Τετάρτη 9 Δεκεμβρίου 2015

Μ’ ακούς που σου μιλάω; Ε; Μ’ ακούς;


Δεκέμβριος ‘015, Εξάρχεια, Αθήνα

Άντρες, γυναίκες, βραδάκι
στους δρόμους της πόλης γυρνούν
στους συνοδοιπόρους τους όλο μιλούν
τους προτρέπουν, τους εντέλλουν, τους ρωτούν
μα αυτοί δεν ανταποκρίνονται διόλου
σιωπή και απάθεια πλήρης
ούτε θυμός, ούτε χαρά

ίσως μπορεί
γιατί είναι δεμένοι
απ’ το λαιμό με λουρί
κι έχουν ουρά. 

Τρίτη 8 Δεκεμβρίου 2015

Είδομεν αληθινόν, λάβομεν επουράνιον


Ανέβηκε η μπλούζα
παραπάνω από τη μέση
το παντελόνι καλύπτει
α! οι κρουστοί σου λαγόνες

μα... λακκάκια έχεις
στη βάση της πλάτης
τα είδα πάνω απ’ τον κώλο

πίστη ορκίζομαι
κατανύξεως θρησκεία
μυσταγωγία, νηστεία
λατρεία αγνή χωρίς δόλο

λακκάκια αχ! έχεις
τα είδα, πάνω απ’ τον κώλο. 


Δευτέρα 7 Δεκεμβρίου 2015

Μικρό κοκταίηλ προσευχής


(Ανάμικτα υλικά: στίχοι ύμνων προς τον Θεόν, σπαράγματα ιερών κειμένων, αποσπάσματα των Γραφών)

Θου Κύριε φυλακήν τω στοματί μου
ελθέτω η Βασιλεία Σου
λαμά σαβαχθανί
ο κενώσας τα μνημεία των νεκρών
εκτός Σου άλλον ουκ είδομεν
και φθοράς λυτρούσαι τους γηγενείς
ο πλανηθείς λυτρούται
καθάρισον ημάς από πάσης κηλίδος
καμφητοί μοι προς τους στεναγμούς της καρδίας
κατά το μέγα Σου έλεος
φιλάνθρωπε, δόξα Σοι.

Δευτέρα 30 Νοεμβρίου 2015

Zen Master (ο Δάσκαλος του Ζεν)


Ανάθεμα κι αν δεν
τα υλικά του Ζεν
δεν είναι λίγα βότσαλα
ένα κομμάτι ξύλο
κάποιος απλός σουγιάς
χαρτί τυχαίο, ό,τι βρεθεί
μικρό απολειφάδι μολυβιού
ή ίσως δανεικός στυλός
κείνο το άναφτο κερί
καθώς και γενικά
διάθεση αχόρταγη
για αέναο περπάτημα
και Τέλος
και Αρχή
και Πάλι.

Κυριακή 29 Νοεμβρίου 2015

Καθρέφτη, καθρεφτάκη


20/11/'015, Νεάπολη - Εξάρχεια, Αθήνα

Μ΄αυτήν τη δουλειά συνέχεια καταγίνομαι
το τριχωτόν της κεφαλής να μεταβάλλω
άλλοτε, κάθε τόσο, το κουρεύω εντελώς
και άλλοτε μακρύ πάλι να το αφήνω
ώρες να το χτενίζω επιμελώς
φορές αχτένιστο να μένει εντελώς, αφάνα
και την τριχοφυΐα του προσώπου μου επίσης να τροποποιώ
και ή τρεις φορές τη μέρα να ξυρίζομαι, αυγό
καιρούς να διατηρώ μια μεγαλόπρεπη, πατερική γενειάδα
ή ένα μουστάκι φουντωτό ως θύσανο
ή ένα λεπτό πολύ και σουβλερό γενάκι
όλο αλλαγές τέτοιες πολλές συνέχεια μηχανεύομαι
γιατί αυτό που στον καθρέπτη βλέπω το αποστρέφομαι
"πιάνει το κόλπο" με ρωτάτε "το λοιπόν;"
"όχι, ούτε κατά διάννοια" σας απαντάω μπέσα

διότι η ασχήμια που ενοχλεί, έρχεται από μέσα. 

Σάββατο 28 Νοεμβρίου 2015

Τετράστιχο


28/11/'015 - κέντρο Αθηνών (οδός Αθηνάς)

Τσέσνα κομψό
πουλί ελικοφόρο
τί γυρεύει ένα πλάσμα σαν και σένα
στην εποχή των τζετ;

Τρίτη 24 Νοεμβρίου 2015

Αχ! Πατρίδα


6/11/’015, Αερολιμένας Μονάχου
Ομάδες (έως και ορδές) τσιφτετελλήνων προσεγγίζουν (να μην πούμε επελαύνουν) με τρόπο ενίοτε (σχεδόν πάντα) θορυβώδη (μάλλον δε) και χαοτικό. Παρ’ όλα αυτά:

Όσο κι αν κάθε φορά
που έξω, στην Ευρώπη πάω
γύρω κοιτάω
παρατηρώ και αναπόφευκτα θαρρώ
καθώς συγκρίνω αναλογίζομαι
τα τόσα της πατρίδος τα κακά

τότε πώς γίνεται έπειτα στο αεροδρόμιο
στην πύλη που φεύγει η πτήση για Αθήνα
όμορφα να νοιώθω και γλυκά
καθώς μαζεύονται οι επιβάτες
κι ύστερα από τόσες μέρες
ακούω γύρω μου παντού Ελληνικά.

Παρασκευή 13 Νοεμβρίου 2015

Το σφουγγαρόπανο του Φάουστ


Άουερμπαχς Κέλλερ - παλιά πόλη, Ξενοδοχείον Πενταχοτέλ -  Γκρόσσερ Μπροκχάους Στράσσε 3 και αεροδρόμιο  πόλης, Λειψία – Γερμανία, 5&6 Νοεμβρίου 2015 

Ο Μεφιστοφελής στην περιπλάνηση του  μαζί με τον Φάουστ, κάνει την πρώτη στάση στην υπόγεια παλιά ταβέρνα του Άουερμπαχ, στην Λειψία. Ο Φάουστ παρατηρεί τα γύρω του τεκταινόμενα και μεταξύ άλλων την παρακάτω σκηνή. 

Χύθηκε η μπύρα
αμάν γρουσουζιά
έσπασε ποτήρι
τσουγκρίσαν δυνατά
αχ! βραχήκαν όλα
γέμισαν γυαλιά
χύθηκε η μπύρα
πριν πιούμε γουλιά

επεμβαίνει η σερβιτόρα
με την άψογη στολή
πωπωπώ όμορφη πού ΄ναι
και πόσο της πάει πολύ
όλα να τακτοποιηθούνε
δίνει εντολή

να αλλάξουν οι πετσέτες
τα τραπεζομάντηλα
νέα νά  ‘ρθουνε σερβίτσια
και τα πάντα νά ν΄καλά

και ολόγιομα ποτήρια πάλι να αφιχθούν
προσοχή παιδιά όμως τώρα μην ξαναχυθούν

κι ένας ηλικιωμένος κύριος
ασπρομάλλης και σκυφτός
πρόθυμος πολύ όμως
και ευγενικός

κουβαλάει σφουγγαρίστρα
και κουβά για τα νερά
μια ολόσωμη φοράει
μακριά άσπρη ποδιά
κάτι με παχείς φακούς στα μάτια
έχει αυτός γυαλιά
ξεκινά να καθαρίζει με νοικοκυριά

με κινήσεις ακριβείας
σβέλτος και ταχύς
σε αυτήν την ηλικία
ντροπή δε νοιώθει ο δυστυχής;

να μπορούσα καλέ κύριε
να βοηθήσω μια σταλιά
σταματάει ένα λεπτάκι
και εγκάρδια με κοιτά
«δε χρειάζεται παιδί μου
τίμια είναι δουλειά».

Τετάρτη 4 Νοεμβρίου 2015

Putzfrau


3/11/’015 – Ξενοδοχείον Πενταχοτέλ, Γκρόσσερ Μπροκχάους Στράσσε 3, Λειψία

Η κυρία που καθαρίζει
δέκα και μισή το βράδυ
στα γραφεία της εταιρίας
με ολάνοιχτα τα φώτα
μα τι ώρα πια να φύγαν
οι εργαζόμενοι απόψε
με συρόμενο καρότσι
τα απαραίτητα που έχει
παχουλούτσικη, ξανθή είναι
όσο βλέπω να διακρίνω
κίτρινο πανί στο χέρι
κι όλο δώσ’ του να σκουπίζει
τα γραφεία, τις καρέκλες
τα καλάθια να αδειάζει
τούτη άχαρη την ώρα
άραγε την περιμένει
κάποιον να ‘χει αυτή στο σπίτι
σύζυγος, παιδιά υπάρχουν
ή γερόντισσα μια μάνα;
με επιμέλεια και σβέλτα
ασκεί τα καθήκοντα της
ένα πλάκωμα με πιάνει
έτσι μόνη που τη βλέπω
να δουλεύει μες στη νύχτα
στο έρημο, αδειανό το κτίριο
τυχαία το μάτι μου την πήρε
πριν ξαπλώσω στο κρεββάτι
του καλού ξενοδοχείου
ήταν μέρα συνεδρίου
επακολουθούντος δείπνου
τώρα πάω πια για ύπνο
πιο νωρίς απ’ τ’ άλλα βράδια
και σου εύχομαι ολοψύχως
νά ‘χεις μία καλή βάρδια.

Κυριακή 1 Νοεμβρίου 2015

I ‘ m gonna dead

(Αμέρικαν)

Άι ‘μ γκόννα ντεντ
Άι ‘μ γκόννα ντεντ
νο μιλκ νο μορ
νο μιλκ, νο μπρεντ

Του ματς μπόντυ κίλλινγκ
του ματς μπόντυ κίλλινγκ
Άι ‘μ γκόννα ντεντ
σατς α μπαντ φήλινγκ

Άι θωτ Άι γουντ γκο ον σαμ γήαρς
Άι θωτ Άι γουντ  γκο ον σαμ γήαρς
Άι ‘μ νοτ γκόννα γκο ον
νο γκουντ ντου τήαρς

Άι χόουπ ‘τ γουίλλ μπη νο πέην
Άι χόουπ ‘τ γουίλλ μπη νο πέην
Άι ‘λλ ντου ιτ αδεργουάιζ
γουέν Άι γουίλλ λίβ αιγκαίην. 

Παρασκευή 30 Οκτωβρίου 2015

Όχι για τα γραφτά


Κοιτώντας το αποτέλεσμα δε θα μπορούσα παρά να πω
δίκαιος όντας και αντικειμενικός ότι είναι
μια τσαπατσούλικη και πρόχειρη δουλειά
βιαστικά κι αδέξια καμωμένη
και όντως παρορμητικά χθες το απόγευμα
σε μια στιγμή τη διεκπεραίωσα
με βάση κάποια έμπνευση που είχα προηγουμένως
και βλέπω τώρα και απαριθμώ
τα καθαρά κουσούρια της
μα σκέπτομαι παρ΄όλο αυτό
το ατελές και πενιχρό αποτέλεσμα
εμπεριέχει μέσα της τον σπόρο, τον πυρήνα, την «ιερή ιδέα»
και για όποιον ξέρει να βλέπει, να διακρίνει
είναι τούτο προφανές
δεν ξέρω ωστόσο εάν φαίνεται αρκετό
για κάποιους ναι – για κάποιους όχι
σίγουρα δίνεται η απάντηση πιστεύω
υπάρχουν βλέπεις οι τελειομανείς
που συνεχώς πασχίζουν για το βέλτιστο
ποτέ δεν ησυχάζουν κι όλο δουλεύουνε
πάλι και πάλι και ξανά το αντικείμενο τους
άλλοι που έτσι ύστερα απ’ την πρώτη την προσπάθεια
τ΄αφήνουνε και λεν «καλό είναι κι έτσι»
και άλλοι κάπου ανάμεσα
που κάνουν μια δυο απόπειρες
να σουλουπώσουν το έργο τους
κι έπειτα τελειώνουν
στην ύστερη κατηγορία θα έλεγα
ότι τον εαυτόν μου κατατάσσω
εις ότι αφορά και μ΄αφορμή το γεγονός…
μία στιγμή… αχού! μήπως νομίσατε ότι μιλάω για…
όχι καλέ, για ένα μικρό μαστόρεμα πού ‘κανα χθες μονάχα.

Τρίτη 27 Οκτωβρίου 2015

Παράβραση


Παράφραση (Χ.Δ.Τ.) της «Παράβασης» από τους «Αχαρνής» του Αριστοφάνη σε μετάφραση, στίχους και μουσική του Διονύση Σαββόπουλου από το 1977
Στίχοι και το τραγούδι, ενδεικτικά στους συνδέσμους:
http://www.greeklyrics.gr/lyrics/view/11130/axarneis-parabash
https://www.youtube.com/watch?v=D03WvPTq-Lo

Στου περβολιού το χώρισμα, μάζευαν τους γιαρμάδες
και δεν ανάβανε φωτιά με ψέφτικο δαδί.
Και τώρα κλαίνε τα μικρά, δέρνονται οι μανάδες
και ο Προφήτης φαίνεται νά’ χει καλό χαρτί.
Θέλγει τα μύρια κύματα με ασυναρτησίες
δε δείχνει να ζορίζεται από το μακελειό.
Λουσμένος μες στα αίματα ψελλίζοντας βλακείες
για την ισοτιμία σας όνειδος φανερό.
Σημάδια του καιρού, βράκα μου μπαλωμένη
ουρίτσα σηκωμένη, θεότρελλου λαγού.
Καμάρι που ψοφάς σα χάρη υψωμένο
έξοχα υμνημένο με λάβρα ωσαννά.
Έλα να πιεις ρακή, να φάμε πασατέμπο
ταινίες να δούμε Βέγγο, το γέλιο ν’ ακουστεί.
Ποιός μας κληρονομεί και μας περνάει πέρα
ξέρω πως είσαι λέρα, έχιδνα φθονερή.
Σε έδαφος σαθρό, με έκδηλη αηδία
και με ζέση σπανία γκρέμιζα το σωρό.
Ποιός πια ιερουργεί στην άγια αλέα
μια δράκα, μια παρέα, εκεί που κατοικεί.
Πετύχαν ξυριστά να φτιάξουν νέο κράμμα
μα συντελείται θαύμα κάπου στη Βηθσαϊδά.
Νόστιμο θα γευτείς, γεύμα – επιδόρπια θεία
και θά’ ναι ευτυχία η πρόβλεψη του εικαστή.


Τρίτη 20 Οκτωβρίου 2015

Μία μερική αναπηρία


Ως ο βαρήκοος που βαριακούει
(εμ βέβαια έξυπνε, τί ήθελες
βαρήκοος ο να κάνει;)
και λέω δεν πως αντιλαμβάνεται
καλά τα ηχητικά τα ερεθίσματα
κι όλο ρωτά όπου το θάρρος έχει
«ακούστηκε ωρέ τίποτα παιδιά;»
έτσι είμαι κι εγώ με τις οσμές
ίσως να είναι κάποια γενετική
υστέρηση ξέρω κι εγώ
μπορεί μικρός που είχα
στη μύτη «κρεατάκια»
πάντως ισχύει
κι όταν οι άλλοι υποφέρουνε
που ένεκα κάποια παρουσιάζεται
μπόχα ή δυσωδία
εγώ αμέριμνος γυρνώ και μάλιστα
αφ΄υψηλού τους ψέγω
«σιγά μωρέ, πώς κάνετε έτσι;» και λοιπά
κι ακόμα ούτε η μόλυνση της πόλης μ’ ενοχλεί
ούτε η εξ ανάγκης απλυσιά
του άστεγου συνάνθρωπου
δίπλα στο λεωφορείο
ούτε ο ελλιπώς ο λειτουργών
βιολογικός καθαρισμός στο θέρετρο
όπου περνώ τις διακοπές μου
κι έτσι γλυτώνω κι εν αδιαφορία διατελλώ
εις ότι αφορά οσφρητικές οχλήσεις

όμως το πράμα έχει και την άλλη του πλευρά
διότι χάνω και τις ευχάριστες οσμές
τη μυρωδιά του χώματος
μετά από τη βροχή
(ή λίγο πριν να βρέξει)
των κωνοφόρων το ρετσίνι
των αγριολούλουδων λεπτό
το άρωμα στο δάσος
τη μυρωδιά ξύλων που καίγονται
σε φωτιά που έχει ανάψει
είτε απλώς για θαλπωρή
είτε για ζεστασιά
ή ακόμα και για την παρασκευή
του κάποιου φαγητού
των φαγητών τις μυρωδιές που σου θυμίζουν
ότι ακόμα είσαι κι ότι μπορείς
να συνεχίσεις να είσαι ζωντανός
όπως πεζοπορείς στους δρόμους
στις γειτονιές της πόλης
απ΄τ’ ανοιχτά παράθυρα που έρχονται
πριν απ’ το μεσημέρι
καθώς βράζουν τα τσουκάλια
και τα τηγάνια καίνε το περιεχόμενο τους
αναμένοντας λίγη ώρα μετά
της οικογένειας τη συνάθροιση
των φίλων, της παρέας ή του ζεύγους
μα η μεγαλύτερη απ’ όλες είναι η απώλεια
των αρωματισμένων, των σαπουνισμένων
των μαλλιών και των σωμάτων
όταν σε προσεγγίζουνε ακούσια μες στο συνωστισμό
σε ώρα αιχμής στην υπαίθρια λαϊκή
σε κάποια ουρά, στο τρόλλευ
και χώνεις –που λέει ο λόγος-
το πρόσωπο σου στους θυσσάνους και τις κόμες
και ρουφάς όσο μπορείς τις θεσπέσιες μυρωδιές
που απελευθερώνονται καθώς ανοίγει το μανίκι στη μασχάλη
ή ένα κουμπί στο μπούστο τον κόρφο αποκαλύπτει
και τότε είναι που σε πιάνει πίκρα και οργή
για την αναπηρία σου
γι αυτήν της φύσης, του Θεού την τόση αδικία

μα περιθώριο αντιδράσεως
ή κίνησης διορθωτικής δεν έχεις
κι άλλο να κάνεις δε μπορείς
πέρα να υπομένεις και να ζεις
σ’ αυτό το ούτε όχι, ούτε ναι
σ΄αυτό το κάπως λίγο
σ΄εκείνο το τοπίο το θολό
στη γκρίζα εκείνη ζώνη
κάπου εκεί ανάμεσα
εν σχέσει ως προς τις οσμές
κάπου εκεί ανάμεσα
και ως προς όλα τα υπόλοιπα εν σχέσει
σού ‘λαχε βίο να διάγεις.

Δευτέρα 19 Οκτωβρίου 2015

Μία στιγμή να δέσω το παπούτσι μου

10/10/’015 – Σπήλαιο πηγών υπόγειου ποταμού Αγγίτη Μααρά, Δήμος Προσοτσάνης, Δράμα

Στο δεξί πάντα παπούτσι
το κορδόνι λύεται
σύνθετο αυτό πρόβλημα
δύσκολα επιλύεται
θα υπάρχει κάποια λύση
σίγουρα θαρρώ
θά ‘ναι κάτι απλό πράμα
πράμα φανερό
μα όσο και εάν δια βίου
ψάχνω να τη βρω
παταγώδης αστοχία
τρύπα στο νερό
θά ΄ρθει η στιγμή, η ώρα, λέω
και θα βρει καιρό
μα μπορεί νά ‘ναι η υστάτη
μέσα στο ψυχρό
το μακάβριο γραφείο
και το θλιβερό
λυτό το δεξί λουστρίνι θα εντοπίσει ο υπεύθυνος
με μάτι κοφτερό
και το διορθώσει αλάνθαστα
με ύφος σοβαρό
κι έτσι θά ‘μαι  έτοιμος
κι επιτέλους άψογος
στον πένθιμο χορό.

Τρίτη 29 Σεπτεμβρίου 2015

Δε ντρινκ

(ιν  Ίνγκλις)

Δε ντρινκ ρανς λάικ ινκ
έβρυθινγκζ’ κόβερντ
μπλακ ιζ δε κόλορ, νοτ πινκ
ιν ιτ Άι σινκ
σουν ωλλ γουίλ μπη μπλακ
σήη, φάιναλλυ δατ’σ
γουώτ νταζ δε ντρινκ. 

Παρασκευή 25 Σεπτεμβρίου 2015

Εμπρός στο δρόμο που χάραξε ο Λύο..... (293)


...Καλοβυρνάς, με το υπέροχο "Πλαθολόγιο Λέξεων" των εκδόσεων Intro Books (ISBN:960-6680-12-6) αλλά και τη νέα "απουστειρωμένη" έκδοση του Πλαθολογίου (εκδόσεις IntroBooks 2008, ISBN: 978-960-6680-48-9). Ας προσπαθήσουμε (έστω και ως ανάξιοι μιμητές) να καταγράψουμε ορισμένα ακόμα λήμματα



Πείστης, ο: είναι ο άνθρωπος με πολύ άνω του μέσου όρου ικανότητα πειθούς, π.χ. «Τον πείστη, α! τον πείστη...», «Με ποιόν τά ‘χεις μωρέ;», «Με τον πωλητή στο κατάστημα ειδών ανδρικής ένδυσης», «Και γιατί τον βρίζεις;», «Γιατί μ’ έκανε και πήρα αυτό το κοστούμι όταν του είπα ότι στη φετινή εκδήλωση της εταιρίας θέλω να κάνω μία εμφάνιση ξεχωριστή», «Α, και τί κοστούμι σου πρότεινε;», «Ένα ροζ», «Ε, και το πήρες;», «Ναι», «Ρε τον πείστη...».


Πέμπτη 24 Σεπτεμβρίου 2015

Φέρτε μου κάτι κοφτερό


Κοιμάμαι αργά και ξυπνάω νωρίς
ύπνο δεν έχω καθόλου
όλο όνειρα απαίσια βλέπω και σύννεφα μάβρα
καλύπτουν το εύρος του θόλου

Πρέπει μάλλον να κόψω
φτάνει πια, πόσο;
το τόσο πολύ το πιοτό
πρέπει επίσης να κόψω
το βράδυ αργά και βαρύ φαγητό
να κόψω πρέπει ακόμα
το σέρτικο που όλο ροφάω καπνό
στο διαδίκτυο να διαβάζω ειδήσεις
φριχτές πρέπει να κόψω
σχόλια όλο κακία
καυγάδες άρρωστους
και τσακωμούς στα φόρα
κοινωνικής μέσα δικτύωσης
μια τρέλλα καθημερινής εξαχρείωσης
το ανεξέλεγκτο σίγουρα
πορνό πρέπει να κόψω
την ηρεμία, την ισορροπία
τον ύπνο μου να βρω (αν τα κόψω)
όλα μαζί με μια κίνηση απόφασης
μ’ ένα καίριο χτύπημα
σαν ευθύβολο τόξο

Αναμφίβολα δύσκολο εγχείρημα
με αποτελέσματα αβέβαια
ίσως...πιο εύκολο και σίγουρο είναι
κάτι άλλο... κάτι άλλο να κόψω.

Τετάρτη 23 Σεπτεμβρίου 2015

Θεληματάρης στα Εξάρχεια


12/9/’015 – Νέα Στύρα, Εύβοια

Χρόνια και χρόνια, χρόνια πολλά
ζει εδώ στη γειτονιά
που ζω κι εγώ από πάντα
ο άνθρωπος αυτός
ομήλικοι πρέπει είμαστε περίπου
τον βλέπω τακτικά
όλο κάτι χαχόλικα φορά
φθαρμένα ρούχα
όλο κάτι φαρδιά παπούτσια
κάποτε ήταν κι αυτός μελαχρινός
τώρα έχει κι αυτός ασπρίσει
αξύριστος συχνά κυκλοφορεί
όλους τους ξέρει και τους χαιρετά
τους μαγαζάτορες, τους καφετζήδες
τον περιπτερά, τους αστυνομικούς στο τμήμα
τους ιερείς του Αγίου Νικολάου
τη βγάζει με θελήματα
πότε να ξεφορτώνει τον βλέπω το χαρτί
σ’ ένα από τα πολλές τυπογραφεία τις δεκάδες
πότε χαρτοκιβώτια με πλακάκια
πότε τίποτα μπύρες στα κασόνια
ή βάζει ένα χεράκι σε κάποια μετακόμιση
ή ότι άλλο μικροθέλημα
και κάθε χαμαλίκι
δεν ξέρω πώς τη βγάζει από φαγητό
ή στέγη αν έχει κάπου
θυμάμαι πάντως μια φορά πρωί
ένα καλοκαίρι που είχα πάει
στο λόφο για περίπατο
και νά ‘σου σε μια πλαγιά να ξεπροβάλλει
μέσα από κάτι πρόχειρα στρωσίδια
από κάτι σληπινγκμπάγκ
και να τεντώνεται και να χασμάται
ατενίζοντας με έντονο ενδιαφέρον
απέναντι τις πολυκατοικίες
άστεγος νά ‘ναι λες;
να βρίσκει καταφύγιο σε κάποιο απ’ τα πολλά
τα άδεια, τα παλιά τα σπίτια;
πάντως και αν φτωχοπερνά
κακόκεφο ποτέ ή δύσθυμο τον είδα
και βέβαια ούτε κατά διάννοια αγχωμένο
όλο πάντα ζωντανός, κινητικός
και ομιλητικός ιδιαίτερα
με μια φωνή χαρακτηριστική
και ένα ψεύδισμα ελαφρό να ξεχωρίζει
στην άκρη της γλώσσας του έχει πάντα ένα πείραγμα
ή κάποιο χωρατό που μ’ ευκαιρία πρώτη ξεστομίζει
…με άλλα λόγια ένας άνθρωπος
που ζει την κάθε μέρα
την κάθε μία την στιγμή
χωρίς σκοτούρες για το χτες
και έγνοιες για το αύριο
χωρίς ο φόβος κι οι ενοχές κάθε λεπτό
ποιός από πούθε να τρυπώνουνε ξέρει και κυριαρχούνε
αυτό το τόσο στοιχειώδες δηλαδή
κι απλό το μυστικό
που λίγοι στην εποχή μας μοναχά
φαίνεται να κατέχουν 
ενώ οι περισσότεροι παλεύουν μάταια
κι ακόμα καταφεύγουν στη βοήθεια ειδικών
μήπως το κατακτήσουν…
αυτά σκεφτόμουν σήμερα, πρωί
πριν φύγω για μία μικρή
διήμερη εκδρομή απ’ την Αθήνα
καθώς τον είδα άλλη μια φορά
σε ένα φορτηγό μικρό
με νεύρο να γεμίζει την καρότσα
βοηθάει είπα η κίνηση η εμπορική
πρωί Σαββάτου να βρεθεί ένα μεροκάματο
βοηθάει ίσως και η λαϊκή
πού ‘χει η Καλλιδρομίου
σκεφτόμουνα εμένα, σκεφτόμουνα αυτόν
τόσα χρόνια τον γνωρίζω
«βίοι παράλληλοι» σκεφτόμουνα
μονάχα που δεν ήξερα
ποιανού είναι πιο καλός ο βίος.


Τρίτη 22 Σεπτεμβρίου 2015

Οι φωνούλες


29/8/’015 – πλησίον χωρίου Αγ. Νικόλαος, χερσόνησσος Μεθάνων

Μικρές φωνούλες μου διαφεύγουν συνεχώς
σε τυχαίους χρόνους ακουσίως εκστομίζονται
(μα πρέπει να παραδεχτώ πως η συχνότητα αυξάνει)
διάφορες ώρες της ημέρας
η ορισμένως και της νυκτός
κυρίως κατά μόνας ευτυχώς
(μα και εν μέσω πλήθους, όλο και πιο συχνά συμβαίνει)
είναι οι φωνούλες σα μικρές πολεμικές κραυγές
σαν θραύσματα από άριες
σαν τμήμα στίχου τραγουδιού οπερέττας
σαν πόνου κάπως οιμωγή
σαν μίνι ουρλιαχτό
σαν μωρού κλάψιμο άναρθρο
στροφής κομμάτι τόσο δα από ένα μοιρολόι
πηγαίες φωνούλες, τί είναι ξέρω καλά
κι ούτε απορώ, ούτε ανησυχώ καθόλου
είναι, έχω καταλάβει από καιρό
σαν μια – που λέμε εμείς (τρομάρα μου) οι μηχανικοί –
βαλβίδα ανακούφισης, μία μορφή εκτόνωσης
για τις κάθε λογής εσώτερες πιέσεις

ισορροπία βρίσκει ο καθείς όπως μπορεί
εμένα μού ‘τυχε με τούτες τις φωνούλες...
απλώς... έχω το νου μου, μήπως κάποιος καλοθελητής
ένας συνάδελφος ας πούμε
κάποια κυρία από τη γειτονιά
φίλος μπορεί ή συγγενής, ποιός ξέρει
μην τύχει από ενδιαφέρον άδολο κι αγνό
στείλει, για το καλό μου, το γνωστό απόσπασμα
ανδρών που με ογκώδη σώματα, λευκές στολές
και σαν παιδιού λεπτές και απαλές  τις ομιλίες
ευγενικά πολύ με πάρουν αγκαλιά
κι αρχίσουν να μου εξηγούν
ότι θα βρω ένα μικρό παράδεισο
μιαν ήσυχη γαλήνη
και μιαν χωρίς φωνούλες ήρεμη ζωή
κει που με πάνε.



Δευτέρα 21 Σεπτεμβρίου 2015

Τέλος εποχής


Τελειώνει πια μου φαίνεται
αυτή η εποχή της τρυφηλότητας
η μέρα έχει μικρύνει αισθητά
το βράδυ κάνει κάπως ψύχρα
και ένα κατιτίς το θέλεις
απάνω σου να ρίξεις
οι για λίγο άδειες πόλεις
έχουν γεμίσει πάλι ασφυκτικά
κι έχουν αδειάσει τα χωριά, τα θέρετρα
έχουνε μείνει οι λιγοστοί, οι μόνιμοι
και τέρμα πια τα εναλλασσόμενα τα δίπολα
βούτηγμα – άπλωμα, βρέξιμο – στέγνωμα
και τέλος η ενδυμασία μόνο βερμούδα και σανδάλια
ή και υποδήματα χωρίς καθόλου
και πάνε τα ουζάκια πριν το μεσημεριανό
και τα τζιν τόνικ σούρουπο
κι οι παγωμένες μπύρες
όλες σχεδόν τις ώρες της ημέρας

τώρα θα έχει κρύο και σκοτάδι
τώρα θά έχει νύχτα κι εργασία
νύχτα θα φεύγεις για δουλειά
και νύχτα πάλι θα γυρίζεις
και θα περνά η βδομάδα
σα νά ΄ναι μια στιγμή
και τα Σαββατοκύριακα
κυλάνε σα νεράκι
τώρα θα έχει κούραση
και ένταση και άγχος
και θέλει οργάνωση
και θέλει αγώνα

έλα Χειμώνα.





Κυριακή 20 Σεπτεμβρίου 2015

Υπαίθρια, χαμηλή, εφήμερη


28/8/’015 – πλησίον χωρίου Αγ. Νικόλαος, χερσόνησσος Μεθάνων

Έκθεση υπαίθρια
μικρά έργα τέχνης διάφορα
συνθέσεις αρχιτεκτονικές
οικίες περίτεχνες
ναοί, κάστρα και πύργοι
κι ακόμα αναπαραστάσεις
της φύσης μορφωμάτων
όρη, ηφαίστεια, σπήλαια,
φαράγγια ποταμών, κοιλάδες
ίσως εξάλλου και ολόκληρα χωριά
κι ακόμα γλυπτά κάθε λογής
γυμνές καλίγραμμες γυναίκες
μυώδεις αθλητές, όντα του μύθου
ήρωες, γοργόνες, σπαθοφόροι πολεμιστές
κι αφηρημένα σχήματα κι επίσης
προϊόντα τεχνικής μικτής
μαζί με ξύλα, πέτρες, βότσαλα
και βέβαια βασικό υλικό
το γύρω άφθονο παντού
συχνά όλα τούτα συνοδεύονται
από σκαλίσματα, γραφές...

μικρά έργα τέχνης διάφορα
έκθεση υπαίθρια και εφήμερη
κάτω εκτείνεται, στο έδαφος
και για να δεις πρέπει να βλέπεις χάμω

το καλοκαίρι, στις ακρογιαλιές, στην άμμο.

Σάββατο 19 Σεπτεμβρίου 2015

Όπως ακριβώς


(23/8/’015, λιμάνι – Μέθανα και 24/8/΄015, όρος Ταΰγετος, πλησίον Ιεράς Μονής Γόλας – Λακωνία)

Τα τεφτέρια μου βρέχονται
σβήνονται τα γράμματα
στην άκρη και χάνονται
τα μουσκεύει η βροχή
ξεχασμένα στην τσέπη
ριγμένα προχείρως στο σακκίδιο
στην νεροποντή
ή στην τσάντα του μπάνιου
το καλοκαίρι
κι από πάνω να πέφτει
η βρεγμένη πετσέτα
σκεβρώνουν τα εξώφυλλα
οι γωνίες διπλώνουν
σαν στεγνώσουν μετά
κυμματιστό είναι το χαρτί
μα έχει σχεδόν χαθεί η αυτοσχέδια
χειρόγραφη στις άκρες η σελιδαρίθμηση
κι όμοια μουτζουρωμένες και θολές
αδιάβαστες σχεδόν
είναι ολόκληρες γραμμές
στίχοι από ποιήματα
φράσεις από ιστορίες
ή από καταγγραφές ιδεών
συνόψεων και άλλων σημειώσεων
για «έργα» μελλοντικά – τί κρίμα!...

κι έτσι τα κουβαλάω πια
τα ταλαιπωρημένα τα τεφτέρια μου
μα δεν τ΄αφήνω
συνεχίζω με τα ίδια
μέχρι κάποιο να τελειώσει
και να πιάσω ένα καινούριο
όπου μάλλον ούτε αυτό θα το προσέξω
και πάλι κάπου θα βραχεί
και θα συμβούν τα ίδια
κι όμοια θα ταλαιπωρηθεί

δεν είναι τα τεφτέρια μου
τακτικά, καθαρά και φροντισμένα
προσεγμένα και νοικοκυρευτά

όπως εξάλλου ακριβώς έτσι είναι
και τα περιεχόμενα γραφτά.





Παρασκευή 18 Σεπτεμβρίου 2015

Τα ξένα σαπούνια


18&28/8/’015, Λυγουριό Αργολίδος, χωρίον Κουνουπίτσα – χερσόνησσος Μεθάνων, λιμάνι πόλης Μεθάνων

Τα ξένα σαπούνια
ωραία που είναι
και όμορφα τόσο
πώς μυρίζουνε πώς
με αρώματα ιδιαίτερα
και τέτοια που θά ‘θελες
μάλλον ποτέ
μα ποτέ μοναχός
καρύδα γλυκειά
φρούτα του δάσους
χυμοί αχιβάδας
πεύκου βελόνες
καρπός δέντρου αγνώστου
εξωτικός
φιλοξενούμενος είτε
απλός επισκέπτης
στο ξένο το μπάνιο
τα σαπούνια μυρίζεις
σαν εκστατικός
στα χέρια ύστερα
στο σώμα τ΄απλώνεις
κι αρχίζει να γίνεται
να γίνεται αφρός
μυρωδιές σε τυλίγουν
τα ρουθούνια ανοίγουν
και τον καθρέφτη
θολώνει ο ατμός
οι πόροι του δέρματος
ανοίγουν και δέχονται
τις νέες και πόσο
θελκτικές τις οσμές
που σε κάνουν και λες:
«θα πάρω κι εγώ,
θα πάρω κι εγώ!»
μα σαν θα πας πάλι
στις αγορές
ποτέ δεν το κάνεις
δεν σου πάει το χέρι
τα ίδια πάλι θα πάρεις
τα ίδια που παίρνεις
απ’ την αρχή του καιρού
το ίδιο σαπούνι
το ίδιο αφρόλουτρο
το ίδιο σαμπού
κι αδημονείς
πότε θά ‘ρθει η ώρα
της άλλης φοράς
που σ’ άλλο σπίτι θα πας
και θα χτυπάς το κουδούνι
και λίγο μετά θα ζητάς
«παρακαλώ πού είν’ το μπάνιο»
όπου θα υπάρχει ασφαλώς
συναρπαστικό κάποιο νέο σαπούνι.

Πέμπτη 17 Σεπτεμβρίου 2015

Γλάρος στικτός


23/8/’015 – λιμάνι Μέθανα και 25/8/’015 – Μονεμβάσια, Λακωνία

Γλάρος στικτός
δεν είν’ σαν τους άλλους
αλλιώτικης ράτσας
δεν είναι λευκός
σταχτής σχεδόν
μα πετά όπως όλοι
στον αέρα πλανάρει
πιλότος καλός
από ψηλά εντοπίζει τα ψάρια
βουτά αιφνιδίως
το στόχο του βρίσκει
ο αλιεύς ο αρπακτικός
στο κοπάδι με τους άλλους συχνά
δε συναγελάζεται
είναι ξεχωριστός

έχει τόσο εξυμνηθεί
η ομορφιά αυτού του πτηνού
που όμως χάνεται κάπως
από κοντά άμα τον βλέπεις
καθώς είναι άγρια
η όψη του αρκετά
(είπαμε αρπακτικός)
μα από μακριά
είναι πράγματι υπέροχος
ιδίως σε μια χώρα όπως η Ελλάδα
πόση αρμονία στη λευκότητα του γλάρου
έτσι όπως σε αντίθεση έρχεται
με το γαλάζιο της θάλασσας
με το μπλε του ουρανού
και πάλι όπως σμίγει
με τον αφρό του κύματος
με του συννέφου τον ατμό
εικόνα τόσο τέλεια
που δύσκολο κανείς να βρει

μα όχι τούτος δω
όπως έχει κάτσει πάνω στο νερό
και μοιάζει σα μια μάβρη
πλαστική σακκούλα σκουπιδιών παλιά
πού ‘χει απ’ τον ήλιο ξεθωριάσει
και έχει γίνει γκρι.

Τετάρτη 16 Σεπτεμβρίου 2015

Χλαμύδα


Παράφραση Χ.Δ.Τ. του ποιήματος «Αρμίδα» (1947) του Νίκου Καββαδία (1910 – 1975),  30/7 και 7/8/’015, Άγιος Θωμάς – Μαρούσι, Αθήνα και 20/8/’015, χωρίον Κουνουπίτσα – χερσόνησσος Μεθάνων

Το νέο νυφικό του μαιτρ Ντίμη
είναι απόχρωσης χρυσής
στο γάμο θα το δείτε και εσείς
και θα πείτε «την αξίζει τόση φήμη»

Τα έχει όλα από καιρό σχεδιάσει
σε κήπο με συντριβάνι και νερά
όποιος πάει, πάντως σοβαρά
απέραντα πολύ θα διασκεδάσει

Ο γαμβρός ειν’ άνδρας κραταιός
επιβλητικός και ρωμαλέος
δε θα έλεγες ακριβώς ωραίος
άγριος κάπως και πολύ αρρενωπός

Κι αξέχαστη της νύφης η ομορφιά
θα χαραχτεί ανεξίτηλα της μνήμης
το μπούστο, τα λευκά χέρια, τα μεριά
ο ίδιος νύφη είναι ο μαιτρ Ντίμης

Μόδιστρος της ωτ κωτύρ σπουδαίος και τρανός
διάσημος για εστέτ δημιουργίες
τα βράδυα νυχτοπεριπατητής δεινός
στις κακόφημες τις συνοικίες

Μετά από εκατοντάδες εραστές
είπε πλέον να κατασταλάξει
σα σκάφος μακρυά από απόκρυμνες ακτές
σε ήσυχο λιμανάκι να αράξει

Και βρήκε τον Μουχτάρ τον πορθητή
κουρσάρο αιμοδιψή – σφαγέα με τη βούλα
κι είπε να νοικοκυρευτεί
νυμφίος ο Μουχτάρ κι αυτός νυφούλα.



Τετάρτη 12 Αυγούστου 2015

Γλυκά που σε νανουρίζει αυτός ο ήχος και όμορφα που είναι τόσο, τούτη την εποχή


Αύγουστος 2015, Νεάπολη-Εξάρχεια, Αθήνα

Πέντε η ώρα ξημερώματα
Δεκαπενταύγουστος, Αθήνα
όλοι κοιμούνται  στη γειτονιά
κι ούτε ένα αυτοκίνητο
άδεια η Ιπποκράτους
τίποτα δεν ακούγεται
γουργουριστός μέσα στη νύχτα μόνο
ο ήχος που κάνουν ρυθμικά
όσα δουλεύουν κλιματιστικά.

Πέμπτη 6 Αυγούστου 2015

Figlia del sole


Κόρη του ήλιου
αδερφή του φεγγαριού
μέρα της νύχτας
χειμωνιά καλοκαιριού
φρένο ταχύτητας
πόρνη ηγουμένη
εκείνος που αργεί
ποτέ πίσω δε μένει
με συλλόγου ευθύνη και δύναμη
πάντα μόνη τελείως στο τέλος παλεύεις
δίκαια αμείβεσαι
κι άδικα ψάχνεις αυτό που γυρεύεις
εμβρόντητοι στο κοντσέρτο ακούγαμε
το ακριβότερο τσέλο του κόσμου
να βγάζει τόσο παράφωνους ήχους
ασφαλώς, ίσως, μπορεί, μάλλον όχι και νά ‘φταιγε
ότι η σολίστ αντί για δοξάρι
με τους κατάμαυρους έπαιζε
πλούσιους της βοστρύχους
ασυναγώνιστη έπαρση μας  πλημμύρισε αίφνης
με τη φτηνή εξαθλίωση και κατάντια της τέχνης
μια απαίσια, αναπάντεχα, γνωστή συναντήσαμε
που μας έκανε έκπληξη φωνάζοντας «Τσα!»
το κοντσερτχώλλ ομοθυμαδόν το εγκαταλείψαμε
και για παρηγορία πήγαμε να φάμε πατσά
στο καζάνι ωστόσο είχε πέσει ένας Ινδιάνος από το Περού
κι εξείχε μόνον η μύτη ενός του, εξαίσιου φτερού
η κακοτυχία απόψε αποφάνθηκα
μας κυνηγά σαν μαυρόψυχη λάμια
διακριτικά μου επεσήμαναν ότι
στο παχύ μου μουστάκι ισορροπούσε μια μπάμια 
άφθονον ήπια – δεν κατάλαβα πώς – οίνο μοσχάτο
και σαν έκανα να σηκωθώ, να! πάρ’ τον κάτω
κρυάδες με τύλιξαν, λούστηκα με πλούσιο ιδρώτα
μα σαν σε όνειρο έβλεπα όνειρα
πορτοκαλιά σαν καρότα
ότι ανεκάλυπτα λέει συνεχώς
εξερευνώντας προκεχωρημένες εκτάσεις
δηλαδή όχι εντελώς συνεχώς
έκανα ενδιάμεσα τις απαραίτητες στάσεις
ώσπου έφθασα εν τέλει κάτω από ένα ηφαίστειο
όπου μ΄έκπληξη απάντησα Βρεττανό οινοβαρή και ανέστιο
τρεκλίζοντας μου πάτησε το πόδι κι έσπευσε να δηλώσει:
«Όου! Άιμ σόουρρυ!», του συστήθηκα και αποκρίθηκε:
«Πρέσβης Σερ Μάλκολμ Λόουρυ»
αναμφίβολα ήταν πέρα για πέρα βλαμμένος
στουπί στο μεθύσι μα και κάπως σα λυπημένος
πρότεινε να ψήσει να φάμε φρέσκιες πανσέτες
να τεμαχίσει – έτσι είπε – ένα κρέας
εξαίρετο που είχε σε φέτες
«εδώ που τα λέμε» του απάντησα «θέλω»
μα αυτός να παίζει με εντέλεια άρχισε
κείνο το ίδιο το τσέλο
οι νότες του οποίου κρυστάλλινες
στη ζούγκλα γύρω εξαπλούντο
κι αυτός κομπάζοντας πρόσθεσε
άριστος αθλητής πως ήταν του τζούντο
υποκλίθηκα, ευχαρίστησα κι έφυγα
αφήνοντας τον να κοιμάται μακάρια
πάνω σ΄ένα δεμάτι σανό
κι επιβιβάστηκα σ’ ένα χωρίς πολυτέλειες και πλήρωμα
καλαμένιο, μονοθέσιο κανώ
διάπλευσα σ’ όλο το μήκος του
έναν θολό μα διαυγή ποταμό
με λαμπρές τελετές μ’ υποδέχτηκαν
σαν έφτασα στον ωκεανό
ο επικεφαλής πρέπει να ήταν Εβραίος
τις κόρες του σύστηνε Ιουδήθ και Ραχήλ
δάκρυα στα μάτια μου έφεραν
το μελωδικό γιουκαλί κι η αγγέλου φωνή
του Χαβάνου Καμακαβίβο Ολέ Ισραήλ
απαίσια ηλεκτρόλυση στον άερα όμως μύρισε
τρέχοντας έφυγα, ποιά αξιοπρέπεια; σας λέω: μπουχός!
παρέα μου μόνη στο δρόμο
ένα απισχνασμένος ναρκομανής μοναχός
«στη Μονή» μου εξήγησε
«ο βίος είναι εγκρατής και απλός»
ξετρύπωσε μια τράπουλα κάπου μέσα απ’ το ράσο
«είσαι για μια παρτιδίτσα;» με ρώτησε
κι ο κερατάς σε λίγα λεπτά μού ‘σκασε φλος
δεινός χαρτοπαίκτης αποδείχθηκε ήταν
και ενίοτε και χαρτοληστής
για να τον προσηλυτίσω επιχειρήματα ανέπτυσσα
καλώντας κι εκείνον να γίνει πανάξιος
όπως εγώ συντονιστής
«μπα, άσε τώρα να φεύγω» μου πέταξε
 σάλταρε πάνω και άρχισε
να σκαλίζει το ξύλο μιας κουπαστής
στην παραλία λιγοστοί μας περίμεναν
συγκρατώντας με βία ένα αδάμαστο τραίνο
«Ρε παιδιά, σώνει, φτάνει τους φώναξα,
 α και πού ‘στε; να ξέρετε, στο στενό του κύκλο
τον Ρενουάρ τον έλεγαν Ρένο»
συρίζοντας σίγησαν με ήχους της χύτρας
την έγκριτη γνώμη μου ζήτησαν αν
ένας πίνακας αυθεντικός ήταν Λύτρας
«Δείτε βρε» τους έκανα μάθημα
με χαμόγελο σωστός Εωσφόρος
να, στη γωνίτσα, εδώ, τ΄όνομα του έχει γραφεί: Νικηφόρος
αγνοώντας η πρόταση υπερσκέλισε φόβητρο
που πλανιόταν κατάρας ζωηρής στον αέρα
μα σα να ‘ριξε σπόρο που βλασταίνοντας ήκμασε
όλη την υπόλοιπη μέρα…
μέρα της νύχτας
αδερφή του φεγγαριού
κόρη του ήλιου
χειμωνιά καλοκαιριού.  

Δευτέρα 27 Ιουλίου 2015

Ο Κουροσάββας


Ο Κουροσάββας ναυτικός παλιός
τον κόσμο όλον είχε γυρίσει με τα πλοία
μα κάποια στιγμή βαρέθηκε
τη θάλασσα παράτησε
και πήγε στο χωριό του, στην Ηλεία
όπου άνοιξε ένα μπαρμπέρικο
τέχνη παράλληλη που είχε μάθει
στα καράβια και ασκήσει
εκατοντάδες κεφαλές και μάγουλα
είχε κουρέψει, είχε ξυρίσει
τη σκεβρωμένη πίπα του ταμπάκο γέμιζε
τα απογεύματα ύστερα απ’ τη δουλειά
και κάπνιζε στοχαστικά
την ώρα που ο ήλιος
βυθιζότανε στη Δύση

Απ’ όλες τις χώρες τις πολλές
που βρέθηκε στ΄αμέτρητα ταξίδια του
αγάπησε απ΄όλες πιο πολύ την Ιαπωνία
μια γκέισσα λένε ότι ερωτεύτηκε παράφορα
και λάτρεψε με πάθος, με μανία
στου μαγαζιού του την ταμπέλλα
είχε ζωγραφίσει του τόπου αυτού
τα παράξενα τα γράμματα
κανείς δεν καταλάβαινε τί θέλανε να πουν
μέχρι που τους εξήγησε ένας Ιάπωνας
τουρίστας που ξεστράτισε ως εκεί
πως είναι ένα ποίημα ερωτικό, χαϊκούν

Έστεκε ακόμα η πινακίδα
παρ΄όλο που ήταν χρόνια το μαγαζί κλειστό
πάει καιρός που ο Σάββας απάντησε τον Χάρο
ακούω ακόμα σώζεται και να τη δεις μπορείς
άμα βρεθείς κι εσύ κάποια φορά προς τη Ζαχάρω.



Κυριακή 26 Ιουλίου 2015

Μπραβό


Έστω κι αργά απωθημένα αν έχουμε
γι αυτά να κάνουμε κάτι λένε πως πρέπει
προσυπογράφω έστω και εάν
άξιος δε στάθηκα εγώ να το κάνω καθόλου
ωστόσο πάντα γύρω μου θαύμαζα
όσους πάλευαν αρχινισμένες παλιά
γλώσσες ξένες να συνεχίσουν
τα εξ αναβολής ξανά και ξανά
ταξίδια επιτέλους να γίνουν
να μάθουν σαξόφωνο, κιθάρα ή όμποε
να ράβουν φορέματα, να καλλιεργούνε τουλίπες
να πετούν μ’ αερόστατο
πτυχίο να παίρνουνε για καταδύσεις
με μια μαύρη γυναίκα (ή αντρα) να συνουσιάζονται
να φτιάχνουν το παζλ των εφτά τεμαχίων χιλιάδων
να τολμούν να καταρριχηθούν με σχοινί
σε γκρεμούς ύψους μέτρων δεκάδων
τριάντα τουλάχιστον να επιτελούν στην εντέλεια
ταχυδακτυλουργικά ζόρικα κόλπα
ή να μπορούν να ολοκληρώσουνε
αυτό που ποτέ δεν προχώρησε
το μυθιστόρημα πέρα απ’ την έκτη σελίδα
κάθε φορά σα νά ‘μουν εγώ πώς χαιρόμουνα
σαν μάθαινα τέτοια, ιδιαίτερα για πρόσωπα οικεία
κάπως έτσι λοιπόν μα ακόμα περσότερο
σαν βρήκα κάτω απ’ την πόρτα επιστολή από σένα
με πρόσκληση για παράσταση θεατρική
δυναμικού νεόκοπου συνοικίας θιάσου
το έργο «κλασσικό ρομαντικό κωμειδύλλιο,
με μια φρέσκια ματιά ειδωμένο,
για την οικογένεια όλη κατάλληλο,
προς ενίσχυσιν η είσοδος έξι νομίσματα μόνο»
τη μέρα εκείνη ξυρίστηκα
και ευπρεπίστηκα όσο μπορούσα
τα παπούτσια μου γυάλισα
φόρεσα το τριμμένο παλιό μου
μα κομψό κοστουμάκι
και μια κατάλληλη διάλεξα για την περίσταση
πολύχρωμη, «καλλιτεχνική» και ωραία γραβάτα
στο θέατρο έφθασα από νωρίς και προσπέρασα
γοργά στο φουγιέ τους αρκετούς
ψιλή κουβέντα πιάσει που είχανε εκεί
συγκεντρωμένους τους παρεπιδημούντες
εντός της αιθούσης ένα κάθισμα επέλεξα
πίσω απ’ το κέντρο και κάπου στο πλάι
θεωρώντας έτσι πως εύκολος
να καταστεί ο εντοπισμός μου δε θα μπορούσε
η παράστασις άρχισε κι ήτανε
μια τίμια προσπάθεια όλο κέφι και μπρίο
κι ότι σε μέσα, τεχνική κι εμπειρία της έλειπε
αντιστάθμιζε, με το παραπάνω θα έλεγα,
το με πάθος μεράκι του αγνού ερρασιτέχνη
τον ένα απ’ τους βασικούς χαρακτήρες γυναίκας συ έπαιζες
μ’ εξαιρετική επιτυχία και σκέρτσο μεγάλο
χτενισμένη, βαμμένη, πολύ λαμπερή
απαστράπτουσα της σκηνής η κυρία
σε ψηλά τακούνια στηριζόσουν λικνίζοντας
το πληθωρικό σου κορμί που παλλόταν
κάτω να κρυφτεί όπου πάσχιζε
από το στενό και σχιστό και λεπτό τόσο ρούχο
κάθε που τέλειωνε μια σου εμφάνιση
το κοινό χειροκροτούσε με πάθος
όπως στο τέλος και πιο πολύ ακόμα άλλωστε
σαν βγήκε όλος ο θίασος για τις υποκλίσεις
συ εισέπραξες τις επευφημίες τις μεγαλύτερες
τα ηχηρά παλαμάκια, τα πολλά τόσα μπράβο
σε συγχαίραν για την ερμηνεία στο ρόλο σου
θαυμάζαν τα ρούχα τα φανταιζιά σου
κι εγώ στο πλήθος κρυμμένος
να με κυριεύει ασυγκράτητος ένοιωθα
πόθος για τον υπέροχο κώλο σου
για τα πανέμορφα, αφράτα βυζιά σου.

Παρασκευή 17 Ιουλίου 2015

Σάββατο 11 Ιουλίου 2015

Ο Κόνδωρ


Θα γίνουν πράγματα που δε θα πιστεύεις
γιατί δε με ξέρεις, γιατί δε με ξέρεις

εγώ είμαι ο στιλπνός δρυοκολάπτης
ο κόνδωρ ο επικυρίαρχος, ο υψιπετής
τα τραίνα τρέμουν
και τα τοπία εναλλάσσονται
κατά το δοκούν μου

σαν έχω όρεξη για θάλασσα
νά ‘σου αυτή απέραντη
με λυγερές λουόμενες και χταπόδια
στον ήλιο να έχουν απλωθεί
και ο γαργαλιστικός ήχος απ’ τα παγάκια
στου ούζου το ποτήρια
και τις φιάλες της ρετσίνας παγωμένης
που μετάξυ τους χτυπούν
αναμεμειγμένος με εκείνον του κυμμάτου
τα αυτιά μου κολακευτικά θωπεύει
ότι Εγώ έχω αυτά, όλα δημιουργήσει

και άμα θέλω το βουνό
να οι πλαγιές, να έλατα, να το χλωρό ρετσίνι
και τα τρεχούμενα νερά
και τα τρεχούμενα νερά
και τα παχιά λιβάδια
και ο ποιμήν με τη φλογέρα του
τη μελωδία της οποίας συνοδεύουν
με δαιδαλώδεις αυτοσχεδιασμούς φρη-τζάζ
οι κωδωνισμοί απ’ τα τροκάνια των δασύμαλλων αμνών
και των περίπου αναρίθμητων αιγοπροβάτων

και εάν επιθυμήσω τοπία αστικά
ανέτως θα περιδιαβώ στις ποικιλόχρωμες τις πόλεις
όπου στους δρόμους κεντρικούς
τα πλήθη συνωθούνται σα ζελές
οπού στα δύο θα χωρίζεται
σαν από αιχμηρό κουτάλι
όταν περνάω έφιππος Εγώ
θα κλίνουνε με σέβας το κεφάλι
άμα κι εκστατικοί θα με ατενίζουνε
με δέος, αφοσίωση, λατρεία
επί το πλείστον θα κινούμαι σε ορισμένες περιοχές
πέριξ του κέντρου και έως - το πολύ – τις παρυφές
εκεί συμβαίνουν όλα και αδιάφορα
μου είναι βέβαια ασφαλώς
τα καταπράσινα προάστια μαυσωλεία
και προσκεκλημένοι μου θα είστε αναμφίβολα
στις τόσες πολλές βραβείων επιδόσεις
σε τελετές περισσής εκλαμπρότητας
σε αμφιθέατρα και αίθουσες υπερεκατονταετούς ιστορίας
καθώς και σε μνημεία αρχαία και σε ναούς
κατ’ εξαίρεση παραχωρηθεί για την περίσταση που έχουν
θα παρουσιάζομαι εκεί ως δανδής κομψευόμενος
και θα σχολιάζουν όλοι το εξεζητημένο μου ύφος
δερματόδετοι τόμοι στα ράφια συχνά θα υπάρχουνε
συλλεκτικές, ακόμα και σπάνιες εκδόσεις
είκοσι χιλιάδες λεύγες κάτω απ’ τη θάλασσα
και ο γύρος του κόσμου σε ογδόντα ημέρες
σκόνη όλα θα γίνουν, τα πάνω κάτω θα ‘ρθουν
με τη ρηξικέλευθη τόσο ευφυή μου ομιλία
τους επαίνους θα δεχθώ, κάθε εξέχουσα διάκριση
και τις φιλοφρονήσεις θ’ αρχίσω με τους παρισταμένους
το ενωρίτερο δυνατό που επιβάλλει το τακτ και η θέση μου
θα αποχωρήσω εν μέσω γοερής δυσαρέσκειας
δεν είναι βλέπεις καθόλου του γούστου μου
όλες αυτές οι παστές τσιριμόνιες
θα φυλάξω λοιπόν τη δροσερή μου ανάταση
τις αγνές μου εν τω βάθει εσωτερές πεποιθήσεις
και μ΄ένα απαστράπτον, ολοκαίνουριο, άρμα τέθριππο
θα κινήσω για νυχτερινές περιηγήσεις
σε μονοπάτια κάπως περίεργα
σε στέκια γούστου αμφιβόλου
και πάντως όχι της φήμης καλύτερης
στα καταφύγια των διωκόμενων και των αποκλήρων
όπου συναγελάζονται κακοποιά
στοιχεία και ύποπτα, του περιθώριου, λούμπεν
πόρνες παλαίμαχες και τραβεστί
τοξικοεξαρτημένοι, αλκοολικοί, τζογαδόροι
του τσίρκου πρώην παλαιστές και ζογκλέρ
χωρίς θηρία δαμαστές και εκπεσόντες ταυρομάχοι
άποροι, σαλταδόροι, παραχαράκτες, ψευδοκαλόγεροι
σαδομαζοχιστές, γερόφιλοι, εφαψίες
μέλη παραπολιτικών, ακραίων οργανώσεων
τριτοκλασσάτοι ηθοποιοί και κομπορρήμονες κομπάρσοι
εκπάγλου κάλλους, πριν τριάντα χρόνια, πρωθιέρειες
τώρα που πίνουν δύο λίτρα βότκα την ημέρα
και ποιητές που τάραξαν της χώρας τα λογοτεχνικά νερά
για ένα τσίπουρο και λίγο ψωμοτύρι
στο πι και φι σου γράφουν μια μπαλλάντα
σε τέτοιους χώρους γιομάτους με καπνό
χαμαιτυπεία πια, πάλαι ποτέ που γνώρισαν
νύχτες σουξέ, δόξες μεγάλες
όπου θα ρέει σπίρτο σε ποσότητες
υπόπτου προελεύσεως, μεγάλης αφθονίας
θα παίζει η μπάντα ξέφρενους ρυθμούς
με ένα δανεικό ακκορντεόν
κι ένα φτηνό, παμπάλαιο, σκουριασμένο μπάντζο
κι ένα βιολί με τρεις μόνο χορδές
κι ένα τραγουδιστή που πάσχει από πολλές
του λάρυγγα ανίατες και χρόνιες παθήσεις
εκεί λοιπόν, τέτοιου βεληνεκούς
κέντρα διασκέδασης και τέτοιας περιωπής
εκεί αφού θα ξεφαντώσουμε με λύσσα έως πρωίας
θα τραβηχτούμε έπειτα σε κάτι μυστικά
υποχθόνια μαγέρικα για τα παιδιά της νύχτας
κι όταν κορέσουμε την πείνα μας, ευθυτενείς
πρωινές εφημερίδες θ’ αγοράσουμε και μπύρες στην πλατεία
κι ως την κορφή του κοντινού λόφου θα σκαρφαλώσουμε
να δούμε την ανατολή, πίνοντας, αναγνώστες
τα τελευταία που θα φαίνονται τα άστρα της νυκτός
αφού θα έχει πιάσει λίγο λίγο να χαράζει
τα μέλη θα κάνουν της παρέας να συγκινηθούν
για το Μεγάλο Άγνωστο σε σκέψεις θα τους βάλλουν

οπότε σ΄ένα πρόχειρο, προς τούτο σκάφος ειδικό
έναν προς έναν θα τους μπάσω
καταξιωμένος προ πολλού, άλλωστε όντας κοσμοναύτης
και χάρη στο πειθήνιο πλήρωμα το ρομποτικό
που υπακούει σ΄εντολές φωνητικές
ένα ολιγόλεπτο θα ξεκινήσουμε συμπαντικό ταξίδι
κατά τη διάρκεια του οποίου έκθαμβοι
έξω από τα παράθυρα θα παρατηρούν
πίνοντας από τα κουτάκια την τελευταία μπύρα
όλα αυτά που πριν εκατομμύρια
έτη μου ήρθε να σκαρώσω
εν τη μεγάλη μου Σοφία και την Πείρα
και συνετός ως πάντα θα ζητήσω επιστροφή
πριν πιθανώς επέλθει εξάντλησις καυσίμων
λίγες στιγμές αφού διαβούμε την στρατόσφαιρα
στο γαλανό ουρανό της γης νωχελικά
εν μέσω νεφελών θα πλέουμε πάλι
τα αποσβολωμένα βλέμματα θα αντικρύσω ήρεμος
με στόμφο θα εκστομίσω συμπέρασμα – χρησμό:

«Σας τό ‘πα ακολουθώντας με
θα εξαντλήσουμε τα όρια
θα υπερνικηθεί κάθε εμπόδιο
δεν θα υπάρξει φράκτης
σας τό ‘πα, δεν σας τό ‘πα ότι είμαι εγώ
ο Κόνδωρ ο επικυρίαρχος, ο υψιπετής
ότι είμαι εγώ ο στιλπνός δρυοκολάπτης»;


Τρίτη 7 Ιουλίου 2015

Μίλα μου



Νά ξερες πόσο πολύ σε θυμάμαι
κι ότι σε σκέφτομαι...
μην ειν΄ κάθε μέρα;

μια κουβέντα σου θά ‘θελα
για παρηγοριά έτσι όπως κάθομαι
ολομόνος δω πέρα

έχει γύρω γεμίσει
ο κόσμος μίσος και ζόφο
απελπισία και άγχος και τρέλλα

σαν έφυγες σχέδιασα καλοκαίρι γαλήνης
μα σαν ο άνθρωπος σχέδιαζε
ο Θεός δεν εγέλα;

κι εσύ δε μιλάς κι έχει μπει πια Ιούλιος
μα όλο βρέχει· προσπαθώ στη βεράντα
για ανακούφιση κάτι να γράφω

γιατί δε μιλάς; αφού το λένε
δυνατή ειν’ η φωνή και ακούγεται
της μάνας πέρα απ’ τον τάφο.

Πέμπτη 2 Ιουλίου 2015

Ο Τιμολέων


Προς το τέλος της έκτης
δεκαετίας της ζωής του
βαδίζει πλέον
ο Τιμολέων

γεννήθηκε και μεγάλωσε
σε μία πόλη επαρχιακή
όχι μακριά από την πρωτεύουσα
ο Τιμολέων

ήταν λένε ένα ιδιαίτερα
ευαίσθητο μα πάντως
πολύ καλό παιδί
ο Τιμολέων

άριστος μαθητής, χρόνια στο κατηχητικό
και σε αθλήματα ομαδικά κι ατομικά
πολλές φορές πρώτος ή διακριθείς
ο Τιμολέων

πέτυχε στο Πανεπιστήμιο και ήρθε να σπουδάσει
έπιασε ένα δωμάτιο
κοντά στο λόφο Στρέφη
ο Τιμολέων

είχε ενδιαφέροντα πολλά
ανησυχίες
για τα πολιτικά, για καλλιτεχνικά
ο Τιμολέων

τον έλκυαν οι ιδέες του αναρχισμού
η ποίηση του άρεσε, η μουσική, έγραφε στίχους και
ζωγράφιζε, έφτιαχνε γλυπτά, παιχνίδια
ο Τιμολέων

άρχισε τις σπουδές του να παραμελεί
έμπλεξε με όχι
καλόφημες παρέες
ο Τιμολέων

εωσότου γνώρισε έναν έρωτα
βαθύ, συντριπτικό, μα ανανταπόδοτο
κουρέλι έγινε
ο Τιμολέων

τό ‘ριξε σε χειρωνακτικές, βαρειές δουλειές να ξεχαστεί
με μεροκάματο, βάρδια διπλή
για μήνες ζωή κτήνους
ο Τιμολέων

με το κομπόδεμα που μάζεψε
αγόρασε τέταρτο χέρι
ένα παλιό σαραβαλάκι
ο Τιμολέων

και βρήκε πάλι τη χαρά
μεράκι τόσο
τό ‘χε
ο Τιμολέων

ξεκίνησε τις βόλτες και τις εκδρομές
τί θάλασσες, τι Σούνια
και τι βουνά, Πεντέλη, Πάρνηθα
ο Τιμολέων

και λίγο λίγο όλο πιο μακριά
και να Χαλκίδα
και να Επίδαυρο
ο Τιμολέων

και τα Σαββατοκύριακα βάζανε ρεφενέ
με τα πατριωτάκια κι αυτός σωφέρ
στην πόλης τους κι Αθήνα αλερετούρ
ο Τιμολέων

κανείς δεν ξέρει τι έπαθε
σ’ εκείνο το ταξίδι γυρισμού
μετά το Πάσχα
ο Τιμολέων

είχε μαζί του το γαμπρό
την αδερφή του
και μία τους φίλη παιδική
ο Τιμολέων

τον έλεγχο πώς έχασε άγνωστο
το αυτοκίνητο διαλύθηκε
και βγήκε ζωντανός μόνο
ο Τιμολέων

τέσσερις μήνες στο νοσοκομείο έμεινε
τρεις εγχειρήσεις έκανε εκεί
και άλλες έξι ακολούθησαν
ο Τιμολέων

σίδερα συγκρατούνε τα σμπαραλιασμένα του οστά
και μ΄ένα κούτσαιμα φρικτό
βαδίζει μόνιμα
ο Τιμολέων

αφού κατάλαβε τι έγινε, πήγε να τρελλαθεί
και βρήκε καταφύγιο στο ποτό
μέθυσος έγινε ανεξέλεγκτος
ο Τιμολέων

με τη μποτίλια αγκαλιά, ώρα προχωρημένη
στην πλατεΐτσα τη μικρή, πάνω απ’ τον Αη Νικόλα
στα Πευκάκια όπου μένει πια, ξενύχτης, μεθυσμένος
ο Τιμολέων

σα λύκος στο φεγγάρι αλυχτά
με πόνο σκούζει
και ουρλιάζει δυνατά
ο Τιμολέων

ακόμη κι όσοι τον ήξεραν καλά και δείχναν καταννόηση
του βάζουν τις φωνές, τον επιπλήττουν αυστηρά
μήπως συνετισθεί
ο Τιμολέων

«βρε, σταμάτα βρε, είναι αργά
πήγαινε σπίτι, πήγαινε, τ΄ακούς; πάψε πια τώρα
πήγαινε σπίτι, σταμάτα πια
ε! Τιμολέων»

αρρώστησε βαριά, το Χάρο είδε με τα μάτια του
«ή σταματάς ή μέλλον  δε θα έχεις»
του είπε το και το, ο γιατρός
στον Τιμολέων

μάλλον φοβήθηκε
δεν ξέρω πώς, σαν τα κατάφερε
κι είναι νηφάλιος εδώ καιρό
ο Τιμολέων

έχει μεγαλώσει κι αρκετά
γκρίζαρε πρώτα
τώρα είναι άσπρος
ο Τιμολέων

τον απαντάω τακτικά
στην Καλλιδρομίου κατηφορίζει
ή που ανεβαίνει
ο Τιμολέων

με τα τριμμένα του τα τζην 
έχει μακρύνει και τα μαλλιά
κι ένα κασκέττο φοράει μόνιμα
ο Τιμολέων

απ΄το μικρό του δώμα στις υπώρειες του Λυκαβηττού
στο καφενείο, στα Εξάρχεια
όπου συχνάζει
ο Τιμολέων

πρωί και απόγευμα, άμα είναι ο καιρός καλός
στο πεζοδρόμιο, σ΄ένα τραπέζι, κάθεται
και αργορουφάει τον καφέ του
ο Τιμολέων

στο δέντρο κρέμονται τα ξύλινα παιχνίδια
που φτιάχνει και πουλά
και φτωχοζεί
ο Τιμολέων

αν κάνει ψύχρα, μέσα
βλέπουν ποδόσφαιρο στην τηλεόραση
μαζί με άλλους
ο Τιμολέων

χαμένος φαίνεται
κάπως σαν να
μην είναι εκεί
ο Τιμολέων

έχει χάσει κιλά, έχει ζαρώσει το πρόσωπο
άδεια μοιάζουν τα ρούχα
άδειος κι αυτός
ο Τιμολέων.