνοδοί
λέγαν μην είναι μήπως κανάς αγύρτης επιτήδειος
που θέλει ν' αποσπάσει προσοχή
και κάτι να σουφρώσει
ή ίσως να γυρεύει πιο μετά
χρήματα υποτίθεται για κάποιο
ιερό κι άγιο σκοπό
κι έτσι προς τούτο μερικοί
νύξεις του κάναν και παρατηρήσεις
όμως εκείνος απαντούσε με χαμηλή φωνή
"Τίποτα δε ζητώ, έτσι τ΄αφήνω
για βοήθεια κι ευλογία
καλή σας δύναμη, καλό κουράγιο, καλημέρα σας"
και εσυνέχιζε...

Έχω δύο μικρούς σταυρούς
ίδιους, πανομοιότυπους
μαύρους στο χρώμα
πλαστικούς
πολύτιμους.


Τετάρτη 4 Σεπτεμβρίου 2019

Πέτρες



"Κάποιος να διώξει τα γυφτάκια,
πετούν πέτρες στη λίμνη!"
ακούστηκ' η φωνή του σερβιτόρου με στολή
ή μήπως ήταν μάλλον μάγειρος
που είχε μόλις εισχωρήσει στα βάθη της κουζίνας
του υπαίθριου καφενείου - ουζερί
που ήταν ομολογουμένως ένα κέντρο όμορφο
να πούμε, ως πρέπει, την αλήθεια
και σε σημείο εξαιρετικό
κάτω ακριβώς από το βράχο με το κάστρο του Αναπλιού
και παρακείμενο στον αρχαιολογικό το χώρο
με τα εντυπωσιακά θεμέλια, τις πύλες, τις καμάρες
γύρω πυκνή σκιά, δέντρα πολλά
κάποια απ' αυτά θεόρατα, λεύκες θαρρώ πως ήταν
κι επίσης ένας τεχνητός, διαμορφωμένος καταρράκτης
που διοχέτευε κελαρυστό νερό
σε ποταμάκια και ρυάκια, λιμνούλες με χρυσόψαρα...
πέτρες λοιπόν; μα ναι, αυτό ακριβώς
σκεφτόμουνα λίγα πριν δευτερόλεπτα
καθώς κατέβαινα το απότομο πολύ
λίγο πιο πάνω που ήταν μονοπάτι
είχα κοντοσταθεί σ' ένα σημείο εκεί
γιατί είχα βρει ένα κλαδάκι μ' ενδιαφέρουσα απόχρωση
στο έδαφος πεσμένο
έσκυψα, το μάζεψα και βγάζοντας από το σάκο το σουγιά
άρχισα να το πελεκώ για δοκιμή στην άκρη
να δω αν μου κάνει που είχα υπ' όψιν μια κατασκευή
ένα μικροαντικείμενο όπου ήθελα να φτιάξω
(όλο με κάτι τέτοιες χαζομάρες βλέπετε ασχολούμαι)
και τότε άκουσα πίσω μου ένα θόρυβο
έναν αέρα, ένα φουρφούρισμα, ένα τρεχαλητό
γύρισα μα δεν πρόλαβα να δω καλά καλά
σαν άνεμος με πέρασαν πιλάλα στον κατήφορο
τρία μικρά αγόρια, τσιγγανόπουλα
θά 'ταν δε θά 'ταν το καθένα δέκα έντεκα χρονώ
πολύχρωμα φορούσαν παρατήρησα ρούχα και παρδαλά
καθώς το συνηθίζουν στη φυλή τους
σάλταραν σαν αγριοκάτσικα στο ανώμαλο δρομάκι
γελώντας και φωνάζοντας 
φόραε το πρώτο κάτι παπούτσια πάνινα
τρύπια νομίζω δω κι εκεί
το δεύτερο κάτι παντόφλες πλαστικές
το τελευταίο, το τρίτο δε φορούσε τίποτα
γυμνά είχε τα πόδια μα έτρεχε
και πήδαγε γοργά ίδια με τ' άλλα
καλό και τούτο! συλλογίστηκα
πόσες δεκαετίες έχω να δω
παιδί ξυπόλητο να τρέχει
πώς γίνεται ν' αντέχει, πώς μπορεί
με τα νεανικά τα ποδαράκια τρυφερά
δεν κόβεται αλήθεια, δεν πονά
δεν το πληγώνουν, δεν το σχίζουν αιχμηρές
μέσα δεν μπήγονται, δεν το τρυπούν οι πέτρες; 

Δευτέρα 2 Σεπτεμβρίου 2019

Τα λουκούμια απ' την Τουρκία (Παράφραση)



Παράφραση (Χ.Δ.Τ.) του γνωστού τραγουδιού "Το βαπόρι απ'την Περσία", στίχοι - μουσική: Βασίλης Τσιτσάνης, 1915 - 1984.

Τα λουκούμια απ΄την Τουρκία
ήταν σπέσιαλ, ήταν θεία
Το καθένα τους γεμάτο
με καρύδα, αμυγδαλάτο

Στέναζαν τα γλυκομάνια
πού 'ναι τσίφτες και αλάνια

Τί έπαθες βρε κυρ Τελώνη
σου λιμπίστηκε η σκόνη;
Και μπλοκάρεις τα φορτία
τα κασόνια, τα κυτία;

Αχ! βογγούν τα γλυκομάνια
όλοι τσίφτες, ναι κι αλάνια

Είναι άδικη η ποινή σου
κι αυστηρή η διαταγή σου
Πώς θα πίνουν τον καφέ τους
θα ροφούν το ναργιλέ τους;

Αχ! βογγούν τα γλυκομάνια
Ωχ! ρε τσίφτες μου, αλάνια.

Κυριακή 1 Σεπτεμβρίου 2019

Το Σίδερο και η Ψυχή



Δοκίμιο του Χένρυ Ρόλλινς, πρωτοδημοσιεύθηκε στο περιοδικό "Ντηταίηλς", το 1994. Ο Χένρυ Ρόλλινς είναι Αμερικανός τραγουδιστής (μεταξύ άλλων και του εμβληματικού πανκ συγκροτήματος "Μπλακ Φλαγκ", τη δεκαετία του '80), μουσικός, ηθοποιός, παρουσιαστής κ.ά. Μετάφραση: Χ.Δ.Τ.
Σημ. η μετατροπή της μονάδος βάρους των Αμερικανών (πάουντ) σε κιλά έχει γίνει με στρογγυλοποιητική μετατροπή δύο προς ένα. Το πρωτότυπο κείμενο, στο σύνδεσμο:
https://www.oldtimestrongman.com/articles/the-iron-by-henry-rollins/

Πιστεύω ότι ο ορισμός του ορισμού είναι ο επαναπροσδιορισμός. Μα μην είσαι σαν τους γονείς σου. Να μην είσαι σαν τους φίλους σου. Να είσαι ο εαυτός σου. Ολοκληρωτικά.
Όταν ήμουν νεαρός, δεν είχα αίσθηση του εαυτού μου. Όλο κι όλο, ήμουν το προϊόν των φόβων και των ταπεινώσεων που υπέφερα. Φόβο για τους γονείς. Ταπεινώσεις από τους καθηγητές που με αποκαλούσαν "σκουπιδοτενεκέ" και μού 'λεγαν ότι θα κούρευα γκαζόν για να ζήσω. Και τον αληθινό τρόμο που μου προκαλούσαν οι συμμαθητές μου. Με απειλούσαν και μ΄έδερναν για το χρώμα του δέρματος και το μέγεθος μου. Ήμουν κοκκαλιάρης και αδέξιος κι όταν οι άλλοι με πείραζαν δεν έτρεχα σπίτι κλαίγοντας και ρωτώντας τον εαυτό μου γιατί; Ήξερα καλά. Ήμουν εκεί για να με ανταγωνίζονται. Στα σπορ με περιγελούσαν. Ένας σπασίκλας. Ήμουν αρκετά καλός στην πυγμαχία αλλά μόνο γιατί η οργή που με πλημμύριζε κάθε λεπτό που ήμουν ξύπνιος, μ΄έκανε άγριο και απρόβλεπτο. Πάλευα με μια παράξενη μανία. Τα άλλα αγόρια με νόμιζαν τρελλό. Μισούσα τον εαυτό μου συνεχώς. Όσο ανόητο κι αν μου φαίνεται τώρα, τότε ήθελα να μιλάω όπως εκείνοι, να ντύνομαι όπως εκείνοι και να περιφέρομαι με την άνεση ότι δεν θα τις φάω στο διάδρομο, στα διαλείμματα των μαθημάτων. Τα χρόνια περνούσαν κι έμαθα να τα κρατάω όλα μέσα μου. Μιλούσα μόνο σε λίγα αγόρια στην τάξη μου. Σε άλλα κορόιδα όπως εγώ. Μερικοί απ' αυτούς είναι ως σήμερα απ' τους καλύτερους ανθρώπους που γνώρισα ποτέ. Κάνε παρέα έναν τύπο που τού 'χουν κάμποσες φορές χώσει το κεφάλι στη λεκάνη της τουαλέττας τραβώντας το καζανάκι, φέρσου του με σεβασμό, και θα βρεις ένα φίλο για πάντα. Αλλά ακόμα και με κάποιους φίλους, το σχολείο το σιχαινόμουνα. Οι καθηγητές με ζόριζαν πολύ. Τα αισθήματα ήταν αμοιβαία.
Και μετά εμφανίστηκε ο κύριος Πέππερμαν ως σύμβουλος μου. Ήταν ένας γεροδεμένος βετεράνος του Βιετνάμ και ήταν τρομακτικός. Κανείς δε μιλούσε στο μάθημα του. Μια φορά που τό 'κανε ένα παιδί, ο κύριος Π. τον σήκωσε στον αέρα και τον κάρφωσε στο μαυροπίνακα. Ο κύριος Π. μπόρεσε να δει ότι είμαι σε άσχημη κατάσταση. Και μια Παρασκευή του Οκτωβρίου με ρώτησε αν έχω ποτέ κάνει γυμναστική με βάρη. Του είπα όχι. Μου είπε ότι θα σήκωνα μερικές από τις οικονομίες μου και θα πήγαινα να πάρω ένα σετ με βάρη 50 κιλών από το κατάστημα Σήαρς. Φεύγοντας από το γραφείο του άρχισα να σκέφτομαι τα πράγματα που θα του έλεγα τη Δευτέρα, όταν θα με ρωτούσε για τα βάρη που δε θα είχα αγοράσει. Και πάλι, με είχε κάνει να νοιώσω ξεχωριστός. Ο πατέρας μου ούτε καν είχε πλησιάσει ποτέ να νοιαστεί τόσο. Τα Σάββατο πήγα κι αγόρασα τα βάρη μα δε μπορούσα ούτε καν να τα κουβαλήσω ως τ' αμάξι της μάνας μου. Ένας υπάλληλος τά 'βαλε σ' ένα καροτσάκι κοροϊδεύοντας με.
 Ήρθε η Δευτέρα και με κάλεσαν στο γραφείο του κυρίου Π. μετά το μάθημα. Μου είπε πως θα μού ΄δειχνε πώς να προπονούμαι. Θα με έβαζε σε ένα πρόγραμμα και θα άρχιζε να με χτυπάει στο ηλιακό πλέγμα, απροειδοποίητα, στο διάδρομο. Όταν θα μπορούσα ν' αντέξω τη γροθιά, τότε θα ξέραμε ότι κάτι κάναμε. Ποτέ δε θα έπρεπε να κοιτάξω τον εαυτό μου στον καθρέπτη ή να πω σε κάποιον στο σχολείο τί έκανα. Στο γυμναστήριο μου έδειξε δέκα βασικές ασκήσεις. Πρόσεχα, όσο δεν είχα προσέξει ποτέ σε κανένα από τα μαθήματα μου. Δεν ήθελα να τα κάνω θάλασσα. Πήγα σπίτι εκείνο το βράδυ και ξεκίνησα κατ' ευθείαν.
Πέρασαν βδομάδες και μια στο τόσο ο κύριος Π. μού 'ριχνε μια και με ξάπλωνε στο διάδρομο, ενώ τα βιβλία μου πετούσαν στον αέρα. Οι άλλοι μαθητές δεν ήξεραν τί να σκεφτούν. Μπορούσα να καταλάβω τη δύναμη μέσα μου να μεγαλώνει. Μπορούσα να το νοιώσω.
Αμέσως πριν τις διακοπές των Χριστουγέννων, πήγαινα προς την τάξη για μάθημα και από το πουθενά εμφανίστηκε ο κύριος Π. και μού 'δωσε μια στο στήθος. Γέλασα και συνέχισα να περπατάω. Μου είπε ότι τώρα μπορούσα να κοιταχτώ στον καθρέπτη. Πήγα στο σπίτι, έτρεξα στο μπάνιο και σήκωσα τη μπλούζα μου. Είδα ένα σώμα κι όχι απλώς ένα κέλυφος που φιλοξενούσε το στομάχι μου και την καρδιά μου. Οι δικέφαλοι μου φούσκωναν. Οι μύες του θώρακα διαγράφονταν. Ένοιωθα δυνατός. Ήταν η πρώτη φορά που μπορούσα να θυμηθώ, ότι είχα συναίσθηση του εατού μου. Είχα καταφέρει κάτι που δε μπορούσε να μου το πάρει κανείς. Δε σήκωνα μα...ίες.
Μου πήρε χρόνια για να εκτιμήσω πλήρως τα μαθήματα που πήρα από το Σίδερο. Σκεφτόμουν ότι είναι αντίπαλος μου, ότι προσπαθούσα να σηκώσω αυτό που δε θέλει να σηκωθεί. Έκανα λάθος. Όταν το Σίδερο δε θέλει να σηκωθεί από τη βάση, είναι το πιο ευγενικό πράγμα που μπορεί να κάνει για σένα. Αν πέταγε ψηλά και τρυπούσε το ταβάνι δε θα σε μάθαινε τίποτα. Αυτός είναι ο τρόπος που σου μιλάει το Σίδερο. Σου λέει πως το υλικό με το οποίο γυμνάζεσαι είν' αυτό που θα φτάσεις να μοιάζεις. Ότι αυτό στο οποίο εναντιώνεσαι, πάντα θα εναντιώνεται σ' εσένα.
Δεν ήταν παρά προς το τέλος της δεκαετίας των είκοσι που κατάλαβα ότι με το να γυμνάζομαι με βάρη, είχα κάνει ένα μεγάλο δώρο στον εαυτό μου. Έμαθα ότι τίποτα καλό δεν έρχεται χωρίς προσπάθεια κι ένα συγκεκριμένο ποσοστό πόνου. Όταν τελειώνω ένα σετ που με έχει κάνει να πάθω σπασμούς, ξέρω περισσότερα για τον εαυτό μου. Κι όταν κάτι γίνεται άσχημο, ξέρω ότι δε μπορεί να είναι τόσο άσχημο όσο εκείνη η προπόνηση.
Συνήθιζα να μάχομαι τον πόνο, μα πρόσφατα μου έγινε ξεκάθαρο: ο πόνος δεν είναι εχθρός μου, είναι ο δρόμος μου για το μεγαλείο. Μα όταν δουλεύει κανείς με το Σίδερο, πρέπει να είναι προσεκτικός και να ερμηνεύει σωστά τον πόνο. Οι περισσότεροι τραυματισμοί που εμπλέκεται το Σίδερο, προέρχονται από εγωϊσμό. Κάποτε σήκωνα επί εβδομάδες βάρος για το οποίο το σώμα μου δεν ήταν έτοιμο και μετά, επί μήνες δε μπορούσα να σηκώσω τίποτα βαρύτερο από... το πηρούνι. Προσπάθησε να σηκώσεις αυτό για το οποίο δεν είσαι προετοιμασμένος και το Σίδερο θα σου διδάξει ένα μικρό μάθημα για τους περιορισμούς και τον αυτοέλεγχο.
Ποτέ δε γνώρισα κάποιον πραγματικά δυνατό που να μην έχει αυτοεκτίμηση. Πιστεύω πως πολλή από την περιφρόνηση που πηγάζει είτε εσωτερικά ή εξωτερικά, περνιέται για αυτοεκτίμηση: η ιδέα να εξυψώνεις τον εαυτό σου, στηριζόμενος στους ώμους κάποιου άλλου αντί να το κάνεις μόνος σου. Όταν βλέπω τύπους να γυμνάζονται για αισθητικούς λόγους, βλέπω τη ματαιοδοξία να τους ντροπιάζει κατά το χειρότερο τρόπο, σαν καρικατούρες σε περιοδικά του συρμού όπου εκτίθεται όλη η ανισορροπία και η ανασφάλεια. Η δύναμη αποκαλύπεται διαμέσου του χαρακτήρα. Αυτή είναι η διαφορά ανάμεσα σε φουσκωμένους μπράβους που οπλοφορούν και του κυρίου Πέππερμαν.
Η μυϊκή μάζα δεν ισούται πάντα με δύναμη. Δύναμη είναι η ευγένεια και η ευαισθησία. Δύναμη είναι να καταλαβαίνεις ότι η ισχύς σου είναι και φυσική και συναισθηματική. Ότι προέρχεται και από το σώμα και από το μυαλό. Και απ' την καρδιά.
Ο Γιούκιο Μισίμα έλεγε ότι δε θα μπορούσε να απολαύσει την αξία του έρωτα αν δεν ήταν δυνατός. Ο έρωτας είναι ένα τόσο ισχυρό και αφόρητο πάθος που ένα αδύνατο σώμα δε μπορεί να το αντέξει για πολύ. Κάποτε ήμουν ερωτευμένος με μια γυναίκα. Τη σκεφτόμουν περισσότερο από ποτέ, όταν ο πόνος που μου είχε προκαλέσει μία προπόνηση διέτρεχε το σώμα μου.
Την ήθελα με όλο μου το είναι. Τόσο, που το σεξ ήταν μόνο ένα κλάσμα από τη συνολική μου επιθυμία. Ήταν η μοναδική τόσο έντονη ερωτική επιθυμία που έχω νοιώσει, όμως ζούσε μακριά και δεν την έβλεπα πολύ συχνά. Το να προπονούμαι ήταν ένας υγιής τρόπος ν' αντιμετωπίζω τη μοναξιά. Μέχρι και σήμερα όταν προπονούμαι ακούω μπαλάντες.
Προτιμώ να γυμνάζομαι μόνος. Αυτό μου επιτρέπει να συγκεντρώνομαι στα μαθήματα που έχει το Σίδερο για μένα. Το να μαθαίνεις από τί είσαι φτιαγμένος είναι πολύτιμο και δεν έχω βρεί καλύτερο δάσκαλο. Το Σίδερο με έμαθε πώς να ζω. Η ζωή είναι ικανή να σε τρελλάνει. Κι όπως έχουν εξελιχθεί τα πράγματα σήμερα, είναι σα θαύμα που δεν είμαστε παρανοϊκοί. Οι άνθρωποι έχουν διαχωριστεί από τα κορμιά τους. Δεν είναι πια "όλον".
Τους βλέπω να μετακινούνται από τα γραφεία στ' αυτοκίνητά τους κι από 'κει στα σπίτια τους, στα προάστια. Είναι μόνιμα αγχωμένοι, δεν κοιμούνται αρκετά, δεν τρώνε καλά. Και δε συμπεριφέρονται καλά.  Το εγώ τους ξεφεύγει. Κινητοποιούνται από αυτά που στο τέλος θα τους προκαλέσουν κάποιο βαρύ εγκεφαλικό. Χρειάζονται το Σιδερένιο Μυαλό.
Καθώς τα χρόνια περνούσαν, συνδύασα το διαλογισμό, τη δράση και το Σίδερο σε μία και μόνη δύναμη. Πιστεύω ότι όταν το σώμα είναι δυνατό, το μυαλό κάνει δυνατές σκέψεις. Ο χρόνος που περνάει για μένα μακριά απ' το Σίδερο, κάνει το μυαλό μου να εκφυλίζεται. Κατρακυλάω σε βαθιά κατάθλιψη. Το σώμα μου σταματά τη λειτουργία του μυαλού μου.
Το Σίδερο είναι το καλύτερο αντικαταθλιπτικό που έχω βρει. Δεν υπάρχει καλύτερος τρόπος να αντιπαλέψεις την αδυναμία παρά με τη δύναμη. Όταν το μυαλό και το σώμα έχουν αφυπνισθεί και φθάσει την πραγματική δυναμική τους, δεν υπάρχει γυρισμός, είναι αδύνατον.
Το Σίδερο δε σου λέει ψέμματα. Μπορείς να κάνεις βόλτες έξω και ν' ακούς κάθε είδους κουβέντες, να σε λένε θεό ή να σε λένε άχρηστο ρεμάλι. Το Σίδερο θα σου πει στα ίσα την αλήθεια. Το Σίδερο είναι το καλύτερο σημείο αναφοράς, αυτό που θα σου δώσει όλες τις προοπτικές. Πάντα εκεί, σα φάρος στο πηχτό σκοτάδι. Στο Σίδερο βρήκα τον καλύτερο φίλο μου. Δε μου κάνει νερά, δε μ΄εγκαταλείπει ποτέ. Οι φίλοι έρχονται και φεύγουν. Αλλά εκατό κιλά είναι πάντα εκατό κιλά.