Τετάρτη, 13 Νοεμβρίου 2019

Σπλαχνίσου με Θεέ μου*



Ώρα πρωινή
ημέρα Δευτέρα
πρώτη της εργάσιμης βδομάδας
με την αναλογούσα βαρυθυμία
έτι περαιτέρω επιτεινόμενη
από το γεγονός ότι είναι
μια μέρα βροχερή και γκρίζα
που επιπλέον επιτείνει και
την κυκλοφοριακή συμφόρηση στους δρόμους
λίγο μετά την αναχώρηση απ’ το σπίτι
εγκλωβισμένος βρίσκομαι στο αυτοκίνητο
να προχωρώ σημειωτόν
μαζί μ’ εκατοντάδες άλλα οχήματα
πεζός, διαβάτης, σχεδόν κανένας δεν υπάρχει
και πότε να ρίχνει μια ψιλή βροχή
και πότε να ξεσπάει δυνατή
έως και μπόρα
κοιτάζω γύρω μου οδηγούς και επιβάτες
το στάδιο του εκνευρισμού
έχει παρέλθει προ πολλού
κάθονται αμίλητοι, ανήμποροι
παραδομένοι μοιρολατρικά
μέσα στο ατέλειωτο κι ακούνητο σχεδόν
τούτο το καραβάνι
τελειώσαν όσες είχα σκέψεις να κάνω
δουλειές, εκκρεμότητες, ιδέες κι ότι άλλο
επίσης μερικά τηλεφωνήματα
κλεφτά κοιτάγματα στο διαδίκτυο (μέσω του κινητού)
κι άλλα παρόμοια
κι ύστερα δε μένει τίποτα…
μόνο το μποτιλιάρισμα και η βροχή
κι ο γκρίζος μάβρος ουρανός
χαμηλά που κρέμεται τόσο από την πόλη
και φαίνεται το μόνο που κινείται να είναι το
ρολόι στο καντράν
που λέει με βεβαιότητα
πως θα προσέλθω με σημαντική
αργοπορία στην εργασία
ας βάλω λίγο ραδιόφωνο σκέπτομαι
να σπάσει η ρουτίνα
το πρώτο που ακούγεται: παράσιτα
γυρνάω τη βελόνα (που λέγαμε παλιά)
πέφτω σ’ ένα σταθμό
όπου κάποιοι γελοίοι
μιλούν όλοι μαζί υστερικά
γυρίζω πάλι: διαφημίσεις
γυρίζω άλλη μια: κάποια απαίσια μουσική
κι ακόμα μια… και επιτέλους!:
ευλογημένο Τρίτο Πρόγραμμα
όαση της Ελληνικής Ραδιοφωνίας
τις τελευταίες πετυχαίνω νότες ενός κομματιού
ύστερα η νεαρή – κρίνω από τη φωνή – παραγωγός
προλογίζει το επόμενο
την περίφημη Άρια νούμερο 39 από τα Πάθη
σε παλαιά ηχογράφηση
με δυο ορχήστρες, δυο χορωδίες
σπουδαία τραγουδίστρια
και εμβληματικό μαέστρο
που όταν ξεκινάει
γίνεται ένα θαύμα…
σκορπάει η μουντάδα
γλυκαίνει η θλίψη
μαλακώνει η καρδιά
γεμίζει η καμπίνα ήχους θεσπέσιους
και είναι σα να παίρνει χρώματα το γκρίζο
ή μάλλον σα να αποκτά
μία δική του αξία ιδιαίτερη
με νόημα κ’ αισθήσεις
κι ο χρόνος πια
εκεί που κύλαε βασανιστικά αργά
και έμοιαζε ατελείωτος
τώρα είναι σα να μην υπάρχει
κι ούτε θέλω να τελειώσει τούτη η στιγμή
ούτε καταλαβαίνω πως περνά
και φθάνω τελικά έξω απ’ το μέγαρο της πολυεθνικής
σταθμεύω κατά σύμπτωση την ώρα ακριβώς
που η εκτέλεση τελειώνει
άθελα απ’ το στόμα μου
βαθύ βγαίνει ένα Αχ!
και στο μυαλό μου έρχεται
η σκέψη η παλιά
που μες στα χρόνια πεποίθηση έχει γίνει
και βεβαιότητα για μια φορά ακόμα
πως ότι δηλαδή
σαν ο Θεός ακούει μουσική
ακούει Γιόχαν Σεμπάστιαν Μπαχ.

*Γερμανικά: Erbarmedich, meinGott, Άρια Νο 39 από το ορατόριο Κατά Ματθαίον Πάθη, του Γιόχαν Σεμπάστιαν Μπαχ (1685 – 1750), για φωνές, διπλή ορχήστρα και διπλή χορωδία, σε λιμπρέττο του Πικαντέρ (1700-1764)

Δεν υπάρχουν σχόλια: