Σάββατο 31 Ιουλίου 2010

Τα έξοχα Ιωάννινα

(γράμμα στη Λ. που γύρισε από τα Γιάννενα, τα οποία βρήκε - και στα οποία πέρασε – «έξοχα!»)



Αχ! Τα Ιωάννινα! Η πόλις η εξόχως ενδιαφέρουσα! Που βρίθει (εξόχως) εξόχων ενδιαφερόντων, αξιοθεάτων, απολαύσεων και αισθήσεων!
Το έξοχον σπήλαιον βεβαίως, στην εξοχή, έξω από τα Ιωάννινα.
Το των κερίνων ομοιωμάτων μουσείον.
Οι έξοχοι μεζέδες και τα εδέσματα, τα εκ των πλασμάτων της Λίμνης προερχόμενα (πόδες βατράχων και άλλα).
Η νήσος της Λίμνης, οι κάτοικοι της οποίας λέγεται ότι κατάγονται από τη Λακωνία, από τη Μάνη.
Η παράδοση της εξόχου συντεχνίας των τοπικών ασημουργών.
Και τόσα άλλα!...
Μα πάνω από όλα… η έξοχα ρομαντική, καταλυτική, συντριπτικά ποιητική δι όλους ημάς που τον έως τώρα ανωφελή μας βίον αναλώσαμε, αναλώνουμε και – όπως όλα δείχνουν – δια παντός το αυτό θα πράττουμε, σε χίμαιρες, ονειροπολήσεις, φαντασιοπληξίες και ρεμβασμούς, η έξοχη λέω ιστορία εκείνης της υπέροχης γυναίκας, της ερωμένης του Αλή Πασσά, της κυρά Φροσύνης!

Παρασκευή 30 Ιουλίου 2010

Επιστολαί Στρατηγού Ευάγγελου Τζ.

Ο Ευάγγελος Τζ. αφού σημείωσε μια θαυμαστή και λαμπρή πορεία στο στράτευμα, έφθασε τελικά – εν δόξα και τιμή – στο ανώτατο αξίωμα του Στρατηγού.
Κατά τη διάρκεια της πορείας αυτής επέδειξε (και απέδειξε) αμέτρητες φορές στα πεδία των μαχών, απίστευτο πατριωτισμό, ηρωισμό, αλτρουισμό, ιμπρεσσιονισμό, φανατισμό, διακανονισμό, δανεισμό, σεισμό, καταποντισμό, αθλητισμό, πολιτισμό, μυστικισμό, αγνωστικισμό, πεσιμισμό, μιμητισμό, εθισμό, ερωτισμό, σαδισμό, μαζοχισμό, φετιχισμό, πριαπισμό, παραλληλισμό, φιλοτελισμό, καθολικισμό, ισλαμισμό, βουδισμό, ινδουισμό, παγανισμό, δαλτωνισμό, φροϋδισμό, μαρξισμό, αναγραμματισμό, συλλαβισμό, φωτισμό, ηλεκτρισμό, μαγνητισμό, φιλελευθερισμό, προγραμματισμό, εγκλωβισμό, φεμινισμό, μισογυνισμό, αφανισμό, ισολογισμό, αποχαιρετισμό, ατταβισμό, ακτιβισμό, εντοιχισμό και παλιμπαιδισμό.
Επίσης – και όχι λίγες φορές – επέδειξε, από την κορυφή του λόφου απ’ όπου επόπτευε τη μάχη, επέδειξε λέω… γυμνά τα οπίσθια του στους εχθρούς, με αποτέλεσμα οι άντρες του αντίπαλου στρατού, εξοργισμένοι να αφήνουν τις προκαθορισμένες θέσεις τους και μην υπακούοντας στις εντολές των αξιωματικών να προχωρούν, έξαλλοι από θυμό και διψασμένοι για εκδίκηση, σε πρόωρη και άτακτη επίθεση με αποτέλεσμα (βεβαίως) σύντομη και μεγαλοπρεπή ήττα!
Πέραν τούτων και όπως έγινε ήδη φανερό από τα προλεγόμενα, ο Στρατηγός ήταν ξακουστός και για το εκλεπτυσμένο, πρωτότυπο, ανεξάντλητο, παροιμιώδες χιούμορ του.
Όλα τα παραπάνω πιστοποιούνται από εκατοντάδες προφορικές και γραπτές μαρτυρίες και μάλιστα από την ογκωδέστατη αλληλογραφία, που για δεκαετίες ο Στρατηγός διατηρούσε με γνωστούς και φίλους, ένα μικρό δείγμα της οποίας στη συνέχεια παραθέτουμε.

Μετά την αποστράτευση του, ο Στρατηγός αποφάσισε να ταξιδέψει στην Ελλάδα και τον κόσμο. Κατά τη διάρκεια των ταξιδιών αυτών συνέχισε τη συστηματική του αλληλογραφία και δεν έχασε ούτε στιγμή το χιούμορ του, όπως φαίνεται και από το χαρακτηριστικό και σπάνιο ντοκουμέντο που ακολουθεί:

Σημείωση: η αλληλογραφία του στρατηγού φυλάσσεται σε ιδιωτικό αρχείο και δεν επετράπει (δυστυχώς και ελπίζουμε προς το παρόν), η εδώ και σε τόσο ευρύ κοινό δημοσίευση της. Ελπίζουμε να γίνει στο μέλλον.

Πέμπτη 29 Ιουλίου 2010

Αυτογνωσία

Καθώς - για μια ακόμη βραδιά - καθόμουν στο μπαρ και έπινα, σκεφτόμουν:
«μηχανικός, μελετητής της ιστορίας της τεχνολογίας, επιχειρηματίας γαιοκτήμων, εκκολαπτόμενος συγγραφέας,....τί είμαι τελικά;»…
Κι εκείνη τη στιγμή έγινε σιωπή στο μπαρ καθώς φάνηκε ότι ο διπλανός μου γηραιός συμπότης, πελάτης παλαιότατος του καταστήματος και γνωστός με όλους, ετοιμαζόταν κάτι να δηλώσει.
Ύψωσε εκείνος το ποτήρι και με στόμφο είπε:
- «Κύριοι, είμεθα όλοι αλκοολικοί!».
………………
………………

Ω! το παράξενο λουλούδι της αυτογνωσίας.
Στα πιο απίθανα μέρη, ξαφνικά φυτρώνει.


7/2/2000: Bar “Au Revoir” – Οδός Πατησίων, Αθήνα και (ακόμα παλαιότερα): Bar "Λώρας" - Πλατεία Μαβίλη, Αθήνα

Τετάρτη 28 Ιουλίου 2010

Γράμμα στην Μ. για το καινούριο της σπίτι, στη συμβολή των οδών Συνεσίου Κυρήνης και Κοσμά Μελωδού (Ιούνιος 1991)

Ήταν στη μέση περίπου της Ανοιξης. Η μέρα Τρίτη του Πάσχα,η ώρα λίγο μετά το μεσημέρι, όταν οι δύο άντρες ανηφόριζαν το φιδογυριστό μονοπάτι που οδηγούσε στο κάστρο, στην κορφή του λόφου. Ο ουρανός ήταν καταγάλανος, καθαρός χωρίς σύννεφα. Ο ήλιος λαμπρός. Δεν έκανε ζέστη όμως, φύσαγε ένα δροσερό αεράκι που έπαιρνε και σκόρπιζε τη σκόνη που σηκώνανε τα βήματά τους στο χωμάτινο δρομάκι και κυμάτιζε τα μακριά ριχτά τους ενδύματα.
Αν τους παρατηρούσε κανείς.......το βάδισμά τους, το ντύσιμό τους, τις χειρονομίες τους καθώς συζητούσαν περπατώντας, και κυρίως την ευγενική και σοβαρή φυσιογνωμία τους, θα συμπέραινε ότι πρόκειται για ανθρώπους ξεχωριστούς, σημαντικούς ίσως. Και δε θά'κανε λάθος καθώς και οι δύο ήταν ξακουστοί σ'ολόκληρη την Αυτοκρατορία απ'άκρη σ'άκρη.
Ο ένας ήταν ο Συνέσιος Κυρήνης, ο επίσκοπος της Κυρηναικής Πενταπόλεως και ο άλλος ο Κοσμάς ο Μελωδός, ο φημισμένος εκκλησιαστικός ποιητής, γνωστός και σαν Αγιοπολίτης. Φίλοι παιδικοί που μεγάλωσαν και σπούδασαν μαζί κι είχαν να συναντηθούν χρόνια και χρόνια αφού κάποια στιγμή οι δρόμοι τους χώρισαν, μέχρι που η τύχη όρισε να βρεθούν για διαφορετικούς λόγους ο καθένας σ'αυτό το μικρό νησί του Αιγαίου για τη μεγάλη γιορτή της Χριστιανοσύνης, το Αγιο Πάσχα.
Η χαρά τους ήταν μεγάλη που ξανάβρισκαν ο ένας τον άλλο γιατί δε σβήνουνποτέ οι φιλίες της παιδικής και της νεανικής μας ηλικίας. Πέρναγαν τις μέρεςκαι τις ώρες τους συνέχεια μαζί απ'το πρωί ως το βράδυ. Μίλησαν πρώτα για τη ζωή τους όλο αυτό τον καιρό από τότε που είχαν ειδωθεί για τελευταία φορά.
Είπε ο Συνέσιος στον Κοσμά πώς αποφάσισε ν'ακολουθήσει τον ιερατικό βίο και πώς σιγά-σιγά χάρη στην αγάπη του λαού έγινε δημοφιλής και ανεβαίνοντας τους βαθμούς του κλήρου έφθασε να γίνει επίσκοπος. Το πόσο μόχθησε για το καλό της αγαπημένης του ιδιαίτερης πατρίδας, της Κυρήνης, πώς πήγε για τρία χρόνια στην Κωνσταντινούπολη, κοντά στον τότε βασιλιά Αρκάδιο και κατάφερε να μειώσει τη φορολογία που επιβαλλόταν στους συμπατριώτες του, πώς αγωνιζόταν σαν αντίπαλος του τυρρανικού διοικητή της Κυρήνης Ανδρόνικου και πώς εναντίον των Αφρικανών που χρόνια τώρα προσπαθούσαν να κατακτήσουν τα εδάφη της πατρίδας του.
Και είπε ο Κοσμάς στο Συνέσιο πώς τον μάγεψε η ποίηση και η μουσική, πώς έθεσε σα σκοπό της ζωής του να υμνήσει τη δόξα του θεού με τα τροπάρια και τους ψαλμούς που συνέθετε, πώς αυτός και ορισμένοι άλλοι διαμόρφωσαν το ποιητικό είδος του κανόνα, και χωρίς καθόλου έπαρση σα σεμνός άνθρωπος που ήταν απ'τη φύση του είπε πως ένα δικό του έργο μεταφρασμένο στα λατινικά χρησιμοποιείται στη λειτουργία των καθολικών. Τέλος του είπε ότι είχε πριν από ένα μήνα ζητήσει να ενταχθεί στο τάγμα της μονής του Αγίου Σάββα των Ιεροσολύμων και περίμενε με αγωνία την απάντηση γιατί ήταν κάτι που επιθυμούσε πολύ.
Και ύστερα θυμήθηκαν με συγκίνηση διάφορα περιστατικά από το παρελθόν και κοινούς τους φίλους, αγαπημένα τους πρόσωπα, τους δασκάλους τους, και μίλησαν πολύ αναπολώντας τις αγνές ξένοιαστες μέρες της νιότης τους. Και μετά μιας και ήταν κι οι δύο άνθρωποι με μεγάλη μόρφωση και καλλιέργεια,άνθρωποι της σκέψης, μίλησαν για την τέχνη και για τις επιστήμες, για τα βιβλία και τους μεγάλους συγγραφείς, για το Θεό και τον Ανθρωπο, για τα μυστήρια της Ψυχής και του Νου, για τη Ζωή.............και μίλαγαν, μίλαγαν ώρες ολόκληρες, περνώντας απ'το ένα θέμα στο άλλο με την άνεση που τους παρείχε το εφόδιο των μεγάλων γνώσεων,του ανύσηχου και στοχαστικού τους πνεύματος.
Απολάμβαναν τις ατελείωτες αυτές συζητήσεις και γι αυτό καθαυτό το περιεχόμενό τους και τα θέματά τους, τα οποία πάντα τους ενδιέφεραν και τα ερευνούσαν, αλλά πιο πολύ γιατί ήταν αυτοί οι δύο, οι αχώριστοι κάποτε φίλοι, που τώρα ώριμοι άντρες πια είχαν αυτή την ευκαιρία, και ευχαριστούσαν το Θεό για τις ευτυχισμένες στιγμές που τους χάριζε.
Eτσι και εκείνη τη μέρα, συζητώντας για κάποιο ζήτημα ανέβαιναν προς το κάστρο που κάποτε το χρησιμοποιούσαν οι κάτοικοι του νησιού για να προφυλάσσονται απ'τις επιδρομές των πειρατών, μιας όμως και το φαινόμενο αυτό είχε πια εκλείψει ήταν ερειπωμένο και σπάνια ανέβαινε κανείς ως εκεί πάνω. Εφθασαν έτσι στην είσοδο του κάστρου, η βαριά σιδερένια πόρτα ήταν ανοιχτή και πέρασαν από την πύλη που ήταν χτισμένη από μεγάλες πελεκητές πέτρες κι άρχισαν να περιδιαβαίνουν ανάμεσα στους διαδρόμους του κάστρου, τα κτίσματα, τους πύργους, τα λιθόστρωτα δρομάκια, τα τείχη με τις πολεμίστρες. Ελάχιστα όμως παρατηρούσαν το περιβάλλον γύρω τους καθώς ήταν απορροφημένοι στην κουβέντα τους. Περπατούσαν, κοντοστέκονταν που και που και μετά συνέχιζαν μιλώντας πάντα.
Ωσπου έφθασαν κάποια στιγμή σ'ένα πλατωμα του κάστρου και ξαφνικά σταμάτησαν κι οι δύο εκέι που βρίσκονταν και σώπασαν απότομα. Οι λέξεις έμειναν κρεμασμένες στα χείλη τους κι οι σκέψεις σβήσαν και διαλύθηκαν. Δεν κάναν τίποτα παρά μόνο κοιτούσαν το θέαμα μπροστά τους. Μερικά μέτρα πιο κει, κάτω από ένα μικρό δεντράκι ήταν ένα νεαρό κορίτσι γονατισμένο στην πράσινη χλόη. Σ'εκείνο το σημείο ο αέρας είχε πάρει φαίνεται κι είχε ρίξει το τζάμι από ένα παράθυρο κάποιου πύργου και αυτό είχε σπάσει γεμίζοντας τον τόπο με χίλια δυο κομματάκια γυαλί και το κορίτσι σκυμμένο διάλεγε τα γυαλάκια, τα μάζευε από κάτω με το ένα χέρι και τά'βαζε στη χούφτα του άλλου της χεριού.Και μάζευε ένα ένα τα μικρά διάφανα κομματάκια που γυάλιζαν και αντανακλούσαν με το φώς του ήλιου σαν πετράδια πολύτιμα, και ήταν τόσο ήρεμες και μαγικές οι κινήσεις της, τόσο όμορφο το νεανικό της πρόσωπο, ο αέρας φύσαγε μια τούφα απ'τα μαλλιά της που της έπεφτε στο πρόσωπο, τα λουλούδια της Ανοιξης άνθιζαν πάνω απ'το πράσινο χορτάρι, η θάλασσα κάτω χαμηλά απέραντη γαλάζια, ένα μικρό καραβάκι την έσκιζε σε μια μεριά αφήνοντας μια άσπρη γραμμή αφρού πίσω του, πουλιά κελαηδούσαν κάπου κοντά και απόμακρα ακούγονταν οι καμπάνες της εκκλησίας του νησιού που καλούσαν στη λειτουργία κι εκεί το κορίτσι, Χριστέ μου το κορίτσι αυτό απορροφημένο στην ασχολία του, με το κεφάλι σκυφτό να μαζεύει τα γυαλάκια χωρίς να δίνει σημασία τι γίνεται γύρω του, ούτε που τους ένοιωσε που στέκονταν λίγο πιο πέρα ακίνητοι και την κοιτούσαν.
Και σα να συμφώνησαν κι οι δύο παρ'όλο που δεν αντάλλαξαν κουβέντα,στρέψανε και σιγά σιγά να μην τους καταλάβει γύρισαν πίσω από το δρόμο που είχαν έρθει, έφθασαν στην πύλη, βγήκαν απ'το κάστρο κι άρχισαν να κατηφορίζουν το δρόμο προς το νησί. Ούτε μια λέξη δεν έλεγαν, περπατούσαν μόνο δίπλα δίπλα γεμάτοι απ'την εικόνα που λίγο πριν είχαν αντικρύσει. Και πού πήγαν τώρα οι σκέψεις, οι συλλογισμοί, πού πήγε η φιλοσοφία, η θρησκεία, η ψυχή του ανθρώπου, οι αξίες της ζωής, τα ιδανικά, οι στοχασμοί, οι κρίσεις, το νόημα του κάθετι,τα σπουδαία βιβλία, οι σοφοί άνθρωποι της ιστορίας, χάθηκαν χάθηκαν όλα, δεν υπήρχε τίποτα, μόνο η εικόνα του κοριτσιού που μάζευε σκυμμένο τα γυαλάκια πάνω στο κάστρο.
Εφθασαν έτσι, χωρίς καθόλου νά'χουν μιλήσει, στο χωριό του νησιού. Και μετά από λίγες μέρες έφυγαν, ο καθένας για τον προορισμό του αφού αγκαλιάστηκαν και αποχαιρετήθηκαν δακρυσμένοι.
Εζησαν κι οι δυο τους χρόνια ακόμη, ζωή δημιουργική και ένδοξη και έμαθαν,γνώρισαν και είδαν πράγματα πολλά. Ομως απ'όλα πιο ζωντανό μες στην καρδιά και το μυαλό τους έμεινε ένα: η εικόνα του κοριτσιού στο κάστρο, μια Τρίτη του Πάσχα σ'ένα νησί του Αιγαίου.
Και δεν το ξέχασαν ποτέ.
Κι ακόμα νομίζω το θυμούνται.

Τρίτη 27 Ιουλίου 2010

Όλο Βι και Βη…. (και Βυ και Βει και Βοι και Βυι κ.λ.π.)

(Χρόνια Πολλά Β.)

Εξάρχεια, 26 Ιουλίου 010

Στο στάδιο αυτό, του ανωφελούς μου βίου, όπου έχω πια φθάσει, έχοντας συμπληρώσει τέσσερις – και πλέον - δεκαετίες ζωής και με (κατά πάσσαν πιθανότητα) ολίγα μόνο χρόνια ζωής να μου απομένουν για να ζήσω (βλέπεις, επί σειρά πολλών ετών στη διάρκεια της νεότητος μου, είχα βυθισθεί σε κάθε είδους καταχρήσεις), στο στάδιο αυτό λοιπόν λέω, έχω αποκτήσει ένα από τα προνόμια της ηλικίας: την πείρα.. Χάρι σ’ αυτήν μπορώ να παραμένω ψύχραιμος και νηφάλιος όταν συμβαίνουν διάφορα απροσδόκητα, ακαταννόητα, αιφνίδια γεγονότα, την ώρα που νεότεροι συνάνθρωποι (τελείως βέβαια δικαιολογημένα) σαστίζουν και τα χάνουν: «Αμάν! Πώς έγινε αυτό; Μα πώς είναι δυνατόν; Ωωωω! Τι θα κάνουμε τώρα; Αααα, δε μπορώ να το πιστέψω. Τί θ’ απογίνω θεέ μου, δε μπορώ, δε μπορώ!». Την ώρα εκείνη εγώ κουνώ με συγκατάβαση το γέρικο κεφάλι μου και μ’ ένα κάπως πικρό χαμόγελο στα χείλη, συνεχίζω να λειτουργώ. Ένα που λες από αυτά που με δίδαξε η πείρα, είναι πως ισχύει πέρα για πέρα αυτό που λεν, πως δηλαδή: «η πραγματικότητα ξεπερνά – συχνά - τη φαντασία». Πόσες και πόσες φορές, δεν τό ‘χω διαπιστώσει; Και ιδού ένα παράδειγμα: Κάθε χρόνο, τέτοια μέρα (μέρα για μένα και σημαντική, καθώς η εκκλησία μας γιορτάζει τη μνήμη της Αγίας Παρασκευής, όστις τυγχάνεις αγία πολιούχος και θαυματουργή στο χωριό μου), μου συμβαίνει κάτι εντελώς παράδοξο: αλλοιώνεται η ομιλία μου, ο λόγος μου στρεβλώνει, υποπίπτω σε ένα γλωσσικό παραλήρημα. Ωστόσο, το φαινόμενο διαρκεί μόνον τη συγκεκριμένη ημέρα, την 26η Ιουλίου – ούτε πριν παρατηρείται, ούτε μετά. Σε τι συνίσταται το παραλήρημα αυτό, που – καθώς προηγουμένως σου έλεγα – το έχω πλέον αποδεχθεί και ενστερνισθεί και συμφιλιωθεί μαζί του, που το αντιμετωπίζω με ηρεμία που σε πολλούς φαντάζει αδιαννόητη σε σχέση με το πόσο «ιδιαίτερο» είναι, σε τι συνίσταται λοιπόν; Ε, να: λέω όλο Βι. Και Βη. Και Βυ και Βει και Βοι και Βυι και τα λοιπά. Τί πάει να πει αυτό θα μου πεις; Μα… αυτό που μόλις σου είπα. Χρησιμοποιώ τη συγκεκριμένη συλλαβή ακατάσχετα. Και όταν πρέπει και όταν δεν πρέπει. Και εκεί που ταιριάζει και είναι σωστό και εκεί που δεν ταιριάζει και είναι λάθος. Και στον γραπτό και στον προφορικό λόγο. Συνεχώς, όλην τη μέρα. Καλό, εν τούτοις, πιστεύω είναι να σου δώσω παραδείγματα, να γίνει το παράδοξο αυτό καταννοητό. Φερ ειπείν επιστρατεύω τα ολίγιστα γερμανοαγγλογαλλοιταλολατινικά μου και μιλώ, με κάθε ευκαιρία, σ’ αυτές τις - εν πολλοίς άγνωστες σε μένα – γλώσσες, χρησιμοποιώντας λέξεις που περιέχουν τη συλλαβή «Βι» και χωρίς απαραίτητα αυτά που λέω να αρμόζουν (μάλλον το αντίθετο!) στις περιστάσεις. Π.χ.: «Βη γκέτες ίννεν; Ααααα; Νιχτ ζο γκουτ; Βη ζο; / Λεεετς γκόου φέλλοους….φορ βίιιιιιικτορυ / Ε βιζαβί σι βου βουλέ. Ντακόρ; Αλλόρ, λα βι εν ρόζε / Λα βίτα ε μπέλλα, ε σινιόρα; / Αρς λόνγκα βίτα μπρέβις» κ.λ.π. Επίσης: χρησιμοποιώ συνεχώς μονοσύλλαβες ελληνικές λέξεις με κατάληξη κάθε είδους «ι», αντικαθιστώντας το σύμφωνο που προηγείται του «ι» με «β». Όπως: «Και βι πάει να βει αυτό ρε βυ; Βη νομίζεις ότι είμαι κορόιδο. Φαίνεται, όποιος και να το βει, αμέσως θα καταλάβει. Βι αυτό σταμάτα να με δουλεύεις. Και βη, με αυτόν τον απροκάλυπτο τρόπο. Μα πώς μπορεί κανείς να βει λέγοντας συνέχεια ψέμματα; Όμως, χα!, τα πάντα βει αγαπητέ μου. Ας γελάσω: βι, βι, βι! Ή ακόμα, όταν έρθει η ώρα να καταπιαστώ με το γράψιμο, όπως κάθε μέρα προσπαθώ να κάνω, το γραπτό προκύπτει χαοτικό και σχεδόν ακαταννόητο. Διότι βέβαια βρίθει από λέξεις που περιέχουν «βι» και (μάλλον) στερείται νοήματος – ή μήπως όχι; Χα! χα! χα! Ακολουθεί, ως παράδειγμα, κάτι που ανέσυρα από το αρχείο μου: «Έγλειστος, σ’ ένα ίδρυμα περιθάλψεως ψυχικώς νοσούντων, ετελεύτησε ο Γεώργιος Βιζυηνός. Παν και τα δοκίμια, παν και οι μεταφράσεις και τα διηγήματα και τα παιδικά ποιήματα. Ο πνευματικός του βίος τελείωσε πριν το βιολογικό του θάνατα. Τι φοβερό! Κι εγώ; Πώς – πού θα πεθάνω; Λες, τόσο τη φύση που αγαπώ, σε κάποιον βιότοπο, σ’ ένα βιβάρι; Σ’ ένα πράσινο λιβάδι όπου βίσσωνες βοσκούν; Σε μια ακροποταμιά παρατηρώντας να πλατσουρίζουνε παιχνιδιάρικα οι βίδρες; Ή μήπως θεατής – ακροατής σ’ ένα κοντσέρτο την ώρα που οι βιόλες, τα βιολοντσέλλα και τα βιολιά θα εκτελούν κρεσσέντο; Αχ! τι ωραία μουσική; Ή λες μήπως κι εγώ, όπως πολλοί το λεν κι επιθυμούνε (ο τέλειος θάνατος), ανάμεσα στα απαλά, ζεστά τα στήθη αγαπημένης γυναικός, απάνω στα βυζιά της να ααααχ! κοιμηθώ για πάντα; Μπααα, δε νομίζω. Ε, τότε μήπως παρακαλώ: σε μια σκοτεινή, δροσερή βιβλιοθήκη; Εκεί, ανάμεσα στους αναρίθμητους τους τόμους, φίλοι αγαπημένοι και πιο πιστοί από παιδί, πόσο λατρεύω κι αγαπώ: τα βιβλία, στα βιβλία. Ω! μάταιη ελπίδα. Μα κι είναι δίκαιο. Βλέπεις, με βία φέρθηκα χρόνια πολλά στον εαυτό μου. Και τώρα πρέπει να πληρώσω. Βυθίζομαι την ώρα που οι άλλοι κάνουν βίρα. Αααααα, μάλλον σε κάποια φρικτή πόλη. Γεμάτη θόρυβο, βιασύνη και ρύπους: βυρήλιο, βισμούθιο και άλλα δηλητήρια να αιωρούνται στον αέρα που ανασαίνουμε. Πώς να το αποφύγω δεν ξέρω. Από την άλλη ξέρω, άχρηστη γνώση θα μου πεις…., θέλω να πώ όλοι σχεδόν ξέρουν τον Δημήτριο Βικέλα ως αναβιωτή των Ολυμπιακών αγώνων και αγνοούν τα υπέροχα διηγήμτα που έχει γράψει. Θέλω (και πάλι) να πώ: δεν είμαι βάρβαρος βησσιγότθος μα ούτε κι ευγενής βυζαντινός. Κάνω ότι μπορώ. Διαβάζω τη Βίβλο σχεδόν καθημερινά. Προσεύχομαι στον Άγιο Βίβο (μεγάλη η χάρη του), τον οσιομάρτυρα, μοναχό και διάκονο που συνελλήφθει στον επί Δεκίου διωγμό διωγμό από τον ηγεμόνα Ουαλεριανό στην Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου και αφού υπέστη σκληρά βασανιστήρια, αποκεφαλίσθηκε. Και Κύριε, σε Σε που εγεννήθεις εν Βηθλεέμ τη πόλει, ελπίζω. Τουλάχιστον, την ώρα κείνη, κάπου – έστω μακριά – ν’ ακούγεται Βιβάλντι. Και να μπορέσω να δω σαν σε όραμα τη μορφή του Δάσκαλου, του «μάγου από το Βίντσι», και τα σπινθηροβόλα μάτια του και το γλυκό μέσα από την ολόλευκη γενειάδα του χαμόγελο. Μαέστρο!»

Να, λοιπόν. Καταλαβαίνεις τι σου λέω; Πώς; Δε με πιστεύεις;…… Ε, τότε μέτρησε τα «Βι» στο κείμενο αυτό.

Βικρή μου.

Χρόνια Πολλά.

Παρασκευή 23 Ιουλίου 2010

Εμπρός στο δρόμο που χάραξε ο Λύο..... (152)

...Καλοβυρνάς, με το υπέροχο "Πλαθολόγιο Λέξεων" των εκδόσεων Intro Books (ISBN:960-6680-12-6) αλλά και τη νέα "απουστειρωμένη" έκδοση του Πλαθολογίου (εκδόσεις IntroBooks 2008, ISBN: 978-960-6680-48-9). Ας προσπαθήσουμε (έστω και ως ανάξιοι μιμητές) να καταγράψουμε ορισμένα ακόμα λήμματα.


Τσεκουρώ ΙΙ
(βλ. και λήμμα 118 – 20/1/010): ουρώ σε ειδικό πλαστικό δοχείο, το οποίο στη συνέχεια παραδίδω σε γιατρό, νοσοκόμο ή άλλο υπεύθυνο. Το περιεχόμενο του δοχείου (τα «εξετούρρα» - βλ. λήμμα 150, 19/7/010), προορίζεται, προφανώς, για μικροβιολογικές εξετάσεις, ανάλυση κ.λ.π..

Τετάρτη 21 Ιουλίου 2010

Επέτειος (21 Ιουλίου 1928)

Αναδημοσίευση από: http://alex-the-walker.blogspot.com/2008/01/blog-post.html

Στις 20 Ιουλίου αποπειράθηκε να αυτοκτονήσει προσπαθώντας μάταια να πνιγεί. Την επόμενη μέρα, αφού επισκέφτηκε ένα καφενείο της Πρέβεζας, λίγες ώρες αργότερα αυτοκτόνησε με περίστροφο κάτω από έναν ευκάλυπτο, έχοντας πάνω του ένα σημείωμα, το οποίο έγραφε:


«..
Είναι καιρός να φανερώσω την τραγωδία μου. Το μεγαλύτερό μου ελάττωμα στάθηκε η αχαλίνωτη περιέργειά μου, η νοσηρή φαντασία και η προσπάθειά μου να πληροφορηθώ για όλες τις συγκινήσεις, χωρίς, τις περσότερες, να μπορώ να τις αισθανθώ. Τη χυδαία όμως πράξη που μου αποδίδεται τη μισώ. Εζήτησα μόνο την ιδεατή ατμόσφαιρά της, την έσχατη πικρία. Ούτε είμαι ο κατάλληλος άνθρωπος για το επάγγελμα εκείνο. Ολόκληρο το παρελθόν μου πείθει γι' αυτό. Κάθε πραγματικότης μου ήταν αποκρουστική.

Είχα τον ίλιγγο του κινδύνου. Και τον κίνδυνο που ήρθε τον δέχομαι με πρόθυμη καρδιά. Πληρώνω για όσους, καθώς εγώ, δεν έβλεπαν κανένα ιδανικό στη ζωή τους, έμειναν πάντα έρμαια των δισταγμών τους, ή εθεώρησαν την ύπαρξη τους παιχνίδι χωρίς ουσία. Τους βλέπω να έρχονται ολοένα περσότεροι, μαζύ με τους αιώνες. Σ' αυτούς απευθύνομαι. Αφού εδοκίμασα όλες τις χαρές!! είμαι έτοιμος για έναν ατιμωτικό θάνατο. Λυπούμαι τους δυστυχισμένους γονείς μου, λυπούμαι τ' αδέλφια μου. Αλλά φεύγω με το μέτωπο ψηλά. Ημουν άρρωστος.Σας παρακαλώ να τηλεγραφήσετε, για να προδιαθέση την οικογένειά μου, στο θείο μου Δημοσθένη Καρυωτάκη, οδός Μονής Προδρόμου, πάροδος Αριστοτέλους, Αθήνας.
Κ.Γ.Κ.
Και για ν' αλλάξουμε τόνο. Συμβουλεύω όσους ξέρουν κολύμπι να μην επιχειρήσουνε ποτέ να αυτοκτονήσουν δια θαλάσσης. Ολη νύχτα απόψε, επί 10 ώρες, εδερνόμουν με τα κύματα. Ηπια άφθονο νερό, αλλά κάθε τόσο, χωρίς να καταλάβω πώς, το στόμα μου ανέβαινε στην επιφάνεια. Ωρισμένως, κάποτε, όταν μου δοθή ευκαιρία, θα γράψω τις εντυπώσεις ενός πνιγμένου.
Κ.Γ.Κ.
…»

Τρίτη 20 Ιουλίου 2010

Εμπρός στο δρόμο που χάραξε ο Λύο..... (151)

...Καλοβυρνάς, με το υπέροχο "Πλαθολόγιο Λέξεων" των εκδόσεων Intro Books (ISBN:960-6680-12-6) αλλά και τη νέα "απουστειρωμένη" έκδοση του Πλαθολογίου (εκδόσεις IntroBooks 2008, ISBN: 978-960-6680-48-9). Ας προσπαθήσουμε (έστω και ως ανάξιοι μιμητές) να καταγράψουμε ορισμένα ακόμα λήμματα.


Χριστοπαναγιώτης, ο: αυτός που βρίζει ασύστολα τα θεία (σπανίως χρησιμοποιείται το θηλυκό «Χριστοπαναγιώτα» μια που οι κυρίες συνήθως χρησιμοποιούν βρισιές και χειρονομίες σεξουαλικού περιεχομένου – ο καθένας ότι του λείπει). Π.χ. «Αυτός δεν έχει ιερό και όσιο, μεγάλος Χριστοπαναγιώτης»

Ευχαριστώ ξάδελφε Χρήστο για τη λέξη

Δευτέρα 19 Ιουλίου 2010

Εμπρός στο δρόμο που χάραξε ο Λύο..... (150)

...Καλοβυρνάς, με το υπέροχο "Πλαθολόγιο Λέξεων" των εκδόσεων Intro Books (ISBN:960-6680-12-6) αλλά και τη νέα "απουστειρωμένη" έκδοση του Πλαθολογίου (εκδόσεις IntroBooks 2008, ISBN: 978-960-6680-48-9). Ας προσπαθήσουμε (έστω και ως ανάξιοι μιμητές) να καταγράψουμε ορισμένα ακόμα λήμματα.

Εξετούρρα
: τα προς μικροβιολογικές εξετάσεις, ανάλυση, καλλιέργεια κ.λ.π. ούρρα (βλ. και λήμμα «τσεκουρώ II». Π.χ. (υποχόνδριος πελάτης σε μικροβιολογικό ιατρείο): «Πω! Πω! Εξετάσεις, πω πω νούμερα, διαγράμματα…. μα είστε σίγουρος γιατρέ;», «- Πώς είπατε;», «- Λέω, είστε βέβαιος;», «- Τί εννοείτε κύριε;», «- Μα…να: με τόσα λίγα εξετούρρα, ένα κυπελλάκι τόσο δα, κάνατε τόσο πολλές εξετάσεις; Εγώ θά ’λεγα ότι θά ’πρεπε νά ’χετε πάρει έναν κουβά τουλάχιστον. Μήπως κάνετε λάθος;», «-Καλή σας ημέρα και ΑΝΤΙΟ κύριε!».

Κυριακή 18 Ιουλίου 2010

Εμπρός στο δρόμο που χάραξε ο Λύο..... (149)

...Καλοβυρνάς, με το υπέροχο "Πλαθολόγιο Λέξεων" των εκδόσεων Intro Books (ISBN:960-6680-12-6) αλλά και τη νέα "απουστειρωμένη" έκδοση του Πλαθολογίου (εκδόσεις IntroBooks 2008, ISBN: 978-960-6680-48-9). Ας προσπαθήσουμε (έστω και ως ανάξιοι μιμητές) να καταγράψουμε ορισμένα ακόμα λήμματα.


Νοσηρόπιττα, η: πιττοειδές παρασκεύασμα, εξαιρετικά εύγεστο όταν το καταναλώνετε, πλην όμως αμέσως μετά το μετανοιώνετε, στην αρχή με καούρες και βάρος στο στομάχι και μετά το εμπεδώνετε (πως την πατήσατε κι από την πίττα ότι νοσήσατε), όταν αρχίσετε τις επισκέψεις στην τουαλέττα για «εξαγωγές», όταν αρχίσουν οι κρυάδες, οι κομάρες, οι εκ του αφορήτου πόνου οιμωγές (βλ. και λήμμα 148: «Νοστυρόπιττα»).

Σάββατο 17 Ιουλίου 2010

Κλέφτες στην Καροτούπολη *

(*από τα παραμύθια της Άννας – βλ. και δημοσιεύσεις 28ης Αυγούστου 2007 και Πέμπτης 27ης Μαΐου 2010)

Στην Καροτούπολη όλα ήταν φτιαγμένα από καρότο. Όλα; Μάλιστα, όλα! Μα…….όλα; Μάλιστα, όλα!!!!
Τα σπίτια για παράδειγμα. Από καρότο ήταν φτιαγμένα: οι τοίχοι από καροτότουβλα, οι σκεπές από καροτοκεραμίδια, τα πατώματα, οι πόρτες και τα παράθυρα από καροτοσανίδες και λοιπά……και λοιπά. Βέβαια, δε χρειάζεται να πούμε ότι στις γλάστρες, στις βεράντες και τις αυλές, φυτρώνανε αποκλειστικά και μόνο καρότα.
Ακόμα, οι δρόμοι όλοι: και οι μικροί δρόμοι στις γειτονιές και οι μεγάλοι δρόμοι στο κέντρο της πόλης, με καροτόχωμα ήταν στρωμένοι. Και με καροτόπλακες ήταν στρωμένες οι πλατείες της Καροτούπολης που τις ομόρφαιναν τα συντριβάνια και τα αγάλματα, με τέχνη σκαλισμένα σε στιλπνό, αστραφτερό καροτόλιθο!
Τα ρούχα των κατοίκων της Καροτούπολης είχαν βεβαίως όλα χρώμα καροτί. Άλλο χρώμα δεν έβλεπες, παρά μόνο που και που, στα κουμπιά – για παράδειγμα - ή στους γιακάδες, άντε λίγο πράσινο (όπως τα φύλλα του καρότου) ή λίγο καφέ (όπως το χώμα, που μέσα του φυτρώνουν και μεγαλώνουν τα καρότα).
Όσο για το τι τρώγανε και το τι πίνανε στην Καροτούπολη…χρειάζεται και σκέψη;
Όλα τα φαγητά και τα γλυκά, φτιάχνονταν από καρότο. Δηλαδή: καρότα βραστά, καρότα ψητά, καρότα σαλάτα, καροτόσουπα, καρότα αλά κρεμ, καρότα κοκκινιστά, καρότα στον ατμό, στα κάρβουνα, στη σούβλα, καρότα με σάλτσα καρότου, καροτόπιτες, καροτοκροκέτες, κέικ καρότου, παγωτό καρότο, καρότο του κουταλιού και άλλα πολλά. Και με τα ποτά το ίδιο: καροτόζουμο, καροτάδα, χυμός καρότου και άλλα πολλά.
Και γιατί όλα αυτά;, ίσως ρωτήσετε. Μα γιατί στην Καροτούπολη οι άνθρωποι αγαπούσαν, μα τι λέω – λάτρευαν! τα καρότα.
Γιατί η Καροτούπολη από τα πολύ - πολύ παλιά χρόνια βγάζει τα καλύτερα καρότα του κόσμου. Γιατί το λένε τα βιβλία, το λένε τα τραγούδια και ο καθένας μας το ξέρει πως τα πιο νόστιμα, ζουμερά, μεγάλα καρότα, είναι της Καροτούπολης. Γιατί η Καροτούπολη είναι χτισμένη ανάμεσα σε απέραντες εκτάσεις με καροτοχώραφα που ανήκουν στους κατοίκους της Καροτούπολης, που για γενιές και γενιές τα καλλιεργούν. Και βέβαια τα καρότα της Καροτούπολης έχουν την πιο ψηλή τιμή στην αγορά και χάρη στα καρότα που παράγουν και πουλάνε, οι κάτοικοι της Καροτούπολης ζούνε μια πολύ άνετη ζωή.
Γι αυτό αγαπούν τόσο τα καρότα τους και είναι περήφανοι γι αυτά και γι αυτό ίδρυσαν στην Καροτούπολη, την περίφημη Ακαδημία του Καρότου. Το επιβλητικό κτίριο της Ακαδημίας δεσπόζει στο κέντρο της πόλης και ξεπροβάλλει ψηλό και εντυπωσιακό, περιτριγυρισμένο από καροτόκηπους, υποδειγματικά περιποιημένους.
Όλη τη μέρα η Ακαδημία είναι γεμάτη από εκατοντάδες σπουδαστές που παρακολουθούν τα μαθήματα που παραδίδουν οι σοφοί και σεβάσμιοι καθηγητές της Ακαδημίας, ή μελετούν και κάνουν τις εργασίες τους. Και στα διαλείμματα συζητούν με πάθος και ενθουσιασμό για διάφορα (γύρω από το καρότο) θέματα ή απλά ξεκουράζονται κάνοντας περιπάτους στον κήπο ροκανίζοντας δροσερά καρότα.
Ενώ την ίδια ώρα του διαλείμματος, οι σοφοί και σεβάσμιοι καθηγητές της Ακαδημίας προχωράνε βιαστικοί στους διαδρόμους, για να προλάβουν να προετοιμαστούν για την επόμενη παράδοση. Και άμα διασταυρώνονται, βγάζουν τους σκούφους και τα καπέλα τους και λένε ο ένας στον άλλον:
- Καλημέρα κύριε συνάδελφε!
- Καλημέρα κύριε συνάδελφε!
Και συνεχίζουν βιαστικοί κουβαλώντας τα βιβλία και τις σημειώσεις τους κάτω από τη μασχάλη, να προλάβουν να είναι έτοιμοι για το επόμενο μάθημα. Γιατί οι καθηγητές της Ακαδημίας αγαπούν πολύ τη δουλειά τους και αισθάνονται μεγάλο χρέος και μεγάλη ευθύνη για τη νέα γενιά, τους σπουδαστές τους, που θα γίνουν οι αυριανοί καλλιεργητές των περίφημων καρότων της Καροτούπολης, των καλύτερων καρότων του κόσμου.
Έτσι η φήμη της Ακαδημίας της Καροτούπολης έχει φτάσει στις άκρες του κόσμου. Όλοι έχουν ακουστά για τη σπουδαία αρχιτεκτονική του κτιρίου της Ακαδημίας, την τέλεια οργάνωση της, το υψηλό επίπεδο σπουδών, τους πιο σπουδαίους επιστήμονες καθηγητές στον κόσμο και τους άξιους και μελετηρούς σπουδαστές της.
Όμως υπάρχει και μια άλλη φήμη, λιγότερο διαδεδομένη που κυκλοφορεί κυρίως στα γύρω χωριά και τις γειτονικές με την Καροτούπολη πόλεις. Οι άνθρωποι εκεί δε πολυσυμπαθούν τους κατοίκους της Καροτούπολης και - για να λέμε τα πράγματα όπως είναι -, τους ζηλεύουν. Γιατί τους ζηλεύουν;
Μα για τα καρότα τους, τι άλλο; Γιατί όσο κι αν προσπαθούν, τα καρότα που καλλιεργούν εκείνοι ποτέ δε φθάνουν σε ποιότητα τα καρότα της Καροτούπολης και ποτέ δεν πιάνουν τόσο καλές τιμές στην αγορά. Και λένε πως δε μπορεί, οι κάτοικοι της Καροτούπολης έχουνε κάποιο μυστικό που κάνει τα καρότα τους τόσο καλά. Κάποιο μυστικό γνωστό από παλιά, πολύ παλιά, τότε που βγήκαν στην Καροτούπολη τα πρώτα τόσο καλά καρότα από τους προγόνους των σημερινών κατοίκων της πόλης. Μετά από δοκιμές πολλές με ποικιλίες διάφορες και διασταυρώσεις, με σπορά σε πολλά διαφορετικά χώματα, με πειραματισμούς στο όργωμα, στο σκάλισμα, στο πότισμα, ανάλογα και με τον καιρό, κατάφεραν τελικά εκείνοι οι πεισματάρηδες και παθιασμένοι καλλιεργητές να παράγουν μια ποικιλία καρότων εξαιρετικής ποιότητας που, απ’ ότι φάνηκε στα επόμενα χρόνια, ήταν και συνέχισε και συνεχίζει να είναι, η καλύτερη στον κόσμο.
Οι λεπτομέρειες λοιπόν που οδήγησαν σε αυτήν την επιτυχία και ο σπόρος της ποικιλίας αυτής και ποιος ξέρει τι άλλο είναι, λέγανε οι άνθρωποι αυτοί, το μυστικό των καρότων της Καροτούπολης. Κι ακόμα λέγανε πως στο κτίριο της Ακαδημίας, εκτός από τα αμφιθέατρα, τις αίθουσες διδασκαλίας, τα εργαστήρια, τη βιβλιοθήκη, τα γραφεία και όλους τους άλλους χώρους, υπήρχε κάπου καλά, πολύ καλά κρυμμένη, σε κάποιο βαθύ υπόγειο, σε κάποια ψηλή σοφίτα ίσως, σε μυστική στοά, ή άλλη απίθανη κρυψώνα………υπήρχε λοιπόν μέσα στο κτίριο της Ακαδημίας, η Αίθουσα του Μυστικού των Καρότων. Και μέσα εκεί υπήρχε ένας άνθρωπος μονάχα: ο Φύλακας του Μυστικού των Καρότων.
Αυτός ο άνθρωπος λοιπόν, ο Φύλακας του Μυστικού, που εκλεγόταν με διαδικασίες μυστικές ανάμεσα στους κατοίκους της Καροτούπολης, είχε σε όλη τη ζωή του ένα καθήκον, μία δουλειά, ένα σκοπό: να φυλάει το Μυστικό των Καρότων. Να μη χαθεί, να μη γίνει γνωστό έξω από την Καροτούπολη και να εφαρμόζεται κάθε χρόνο από τους καλλιεργητές με ακρίβεια, για να φέρνει επιτυχία. Κι όταν πέρναγαν πολύ τα χρόνια και ο φύλακας ήταν πια πολύ-πολύ γέρος, τότε – πάλι με τις μυστικές διαδικασίες – εκλεγόταν ο νέος Φύλακας του Μυστικού, που έπαιρνε τη θέση του στην αίθουσα του Μυστικού και φρόντιζε και τον προκάτοχο του γέρο φύλακα, που λίγο καιρό μετά την εκλογή του νέου, αναπαυόταν για πάντα.
Κάποιοι λοιπόν από τους κατοίκους των γειτονικών περιοχών της Καροτούπολης, που πίστευαν στο θρύλο του Μυστικού των Καρότων, μην αντέχοντας άλλο να μη μπορούν να βγάλουν καρότα καλύτερα, ή τουλάχιστον ίδια με αυτά της Καροτούπολης, αγανακτισμένοι και τυφλωμένοι από τη ζήλεια, πήραν μια φοβερή απόφαση: να κλέψουν το Μυστικό των Καρότων!
Οργανώθηκαν, σχεδίασαν την επιχείρηση, επέλεξαν τους πιο ικανούς κι ένα βράδυ χωρίς φεγγάρι ξεκίνησαν. Στην Καροτούπολη κοιμόντουσαν όλοι. Ξαφνικά, μέσα στη νύχτα, ακούστηκε μια φοβερή κραυγή: ΛΑΓΟΙ!!!!!!!!!!!!
Σηκώθηκαν όλοι ξαφνιασμένοι από τα κρεβάτια τους. Η άγρια κραυγή ξανακούστηκε, ακόμα πιο δυνατή: ΛΑΓΟΙ!!!!!!!!!!!!! Οι κάτοικοι της Καροτούπολης τότε, έντρομοι και ανήσυχοι, ντύθηκαν όπως-όπως, άρπαξαν τσουγκράνες, δρεπάνια, σκαλιστήρια, ραβδιά και τρέξανε όλοι στα χωράφια με τα καρότα. Γιατί ήξεραν, όπως όλοι μας, ότι ο μεγαλύτερος εχθρός των καρότων είναι ο λαγός, που τόσο του αρέσουν και πως ένα κοπάδι πεινασμένοι λαγοί θα μπορούσαν σε λίγη ώρα, με τα κοφτερά τους δόντια, να αφανίσουν τη σοδειά που σε λίγες μέρες περίμεναν να μαζέψουν, αφού τόσους μήνες είχαν κοπιάσει γι αυτήν. Σε λίγα λεπτά η Καροτούπολη είχε αδειάσει. Ακόμα και η Ακαδημία του Καρότου άδειασε. Οι φοιτητές, οι φύλακες, κι αυτοί ακόμα οι σοφοί και σεβάσμιοι καθηγητές της Ακαδημίας ξεχύθηκαν κατά τα καροτοχώραφα, για να προστατέψουν τα αγαπημένα και πολύτιμα καρότα τους από τις ορδές των αδηφάγων λαγών.
Τότε λοιπόν, με το που ερήμωσε και άδειασε η Ακαδημία, κάποιες σκιές ξεγλίστρησαν από το σκοτάδι και πλησίασαν στην είσοδο της. Ήταν οι ζηλιάρηδες γείτονες της Καροτούπολης, που αυτοί οι ίδιοι βέβαια ήταν που φώναξαν «ΛΑΓΟΙ» -χωρίς λαγοί να υπάρχουν, για να αδειάσει η πόλη και το κτίριο και τώρα μπήκαν μέσα, μοιράστηκαν σε μικρότερες ομάδες και ξεκίνησαν να ψάχνουν για την αίθουσα του μυστικού.
Ψάξανε παντού, ψάξανε δεξιά, ψάξανε αριστερά, ψάξανε πάνω, ψάξανε κάτω, ψάξανε όλους τους ορόφους, όλους τους χώρους, κάθε γωνιά….τίποτα, τίποτα, τίποτα! Είχανε απογοητευτεί τελείως και ήταν όλοι τους έτοιμοι να πιστέψουν ότι το Μυστικό και η Αίθουσα και ο Φύλακας δεν ήταν παρά ένας μύθος και τίποτε στην πραγματικότητα δεν υπήρχε.
Όμως τότε ένας από όλους τους που είχε φτάσει βαθιά στα υπόγεια της Ακαδημίας, στα πλυσταριά (εκεί που πλένανε τα τραπεζομάντηλα από το εστιατόριο, τα σεντόνια από τα κρεβάτια των κοιτώνων και τις τηβέννους και τους σκούφους των σοφών και σεβάσμιων καθηγητών της Ακαδημίας και ότι άλλο ύφασμα χρειαζόταν πλύσιμο), είδε μια μικρή, στενή σκάλα που κατέβαινε λίγο πιο κάτω ακόμα και σταμάταγε μπροστά σε μια ξεθωριασμένη, ταπεινή, ξύλινη πορτίτσα. Μη πιστεύοντας πως μπορούσε να υπάρχει τίποτα σπουδαίο μέσα εκεί, κατέβηκε τα σκαλιά, άνοιξε το πορτάκι κι έμεινε με το στόμα ανοιχτό βλέποντας τι κρυβόταν από πίσω: ένα άδειο μεγάλο δωμάτιο και μες στη μέση να κάθεται ένας αφάνταστα μεγάλης ηλικίας γέροντας που φόραγε ένα καροτί μανδύα και σκούφο στο ίδιο χρώμα, και ήτανε κοντά του, στο πάτωμα ακουμπισμένα, από τη μια ένα πανέρι με καρότα – από τα οποία, εκείνη τη στιγμή, πήρε ένα ο γέροντας και άρχισε να το τρώει με απόλαυση – και από την άλλη ένα ξύλινο σφραγισμένο κασελάκι. Με το που είδε το κασελάκι ο κλέφτης, χωρίς να το θέλει, έβγαλε μια δυνατή φωνή: Ααααααααααααααααα!! που ακούστηκε ακόμα πιο δυνατή σε όλο το άδειο κτίριο της Ακαδημίας. Οι υπόλοιποι κλέφτες ψάχνοντας να βρουν από πού ήρθε η φωνή αυτή, μαζεύτηκαν τελικά όλοι στο τελείωμα της σκάλας και κοίταζαν από το άνοιγμα της πόρτας την περίφημη Αίθουσα του Μυστικού των Καρότων της Καροτούπολης και ολοζώντανο μπροστά τους, τον υπερήλικα Φύλακα του Μυστικού, ο οποίος μάλιστα – άκουσον, άκουσον! – χαμογέλαγε καλωσυνάτα και ενθαρρυντικά στους κλέφτες και τους έκανε φιλικά νεύματα, σα να τους προσκαλούσε να μπουν στην αίθουσα, να κάτσουν γύρω του και να πάρουν από το πανέρι καρότα για να φάνε.
Τότε ένας από τους κλέφτες, ο πιο τολμηρός ή – για να πούμε την αλήθεια – ο πιο αυθάδης και αγενής, προσπέρασε τους άλλους, μπήκε στην αίθουσα, στάθηκε απέναντι στο γέροντα με τα καροτί ρούχα που του χαμογελούσε ευγενικά, έβγαλε από την τσέπη του ένα μεγάλο, ξύλινο γουδοχέρι (που το είχε σουφρώσει από την κουζίνα του σπιτιού του), το σήκωσε ψηλά και το κατέβασε με δύναμη στο κεφάλι του φύλακα του Μυστικού των Καρότων.
Ένας παράξενος ήχος («Φτλοπ»!) ακούστηκε και ο γερο Φύλακας, χωρίς το χαμόγελο να χαθεί από τα χείλη του, έγειρε προς τα πίσω και ξάπλωσε στο πάτωμα φαρδύς – πλατύς. Ο κλέφτης όρμηξε προς το μέρος του, έσκυψε, έσπασε τη σφραγίδα και άνοιξε το κασελάκι, κοίταξε μέσα κι ύστερα γύρισε και μ’ ένα άγριο γέλιο και βλέμμα, έδειξε στους άλλους κλέφτες τι υπήρχε μέσα εκεί. Τι υπήρχε; ….Μα τι άλλο;…Το Μυστικό των Καρότων!!: Αναλυτικές σημειώσεις για σπόρο, για λιπάσματα, για πότισμα, για σκάλισμα, για φροντίδα γενική των καρότων και επιπλέον σακουλάκια διάφορα με δείγματα σπόρων!!!
Επιτέλους, το περίφημο Μυστικό ήταν στα χέρια τους. Πήραν το πολύτιμο λάφυρο και πήραν γρήγορα το δρόμο του γυρισμού. Βγήκανε τρέχοντας από την Ακαδημία και χάθηκαν μέσα στη νύχτα. Και βγαίνανε από την Καροτούπολη την ώρα που οι κάτοικοι της επέστρεφαν σε αυτήν, απορημένοι μα και ανακουφισμένοι που δε βρήκανε λαγό κανένα ή άλλο τίποτα να απειλεί τα καμαρωτά καρότα τους.
Την ίδια ώρα ο γερο Φύλακας του Μυστικού συνερχόταν από τη λιποθυμία που του προξένησε το χτύπημα με το γουδοχέρι, σηκωνόταν από το πάτωμα, έφερνε με κόπο το χέρι του στο πάνω μέρος του κεφαλιού του – εκεί όπου είχε φυτρώσει ένα μακρύ και μυτερό, σαν (τι άλλο;)..καρότο, μεγάλο καρούμπαλο και κοιτάζοντας γύρω, διαπίστωνε ότι έλειπε το κασελάκι και σκύβοντας κάτω έπιανε – μιας και τίποτα άλλο πια εκεί δεν υπήρχε – ένα από τα τελευταία καρότα που είχαν μείνει στο πανέρι.
Αμέσως από την άλλη μέρα και μάλιστα πρωί – πρωί ξεκίνησαν οι κλέφτες, γείτονες της Καροτούπολης, να εφαρμόζουν τις μεθόδους που περιγράφονταν στο Μυστικό των Καρότων και λίγες κιόλας εβδομάδες μετά, ήταν φανερό πως καρότα σαν κι αυτά δεν είχαν ξαναβγάλει, με τέτοια ποιότητα εξαιρετική, ισάξια (αν όχι καλύτερη) με αυτή των καρότων της Καροτούπολης. Χάρηκαν τόσο! Ξετρελλάθηκαν από τη χαρά τους! Μετά από χρόνια και χρόνια, να που κι αυτοί – επιτέλους! – ήταν πρώτοι από τους πρώτους. Κλαίγανε, γελάγανε από χαρά, τρέχανε κάθε τρεις και λίγο στα χωράφια μην τυχόν κάτι πάει στραβά και πάψει η ποιότητα των καρότων να είναι τόσο καλή, μα κάθε φορά που πήγαιναν ακόμα καλύτερα τα βρίσκανε και δώστου και κλαίγανε και γελάγανε από χαρά και οργανώνανε γιορτές και γλέντια και συγκεντρώσεις.
Ε, δεν ήθελε και πολύ. Το νέο μαθεύτηκε παντού. Ήρθανε οι πρώτοι έμποροι καρότων που είχαν ακούσει τις φήμες, και μετά κι άλλοι κι ύστερα κι άλλοι και είδανε με τα μάτια τους τι υπέροχα, λαχταριστά καρότα φυτρώνανε και στις περιοχές γύρω από την Καροτούπολη – όχι σε αυτήν μονάχα. Άρχισαν οι έμποροι να κάνουν προσφορές για να καπαρώσουν τα καρότα των περιοχών γύρω από την Καροτούπολή κι όσο περνούσαν οι μέρες, οι προσφορές γίνονταν όλο και καλύτερες κι ο ανταγωνισμός μεταξύ των εμπόρων μεγάλωνε.
Τελικά τα νέα έφτασαν στ’ αυτιά του φημισμένου Μεγαλέμπορου που έκανε εμπόριο καρότων στην περιοχή από πολύ – πολύ παλιά και είχε συνεργαστεί με τους πατεράδες και τους παππούδες ακόμα, των σημερινών καλλιεργητών.
Έφτασε λοιπόν στα χωριά γύρω από την Καροτούπολη όπου μια επιτροπή κατοίκων τον υποδέχθηκε με ευγένεια και σεβασμό μεγάλο. Ήτανε γέρος, πολύ γέρος, σχεδόν ίδιας ηλικίας με το Φύλακα του Μυστικού. Και είχε ένα χαμόγελο πικρό και ένα τόσο λυπημένο βλέμμα!
Του φέρανε μερικά καρότα να τα δει και να τα δοκιμάσει κι ύστερα τον πήγανε να δει και τα χωράφια. Όταν τελειώσανε εκείνος είπε:
- «Καλά. Πάω τώρα μέχρι την Καροτούπολη και θα τα πούμε μετά!!»
Έφτασε στην Καροτούπολη όπου οι ανήσυχοι και στεναχωρημένοι για όλα αυτά που συνέβαιναν κάτοικοι, τον αντίκρισαν με έκπληξη. Όταν τους ζήτησε να δει το φύλακα, αυτοί τον οδήγησαν χωρίς αντιρρήσεις, αφού το Μυστικό δεν ήταν πια μυστικό, σε εκείνον. Μπήκε στη αίθουσα του Μυστικού και κάθησε απέναντι του. Toυς άφησαν μόνους. Μοιάζανε κάπως οι δυο τους, έτσι αν τους έβλεπες μαζί.
Και είπε ο Μεγαλέμπορος των Καρότων στο Φύλακα του Μυστικού των Καρότων:
- «Θα τα αγοράσω. Δε μπορώ να κάνω αλλιώς. Γέρασα γέρο κάνοντας πράγματα άλλα από αυτά που ονειρεύτηκα. Αλλά τουλάχιστον τα κάνω με αρχές και τρόπο σωστό. Τα καρότα των γειτόνων σας είναι φέτος καλά όσο και τα δικά σας. Εγώ οφείλω να τα αγοράσω και να τα πληρώσω στην ανάλογη τιμή. Μονάχα, ήθελα να σε ρωτήσω…….πώς έγινε και άφησες να σου πάρουν, όπως ακούω, το Μυστικό;»
Ο Φύλακας χαμογέλασε και του απάντησε:
- «Αυτό που πήρανε οι κλέφτες δεν ήταν το πραγματικό Μυστικό. Το Μυστικό των Καρότων και όλων των πραγμάτων και όλης της ζωής, είναι εδώ…….»
….είπε και πήρε το πανέρι που ήταν δίπλα του στο πάτωμα, το αναποδογύρισε, άδειασε τα καρότα που ήταν μέσα, το τίναξε μάλιστα από λίγα χώματα που είχε, το γύρισε ξανά και είπε στο Μεγαλέμπορο:
- «Να το Μυστικό!»
Έσκυψε εκείνος και είδε. Είδε που στο χάρτινο κάλυμμα, στον πάτο του πανεριού, ήταν γραμμένες οι λέξεις:

ΕΥΓΕΝΕΙΑ ΦΙΛΙΑ ΑΓΑΠΗ
ΑΛΗΘΕΙΑ ΤΙΜΙΟΤΗΤΑ ΚΑΛΩΣΥΝΗ

Σήκωσε τότε το κεφάλι ο γέρος Μεγαλέμπορος και είπε στο φύλακα, πλατιά χαμογελώντας:
- «Κατάλαβα. Σ’ ευχαριστώ πολύ. Τώρα πρέπει να φύγω»
Και ο Φύλακας του απάντησε:
- «Να πας στο καλό. Χάρηκα που σε γνώρισα»
Ο γέρος Μεγαλέμπορος των καρότων έφυγε και σ’ όλο το δρόμο, συνέχεια (πόσο σπάνιο γι αυτόν!) χαμογελούσε. Ήταν η ώρα του δειλινού και όλα γύρω είχαν αποκτήσει χρώματα υπέροχα, μα πιο πολύ ο ουρανός που είχε βαφτεί μ’ ένα βαθύ, μαγευτικό – χωρίς αμφιβολία – χρώμα καροτί!
Την άλλη μέρα ο Μεγαλέμπορος πήγε στις γύρω πόλεις, έκλεισε συμφωνία με τους κατοίκους και ξεκίνησαν για τα χωράφια, να μαζέψουν τα καρότα. Όμως, όταν άρχισαν οι εργάτες να βγάζουν τα πρώτα καρότα από το χώμα, είδαν όλοι πως τα ως τα χθες τέλεια και τρανά καρότα, είχανε πάρει σχήματα αλλόκοτα και μοιάζανε (πώς ήταν δυνατόν;!) με γράμματα κι έτσι όπως φυτρώνανε δίπλα – δίπλα στις βραγιές, σχηματίζανε μια λέξη!!!:

Κ Λ Ε Φ Τ Ε Σ

Οι κάτοικοι τά ‘χασαν και τρόμαξαν πολύ. Ο Μεγαλέμπορος έβαλε τα γέλια, ακύρωσε τη συμφωνία, πήρε τα συνεργεία των εργατών του και πήγε γραμμή στην Καροτούπολη όπου τον δέχτηκαν με χαρά και ανακούφιση και πήγαν στα χωράφια, μάζεψαν τα καρότα, τα ζύγισαν, τα φόρτωσαν, κανόνισαν την πληρωμή και στήσανε το βράδυ το καθιερωμένο γλέντι, να γιορτάσουν που κι αυτή τη χρονιά πήγε καλά η σοδειά τους! Τι ωραία! Όλα ήταν όπως πριν!
Στις γύρω πόλεις όμως; Πάλι απογοήτευση, πάλι στεναχώρια! Πέρασαν λίγες μέρες. Οι κλέφτες είχαν καταλάβει το λάθος τους και γεμάτοι τύψεις και ντροπή ξεκίνησαν και πήγαν στην Καροτούπολη και συνάντησαν το Φύλακα του Μυστικού. Κι εκείνος όχι μόνο τους συγχώρεσε, μα και τους έδειξε το πραγματικό Μυστικό! και τους έδωσε ένα σωρό άλλες συμβουλές και μαζί τις ευχές του.
Λίγες μέρες μετά, στα χωριά και τις πόλεις γύρω από την Καροτούπολη, ξεκινούσαν οι καλλιεργητές μια νέα προσπάθεια. Έσπερναν πάλι, μα αυτή τη φορά όχι καρότα: αλλού ραπανάκια, αλλού πατζάρια, αλλού κρεμμύδια, πατάτες, ντομάτες, μελιτζάνες, κολοκύθια, πιπεριές, φασολάκια, κουνουπίδια, λάχανα, μαρούλια. αγκινάρες και άλλα λαχανικά.
Έτσι τους είχε συμβουλέψει ο φύλακας. Αφού στην Καροτούπολη βγαίνανε τόσα χρόνια τα καλύτερα καρότα, γιατί αυτοί δε δοκιμάζανε να καλλιεργήσουν κάτι άλλο;
Αποφάσισαν λοιπόν να κάνουν τη δοκιμή και μάλιστα να εφαρμόσουν το Μυστικό (το πραγματικό) στον τρόπο που καλλιεργούσαν τα λαχανικά τους αλλά και στη συμπεριφορά τους και τη ζωή τους γενικά.
Ήρθε λοιπόν μετά η ώρα της συγκομιδής και για δες…….όλα τα λαχανικά βγήκαν σε ποιότητα πολύ – πολύ καλή και πουλήθηκαν σε πολύ καλή τιμή και χάρηκαν και ευχαριστήθηκαν πολύ οι καλλιεργητές και ξεκίνησαν με κέφι και μεράκι να δουλεύουν για την επόμενη σοδειά, που βγήκε ακόμη καλύτερη και η επόμενη ακόμα πιο καλύτερη.
Σε λίγα χρόνια, στην περιοχή γύρω από την Καροτούπολη, βγαίνανε χωρίς υπερβολή τα καλύτερα λαχανικά του κόσμου. Τα καλύτερα πατζάρια, τα καλύτερα κουνουπίδια, τα καλύτερα κολοκύθια κ.λ.π.. Οι πόλεις και τα χωριά αλλάξανε ονόματα και - ανάλογα με το τι καλλιεργούσαν στο καθένα – γίνανε Πατζαρούπολη, Κουνουπιδούπολη, Κολοκυθούπολη κ.λ.π. Και σε κάθε μία πόλη, ιδρύθηκε η αντίστοιχη Ακαδημία: η Ακαδημία του Πατζαριού, η Ακαδημία του Κουνουπιδιού, η Ακαδημία του Κολοκυθιού κ.λ.π.
Όλοι δούλευαν, σπούδαζαν και ζούσαν χαρούμενοι κι ευτυχισμένοι. Και κάθε φορά που μαζευόταν μια σοδειά, οργάνωναν πανηγύρια και γιορτές και έτσι όλο το χρόνο η ατμόσφαιρα ήταν χαρμόσυνη και γιορτινή.
Γι αυτό και σας προτείνω να πάτε οπωσδήποτε μια βόλτα ως εκεί. Να ζήσετε από κοντά τη χαρούμενη αυτή ατμόσφαιρα, να γεμίσετε τις τσάντες σας φρέσκα, πεντανόστιμα λαχανικά και να γνωρίσετε τους κατοίκους της περιοχής που είναι τόσο φιλόξενοι και ευγενικοί. Εγώ τους επισκέπτομαι συχνά, γι αυτό σας παρακαλώ να τους δώσετε τα χαιρετίσματα μου, γιατί τους αγαπώ πολύ και – όχι για να το παινευτώ, μα έτσι νομίζω είναι – κι εκείνοι με αγαπάνε.

Πέμπτη 15 Ιουλίου 2010

Εμπρός στο δρόμο που χάραξε ο Λύο..... (148)

...Καλοβυρνάς, με το υπέροχο "Πλαθολόγιο Λέξεων" των εκδόσεων Intro Books (ISBN:960-6680-12-6) αλλά και τη νέα "απουστειρωμένη" έκδοση του Πλαθολογίου (εκδόσεις IntroBooks 2008, ISBN: 978-960-6680-48-9). Ας προσπαθήσουμε (έστω και ως ανάξιοι μιμητές) να καταγράψουμε ορισμένα ακόμα λήμματα.

Νοστυρόπιττα, η: αγνώστου ποιότητος - όσον αφορά τα υλικά -, τρόπου, συνθηκών και μεθόδου παρασκευής…. πλην όμως νοστιμότατη τυρόπιττα που τυγχάνει της προτιμήσεως, πλήθους πεινασμένων (βλ. και λήμμα «Νοσηρόπιττα»).

Τετάρτη 14 Ιουλίου 2010

Το πεπονάκι

Το πεπονάκι στη γη φυτρώνει
στο χώμα ταπεινό ξαπλώνει
με του ήλιου τις αχκτίδνες
ωριμάζει, γιναμώνει
άγουρο, πράσινο στην αρχή και
μετά κίτρινο, σχεδόν σα λεμόνι
σκύβει ο γεωργός
το κόβει, το σηκώνει
το αγγίζει, το μυρίζει
και το καμαρώνει
το πάει στο σπίτι και
η γυναίκα καθαρίζει
τις φέτες βγάζουνε
να φάνε στο μπαλκόνι
μμμ! τι άρωμα και ζουμερό
και τι γλυκό – στο στόμα λειώνει
και γεύση τί υπέροχη το πεπονάκι
αυτού που απλώνει!

Τρίτη 13 Ιουλίου 2010

Ο Βασίλης πήρε τ’ όπλο του

Νότια Λακωνία, 1940

Η επιστράτευση είχε αρχίσει. Ήρθε και η σειρά του Ασωπού. Οι άντρες που είχαν κληθεί άφηναν το χωριό. Ο Βασίλης ο Βλαχάκης, περνώντας μπροστά από το σπίτι της γιαγιάς, τη χαιρέτησε φωνάζοντας:
«- Άντε Τριάδα γειάααα, φεύγωωω. Θα βάλω να σου στείλουν το τομάρι μου, να το κάνεις τουλούμι, να βάζεις ελιές!».
«- Τι είναι αυτά που λες καημένε Βασίλη….», του απάντησε η γιαγιά, «- άντε στο καλό και καλή αντάμωση».

Στο ειδικό ένθετο φύλλο της 28ης – 29ης Οκτωβρίου 1995, της εφημερίδος «Η Καθημερινή», με τίτλο «Πού έπεσαν οι 7.948 νεκροί του ελληνοϊταλικού πολέμου», διαβάζουμε στην εισαγωγή:

Οι νεκροί του αλβανικού μετώπου

Βρίσκονται παντού. Στην Τρεμπεσίνα και το Πόγραδετς, στο 731 και στην Κλεισούρα, στα υψώματα του Μπούμπεσι και στην πεδιάδα του Βούρκου. Στο Μάλι Σπατ και στην Κορυτσά. Ενταφιασμένοι όπως-όπως κατά τη διάρκεια των επιχειρήσεων, θαμμένοι άλλοι στο χιόνι. Ιταλικοί λόχοι υγειονομικού συγκέντρωσαν μετά το ’40 τα οστά δικών τους και Ελλήνων, σε μεγάλα οργανωμένα νεκροταφεία: «Εχθροί στον πόλεμο, σύντροφοι στο θάνατο», επιγραφές που το καθεστώς του Χότζα φρόντισε γρήγορα να εξαφανίσει. Είναι παντού οι Μεγάλοι μας Νεκροί. Στην Άρτζα θυμούνται ακόμα, μετά τις επιχειρήσεις, σπαρμένους Έλληνες και Ιταλούς, αγκαλιασμένους νεκρούς, στις μάχες σώμα με σώμα. Στο ύψωμα 731 μετρήσαμε 20 θραύσματα οβίδων και όλμων, ανά τετραγωνικό μέτρο. 178 νεκροί μας. Λίγο πιο κάτω ανακαλύπτουμε, χαμένη μέσα στα βάτα, ξεριζωμένη από τη γη αλλά ατόφια, μια επιτύμβια στήλη, ένα πρόχειρο τσιμεντένιο μνημείο των Ιταλών: Οι μεραρχίες Πούλια και Πινερόλο στα παιδιά τους. Νότια, το μικρό, κατωφερικό λιβάδι γλίτωσε από τη μανία των ερπυστριοφόρων του αγροτικού συνεταιρισμού. Ένας κυματισμός στο ανάγλυφο του εδάφους: «Σταματήσαμε μόλις αρχίσαμε να ξεθάβουμε τα πρώτα οστά. Το έδαφος ήταν γεμάτο άσκαστα βλήματα. Για να φτιάξουμε αυτές τις καταραμένες πεζούλες στο ύψωμα χάσαμε 2 από τους καλύτερους χειριστές μας, ένας τρίτος ζει ανάπηρος στο χωριό». Τρεμπεσίνα, βουνό γυμνό και τεράστιο, σα ράχη μυθικού θηρίου. Οι μάχες γίνηκαν σε όλο του το μήκος. Από την κορυφή των 1920 μ. μέχρι βόρεια, το Κιτσόκου. Πολλές φορές το χιόνι έφτανε τα δύο μέτρα. Κονσέρβες ελληνικές, θραύσματα παντού και πλήθος ανέπαφων βλημάτων.
Στην Ζαγοριά, ιστορίες για τους φαντάρους που φιλοξενούνταν στα σπίτια. Αποδείξεις, συγκινητικά ανορθόγραφες, από τις επιτάξεις ζώων και εφοδίων. Στο Νταγκότι της Κλεισούρας, προς τη μεριά του Τεπελενιού, ξεχωρίζει στη στενή κοιλάδα μια τετραγωνισμένη έκταση, 4 περίπου στρεμμάτων. Ακαλλιέργητη από τον καιρό του πολέμου. Το 1993 ήλθαν εδώ παιδιά από τη Θεολογική, φτιάξανε μια πρόσβαση στον κεντρικό δρόμο με πέτρες που κουβάλησαν από το βουνό. Γύρω-γύρω από το νεκροταφείο ρίξαν βότσαλα ποταμίσια. Στο Βουλιαράτι οι κάτοικοι ξανάφτιαξαν το παλιό νεκροταφείο. Τοποθέτησαν σταυρούς, ξέρουν λένε και τα ονόματα. Στην Δρόβιανη, στο βουνό, στον προφήτη Ηλία, κτυπήθηκαν πολλοί, κατά λάθος από φίλια πυρά. Σήμερα δεν σώζεται τίποτα. Είναι και οι τρεις Μεγάλοι μας Νεκροί στο φιλόξενο νεκροταφείο της παραλίας. Νεκροί αυτοί, διότι λιποψύχησαν κι έκαναν πίσω. Η δίκη συνοπτική και η απόφαση άμεσα εκτελεστή. Βρίσκονται παντού, θαμμένοι στις όχθες των ποταμών, κάτω από «παλάτια πολιτισμού», δίπλα στη μεγάλη ελιά, στην ανατολική πλευρά, ριγμένοι στο λάκκο με τον ασβέστη, κάτω από το σχολείο, στις κορυφές των βουνών, δεξιά του δρόμου, δίπλα στο ρέμα, δίπλα στην εκκλησία.
Η «Καθημερινή», στις σελίδες που ακολουθούν, φέρνει στο φως, πρώτη φορά, τον πλήρη κατάλογο αξιωματικών και οπλιτών – 7.948 ψυχές – που έπεσαν κατά τη διάρκεια του ελληνοϊταλικού πολέμου 1940-41 εντός του αλβανικού εδάφους.


Και ύστερα, στο γράμμα Β του καταλόγου, διαβάζουμε:

Βλαχάκης Βασίλειος του Αναστασίου – Στρατιώτης 5ου Συντάγματος Πεζικού, 4/1/41, Υψ. 1220 (Μάλι Σεβράνι) Βορ. Φράταρι

Ο Βασίλης δε γύρισε ποτέ στον Ασωπό. Η γιαγιά Τριάδα πέθανε στις 4 Αυγούστου του 1998 στην Αθήνα, σε ηλικία 90 ετών. Τα τελευταία χρόνια ήταν άρρωστη και την είχαν φέρει στην Αθήνα να την προσέχουν οι κόρες της, η θεία μου κι η μάνα μου. Δεν άντεξε τον καύσωνα του καλοκαιριού εκείνου, μεταφέρθηκε σε μικρή κλινική της γειτονιάς και ξεψύχησε εκεί. Τη μέρα εκείνη εγώ γύριζα από διακοπές.
Τη θάψαμε στο χωριό. Το τομάρι του Βασίλη, δε στάλθηκε βέβαια από την Αλβανία, πίσω στον Ασωπό. Παρέμεινε, μαζί με τη σάρκα και τα κόκαλα του, κάπου στο
«Υψ. 1220 (Μάλι Σεβράνι) Βορ. Φράταρι ή δίπλα στη μεγάλη ελιά, στην ανατολική πλευρά, κάτω από το σχολείο, στις κορυφές των βουνών, δεξιά του δρόμου, δίπλα στο ρέμα, δίπλα στην εκκλησία….».
Ελαφρύ ας είναι το χώμα και των δύο.

Κυριακή 11 Ιουλίου 2010

Εμπρός στο δρόμο που χάραξε ο Λύο..... (147)

...Καλοβυρνάς, με το υπέροχο "Πλαθολόγιο Λέξεων" των εκδόσεων Intro Books (ISBN:960-6680-12-6) αλλά και τη νέα "απουστειρωμένη" έκδοση του Πλαθολογίου (εκδόσεις IntroBooks 2008, ISBN: 978-960-6680-48-9). Ας προσπαθήσουμε (έστω και ως ανάξιοι μιμητές) να καταγράψουμε ορισμένα ακόμα λήμματα.

Σφεταίρα, η
: σύνθετη διπλοβρισιά, από το σφετερίστρια και το εταίρα (πουτάνα). Π.χ. «Μωρή παλιοσφεταίρα, δε ντρέπεσαι μωρή παλιοξετσίπωτη, κάθεσαι στο γέρο άνθρωπο για να σου γράψει την περιουσία του. Εγώ όμως είμαι αίμα του, καταλαβαίνεις; Είναι θείος μου και πρέπει εγώ να του τα φάω………εεεεεε….. να τον κληρονομήσω, ήθελα να πω».

Σάββατο 10 Ιουλίου 2010

Εμπρός στο δρόμο που χάραξε ο Λύο..... (146)

...Καλοβυρνάς, με το υπέροχο "Πλαθολόγιο Λέξεων" των εκδόσεων Intro Books (ISBN:960-6680-12-6) αλλά και τη νέα "απουστειρωμένη" έκδοση του Πλαθολογίου (εκδόσεις IntroBooks 2008, ISBN: 978-960-6680-48-9). Ας προσπαθήσουμε (έστω και ως ανάξιοι μιμητές) να καταγράψουμε ορισμένα ακόμα λήμματα.

Φριττεζάρω
: παθαίνω συγκοπή και πεθαίνω από υπερβολικό τρόμο, από φρίκη. Π.χ. «Μια και είμαστε στην Ερμούπολη να πάμε και στο κοιμητήριο που έχει υπέροχα μνήματα, πραγματικά έργα τέχνης; Και διαλέξατε τώρα που σουρούπωσε; Να μας πιάσει νύχτα μέσα εκεί και να γίνει τίποτα, να φριττεζάρω…. Χα! Να πάτε μόνοι σας. Εγώ πάω να ψωνίσω λουκούμια στον Κορρέ*».

* Βιοτεχνία λουκουμιών Kορρές, Πλατεία Μιαούλη (Δημαρχείο Ερμούπολης), οδό Χίου 29, www.korres-syros.gr

Παρασκευή 9 Ιουλίου 2010

Εμπρός στο δρόμο που χάραξε ο Λύο..... (145)

...Καλοβυρνάς, με το υπέροχο "Πλαθολόγιο Λέξεων" των εκδόσεων Intro Books (ISBN:960-6680-12-6) αλλά και τη νέα "απουστειρωμένη" έκδοση του Πλαθολογίου (εκδόσεις IntroBooks 2008, ISBN: 978-960-6680-48-9). Ας προσπαθήσουμε (έστω και ως ανάξιοι μιμητές) να καταγράψουμε ορισμένα ακόμα λήμματα.

Λορδοκομείο, το
: αυτοσαρκαστικός προσδιορισμός για κέντρο σίτισης αστέγων, απόρων και λοιπών αναξιοπαθούντων, εκ μέρους ορισμένων από τους εκεί τακτικά συχνάζοντες, προικισμένους με κάπως… ιδιαίτερη αίσθηση του χιούμορ. Π.χ. «- Κυρίες και κύριοι συγκάτοικοι», (μεταξύ αστέγων που διανυκτερεύουν σε υπόγεια διάβαση), «νομίζω πως ήρθε η ώρα να μεταβούμε εις το λορδοκομείο για το δείπνο μας, τί λέτε;», «- Μα βεβαίως, παρακαλώ!». Και ξεκινούν ομαδόν, ρακένδυτοι, ρυπαροί, ταλαιπωρημένοι, πλην όμως με κάποιον τρόπο περίεργον, κάπως ξένοιαστοι θα έλεγε κανείς… κι ίσως ακόμα κάπως… ευτυχισμένοι.

Πέμπτη 8 Ιουλίου 2010

Ο καπνιστής

Ο καπνιστής καπνίζει
παφ πουφ, παφ πουφ
ο βιολιστής βιολίζει
στο παγκάκι Παγκανίνι
μαέστρο Νικολό, για μόνο
το δικό σας οβολό
ο σφυριχτής σφυρίζει
φιρουλί φιρουλό
ο βαδιστής βαδίζει
εν δυο, εν δυο
ο γεμιστής γεμίζει
ο σαλπιγκτής σαλπίζει
τουρουρού, τρουλουλού
στα τείχη της Ιεριχούς κι αλλού
ο ζυγιστής ζυγίζει
τετρακόσα μια
δράμια στην οκά
ο ναζιστής..
ο σαδιστής..
ο φασιστής..
ο βιαστής..
γαμώ το κέρατό τους
ψοφίμια οξαποδώ
και ο ληστής ξαφρίζει
ο μπαρμπέρης μπαρμπερίζει
και κουρεύει και ξυρίζει
ο μεθυστής μεθύζει
ο μυριστής μυρίζει
ο υβριστής υβρίζει
ο νομιστής νομίζει
ο εξορκιστής ξορκίζει
ο Ασιάτης ρύζι
ο μάγειρας το βράζει στον ατμό
ο θεριστής θερίζει
και ο Ζορρό ζορίζει
τους άλλους και μα
τον ίδιο του εαυτό
ο χαριστής χαρίζει
κι ο ζωγράφος ζωγραφίζει
το μοντέλο που ποζάρει του γυμνό
κι ο δανειστής δανείζει
και η κότα κακαρίζει
η γυναίκα μουρμουρίζει
και ο σύζυγος τη βρίζει
αχ! τί το ’θελα εγώ να παντρευτώ;
η καμαριέρα συγυρίζει
και ο κύριος της χουφτώνει τον πωπό
ο κιθαριστής αρχίζει
ένα γλυκό να παίζει λησμονικό σκοπό
κι απ’ τα στήθια τα σφιχτά
σου η ηδονή αναβλύζει
την πλάτη σου μια στάμπα στιγματίζει
σ’ εν’ του ποδιού τα δάχτυλα
σου κρίκος που γυαλίζει
σου πετράδι τη στολίζει
την κοιλιά στον αφαλό
τους γλουτούς σου είναι μια
γραμμή που τους χωρίζει
εκεί θα ‘θελα για πάντα να σταθώ
ο αρχιστής αρχίζει
ο ψευδιστής ψευδίζει
ο ψελλιστής ψελλίζει
ο τραυλιστής τραυλίζει
ο δικαστής ορκίζει
τους μάρτυρες κι ελπίζει
να του τύχει επιτέλους
μια υπόθεση ν’ αξίζει
ο κομιστής κομίζει
και το νερό της θάλασσας
ωραία κυματίζει
καθώς ο ιερόσυλος
τα θεία μαγαρίζει
ο γάιδαρος γκαρίζει
ο μπανιστής μπανίζει
μία γκαρσόνα χαρωπή
τα πιάτα σερβιρίζει
κι ο δυστυχής ο άνθρωπος
ίσως και να φροντίζει
για μέλλον πιο καλύτερο
αδίκως μάλλον διότι αφού
η μοίρα το ορίζει
το πουλάκι το μικρό
κελαηδεί και φτερουγίζει
στο ξύλινο το πάτωμά
η χαραμάδα τρίζει
και ο βορριάς φυσά τα
καίει τ΄ άνθη και τα μαβρίζει
ήθελα ν΄ άφηνα ξέρεις κι εγώ
κάτι που να αξίζει
σαν πέθενα και έτσι πως
κάτι να με θυμίζει

μα ίσως όμως θέλει αλλιώς
Αυτός που ξέρει
και που γνωρίζει.

Τρίτη 6 Ιουλίου 2010

Εμπρός στο δρόμο που χάραξε ο Λύο..... (144)

...Καλοβυρνάς, με το υπέροχο "Πλαθολόγιο Λέξεων" των εκδόσεων Intro Books (ISBN:960-6680-12-6) αλλά και τη νέα "απουστειρωμένη" έκδοση του Πλαθολογίου (εκδόσεις IntroBooks 2008, ISBN: 978-960-6680-48-9). Ας προσπαθήσουμε (έστω και ως ανάξιοι μιμητές) να καταγράψουμε ορισμένα ακόμα λήμματα.

Λυσκύλος, ο
: σκύλος λυτός και/ή λυσσάρης και για αυτό επίφοβος και τρομακτικός. Π.χ. «Όλο για το σκύλο της, τον Αττίλα, μας έλεγε η κυρία Λόλα Μπασσαβιόλα. Ο Αττίλας αυτό, ο Αττίλας το άλλο, ο Αττίλας τούτο, ο Αττίλας κείνο…. Ε, ήταν και το όνομα τέτοιο, νομίσαμε και μεις ότι θά’ ταν κάνας λυσκύλαρος μέχρι κει πάνω. Μέχρι που μια μέρα, η κυρία Λόλα μας παρουσίασε τον Αττίλα ολοζώντανο! Και φίλε, ο Αττίλας ήταν ένα μικροσκοπικό , σαν ποντίκι, τσιουαουαουάουα. Ε, δεν μπορέσαμε να συγκρατηθούμε. Ξεραθήκαμε στα γέλια. Μέχρι δακρύων όμως σου λέω…., μέχρι σπασμών. Η κυρία Λόλα εκνευρίστηκε. Μας απεκάλεσε άξεστους, αμόρφωτους βλάχους, θλιβερούς μαμελούκους, γελοίους βαζιβουζούκους, και απεχώρησε αγέρωχη, με τη μύτη ψηλά. Και ξοπίσω της ο Αττίλας, κουνώντας νευρικά τα μικρούτσικα οπίσθια του. Αδερφέ και τώρα που το σκέφτομαι, ακόμα γελάω».

Δευτέρα 5 Ιουλίου 2010

Εμπρός στο δρόμο που χάραξε ο Λύο..... (143)

...Καλοβυρνάς, με το υπέροχο "Πλαθολόγιο Λέξεων" των εκδόσεων Intro Books (ISBN:960-6680-12-6) αλλά και τη νέα "απουστειρωμένη" έκδοση του Πλαθολογίου (εκδόσεις IntroBooks 2008, ISBN: 978-960-6680-48-9). Ας προσπαθήσουμε (έστω και ως ανάξιοι μιμητές) να καταγράψουμε ορισμένα ακόμα λήμματα.

Αλεβρωμύλος, ο: εκείνος που εξ επαγγέλματος ανακατώνεται με άλευρα (μυλωνάς, αρτοποιός, ζαχαροπλάστης, τηγανιστής κ.λ.π.) και ταυτόχρονα διακρίνεται από παροιμιώδη απέχθεια για την τήρηση των κανόνων υγιεινής και καθαριότητας που επιβάλλονται ώστε να εξασφαλίζεται η υγεία των πελατών

Πέμπτη 1 Ιουλίου 2010

Εμπρός στο δρόμο που χάραξε ο Λύο..... (142)

...Καλοβυρνάς, με το υπέροχο "Πλαθολόγιο Λέξεων" των εκδόσεων Intro Books (ISBN:960-6680-12-6) αλλά και τη νέα "απουστειρωμένη" έκδοση του Πλαθολογίου (εκδόσεις IntroBooks 2008, ISBN: 978-960-6680-48-9). Ας προσπαθήσουμε (έστω και ως ανάξιοι μιμητές) να καταγράψουμε ορισμένα ακόμα λήμματα.

Αμηχανόβιος, ο: για την πλειοψηφία των ανθρώπων, η αμηχανία είναι ένα συναίσθημα στιγμιαίο. Υπάρχει ωστόσο, μία μικρή μειοψηφία που τελεί εν αμηχανία δια βίου. Οι άνθρωποι αυτοί ονομάζονται αμηχανόβιοι. Π.χ. «- Ο κύριος Νεκτάριος Ακάριος είναι, νομίζω, ένας άνθρωπος γαλήνιος και μακάριος. Αλλά μου φαίνεται κάπως αμήχανος…..», «- Και όχι μόνο. Είναι αμηχανόβιος.», «- Αμηχανόβιος; Τί ειν’ αυτό;», «- Να πάρεις το Πλαθολόγιο Λέξεων, να διαβάσεις, να μάθεις.», «- Πλαθολόγιο; Τί ειν’ αυτό;».

Εμπρός στο δρόμο που χάραξε ο Λύο..... (141)

...Καλοβυρνάς, με το υπέροχο "Πλαθολόγιο Λέξεων" των εκδόσεων Intro Books (ISBN:960-6680-12-6) αλλά και τη νέα "απουστειρωμένη" έκδοση του Πλαθολογίου (εκδόσεις IntroBooks 2008, ISBN: 978-960-6680-48-9). Ας προσπαθήσουμε (έστω και ως ανάξιοι μιμητές) να καταγράψουμε ορισμένα ακόμα λήμματα.


Ξελογάστρα, η: ταβέρνα ή ρεστωράν με εξαιρετικό φαγητό που διακρίνεται ιδίως για τα πιάτα «της γάστρας». Όποιος πάει, η γεύση, η νοστιμιά, του μένει αξέχαστη και θέλει οπωσδήποτε να ξαναπάει. Π.χ. «- Ααααχ! Αυτή η ξελογάστρα!», «- Τί λες βρε; Δεν ντρέπεσαι; Μπροστά μου;», «- Μα τί λες αγάπη μου;», «- Ποιά είναι αυτή η σουρλουλού, που για χάρη της στενάζεις;», «- Μα τί λες καλή μου; Εγώ λέω για την Μαραμένη Κληματαριά, που φάγαμε το Σάββατο. Ααααχ! Αυτό το κατσικάκι με πατατούλες στη γάστρα… αξέχαστο μού‘ χει μείνει. Μμμμμμ! Τί νοστιμιά ήταν αυτή;», «- Αα, αυτό ήτανε; Ε, να πάμε τότε κοιλιοδουλογουρουνάκι μου. Σου χαλάω εγώ χατίρι;».

Τετάρτη 30 Ιουνίου 2010

Εμπρός στο δρόμο που χάραξε ο Λύο..... (140)

...Καλοβυρνάς, με το υπέροχο "Πλαθολόγιο Λέξεων" των εκδόσεων Intro Books (ISBN:960-6680-12-6) αλλά και τη νέα "απουστειρωμένη" έκδοση του Πλαθολογίου (εκδόσεις IntroBooks 2008, ISBN: 978-960-6680-48-9). Ας προσπαθήσουμε (έστω και ως ανάξιοι μιμητές) να καταγράψουμε ορισμένα ακόμα λήμματα.

Τσαμπατσούλα, η: η φθηνή πόρνη. Π.χ. «- Να προσέχεις πώς μιλάς για τη Βιλελμίνη, τ΄ακούς;», «- Σιγά μωρέ μη σου προσβάλλω την πουτάνα σου, μια τσαμπατσούλα είναι και τίποτα άλλο!». ΜΠΟΥΦ! «- Ωωωωχ! Πας καλά ρε; Τί βαράς ρε;», «- Εγώ σε προειδοποίησα!».

Δευτέρα 28 Ιουνίου 2010

Εμπρός στο δρόμο που χάραξε ο Λύο..... (139)

...Καλοβυρνάς, με το υπέροχο "Πλαθολόγιο Λέξεων" των εκδόσεων Intro Books (ISBN:960-6680-12-6) αλλά και τη νέα "απουστειρωμένη" έκδοση του Πλαθολογίου (εκδόσεις IntroBooks 2008, ISBN: 978-960-6680-48-9). Ας προσπαθήσουμε (έστω και ως ανάξιοι μιμητές) να καταγράψουμε ορισμένα ακόμα λήμματα.


Ψωλοπερήφανος, ο: άνδρας που υπερηφανεύεται για το πέος του όσον αφορά, το μέγεθος, το κάλλος, το σχήμα, την ικανότητα στύσης και λοιπές ιδιότητες. Π.χ. «- Και σας λέω κορίτσια, ο τύπος είναι τελείως ψώνιο! Είναι και ψωλοπερήφανος από πάνω ο γελοίος! Και με τί; Με τη φίφα! Άσε με τώρα καημένη…. Ενώ ο Ουμπούντο, ε; Θυμάστε κορίτσια τον Ουμπούντο; Ααααααχχ! Αυτή ήταν ψωλ….. Εεεε, αυτός ήταν άντρας! Ααααχχ!». (Σημ. είναι πολλάκις δηλωμένο - από τις ίδιες - ότι οι γυναίκες στις ιδιωτικές τους συζητήσεις, είναι πολύ πιο «βρώμικες» από ότι οι άντρες συνάνθρωποι τους).

Ευχαριστώ εξαδέλφη Τριάδα για τη λέξη

Παρασκευή 25 Ιουνίου 2010

Εμπρός στο δρόμο που χάραξε ο Λύο..... (138)

...Καλοβυρνάς, με το υπέροχο "Πλαθολόγιο Λέξεων" των εκδόσεων Intro Books (ISBN:960-6680-12-6) αλλά και τη νέα "απουστειρωμένη" έκδοση του Πλαθολογίου (εκδόσεις IntroBooks 2008, ISBN: 978-960-6680-48-9). Ας προσπαθήσουμε (έστω και ως ανάξιοι μιμητές) να καταγράψουμε ορισμένα ακόμα λήμματα.

Εμπουστοσύνη, η
: η εμπιστοσύνη που έχει μια γυναίκα στο μπούστο της, στο κάλλος δηλαδή και τη σφριγηλότητα του στήθους της. Π.χ. Η Ζαχαρούλα βρήκε μια ελεύθερη ξαπλώστρα στη γεμάτη κόσμο παραλία, άπλωσε την πετσέτα της, βόλεψε τα πράγματα της (βιβλίο, κινητό, mp3 player, παγωμένο καφέ κ.λ.π.). Έβγαλε το παρεό και στη συνέχεια, χωρίς κανένα δισταγμό έβγαλε και το πάνω μέρος του μαγιώ. Μετά πασαλείφτηκε με αντηλιακό και έτσι, γυμνόστηθη μα και αγέρωχη, όλο εμπουστοσύνη, έτρεξε να βουτήξει στη θάλλασα, με τα στήθη της να κουνιούνται με αυθάδεια πάνω κάτω, δεξιά αριστερά. Ένας που κάθονταν πιο πέρα σκούντησε δίπλα τον φίλο του και σχολίασε νεύοντας προς το μέρος της: «-Πω πω, κοίτα έναν βυζούβιο!». (βλ. και λήμμα).

Ευχαριστώ εξαδέλφη Τριάδα για τη λέξη

Πέμπτη 24 Ιουνίου 2010

Εμπρός στο δρόμο που χάραξε ο Λύο..... (137)

...Καλοβυρνάς, με το υπέροχο "Πλαθολόγιο Λέξεων" των εκδόσεων Intro Books (ISBN:960-6680-12-6) αλλά και τη νέα "απουστειρωμένη" έκδοση του Πλαθολογίου (εκδόσεις IntroBooks 2008, ISBN: 978-960-6680-48-9). Ας προσπαθήσουμε (έστω και ως ανάξιοι μιμητές) να καταγράψουμε ορισμένα ακόμα λήμματα.


Ερμηνόπαυση, η
: η αδυναμία ερμηνείας της γυναικείας συμπεριφοράς. Συνήθως συνδέεται και ενίοτε ταυτίζεται, με την εμμηνόπαυση. Π.χ. «- Δεν καταλαβαίνω τη συμπεριφορά της Πολυτίμης τώρα τελευταία.», «- Ούτ’ εγώ. Μάλλον θα φταίει η ερμηνόπαυση.».

Ευχαριστώ Ξένια για τη λέξη.

Δευτέρα 21 Ιουνίου 2010

Εμπρός στο δρόμο που χάραξε ο Λύο..... (136)

...Καλοβυρνάς, με το υπέροχο "Πλαθολόγιο Λέξεων" των εκδόσεων Intro Books (ISBN:960-6680-12-6) αλλά και τη νέα "απουστειρωμένη" έκδοση του Πλαθολογίου (εκδόσεις IntroBooks 2008, ISBN: 978-960-6680-48-9). Ας προσπαθήσουμε (έστω και ως ανάξιοι μιμητές) να καταγράψουμε ορισμένα ακόμα λήμματα.


Τιπανικός, ο: το αίσθημα που κατέλαβε τους επιβαίνοντες στον Τιτανικό, όταν προσέκρουσε στο παγόβουνο.

Ευχαριστώ Ξένια για τη λέξη.

Παρασκευή 18 Ιουνίου 2010

Επιθανάτιο

Την ώρα που είναι για να κοιμηθώ
μια και για πάντα εννοώ
θά ‘θελα δύναμη να βρω
εκείνη, εικόνα τελεφτέα να σκεφτώ
τα μάτια της, τα δόντια, τα μαλλιά της
και το ωραίο πρόσωπο, το γέλιο το γλυκό,
το μικροκαμωμένο, λιγνό σώμα θελκτικό
και την αξέχαστη, ιδιαίτερη φωνή,
το δέρμα το σταρένιο, το μπούστο το ζεστό
και δια παντός να κοιμηθώ
έτσι στην αγκαλιά της.

Άνδρος
18/6/010

Κυριακή 13 Ιουνίου 2010

Εμπρός στο δρόμο που χάραξε ο Λύο..... (135)

...Καλοβυρνάς, με το υπέροχο "Πλαθολόγιο Λέξεων" των εκδόσεων Intro Books (ISBN:960-6680-12-6) αλλά και τη νέα "απουστειρωμένη" έκδοση του Πλαθολογίου (εκδόσεις IntroBooks 2008, ISBN: 978-960-6680-48-9). Ας προσπαθήσουμε (έστω και ως ανάξιοι μιμητές) να καταγράψουμε ορισμένα ακόμα λήμματα.

Βυζούβιος, ο: γυναίκα με εκρηκτικό στήθος. Π.χ. «- Πω πω, κοίτα έναν βυζούβιο! Καλά, τί βυζάρες είναι αυτές; Έτοιμες να εκραγούν!».

Ευχαριστώ Ξένια για τη λέξη.

Παρασκευή 11 Ιουνίου 2010

Antirrhinum majus (Αντίρρινον το μέγα, κοιν. «σκυλάκια»)

Άνοιξη - 16 Μαρτίου – 2010, Νότια Λακωνία

Τα σκυλάκια στο πατρικό του πατέρα μου, θυμάμαι από παιδί. Και τα βρήκα πάλι ανθισμένα, έξω από την αυλόπορτα, να ξεφυτρώνουν μέσα από το τσιμέντο. Τόσα χρόνια που πέρασαν! Τόσοι άνθρωποι που έφυγαν! Κι εμείς πώς έχουμε έτσι μεγαλώσει…. Πώς έχουμε αλλάξει…..
Κι όμως, εκεί, έχει πιάσει ο σπόρος και τα χρωματιστά, φούξια σκυλάκια, ακόμα ανθίζουν κάθε χρόνο, κάθε χρόνο!....

Υ.Γ. Κρίμα που δεν τράβηξα μία φωτογραφία….

Τρίτη 8 Ιουνίου 2010

Εμπρός στο δρόμο που χάραξε ο Λύο..... (134)

...Καλοβυρνάς, με το υπέροχο "Πλαθολόγιο Λέξεων" των εκδόσεων Intro Books (ISBN:960-6680-12-6) αλλά και τη νέα "απουστειρωμένη" έκδοση του Πλαθολογίου (εκδόσεις IntroBooks 2008, ISBN: 978-960-6680-48-9). Ας προσπαθήσουμε (έστω και ως ανάξιοι μιμητές) να καταγράψουμε ορισμένα ακόμα λήμματα.

Πουστάρω: γράφω, δημοσιεύω, σχολιάζω κ.λ.π. = «ποστάρω» (εκ του αγγλικού post) σε γκέι ιστοσελίδα.

Ευχαριστώ Παναγιώτη για τη λέξη.

Πέμπτη 3 Ιουνίου 2010

Εμπρός στο δρόμο που χάραξε ο Λύο..... (133)

...Καλοβυρνάς, με το υπέροχο "Πλαθολόγιο Λέξεων" των εκδόσεων Intro Books (ISBN:960-6680-12-6) αλλά και τη νέα "απουστειρωμένη" έκδοση του Πλαθολογίου (εκδόσεις IntroBooks 2008, ISBN: 978-960-6680-48-9). Ας προσπαθήσουμε (έστω και ως ανάξιοι μιμητές) να καταγράψουμε ορισμένα ακόμα λήμματα.

Αφαγανιστάν, το: χώρα στα βάθη της Ανατολής, άνυδρη, άγονη και πάμπτωχη, με λαό που λιμοκτονεί. Στα εδάφη της όμως, «κρύβονται» σπουδαιότατοι φυσικοί πόροι τους οποίους εποφθαλμιούν παντοδύναμα, φασιστικά κράτη (βλ. Στέιτς Γιουνάιντετ). Και σα να μην τους έφτανε των Αφαγανιστανών, η φτώχεια και η πείνα τους, τους προκαλούν κι έναν εμφύλιο πόλεμο, ώστε η χώρα να βρεθεί εντελώς ανυπεράσπιστη, έρμαιο των κερδοσκοπικών τους ορέξεων.
Έλα όμως, που καμμιά φορά, οι κάτισχνοι, ξελιγωμένοι, ξυπόλητοι Αφαγανιστανοί προβάλουν τόσο σθεναρή αντίσταση, που οι Στεϊτσγιουναϊντετιανοί τραβάνε τα μαλλιά τους….

Τετάρτη 2 Ιουνίου 2010

Σαδομάζο

Ελαφρά, στην αρχή, τα χτυπήματα ήτανε
του φοβερού του κνούτου απάνω
στο γυμνό γυναικείο κορμί
νέας στο στύλο δεμένο.
Στους τορνευτούς γλουτούς
στους μηρούς τους χυτούς
στην καλλίγραμμη πλάτη.
Κι αν είχες μάτια να δεις
κόκκινα ίχνη αφήνονταν κει
που το σκληρό, αργασμένο πετσί
ακούμπαε το μετάξινο δέρμα.
Κι αν δεν είχες «περήφαν'» αυτιά
απαλούς άκουες πλαταγισμούς
κάθε που φορά μαστιγώνοταν
η αφράτη η σάρκα μα και
- τί παράξενο – άκουες μαζί
με του πόνου τους βόγγους πνιχτούς
και γλύκα γεμάτες φωνούλες.
Μα τώρα, των χτυπημάτων η δύναμ’ αυξήθηκε
και γίναν βαθιά τα κόκκινα ίχνη
κι οιμωγές γίνανε του πόνου οι βόγγοι
μα και μαζί λιγωμένες δυνάμωσαν
οι από ηδονή γεμάτες κραυγούλες.
Κι ακόμα μια φορά εμεγάλωσε
των χτυπημάτων η δύναμη τόσο
που μπλαβί το κόκκινο γίνηκε και
της ηδονής οι φωνές ουρλιαχτά και
στριγλλιές οι της φρικτής της οδύνης
αλλά και τώρα μαζί πια ολοκάθαρα
του Δημίου η ανάσα ακούγοταν όλο
κόπο αλλά και διεστραμμένη λαγνεία γεμάτη.
Κι άλλη μια φορά, φρενιασμένα, οι χτύποι
δυνάμωσαν κι άρχισε τώρα να τρέχει το αίμα….

Κι απ’ αυτό το αποτρόπαιο πια θέαμα
το βλέμμα μου απέστρεψα και είπα να φύγω,
δρόμο να ανοίξω προσπάθησα
στο ανώμαλο ανάμεσα,
διψασμένο για βία το πλήθος.
Περιφρονητικά πόσα βλέμματ’ εισέπραξα
που δεν ήξερα πώς της ζωής
τις χαρές, τις λεπτές ηδονές,
να γνωρίζω, να ζήσω.

Πέμπτη 27 Μαΐου 2010

Το παραμύθι του αγαθού γίγαντα, του καλού παιδιού και του Σκοτεινού που στο τέλος, έγινε κι αυτός καλός*

(*από τα παραμύθια της Άννας – βλ. και δημοσίευση 28ης Αυγούστου 2007)
Ανατολή. Ο ήλιος φάνηκε πάνω από την κορφή του λόφου και άπλωσε το φως του στον κάμπο όλο και τα χωράφια με τις πορτοκαλιές. Μαζί και στους χωρικούς, τους αγρότες, που άλλοι είχανε κιόλας ξεκινήσει να μαζεύουν πορτοκάλια κι άλλοι ήτανε ακόμα στο δρόμο και πηγαίνανε με τα πόδια ή με τα κάρα στα περιβόλια τους.
Κι όλοι τους, όλοι, τρομάξανε όταν ξαφνικά άρχισε η γη να τρέμει και κείνος ο ήχος να ακούγεται, ο υπόγειος, που σα να ‘ρχότανε από κάπου βαθιά, πολύ βαθιά:
ΜΠΟΥΜ! - ΜΠΟΥΜ! - ΜΠΟΥΜ!
Ο ένας κοίταζε τον άλλον και ρωτάγανε:
- Τι είναι; Τι συμβαίνει; Σεισμός είναι, σεισμός;;;
Κι ύστερα είδανε τη σκόνη που σηκωνότανε ψηλά, πολύ ψηλά, στην αρχή του δρόμου που κατηφόριζε από τους λόφους. Και μέσα από τη σκόνη ξεπρόβαλλε…….….……ένας Γίγαντας! Τεράστιος και πανύψηλος, δυο και παραπάνω φορές όσο το μπόι ενός κανονικού ανθρώπου, με μακριά κόκκινα μαλλιά και μούσι. Περπάταγε αργά – αργά προς το μέρος των ανθρώπων κι η γη έτρεμε και κάθε φορά που τα σανδάλια του ακουμπούσανε στο χώμα, ακουγότανε:
ΜΠΟΥΜ! - ΜΠΟΥΜ! - ΜΠΟΥΜ!
Όμως, παρ’ όλο το μέγεθός του, άμα τον καλοκοιτούσες δε θα μπορούσες να πεις ότι ήτανε τρομακτικός. Γιατί είχε ένα παιδικό καλοσυνάτο πρόσωπο που μόνο φόβο δεν ένοιωθες. Να μάλιστα, τώρα που πλησίαζε τους ανθρώπους, είχε αρχίσει να χαμογελάει και να τους χαιρετάει. Κι αυτοί, από την άλλη, μόλις τον είδαν όχι μόνο δεν τρόμαξαν ή ξαφνιάστηκαν, παρά χαρήκανε κιόλας μπορώ να πω. Λέγανε ο ένας στον άλλον:
- Α στο καλό και ανησύχησα…….Εεεεεε, παιδιά: εντάξει δεν είναι τίποτα, ο Γίγαντας, ο Αγαθός Γίγαντας έρχεται κατά δω.
- Καλώς τον. Καλώς τον.
- Πού ‘σαι Γιγαντάκο λεβεντιά………και άλλα τέτοια του φωνάζανε και του κούναγαν το χέρι και ένα τσούρμο παιδάκια έτρεξαν να τον προϋπαντήσουν.
Βλέπετε, όλοι στο χωριό ξέρανε και αγαπούσαν τον άκακο Γίγαντα που ζούσε πάνω στους λόφους και τον λογαριάζανε για χωριανό τους. Πάντα τον καλούσαν στις γιορτές και τα γλέντια, πάντα του δίνανε δώρα – φαγώσιμα, καπνό, ο ράφτης κι οι γυναίκες του φτιάχνανε στα μέτρα του πουκάμισα, παντελόνια, σκούφους και ο τσαγκάρης σανδάλια, μπότες και ζώνες.
Ήταν όμως κι αυτός πάντα πρόθυμος να πάρει μέρος στις δουλειές και κυρίως τις πιο βαριές, όπου με τη μεγάλη του δύναμη έδινε βοήθεια μεγάλη. Όπως τότε που είχε χαλάσει το γεφύρι και κουβάλησε μονάχος του κάτι κοτρώνες θεόρατες, για να το επισκευάσουνε. Έτσι τελείωσαν σε τρεις μέρες ενώ χωρίς το Γίγαντα θα θέλανε πάνω από μήνα. Ή όταν, πριν από μερικά χιόνια, στη μεγάλη βαρυχειμωνιά, που κινδυνέψανε να τους σωθούν τα ξύλα, να μείνουν χωρίς φωτιά και να παγώσουν, ο Γίγαντας έκοψε σε μια βδομάδα μέσα τόσα ξύλα που όχι μόνο φτάσανε, αλλά περισσέψανε και για του χρόνου.
Και πάντα με το χαμόγελο. Πάντα με το λόγο τον καλό. Γι αυτό και τον φώναζαν «ο Αγαθός Γίγαντας». Έτσι λοιπόν που λέτε, όλοι τον αγαπούσανε κι όλους τους αγαπούσε. Μα κυρίως τα παιδιά. Α!…….τα παιδιά ήταν η αδυναμία του. Έπαιζε μαζί τους με τις ώρες, λες κι ήτανε παιδί κι αυτός, και δε θύμωνε ποτέ ότι σκανταλιές και να κάνανε κι όσο να τον ταλαιπωρούσαν.
Έτσι λοιπόν και τώρα, περιτριγυρισμένος από τα παιδιά έφτασε κοντά στους ανθρώπους και αρχίσανε τις χαιρετούρες:
- Καλημέρα. Καλημέρα…είπε με τη χοντρή βροντερή φωνή του. Τι κάνετε σήμερα; Πώς πάει η δουλειά; Να βάλω ένα χεράκι κι εγώ παιδιά;
Έτσι είπε, έβγαλε τη μπλούζα του, ακούμπησε τα χέρια του στη μέση για λίγο και αφού κοίταξε γύρω – γύρω στον πορτοκαλεώνα, στρώθηκε στη δουλειά. Ύψωσε τα χέρια του κι άρχισε να μαζεύει τα πορτοκάλια που ήτανε στα πιο ψηλά κλαδιά των δέντρων κι ήτανε δύσκολο να τα φτάσεις – χρειαζότανε σκάλα. Όταν μάζεψε τις κορφές από 40 περίπου δέντρα (που κανονικά θα χρειάζονταν μισή μέρα για να μαζευτούνε), συγκέντρωσε τα καφάσια με τα πορτοκάλια και κουβαλώντας τα πέντε – πέντε!, τα στοίβαξε στα κάρα.
- Παιδιά… είπε στους χωρικούς, δυστυχώς δε μπορώ να κάτσω άλλο, πρέπει να φύγω τώρα.
Οι γυναίκες του δώσανε νερό. Ήπιε, φόρεσε τη μπλούζα του και τους χαιρέτησε.
- Ε… και μην ξεχάσεις του είπανε, το βράδυ έχουμε γάμο στο χωριό. Σε περιμένουμε στο γλέντι.
- Ευχαριστώ, θα έρθω… είπε ο Αγαθός Γίγαντας, και ξεκίνησε. Πήγαινε στο δρόμο που πέρναγε μέσα από τους μπαξέδες κι ανηφόριζε προς τα βουνά. Έκοψε ένα πορτοκάλι και πετώντας το ψηλά σαν τόπι και σιγοσφυρίζοντας, περπατούσε.
Την ίδια ώρα στο χωριό…………………
…το Καλό Παιδί που είχε από νωρίς ξυπνήσει, ετοιμαζότανε να βγει από το σπίτι. Καλό παιδί το φώναζαν γιατί ήτανε πράγματι καλό, ευγενικό, υπάκουο και σεβαστικό, πρόθυμο στα θελήματα, πρόθυμο και στα γράμματα στο σχολείο, καμάρι των γονιών του, των δασκάλων, της γειτονιάς και του χωριού ολόκληρου. Ήταν το καλό παιδί που όλοι αγαπούσαν και όλους τους είχε φίλους. Μα ο πιο καλός του φίλος ήταν – ποιός λέτε; - ο Αγαθός Γίγαντας. Βέβαια, βέβαια! Αχώριστοι ήταν οι δυο τους. Με κάθε ευκαιρία συναντιόνταν για να παίξουν, να μιλήσουν, να κάνουν περιπάτους. Ειδικά τις μέρες που το καλό παιδί δεν είχε σχολείο, τα Σαββατοκύριακα δηλαδή, τις αργίες και τις γιορτές, πηγαίνανε μαζί σ’ ένα συγκεκριμένο μέρος έξω από το χωριό. Σε ένα μικρό οροπέδιο, πάνω στο βουνό – ένα ξέφωτο του πυκνού δάσους που κάλυπτε τις τριγύρω πλαγιές. Ήταν αυτή μια από τις πιο ωραίες τοποθεσίες του χωριού και πολύ συχνά, όταν ο καιρός ήταν καλός, ανέβαιναν οι κάτοικοι του χωριού με τις οικογένειες τους εκεί και παίζανε μπάλα, κρυφτό, κυνηγητό, σκοποβολή. Μετά ετοιμάζανε τα φαγητά που είχανε φέρει μαζί τους και στρώνανε να φάνε είτε στο γρασίδι, είτε στους μεγάλους ξύλινους πάγκους που είχανε φτιάξει για αυτό το σκοπό, σ’ εκείνο το μέρος. Τρώγανε, πίνανε, τραγουδάγανε, χορεύανε, διασκεδάζανε και με το σούρουπο κατεβαίνανε πάλι στο χωριό.
Εκεί λοιπόν είχε για σήμερα κανονίσει το καλό παιδί να βρεθούνε με το φίλο του, τον Αγαθό Γίγαντα. Γιατί σήμερα, αλλά και αύριο, το σχολείο θα ήτανε κλειστό. Είχανε, βλέπετε, γάμους στο χωριό κι αυτός που παντρευότανε ήταν ο δάσκαλος, ο οποίος - πριν από μέρες- ανακοίνωσε στα παιδιά τη διήμερη διακοπή των μαθημάτων, ζητώντας τους μάλιστα και συγνώμη (ποιά συγνώμη; - μήπως στεναχωρήθηκε κανείς;).
Να ‘σου λοιπόν, έτοιμο το Καλό Παιδί, κρέμασε το παγούρι και την τσάντα με το κολατσιό του στον ώμο, έβαλε κι ένα κουτί χρωματιστά μολύβια και μερικά χαρτιά στην τσέπη του (γιατί αγαπούσε – βλέπετε – πολύ τη ζωγραφική) και ξεκίνησε.
Περπάτησε τους δρόμους του χωριού καλημερίζοντας ευγενικά όποιον συναντούσε στο δρόμο του, έφτασε στην άκρη της τελευταίας γειτονιάς και βγήκε από το χωριό.
Λίγο μετά, εκεί που ξεκίναγε η πλαγιά του βουνού, ο δρόμος σταματούσε και γινότανε ένα μονοπάτι πέτρινο, σκαλιστό, που στρίβοντας μια δεξιά – μια αριστερά, ανέβαινε ως πάνω στο οροπέδιο.
Χοπ! Χοπ! Χοπ! ανέβαινε γοργά το καλό παιδί, τα πλατιά πέτρινα σκαλοπάτια, κοιτώντας γύρω του τη φύση και που και που κάτω το χωριό, που όλο μίκραινε….. και μίκραινε. Με κομμένη τη ανάσα αλλά τόσο χαρούμενος που θα συνάνταγε το φίλο του, συνέχιζε ν’ ανεβαίνει χωρίς να σταματάει καθόλου. Έτσι λοιπόν, μετά από λίγο έφτασε. Στάθηκε στο τελευταίο πλατύσκαλο του μονοπατιού και κοίταξε στο ξέφωτο γύρω – γύρω. Μπα! Ερημιά. Ο Αγαθός Γίγαντας δεν είχε έρθει ακόμα. Εντάξει, δεν τον πείραζε. Θα περίμενε. Έτσι κι αλλιώς, του άρεσε τόσο πολύ εκεί. Πήγε μέχρι έναν από τους ξύλινους πάγκους και κάθησε κι άρχισε να περιεργάζεται γύρω το χώρο.
Τι ωραία! τι ωραία που ήταν! Το γρασίδι καταπράσινο, τα λουλούδια εδώ κι εκεί, ο ουρανός από πάνω με μπαμπακένια σύννεφα, το δάσος γύρω – γύρω στις πλαγιές, πυκνό, σκιερό, τα πουλιά που κελαηδούσαν, δυο πασχαλίτσες που παίζανε δίπλα στο παπούτσι του, γύρω στις τριάντα κάμπιες περπατούσαν η μία πίσω από την άλλη και λίγο παραπέρα μια πεταλούδα πέταγε κοντά του.
« Α, να τι θα κάνω όσο περιμένω» σκέφτηκε το Καλό Παιδί. «Θα ζωγραφίσω την πεταλούδα». Έβγαλε λοιπόν τα μολύβια και τα χαρτιά του και ζωγράφισε:
Πάνω στην ώρα που τελείωσε τη ζωγραφιά και την παρατηρούσε, άρχισε να νοιώθει τη γη να τρέμει και έναν ήχο υπόγειο:
ΜΠΟΥΜ! - ΜΠΟΥΜ! - ΜΠΟΥΜ!
Χαμογέλασε και σκέφτηκε: «Ήρθε ο φίλος μου». Συγκέντρωσε λοιπόν τη ματιά του στην άκρη του ξέφωτου περιμένοντας, έτσι όπως γινόταν πάντα επειδή ο δρόμος ήταν πολύ ανηφορικός και σταμάταγε απότομα, να φανεί πρώτα το κεφάλι του Γίγαντα με τις τούφες τα κόκκινα μαλλιά. Αντί για αυτό όμως είδε μονάχα ένα πορτοκάλι να υψώνεται στον αέρα και να πέφτει ξανά και μετά πάλι και πάλι. Αλλά πριν προλάβει για τα καλά να σαστίσει με τούτο το παράξενο χοροπηδηχτό πορτοκάλι, ξεπρόβαλλε του φίλου του η κεφάλα, ο οποίος από την ώρα που ξεκίνησε, αφηρημένος ίσως, έπαιζε ακόμα με το πορτοκάλι σα να ‘ταν τόπι.
Πλησιάσανε ο ένας τον άλλον, χαιρετηθήκανε, είπανε με δυο λόγια τα νέα τους.
- Κοίταξε τι ζωγράφισα… είπε το καλό παιδί και έδειξε στο Γίγαντα τη ζωγραφιά με την πεταλούδα.- Α! Πολύ ωραίο, πολύ ωραίο!… είπε εκείνος. Μα εσύ πρέπει να γίνεις ζωγράφος. Και μετά, χαμογελώντας πονηρά και στριφογυρίζοντας με νόημα στα χέρια του το πορτοκάλι, συμπλήρωσε:- Γιατί βέβαια στη ζωγραφική τα πας πολύ καλά, αλλά από μπάλλα άστα!- Ώστε έτσι, ε; Έτσι, ε;… φώναξε πειραγμένο το Καλό Παιδί και άρχισε να απομακρύνεται πισωπατώντας. Έλα λοιπόν να σε δούμε!… είπε και πήρε θέση μερικά μέτρα μακριά. Πέτα ντε, πέτα ντε αν σου βαστάει!Ο Γίγαντας πέταξε το πορτοκάλι με μια (για να πούμε την αλήθεια, εύκολη) μπαλιά, που το Παιδί την έπιασε με άνεση. Όλο χαρά και πείσμα, τότε φώναξε:- Ορίστε κύριε, ορίστε! Για να ιδούμε τώρα και σένα… κι έριξε μια ψηλοκρεμαστή.Ο Αγαθός Γίγαντας παρακολουθώντας το πορτοκάλι, πήγε μια μπρος - μια πίσω, έκανε να το πιάσει, αλλά την τελευταία στιγμή (επίτηδες και πάλι), του ‘φυγε μέσα από τα χέρια. Ω, ρε κοροϊδία που έπεσε!- Κρίμα, κρίμα καημένε… είπε περιπαιχτικά το Καλό Παιδί. Κρίμα το μπόι σου και την ομορφιά σου!Εκείνο το τελευταίο «…την ομορφιά σου» το τόνισε ιδιαίτερα, λες και στην πραγματικότητα εννοούσε πως ο Γίγαντας κάθε άλλο παρά όμορφος ήτανε. Ο Γίγαντας με το που το άκουσε αυτό κοκάλωσε στη θέση του και κοίταξε το Καλό Παιδί – τάχα μου – αγριεμένος. Και το Παιδί κοίταζε και κείνο, αμίλητο και σοβαρό, το Γίγαντα στα μάτια. Για μια στιγμή κοιτάζονταν έτσι αμίλητοι κι αμέσως μετά λυθήκανε κι οι δύο σε γέλια τρανταχτά! Όλο έτσι το κάνανε. Πειράζανε ο ένας τον άλλον και στα ψέματα προσβάλλονταν, θυμώνανε και λέγανε ότι θ’ αρχίσουν να δέρνονται. Έτσι για να γελάνε. Κι όταν χορτάσανε το γέλιο, συνέχισαν όλο ενθουσιασμό το παιχνίδι τους.
Την ίδια ώρα μέσα στο δάσος……………….
… κατέβαινε την πλαγιά ο Σκοτεινός. Τον λέγαν έτσι γιατί φόραγε πάντα μαύρα ρούχα κι ακόμα είχε μαύρα – κατάμαυρα μαλλιά και γένεια. Κι επιπλέον, όλο στα σκοτάδια, τις σκιές και τις νύχτες γύρναγε. Λίγοι, ελάχιστοι τον είχαν δει. Κάτι βοσκοί, κάτι κυνηγοί, κάτι αγροφύλακες κι αυτό όχι για πολύ – για μια στιγμή μονάχα, με την άκρη του ματιού. Εκεί που περπατούσαν άκουγαν κάποιο θόρυβο, ένα φουρφούρισμα ανάμεσα στις φτέρες ή ένα κλαδάκι να σπάει και νομίζοντας ότι είναι κάτι πουλί ή αγρίμι, βλέπανε στ’ απόσκια μέσα την παράξενη, τρομακτική φιγούρα. Γιατί ήταν άσκημος πολύ και φοβερός στην όψη. Είχε το σώμα του μια ολότελα παράταιρη στάση, καμπουριασμένο – στα δύο σχεδόν διπλωμένο, τα πόδια λυγισμένα στραβοπατούσαν και τα χέρια κρέμονταν σαν ακυβέρνητα και ακουμπούσαν σχεδόν τη γη και μοιάζαν αφύσικα μακριά. Είχε και κάτι γαμψές, λερές, κατάμαυρες νυχάρες στα δάχτυλα του!
Άντρες μεγάλοι, σκληραγωγημένοι, άντρες με τα όλα τους ήταν όσοι τον είχαν δει κι όμως όλοι τους παραδέχονταν πως σκιάχτηκαν για τα καλά. Μετά, στα καφενεία και τις ταβέρνες, λέγαν στους άλλους χωρικούς για την περιπέτεια τους. Πώς τον είδαν ξαφνικά και πόσο τρόμαξαν. Πώς, όταν έκαναν να τον πλησιάσουν εκείνος εξαφανίστηκε τρέχοντας και κουτρουβαλώντας στις κατηφοριές. Κι όταν πλησίασαν παρατήρησαν με φρίκη ότι όπου είχε πατήσει κι όπου είχε ακουμπήσει, είχε το χορτάρι ξεραθεί και τα κλαδιά σαπίσει.- Όπου πατάει ο Σκοτεινός, χορτάρι δεν ξαναφυτρώνει!… λέγανε με στόμφο. Και έτσι ήταν! Ακόμα λέγανε πως τον τρέμανε τα ζώα του δάσους και σκορπίζονταν κι έτρεχαν να κρυφτούν, όταν εκείνος ζύγωνε.- Άμα είσαστε στο δάσος και βρεθείτε ξαφνικά σε ησυχία παράξενη, να το ξέρετε ότι μπορεί να συναντήσετε το Σκοτεινό. Γιατί στην παρουσία του θα έχουνε όλα τα ζωντανά λουφάξει. Και τα θηρία ακόμα τον φοβούνται: κι ο αγριόγατος, κι η αρκούδα και ο λύκος, άμα τον μυριστούν από μακριά, τρέχουν και χώνονται μέσα στη φωλιά τους και κουλουριάζονται εκεί λαχανιασμένα και περιμένουν μυξοκλαίγοντας να φύγει! Και έτσι ήταν!
- Εγώ προχτές, του πέταξα μια πέτρα αλλά δεν τον πέτυχα… έλεγε ένας βοσκός.- Κι εμείς του ρίξαμε όλη η παρέα με τα τουφέκια, αλλά είχε ήδη γίνει καπνός ο άτιμος… έλεγαν κάτι φίλοι κυνηγοί.- Εγώ, παρ ΄όλο που φοβήθηκα πολύ, τον κυνήγησα να τον πιάσω, αλλά χώθηκε σε κάτι βάτα κι εξαφανίστηκε… έλεγε ο αγροφύλακας. Και μετά όλοι μαζί έλεγαν:- Να το ξέρετε πως ο Σκοτεινός είναι κίνδυνος μεγάλος και κατάρα για το χωριό. Θα βάλει χέρι, να το δείτε, στα κοπάδια μας να τα χαλάσει. Και σε ανθρώπους ακόμα μπορεί να επιτεθεί, άμα βρει κάναν ανήμπορο γέροντα, παιδάκι ή γυναίκα μοναχούς. Γιατί είναι αδίστακτος, αιμοβόρος και – δεν υπάρχει αμφιβολία – ανθρωποφάγος!Εδώ βέβαια, με αυτά τα λόγια, άρχιζαν οι υπερβολές. Γιατί όσο τρομακτικός κι αν ήτανε ο Σκοτεινός, δεν είχε – ως τα τώρα – σε κανέναν επιτεθεί. Πάντως έτσι, λόγο στο λόγο και κουβέντα στην κουβέντα, με τις διηγήσεις των αντρών αυτών στα καφενεία και τις ταβέρνες του χωριού, φτιάχτηκε σιγά – σιγά ο θρύλος του Σκοτεινού. Φάντασμα τον είπανε, στοιχειό του δάσους τον είπανε, καλικάντζαρο και τέρας τρομερό. Έφτασε να γίνει ο μπαμπούλας του χωριού, φόβος και τρόμος για τα μικρά παιδιά, τις γυναίκες και τους αλαφροΐσκιωτους για χρόνια και χρόνια.
Αυτός λοιπόν ήταν ο Σκοτεινός που κατέβαινε τώρα κατρακυλώντας σχεδόν την πλαγιά. Άπλωνε πότε δω, πότε κει, τα αφύσικα μακριά του χέρια και γράπωνε με τα αρπακτικά του δάχτυλα κλαδιά, κορμούς και θάμνους για να συγκρατιέται. Όπου ακούμπαγε, μετά μαραίνονταν τα φύλλα, ξεραίνονταν τα κλαδιά, σάπιζαν οι κορμοί. Χάνονταν όπου πέρναγε η ζωντάνια, τα χρώματα, η φρεσκάδα. Χαραζότανε λες ξοπίσω του, ένα πικρό, αρρωστημένο, σκοτεινό, δικό του μονοπάτι. Έτσι έφτασε στο τέλος της πλαγιάς, κρύφτηκε πίσω από ένα πεσμένο κορμό δέντρου και κοίταζε στο ξέφωτο όπου οι δύο φίλοι, ο Αγαθός Γίγαντας και το Καλό Παιδί, όλο γέλια και φωνές χαίρονταν το παιχνίδι τους, τρέχοντας και πετώντας ο έναν στον άλλον το πορτοκάλι. Σε μια στιγμή, ξέφυγε στο Καλό Παιδί μια άτσαλη μπαλιά που ήτανε αδύνατο στο Γίγαντα να την πιάσει. Το πορτοκάλι πήγαινε γραμμή κατά τη μεριά που κρυβόταν ο Σκοτεινός.
Άπλωσε εκείνος το χέρι με τα αρπακτικά τα δάχτυλα ανοιχτά και πικρά χαμογελώντας περίμενε, ξέροντας πως με το που θα πιάσει τον ολόφρεσκο, δροσερό καρπό σε κείνη την παλάμη του που φαίνεται πως μοίρα ζοφερή την είχε ευλογήσει, θα μαύριζε, θα μαραινόταν και θα σάπιζε στο τέλος. Και τούτο το παιδί και τούτος ο γίγαντας θα παρακολουθούσαν, κι αυτοί όπως κι όλοι οι άλλοι, με απορία και έκπληξη στην αρχή κι ύστερα με αποστροφή και φόβο. Μετά θα φεύγανε είτε τρέχοντας κατατρομαγμένοι χωρίς ούτε μια ματιά πίσω να ρίξουν, είτε – χειρότερα ακόμα – πισωπατώντας, φωνάζοντας και βρίζοντας. Και μπορεί και καμιά πέτρα να του πετούσαν. Πόσες φορές, πόσες φορές δεν τον είχανε έτσι οι ανθρώποι διώξει; Ε, να λοιπόν, άλλη μια φορά έτσι θα γίνει. Για την κατάληξη σίγουρος , κοίταζε και περίμενε ώσπου ένοιωσε - χτουπ! – το χρυσό των Εσπερίδων μήλο, στη μαύρη κακορίζικη, χούφτα του να ταιριάζει.
Όμως ο Γίγαντας και το Παιδί ούτε άρχισαν να τρέχουν, ούτε τον έβρισαν, ούτε μια τόση δα πέτρα δεν του πέταξαν κι ούτε καθόλου τρομαγμένοι έμοιαζαν. Τι έκαναν λοιπόν; Άρχισαν να χοροπηδάνε πάνω – κάτω και να του φωνάζουν δυνατά:
- Σε μένα φίλε, σε μένα πέτα το!- Μην τον ακούς, σε μένα, σε μένα!Ο Σκοτεινός ολότελα σαστισμένος και μπερδεμένος από την αντίδραση τους αλλά κι επειδή στο χέρι του το πορτοκάλι δεν έμοιαζε καθόλου να έχει αλλάξει κι έμενε δροσερό, γυαλιστερό και φρέσκο, ξαφνιάστηκε με τις φωνές. Το πέταξε με δύναμη προς τη μεριά τους και θέλησε να τρέξει, να φύγει μακριά από τούτη το αλλόκοτο, αφύσικο γι αυτόν σκηνικό. Αντί γι αυτό όμως… παρακολούθησε το πορτοκάλι που διέγραφε την τροχιά του στον αέρα και σαν να τον παρέσυρε, σαν να τον τράβηξε μαζί του, λες κι ήτανε οι δυο τους μ’ ένα αόρατο νήμα ενωμένοι και κάνοντας ένα βήμα, βγήκε από τις σκιές των δέντρων του δάσους στο ξέφωτο που λαμπρός το έλουζε ο ήλιος. Κάνοντας ένα βήμα βγήκε, πρώτη φορά στη ζωή του, από το Σκοτάδι στο Φως.
Ο Αγαθός Γίγαντας με το ένα χέρι υψωμένο, περίμενε να πιάσει το πορτοκάλι όλος σιγουριά, καθώς το καλό παιδί με το δικό του χέρι υψωμένο, ούτε στη μέση δεν τον έφτανε. Καθώς το πορτοκάλι άρχισε να πέφτει, άνοιξε τα δάχτυλα του έτοιμος να το αρπάξει στην τεράστια χερούκλα του και λοξοκοιτώντας το Καλό Παιδί, έκανε γελώντας κοροϊδευτικά:- Χο, χο, χο! Εγώ θα το πιάσω, εγώ!Όμως το καλό παιδί πήρε φόρα και του ‘δωσε μια δυνατή σπρωξιά στα πόδια, πίσω από τα γόνατα, και ο Γίγαντας σωριάστηκε κάτω κι έπεσε με τα μούτρα. Το Καλό Παιδί πήδηξε στην πλάτη του κι άρπαξε το πορτοκάλι κι όταν ο Γίγαντας σήκωσε το κεφάλι του, με το πρόσωπο γεμάτο απορία και κάμποσα χορτάρια να γεμίζουν το στόμα του, έσκυψε και του ψιθύρισε στο αυτί:- Χο, χο, χο! Κι όμως το ‘πιασα εγώ!Και μετά από ένα δευτερόλεπτο ξεκαρδίστηκαν κι οι δυο στα γέλια κι ενώθηκαν η βροντερή, χοντρή, βαριά φωνή του Γίγαντα με την ψιλή, γλυκιά φωνούλα του Παιδιού σ’ ένα κοινό, ταυτόχρονο:- Χο, χο, χο! Χο, χο, χο!Τότε, σαν κάτι που δε μπορούσε να ελέγξει, σα βήχας, σα λόξυγγας, σα φτάρνισμα ίσως, ένοιωσε ο Σκοτεινός από κάπου μέσα του βαθιά, να ανεβαίνει γάργαρο και κυματιστό κάτι που όταν έφτασε στα χείλη, έκανε έναν ήχο πρωτόγνωρο γι αυτόν:- Χο, χο, χο!- Απίστευτο! Απίστευτο!… ακούστηκαν φωνές μέσα απ’ το δάσος.- Απίστευτο!… λέγανε η κουκουβάγια, η νυχτερίδα, ο κόρακας, η χελώνα, ο σκίουρος, το τσακάλι κι ο ασβός.- Απίστευτο! Γέλασε ο Σκοτεινός!Όταν σταμάτησαν τα γέλια, ο Γίγαντας και το Παιδί, σκουπίσανε τα μάτια τους που είχανε δακρύσει και γυρίσανε πάλι προς τη μεριά του Σκοτεινού.- Ευχαριστούμε φίλε που μας έδωσες το πορτοκάλι. Τι λες, θες να παίξεις μαζί μας; Θα σπάσουμε πλάκα μεγάλη… είπε ο Γίγαντας.- Ναι, ναι φίλε… είπε το Καλό Παιδί. Έλα να παίξεις μαζί μας, κι όσο για πλάκα είναι σίγουρο ότι θα κάνουμε μεγάλη πλάκα οι δυο μας, γιατί θα κοιτάμε τούτον δω τον κρεμανταλά… κι έδειξε τον Γίγαντα, που από μπάλλα δεν ξέρει τι του γίνεται… και κούνησε το κεφάλι του περιπαιχτικά.- Αααα! Άκου να σου πω σπόρε… ύψωσε τη φωνή ο Γίγαντας.- Ως εδώ. Δε θα ανεχτώ να με κοροϊδεύεις άλλο…και σήκωσε ψηλά το πόδι του και φωνάζοντας - τάχα μου αγριεμένα – έκανε να πατήσει και να λειώσει κάτω από την πατούσα του το Καλό Παιδί, αλλά - τάχα μου κατά λάθος – αστόχησε και το γιγάντιο πόδι προσγειώθηκε ακριβώς δίπλα από εκεί που βρισκόταν το Παιδί, κάνοντας το έδαφος να βουλιάξει.- Το νου σου κακομοίρη μου, την επόμενη φορά δε θα αστοχήσω… ούρλιαξε ο Γίγαντας, που ξεκίνησε να λέει τη φράση αυτή δήθεν έξαλλος από θυμό, αλλά δεν άντεξε και την τελείωσε πνιγμένος στα γέλια. Ε, όπως θα έχετε καταλάβει δεν ήθελε πολύ και το Καλό Παιδί για να του κάνει παρέα, στα γέλια λιγωμένο.Όταν κι αυτή τη φορά σταμάτησαν να γελάνε, γύρισαν πάλι στο Σκοτεινό και του ‘πανε και πάλι καλωσυνάτα και γελαστά:- Έλα φίλε να παίξεις μαζί μας, έλα! « Μα τι συμβαίνει;» αναρωτήθηκε ο Σκοτεινός, «τι παράξενοι που είναι αυτό το παιδί κι αυτός ο γίγαντας. Καλά, δεν ξέρουνε ποιός είμαι; Δεν βλέπουνε ΠΩΣ είμαι; Καθόλου δε φοβούνται;» Ενώ λοιπόν και πάλι απόφαση είχε πάρει στα πόδια να το βάλει και στις σκιές του δάσους να κρυφτεί, ξανά άλλαξε γνώμη και σιγά – σιγά προχώρησε προς το μέρος τους. - Καλώς τον… είπε ο Γίγαντας, όταν έφτασε κοντά.- Γεια σου… είπε το Καλό Παιδί. Εγώ ζω στο χωριό που είναι κάτω στον κάμπο, πάω στο σχολείο και μου αρέσει να ζωγραφίζω.- Εγώ ζω στους απέναντι λόφους… είπε ο Γίγαντας, και μου αρέσουν τα παιχνίδια που παίζονται με μπάλλα. - Εσύ;… ρωτήσανε το Σκοτεινό.Εκείνος γύρισε λίγο το σώμα του προς τα πίσω, άπλωσε το χέρι και τους έδειξε - αμίλητος - το δάσος. - Α! Ζεις στο δάσος! Τι ωραία, τέλεια, θα έχεις ένα σωρό ιστορίες να μας πεις… είπε το Καλό Παιδί. Άλλη ώρα όμως, εντάξει; Τώρα είναι ώρα για παιχνίδι… και χτύπησε το Σκοτεινό στον ώμο, φιλικά.Και έπαιξαν. Πώς έπαιξαν! Για ώρες και ώρες, χωρίς σταματημό. Τώρα μάλιστα που είχαν γίνει τρεις, και πιο πολλά παιχνίδια μπορούσαν να παίξουν και μεγαλύτερο κέφι και ενδιαφέρον είχε το παιχνίδι. Ο Σκοτεινός συμμετείχε στο παιχνίδι κανονικά και μάλιστα φάνηκε και πολύ άξιος παίχτης. Έτρεχε πέρα – δώθε, πήδαγε ψηλά, έπεφτε, σηκωνόταν, έπιανε το πορτοκάλι, το πέταγε με δύναμη, το έπιανε ξανά.- Μπράβο φίλε, μπράβο… του φώναζαν πότε ο Γίγαντας και πότε το Παιδί και κείνος όλο και πιο συχνά γέλαγε και χαμογελούσε.Ούτε που το κατάλαβαν για πότε πέρασε η ώρα και μόνο όταν βασίλεψε ο ήλιος αποφάσισαν να σταματήσουν. Κάθησαν κατάκοποι, ιδρωμένοι, λαχανιασμένοι – αλλά και τόσο ευχαριστημένοι - στους ξύλινους πάγκους να ξεκουραστούν. Πέρασαν μερικά λεπτά κι ενώ το Καλό Παιδί είχε βγάλει κι έδειχνε στον Σκοτεινό, τη ζωγραφιά που είχε φτιάξει με την πεταλούδα, ο Γίγαντας πετάχτηκε απάνω και είπε:- Ρε σεις! Παραλίγο να ξεχάσουμε το γάμο και το γλέντι στο χωριό!- Πω, πω! Έχεις δίκιο!… είπε το Καλό Παιδί. Πρέπει να βιαστούμε να κατεβούμε στο χωριό. Μετά γύρισε στο Σκοτεινό και είπε: - Άκου φίλε, κάτω στο χωριό γίνεται γάμος και είμαστε καλεσμένοι, γι αυτό και πρέπει να φύγουμε τώρα. Θα ήθελα πολύ να ‘ρθεις και συ μαζί μας. Το ίδιο πιστεύω θέλει κι ο φίλος από δω… και έδειξε προς τη μεριά του Γίγαντα. - Μα βέβαια, και βέβαια… είπε ο Γίγαντας.- Κι άμα αργήσουμε το βράδυ στο γλέντι… συνέχισε το Καλό Παιδί, δεν είναι ανάγκη να γυρίσεις στο σπίτι σου στο δάσος νυχτιάτικα. Θα σε φιλοξενήσω εγώ στο δικό μου σπίτι, στο χωριό και επιστρέφεις το πρωί με το καλό. Ε, τι λες; Θα έρθεις; Έλα σε παρακαλώ! Θα έρθεις; Ο Γίγαντας και το Παιδί κοιτάζανε το Σκοτεινό ερωτηματικά – παρακαλετικά. Εκείνος γύρισε και κοίταξε το κατασκότεινο εκείνη την ώρα δάσος, και μετά γύρισε και δειλά – δειλά τους κούνησε το κεφάλι, δείχνοντας πως δέχεται.- Ωραία!… είπε ο Γίγαντας, πάμε, ξεκινάμε. Κι άρχισαν να κατεβαίνουν από το πέτρινο μονοπάτι προς το χωριό.Στο δρόμο, ο Σκοτεινός κοίταζε γύρω του με περιέργεια και ενδιαφέρον. Γιατί ήταν όλα γύρω του καινούρια μιας κι αν είχε κάτι ξαναδεί, ήταν μόνο από μακριά, από την άκρη του δάσους. Εκτός από γύρω του, αισθανόταν και μέσα του κάτι καινούριο που όμως δε μπορούσε να εξηγήσει και έτσι απλώς ακολουθούσε το Γίγαντα και το Παιδί και κατέβαιναν το μονοπάτι. Και βέβαια δεν είχε καταλάβει πως σιγά – σιγά, η στάση του κορμιού του είχε αλλάξει και τώρα πια δεν ήτανε καμπούρης, μακρυχέρης και στραβοπόδης παρά περπάταγε κανονικά, όρθιος και στητός. Μετά από λίγο φτάσανε στο χωριό.
Ο γάμος είχε τελειώσει στην εκκλησία. Σε λίγο θα άρχιζε το γλέντι. - Πάμε στην πλατεία… είπε το Παιδί και οι άλλοι ακολούθησαν.Στην πλατεία είχαν γύρω βάλει τραπέζια για τους καλεσμένους, στη μέση είχαν μερικές καρέκλες για τους μουσικούς και ο υπόλοιπος χώρος ήταν ελεύθερος για να χορέψουν. Τους υποδέχθηκε στην είσοδο της πλατείας ο πατέρας του γαμπρού.- Καλώς τους! Καλώς τους! Καλώς το Γίγαντα. Καλώς το Παιδί το Καλό. Καλώς τον και το φίλο τους… είπε μόλις είδε το Σκοτεινό. Ευχαριστώ που με τιμήσατε στη χαρά του παιδιού μου… και τους οδήγησε στο τραπέζι τους.Καθώς πήγαιναν προς τα εκεί, πέρασαν δίπλα από ένα τραπέζι όπου κάθονταν μερικοί από τους κυνηγούς και τους αγροφύλακες που είχαν συναντηθεί με το Σκοτεινό. Όταν εκείνος τους είδε ήταν αργά. «Ωχ!» είπε από μέσα του, «τώρα θα ‘χουμε φασαρίες». Όμως εκείνοι δε φάνηκαν να τον αναγνωρίζουν, παρά χαιρέτησαν χαρούμενα:- Καλησπέρα. Και στις χαρές σας… είπαν.Στο τραπέζι που τους πήγαν να καθίσουν, ήταν η οικογένεια του Καλού Παιδιού, του ράφτη και του κουρέα του χωριού. Όλοι τους καλωσόρισαν ευγενικά και κάτσανε οι τρεις τους, με το Γίγαντα στη μέση. Μετά από λίγο όλα τα τραπέζια στην πλατεία γέμισαν και ο κόσμος περίμενε τους νιόπαντρους για να αρχίσει το γλέντι. Δεν άργησαν να φανούν. Μπήκαν στην πλατεία με χειροκροτήματα δυνατά και ευχές και πιστολιές. Πίσω τους έρχονταν τα όργανα. Πήγαν στο τραπέζι τους κι οι μουσικοί στις θέσεις τους. Ο γαμπρός σηκώθηκε κι έδωσε το σύνθημα ν’ αρχίσει το γλέντι.Σερβιρίστηκαν τα φαγητά και τα κρασιά. Ξεκίνησε η μουσική. Γέμιζαν, άδειαζαν και ξαναγέμιζαν πιάτα και ποτήρια. Μετά από λίγο ξεκίνησε και το τραγούδι κι ο χορός. Όπου και να γύριζες έβλεπες χαρούμενα πρόσωπα. Το καθετί ήταν για το Σκοτεινό μια χαρούμενη έκπληξη. Τα φαγητά: α! τι υπέροχα, απολαυστικά που του φαίνονταν εκείνου που ως τα τώρα η μόνη τροφή που ήξερε ήταν τα βελανίδια, τα χαρούπια, τα μανιτάρια και το μέλι από τα αγριομελίσσια. Το κρασί: τι ωραία που κύλαγε βελούδινο στο λαιμό του, τι ευχάριστα που τον ζέσταινε, τι ευχάριστα που τον ζάλιζε. Η μουσική, η μελωδία, τα τραγούδια, πόσο ωραία τον έκαναν να νοιώθει. Κι όλος αυτός ο χαρούμενος, γελαστός κόσμος που χόρευε και γλεντούσε. Όσο πέρναγε η ώρα ο Σκοτεινός αισθανόταν όλο και πιο καλά. Έφτασε έτσι μια στιγμή που έπαψε γύρω του να παρατηρεί και συγκεντρώθηκε στον εαυτό του, γιατί κατάλαβε πως μια αλλαγή που είχε αρχίσει μέσα του να συμβαίνει από την ώρα που έπιασε εκείνο το πορτοκάλι στο ξέφωτο πάνω στο βουνό, τη στιγμή αυτή ολοκληρωνόταν. Για να εξηγήσει αυτό που ένοιωθε, φαντάστηκε τον εαυτό του σα μεγάλο δέντρο του δάσους που σε μια κουφάλα του μέσα είχανε φωλιάσει και ζούσαν συνεχώς κάτι άσχημα και μαύρα αγριοπούλια: η σκοτεινιά, η μοναξιά, η πίκρα, η στεναχώρια και άλλα παρόμοια. Όμως σήμερα φύγανε ξαφνικά, και στη θέση τους ήρθανε άλλα χαρούμενα, πολύχρωμα, κελαηδιστά πουλιά και κάναν τη φωλιά τους. Παρ’ όλο που δεν ήξερε τα ονόματα τους, κατάλαβε πως με αυτούς τους νέους ενοίκους μέσα του θα πορευόταν από εδώ και πέρα. Και μάλιστα θα ήτανε πολύ καλύτερος από πριν σπιτονοικοκύρης…ή μάλλον δεντρονοικοκύρης. «Εεεε, δηλαδή…λίγο μπερδεμένα τα λέω» σκέφτηκε ο Σκοτεινός. «Λες να φταίει το κρασί;» αναρωτήθηκε. «Ε και τι πειράζει;» σκέφτηκε μετά και προσπάθησε να πνίξει το γέλιο που του ‘ρθε χωρίς ωστόσο να τα πολυκαταφέρει.Όμως, μια αγκωνιά που τού ‘ριξε ο ράφτης από δίπλα, διέκοψε τους συλλογισμούς του. - Χρώματα!… φώναξε μες στο αυτί του Σκοτεινού ο ράφτης, που είχε πιει - όπως ήταν φανερό – λιγάκι παραπάνω. Χρώματα νά ‘χουνε τα ρούχα σου, τι είναι τούτα δω τα μαύρα, τα κατάμαυρα που φοράς. Άκου να δεις. Επειδή σε συμπάθησα πολύ, γιατί είσαι τσίφτικο παιδί και άξιο παλικάρι, θέλω να έρθεις αύριο στο ραφτάδικο μου να σου πάρω τα μέτρα, να σου φτιάξω μια πολύχρωμη στολή μούρλια! Και μετά να πας και σε αυτόν τον άχρηστο…είπε κι έδειξε τον κουρέα (που ήταν φίλος του και δεν πειράχτηκε) να σου μπαρμπερίσει τούτα τα γένια και τις μαλλούρες. Άλλος άνθρωπος θα γίνεις, θα δεις. Εξάλλου… είπε ο ράφτης χαμηλώνοντας τη φωνή και σκύβοντας προς το μέρος του, για κοίτα γύρω σου. Τόσες ωραίες κοπελιές! Πού ξέρεις; Μπορεί να είναι το τυχερό σου να παντρευτείς στο χωριό μας… και τού ’κλεισε με νόημα το μάτι, ενώ το ίδιο έκανε κι ο κουρέας από την απέναντι μεριά του τραπεζιού.- Εερρεεεεε κέφια!… φώναξε ο Γίγαντας και σηκώθηκε όρθιος υψώνοντας την κανάτα το κρασί. Άιντε παιδιά, και στα δικά μας οι ανύπαντροι!Όλοι γέλασαν και χειροκρότησαν και είπαν:- Με το καλό! Με το καλό!Ο Γίγαντας γέμισε κρασί τα ποτήρια στο τραπέζι κι έκατσε πάλι κάτω χαμογελαστός, άπλωσε τα χέρια του και τα ακούμπησε δεξιά κι αριστερά, στου Παιδιού και του Σκοτεινού – των φίλων του τις πλάτες.
Το γλέντι του γάμου τελείωσε ξημερώματα σχεδόν. Και μου φαίνεται πως όλοι οι χωρικοί, την άλλη μέρα, μάλλον κοιμήθηκαν ως πολύ – πολύ αργά. Δεν ξέρω, μάλλον. Αυτό που ξέρω είναι ότι…
… Η καλωσύνη και η αγάπη έχουνε δύναμη μεγάλη.
Και ότι η ανατολή βρήκε τους τρεις - πλέον - φίλους να κοιμούνται αγκαλιά σε μια ταράτσα απάνω και να ονειρεύονται:
Ο Γίγαντας πως παντρεύτηκε κι αυτός και είχε οικογένεια, μία Γιγάντισα δηλαδή και Γιγαντόπουλα πολλά ένα γύρω.Το Καλό Παιδί να έχει γίνει τρανός ζωγράφος και να ζωγραφίζει τέλειες πεταλούδες.Και ο Σκοτεινός, που είχε πια οριστικά γίνει κι αυτός καλός, την πλουμιστή, γεμάτη χρώματα στολή που τού ‘ταξε ο ράφτης και ένα που έμοιαζε ασύνδετο στο όνειρο μα ήταν για την ιστορία αυτή σημαδιακό, στον αέρα να πετάει πορτοκάλι.

Τετάρτη 26 Μαΐου 2010

Οι πατατούλες

Ωραίες που είναι οι πατατούλες
πόσο μου αρέσουνε – πάρα πολύ.
Άμα τις ψήσεις, τις τηγανίσεις,
νόστιμες είναι πολύ πολύ.

Οι πατατούλες, οι πατατούλες,
πολύ μ’ αρέσουν, παρά πολύ.
Όταν τις ψήνεις, τις τηγανίζεις,
νόστιμες είναι πολύ πολύ.

Λα λα λα λα λα, λα λα λα λα λα,
λα λα λα λαλαλα λα λα λα λαααα,
τραλαλαλαλαλααααα, τραλαλαλαλαλααααα,
τραλαλαλαλαλα, λα λα λα λα.

Τραλαλαλαλαλα, λατραλατραλαλα,
Τραλαλαλαλαλα, τραλαλαλαλαααα,
Ατραλαλαλαλα, λαλατραλαλα,
λαλατριλιλα, λαλατριλιλαααα.

Κι άμα τις λειώσεις τις πατατούλες
ε τότε γίνονται πουρές.
Κι ακόμα κι έτσι οι πατατούλες
πολύ είναι νόστιμες που λες.

Άμα τις ψήνεις, τις τηγανίζεις
κι άμα τις λειώνεις κι είναι πουρές,
οι πατατούλες, οι πατατούλες
πολύ είναι νόστιμες που λες.

Λα λα λα λα ….

Τρίτη 25 Μαΐου 2010

Είμαι γουρούνι

Είμαι γουρούνι, είμαι γουρούνι,
ο βασιλιάς των ζώων είμαι εγώ
ο Δούρειος Χοίρος, ο χοίρος ο σιτευτός
του ανθρώπου ο φίλος ο πιο πιστός
των Χοιρουβείμ ο αρχηγός
είμαι γουρούνι, είμαι γουρούνι.

Είμαι γουρούνι, είμαι γουρούνι,
στις λάσπες κυλιέμαι, δε μυρίζω σαπούνι,
τρώω τα πάντα, καταβροχθίζω, δε θέλω πηρούνι
και σένα θα φάω στη φωλιά μου αν έρθεις
και μη χτυπήσεις… δεν έχει κουδούνι,
είμαι γουρούνι, είμαι γουρούνι.

Είμαι γουρούνι, είμαι γουρούνι
κι αυτό το υπέροχο το πρωϊνό,
το καλοκαιρινό, το χοιρινό,
κάνω τη βόλτα μου, περπατάω περήφανα, δε θέλω μπαστούνι,
με τα πόδια γυμνά, δε φοράω τακούνι,
γυαλίζει στον ήλιο το δέρμα μου,
στιλπνό, τρυφερό, θαυμάσιο, ροζ,
δεν είμαι κόκκινος σαν το μπαρμπούνι,
είμαι γουρούνι, είμαι γουρούνι.

Είμαι γουρούνι, είμαι γουρούνι,
γιατί ηλίθιε αηδία σου φέρνω;
λες κι είμαι φίδι, λες κι είμαι μαμούνι,
δεν βλέπεις σώμα, δε βλέπεις κορμί;
δε βλέπεις πρόσωπο, δε βλέπεις πηγούνι;
είμαι γουρούνι, είμαι γουρούνι.

Είμαι γουρούνι, είμαι γουρούνι,
λεφτά από σένα δε θέλω να μου δώσεις τσιγκούνη,
δε σας έχω ανάγκη, σας περιφρονώ άξεστοι Ούννοι,
έχω κουλτούρα, έχω μόρφωση εγώ, μιλώ Γιαπωνέζικα:
«Ταμπασαχίρι – οχινάκι – χοιροσίμα – μιφούνι»
είμαι γουρούνι, είμαι γουρούνι.

Είμαι γουρούνι, είμαι γουρούνι,
εύχομαι μόνο μια μέρα να μπορέσετε
το μεγαλείο Μου να συλλάβετε,
και τότε θα δείτε – ΟΛΟΙ θα δούνει,
και τότε θα πείτε, αααααααα ΟΛΟΙ θα πούνει,
«Ωωωωωω! εσύ πλάσμα τέλειο, άφθαστο και ιδανικό»
και επιτέλους την Αλήθεια θα βρούνει
και τότε θα ψάλλουν όλοι μαζί,
θα τραγουδήσουν τον παιάνα τον ηρωικό
«Ωωωωωω! πως θα ήθελα κι εγώ
να είμαι γουρούνι, να είμαι γουρούνι!»





Είμαι γουρούνι, είμαι γουρούνι,
δεν είμαι ψάρι, δεν είμαι μπαρμπούνι,
περπατάω στις λάσπες με το πόδι γυμνό,
δε φοράω τακούνι, δε μυρίζω σαπούνι,
Είμαι πλάσμα ανώτερο, ιδανικό,
τ’ ακούτε άξεστοι, άξεστοι Ούννοι;
μιλάω Γιαπωνέζικα: «Τοσιχίρο μιφούνι»
στη φωλιά μου ελάτε που δεν έχει κουδούνι
είμαι γουρούνι, είμαι γουρούνι

Τετάρτη 12 Μαΐου 2010

Η εποχή της σάρκας

Η εποχή της σάρκας ξεκίνησε και φέτος. Νομίσαμε πάλι ότι ξεκίνησε πριν από ένα μήνα, μα τα τρελλά τερτίπια του καιρού την ανέστειλλαν προσωρινά. Όμως, τώρα ξεκίνησε. Οριστικά. Η εποχή της σάρκας.
Όπου και να γυρίσεις, όπου και να σταθείς, όπου κοιτάξεις, όπου βρεθείς. Στο δρόμο, στα μαγαζιά και στα γραφεία. Στη λαϊκή την αγορά, στα φαρμακεία. Στα μπαρ, στα ρεστωράν, στα καφενεία. Στο τραίνο, στο μετρό, στα λεωφορεία. Μέχρι και στα νοσοκομεία. Ακόμα και στην εκκλησία.
Σάρκα παντού. Στήθη, λαγόνες, μηροί, πλάτες, κοιλιές, πόδια, μέσες. Σάρκα ακάλυπτη παντελώς ή ελαχίστως καλυμμένη και γι αυτό ευδιάκριτος.
Ζαλίζεται το μάτι, θολώνει το μυαλό. Χάνεις την ηρεμία σου, τη συγκέντρωση σου, την ησυχία σου.
Διάφορα φαινόμενα παρατηρούνται μεταξύ του ανδρικού πληθυσμού (ετεροφυλοφιλικού – εννοείται – προσανατολισμού): ατυχήματα με οχήματα, μείωση απόδοσης στην εργασία, αφηρημάδα, υψηλά επίπεδα τεστοστερόνης με ότι αυτό επιφέρει, αυξημένα περιστατικά απιστιών.
Οι στατιστικές λένε πως ο οργανισμός του άνδρα εξοικειώνεται και ηρεμεί περί τα τέλη Ιουνίου – αρχάς Ιουλίου. Οπότε και η ζωή αποκτά και πάλι τους κανονικούς ρυθμούς της, λίγο έως πολύ.
Μέχρι τότε……. κουράγιο αδελφοί.