Πέμπτη, 27 Μαΐου 2010

Το παραμύθι του αγαθού γίγαντα, του καλού παιδιού και του Σκοτεινού που στο τέλος, έγινε κι αυτός καλός*

(*από τα παραμύθια της Άννας – βλ. και δημοσίευση 28ης Αυγούστου 2007)
Ανατολή. Ο ήλιος φάνηκε πάνω από την κορφή του λόφου και άπλωσε το φως του στον κάμπο όλο και τα χωράφια με τις πορτοκαλιές. Μαζί και στους χωρικούς, τους αγρότες, που άλλοι είχανε κιόλας ξεκινήσει να μαζεύουν πορτοκάλια κι άλλοι ήτανε ακόμα στο δρόμο και πηγαίνανε με τα πόδια ή με τα κάρα στα περιβόλια τους.
Κι όλοι τους, όλοι, τρομάξανε όταν ξαφνικά άρχισε η γη να τρέμει και κείνος ο ήχος να ακούγεται, ο υπόγειος, που σα να ‘ρχότανε από κάπου βαθιά, πολύ βαθιά:
ΜΠΟΥΜ! - ΜΠΟΥΜ! - ΜΠΟΥΜ!
Ο ένας κοίταζε τον άλλον και ρωτάγανε:
- Τι είναι; Τι συμβαίνει; Σεισμός είναι, σεισμός;;;
Κι ύστερα είδανε τη σκόνη που σηκωνότανε ψηλά, πολύ ψηλά, στην αρχή του δρόμου που κατηφόριζε από τους λόφους. Και μέσα από τη σκόνη ξεπρόβαλλε…….….……ένας Γίγαντας! Τεράστιος και πανύψηλος, δυο και παραπάνω φορές όσο το μπόι ενός κανονικού ανθρώπου, με μακριά κόκκινα μαλλιά και μούσι. Περπάταγε αργά – αργά προς το μέρος των ανθρώπων κι η γη έτρεμε και κάθε φορά που τα σανδάλια του ακουμπούσανε στο χώμα, ακουγότανε:
ΜΠΟΥΜ! - ΜΠΟΥΜ! - ΜΠΟΥΜ!
Όμως, παρ’ όλο το μέγεθός του, άμα τον καλοκοιτούσες δε θα μπορούσες να πεις ότι ήτανε τρομακτικός. Γιατί είχε ένα παιδικό καλοσυνάτο πρόσωπο που μόνο φόβο δεν ένοιωθες. Να μάλιστα, τώρα που πλησίαζε τους ανθρώπους, είχε αρχίσει να χαμογελάει και να τους χαιρετάει. Κι αυτοί, από την άλλη, μόλις τον είδαν όχι μόνο δεν τρόμαξαν ή ξαφνιάστηκαν, παρά χαρήκανε κιόλας μπορώ να πω. Λέγανε ο ένας στον άλλον:
- Α στο καλό και ανησύχησα…….Εεεεεε, παιδιά: εντάξει δεν είναι τίποτα, ο Γίγαντας, ο Αγαθός Γίγαντας έρχεται κατά δω.
- Καλώς τον. Καλώς τον.
- Πού ‘σαι Γιγαντάκο λεβεντιά………και άλλα τέτοια του φωνάζανε και του κούναγαν το χέρι και ένα τσούρμο παιδάκια έτρεξαν να τον προϋπαντήσουν.
Βλέπετε, όλοι στο χωριό ξέρανε και αγαπούσαν τον άκακο Γίγαντα που ζούσε πάνω στους λόφους και τον λογαριάζανε για χωριανό τους. Πάντα τον καλούσαν στις γιορτές και τα γλέντια, πάντα του δίνανε δώρα – φαγώσιμα, καπνό, ο ράφτης κι οι γυναίκες του φτιάχνανε στα μέτρα του πουκάμισα, παντελόνια, σκούφους και ο τσαγκάρης σανδάλια, μπότες και ζώνες.
Ήταν όμως κι αυτός πάντα πρόθυμος να πάρει μέρος στις δουλειές και κυρίως τις πιο βαριές, όπου με τη μεγάλη του δύναμη έδινε βοήθεια μεγάλη. Όπως τότε που είχε χαλάσει το γεφύρι και κουβάλησε μονάχος του κάτι κοτρώνες θεόρατες, για να το επισκευάσουνε. Έτσι τελείωσαν σε τρεις μέρες ενώ χωρίς το Γίγαντα θα θέλανε πάνω από μήνα. Ή όταν, πριν από μερικά χιόνια, στη μεγάλη βαρυχειμωνιά, που κινδυνέψανε να τους σωθούν τα ξύλα, να μείνουν χωρίς φωτιά και να παγώσουν, ο Γίγαντας έκοψε σε μια βδομάδα μέσα τόσα ξύλα που όχι μόνο φτάσανε, αλλά περισσέψανε και για του χρόνου.
Και πάντα με το χαμόγελο. Πάντα με το λόγο τον καλό. Γι αυτό και τον φώναζαν «ο Αγαθός Γίγαντας». Έτσι λοιπόν που λέτε, όλοι τον αγαπούσανε κι όλους τους αγαπούσε. Μα κυρίως τα παιδιά. Α!…….τα παιδιά ήταν η αδυναμία του. Έπαιζε μαζί τους με τις ώρες, λες κι ήτανε παιδί κι αυτός, και δε θύμωνε ποτέ ότι σκανταλιές και να κάνανε κι όσο να τον ταλαιπωρούσαν.
Έτσι λοιπόν και τώρα, περιτριγυρισμένος από τα παιδιά έφτασε κοντά στους ανθρώπους και αρχίσανε τις χαιρετούρες:
- Καλημέρα. Καλημέρα…είπε με τη χοντρή βροντερή φωνή του. Τι κάνετε σήμερα; Πώς πάει η δουλειά; Να βάλω ένα χεράκι κι εγώ παιδιά;
Έτσι είπε, έβγαλε τη μπλούζα του, ακούμπησε τα χέρια του στη μέση για λίγο και αφού κοίταξε γύρω – γύρω στον πορτοκαλεώνα, στρώθηκε στη δουλειά. Ύψωσε τα χέρια του κι άρχισε να μαζεύει τα πορτοκάλια που ήτανε στα πιο ψηλά κλαδιά των δέντρων κι ήτανε δύσκολο να τα φτάσεις – χρειαζότανε σκάλα. Όταν μάζεψε τις κορφές από 40 περίπου δέντρα (που κανονικά θα χρειάζονταν μισή μέρα για να μαζευτούνε), συγκέντρωσε τα καφάσια με τα πορτοκάλια και κουβαλώντας τα πέντε – πέντε!, τα στοίβαξε στα κάρα.
- Παιδιά… είπε στους χωρικούς, δυστυχώς δε μπορώ να κάτσω άλλο, πρέπει να φύγω τώρα.
Οι γυναίκες του δώσανε νερό. Ήπιε, φόρεσε τη μπλούζα του και τους χαιρέτησε.
- Ε… και μην ξεχάσεις του είπανε, το βράδυ έχουμε γάμο στο χωριό. Σε περιμένουμε στο γλέντι.
- Ευχαριστώ, θα έρθω… είπε ο Αγαθός Γίγαντας, και ξεκίνησε. Πήγαινε στο δρόμο που πέρναγε μέσα από τους μπαξέδες κι ανηφόριζε προς τα βουνά. Έκοψε ένα πορτοκάλι και πετώντας το ψηλά σαν τόπι και σιγοσφυρίζοντας, περπατούσε.
Την ίδια ώρα στο χωριό…………………
…το Καλό Παιδί που είχε από νωρίς ξυπνήσει, ετοιμαζότανε να βγει από το σπίτι. Καλό παιδί το φώναζαν γιατί ήτανε πράγματι καλό, ευγενικό, υπάκουο και σεβαστικό, πρόθυμο στα θελήματα, πρόθυμο και στα γράμματα στο σχολείο, καμάρι των γονιών του, των δασκάλων, της γειτονιάς και του χωριού ολόκληρου. Ήταν το καλό παιδί που όλοι αγαπούσαν και όλους τους είχε φίλους. Μα ο πιο καλός του φίλος ήταν – ποιός λέτε; - ο Αγαθός Γίγαντας. Βέβαια, βέβαια! Αχώριστοι ήταν οι δυο τους. Με κάθε ευκαιρία συναντιόνταν για να παίξουν, να μιλήσουν, να κάνουν περιπάτους. Ειδικά τις μέρες που το καλό παιδί δεν είχε σχολείο, τα Σαββατοκύριακα δηλαδή, τις αργίες και τις γιορτές, πηγαίνανε μαζί σ’ ένα συγκεκριμένο μέρος έξω από το χωριό. Σε ένα μικρό οροπέδιο, πάνω στο βουνό – ένα ξέφωτο του πυκνού δάσους που κάλυπτε τις τριγύρω πλαγιές. Ήταν αυτή μια από τις πιο ωραίες τοποθεσίες του χωριού και πολύ συχνά, όταν ο καιρός ήταν καλός, ανέβαιναν οι κάτοικοι του χωριού με τις οικογένειες τους εκεί και παίζανε μπάλα, κρυφτό, κυνηγητό, σκοποβολή. Μετά ετοιμάζανε τα φαγητά που είχανε φέρει μαζί τους και στρώνανε να φάνε είτε στο γρασίδι, είτε στους μεγάλους ξύλινους πάγκους που είχανε φτιάξει για αυτό το σκοπό, σ’ εκείνο το μέρος. Τρώγανε, πίνανε, τραγουδάγανε, χορεύανε, διασκεδάζανε και με το σούρουπο κατεβαίνανε πάλι στο χωριό.
Εκεί λοιπόν είχε για σήμερα κανονίσει το καλό παιδί να βρεθούνε με το φίλο του, τον Αγαθό Γίγαντα. Γιατί σήμερα, αλλά και αύριο, το σχολείο θα ήτανε κλειστό. Είχανε, βλέπετε, γάμους στο χωριό κι αυτός που παντρευότανε ήταν ο δάσκαλος, ο οποίος - πριν από μέρες- ανακοίνωσε στα παιδιά τη διήμερη διακοπή των μαθημάτων, ζητώντας τους μάλιστα και συγνώμη (ποιά συγνώμη; - μήπως στεναχωρήθηκε κανείς;).
Να ‘σου λοιπόν, έτοιμο το Καλό Παιδί, κρέμασε το παγούρι και την τσάντα με το κολατσιό του στον ώμο, έβαλε κι ένα κουτί χρωματιστά μολύβια και μερικά χαρτιά στην τσέπη του (γιατί αγαπούσε – βλέπετε – πολύ τη ζωγραφική) και ξεκίνησε.
Περπάτησε τους δρόμους του χωριού καλημερίζοντας ευγενικά όποιον συναντούσε στο δρόμο του, έφτασε στην άκρη της τελευταίας γειτονιάς και βγήκε από το χωριό.
Λίγο μετά, εκεί που ξεκίναγε η πλαγιά του βουνού, ο δρόμος σταματούσε και γινότανε ένα μονοπάτι πέτρινο, σκαλιστό, που στρίβοντας μια δεξιά – μια αριστερά, ανέβαινε ως πάνω στο οροπέδιο.
Χοπ! Χοπ! Χοπ! ανέβαινε γοργά το καλό παιδί, τα πλατιά πέτρινα σκαλοπάτια, κοιτώντας γύρω του τη φύση και που και που κάτω το χωριό, που όλο μίκραινε….. και μίκραινε. Με κομμένη τη ανάσα αλλά τόσο χαρούμενος που θα συνάνταγε το φίλο του, συνέχιζε ν’ ανεβαίνει χωρίς να σταματάει καθόλου. Έτσι λοιπόν, μετά από λίγο έφτασε. Στάθηκε στο τελευταίο πλατύσκαλο του μονοπατιού και κοίταξε στο ξέφωτο γύρω – γύρω. Μπα! Ερημιά. Ο Αγαθός Γίγαντας δεν είχε έρθει ακόμα. Εντάξει, δεν τον πείραζε. Θα περίμενε. Έτσι κι αλλιώς, του άρεσε τόσο πολύ εκεί. Πήγε μέχρι έναν από τους ξύλινους πάγκους και κάθησε κι άρχισε να περιεργάζεται γύρω το χώρο.
Τι ωραία! τι ωραία που ήταν! Το γρασίδι καταπράσινο, τα λουλούδια εδώ κι εκεί, ο ουρανός από πάνω με μπαμπακένια σύννεφα, το δάσος γύρω – γύρω στις πλαγιές, πυκνό, σκιερό, τα πουλιά που κελαηδούσαν, δυο πασχαλίτσες που παίζανε δίπλα στο παπούτσι του, γύρω στις τριάντα κάμπιες περπατούσαν η μία πίσω από την άλλη και λίγο παραπέρα μια πεταλούδα πέταγε κοντά του.
« Α, να τι θα κάνω όσο περιμένω» σκέφτηκε το Καλό Παιδί. «Θα ζωγραφίσω την πεταλούδα». Έβγαλε λοιπόν τα μολύβια και τα χαρτιά του και ζωγράφισε:
Πάνω στην ώρα που τελείωσε τη ζωγραφιά και την παρατηρούσε, άρχισε να νοιώθει τη γη να τρέμει και έναν ήχο υπόγειο:
ΜΠΟΥΜ! - ΜΠΟΥΜ! - ΜΠΟΥΜ!
Χαμογέλασε και σκέφτηκε: «Ήρθε ο φίλος μου». Συγκέντρωσε λοιπόν τη ματιά του στην άκρη του ξέφωτου περιμένοντας, έτσι όπως γινόταν πάντα επειδή ο δρόμος ήταν πολύ ανηφορικός και σταμάταγε απότομα, να φανεί πρώτα το κεφάλι του Γίγαντα με τις τούφες τα κόκκινα μαλλιά. Αντί για αυτό όμως είδε μονάχα ένα πορτοκάλι να υψώνεται στον αέρα και να πέφτει ξανά και μετά πάλι και πάλι. Αλλά πριν προλάβει για τα καλά να σαστίσει με τούτο το παράξενο χοροπηδηχτό πορτοκάλι, ξεπρόβαλλε του φίλου του η κεφάλα, ο οποίος από την ώρα που ξεκίνησε, αφηρημένος ίσως, έπαιζε ακόμα με το πορτοκάλι σα να ‘ταν τόπι.
Πλησιάσανε ο ένας τον άλλον, χαιρετηθήκανε, είπανε με δυο λόγια τα νέα τους.
- Κοίταξε τι ζωγράφισα… είπε το καλό παιδί και έδειξε στο Γίγαντα τη ζωγραφιά με την πεταλούδα.- Α! Πολύ ωραίο, πολύ ωραίο!… είπε εκείνος. Μα εσύ πρέπει να γίνεις ζωγράφος. Και μετά, χαμογελώντας πονηρά και στριφογυρίζοντας με νόημα στα χέρια του το πορτοκάλι, συμπλήρωσε:- Γιατί βέβαια στη ζωγραφική τα πας πολύ καλά, αλλά από μπάλλα άστα!- Ώστε έτσι, ε; Έτσι, ε;… φώναξε πειραγμένο το Καλό Παιδί και άρχισε να απομακρύνεται πισωπατώντας. Έλα λοιπόν να σε δούμε!… είπε και πήρε θέση μερικά μέτρα μακριά. Πέτα ντε, πέτα ντε αν σου βαστάει!Ο Γίγαντας πέταξε το πορτοκάλι με μια (για να πούμε την αλήθεια, εύκολη) μπαλιά, που το Παιδί την έπιασε με άνεση. Όλο χαρά και πείσμα, τότε φώναξε:- Ορίστε κύριε, ορίστε! Για να ιδούμε τώρα και σένα… κι έριξε μια ψηλοκρεμαστή.Ο Αγαθός Γίγαντας παρακολουθώντας το πορτοκάλι, πήγε μια μπρος - μια πίσω, έκανε να το πιάσει, αλλά την τελευταία στιγμή (επίτηδες και πάλι), του ‘φυγε μέσα από τα χέρια. Ω, ρε κοροϊδία που έπεσε!- Κρίμα, κρίμα καημένε… είπε περιπαιχτικά το Καλό Παιδί. Κρίμα το μπόι σου και την ομορφιά σου!Εκείνο το τελευταίο «…την ομορφιά σου» το τόνισε ιδιαίτερα, λες και στην πραγματικότητα εννοούσε πως ο Γίγαντας κάθε άλλο παρά όμορφος ήτανε. Ο Γίγαντας με το που το άκουσε αυτό κοκάλωσε στη θέση του και κοίταξε το Καλό Παιδί – τάχα μου – αγριεμένος. Και το Παιδί κοίταζε και κείνο, αμίλητο και σοβαρό, το Γίγαντα στα μάτια. Για μια στιγμή κοιτάζονταν έτσι αμίλητοι κι αμέσως μετά λυθήκανε κι οι δύο σε γέλια τρανταχτά! Όλο έτσι το κάνανε. Πειράζανε ο ένας τον άλλον και στα ψέματα προσβάλλονταν, θυμώνανε και λέγανε ότι θ’ αρχίσουν να δέρνονται. Έτσι για να γελάνε. Κι όταν χορτάσανε το γέλιο, συνέχισαν όλο ενθουσιασμό το παιχνίδι τους.
Την ίδια ώρα μέσα στο δάσος……………….
… κατέβαινε την πλαγιά ο Σκοτεινός. Τον λέγαν έτσι γιατί φόραγε πάντα μαύρα ρούχα κι ακόμα είχε μαύρα – κατάμαυρα μαλλιά και γένεια. Κι επιπλέον, όλο στα σκοτάδια, τις σκιές και τις νύχτες γύρναγε. Λίγοι, ελάχιστοι τον είχαν δει. Κάτι βοσκοί, κάτι κυνηγοί, κάτι αγροφύλακες κι αυτό όχι για πολύ – για μια στιγμή μονάχα, με την άκρη του ματιού. Εκεί που περπατούσαν άκουγαν κάποιο θόρυβο, ένα φουρφούρισμα ανάμεσα στις φτέρες ή ένα κλαδάκι να σπάει και νομίζοντας ότι είναι κάτι πουλί ή αγρίμι, βλέπανε στ’ απόσκια μέσα την παράξενη, τρομακτική φιγούρα. Γιατί ήταν άσκημος πολύ και φοβερός στην όψη. Είχε το σώμα του μια ολότελα παράταιρη στάση, καμπουριασμένο – στα δύο σχεδόν διπλωμένο, τα πόδια λυγισμένα στραβοπατούσαν και τα χέρια κρέμονταν σαν ακυβέρνητα και ακουμπούσαν σχεδόν τη γη και μοιάζαν αφύσικα μακριά. Είχε και κάτι γαμψές, λερές, κατάμαυρες νυχάρες στα δάχτυλα του!
Άντρες μεγάλοι, σκληραγωγημένοι, άντρες με τα όλα τους ήταν όσοι τον είχαν δει κι όμως όλοι τους παραδέχονταν πως σκιάχτηκαν για τα καλά. Μετά, στα καφενεία και τις ταβέρνες, λέγαν στους άλλους χωρικούς για την περιπέτεια τους. Πώς τον είδαν ξαφνικά και πόσο τρόμαξαν. Πώς, όταν έκαναν να τον πλησιάσουν εκείνος εξαφανίστηκε τρέχοντας και κουτρουβαλώντας στις κατηφοριές. Κι όταν πλησίασαν παρατήρησαν με φρίκη ότι όπου είχε πατήσει κι όπου είχε ακουμπήσει, είχε το χορτάρι ξεραθεί και τα κλαδιά σαπίσει.- Όπου πατάει ο Σκοτεινός, χορτάρι δεν ξαναφυτρώνει!… λέγανε με στόμφο. Και έτσι ήταν! Ακόμα λέγανε πως τον τρέμανε τα ζώα του δάσους και σκορπίζονταν κι έτρεχαν να κρυφτούν, όταν εκείνος ζύγωνε.- Άμα είσαστε στο δάσος και βρεθείτε ξαφνικά σε ησυχία παράξενη, να το ξέρετε ότι μπορεί να συναντήσετε το Σκοτεινό. Γιατί στην παρουσία του θα έχουνε όλα τα ζωντανά λουφάξει. Και τα θηρία ακόμα τον φοβούνται: κι ο αγριόγατος, κι η αρκούδα και ο λύκος, άμα τον μυριστούν από μακριά, τρέχουν και χώνονται μέσα στη φωλιά τους και κουλουριάζονται εκεί λαχανιασμένα και περιμένουν μυξοκλαίγοντας να φύγει! Και έτσι ήταν!
- Εγώ προχτές, του πέταξα μια πέτρα αλλά δεν τον πέτυχα… έλεγε ένας βοσκός.- Κι εμείς του ρίξαμε όλη η παρέα με τα τουφέκια, αλλά είχε ήδη γίνει καπνός ο άτιμος… έλεγαν κάτι φίλοι κυνηγοί.- Εγώ, παρ ΄όλο που φοβήθηκα πολύ, τον κυνήγησα να τον πιάσω, αλλά χώθηκε σε κάτι βάτα κι εξαφανίστηκε… έλεγε ο αγροφύλακας. Και μετά όλοι μαζί έλεγαν:- Να το ξέρετε πως ο Σκοτεινός είναι κίνδυνος μεγάλος και κατάρα για το χωριό. Θα βάλει χέρι, να το δείτε, στα κοπάδια μας να τα χαλάσει. Και σε ανθρώπους ακόμα μπορεί να επιτεθεί, άμα βρει κάναν ανήμπορο γέροντα, παιδάκι ή γυναίκα μοναχούς. Γιατί είναι αδίστακτος, αιμοβόρος και – δεν υπάρχει αμφιβολία – ανθρωποφάγος!Εδώ βέβαια, με αυτά τα λόγια, άρχιζαν οι υπερβολές. Γιατί όσο τρομακτικός κι αν ήτανε ο Σκοτεινός, δεν είχε – ως τα τώρα – σε κανέναν επιτεθεί. Πάντως έτσι, λόγο στο λόγο και κουβέντα στην κουβέντα, με τις διηγήσεις των αντρών αυτών στα καφενεία και τις ταβέρνες του χωριού, φτιάχτηκε σιγά – σιγά ο θρύλος του Σκοτεινού. Φάντασμα τον είπανε, στοιχειό του δάσους τον είπανε, καλικάντζαρο και τέρας τρομερό. Έφτασε να γίνει ο μπαμπούλας του χωριού, φόβος και τρόμος για τα μικρά παιδιά, τις γυναίκες και τους αλαφροΐσκιωτους για χρόνια και χρόνια.
Αυτός λοιπόν ήταν ο Σκοτεινός που κατέβαινε τώρα κατρακυλώντας σχεδόν την πλαγιά. Άπλωνε πότε δω, πότε κει, τα αφύσικα μακριά του χέρια και γράπωνε με τα αρπακτικά του δάχτυλα κλαδιά, κορμούς και θάμνους για να συγκρατιέται. Όπου ακούμπαγε, μετά μαραίνονταν τα φύλλα, ξεραίνονταν τα κλαδιά, σάπιζαν οι κορμοί. Χάνονταν όπου πέρναγε η ζωντάνια, τα χρώματα, η φρεσκάδα. Χαραζότανε λες ξοπίσω του, ένα πικρό, αρρωστημένο, σκοτεινό, δικό του μονοπάτι. Έτσι έφτασε στο τέλος της πλαγιάς, κρύφτηκε πίσω από ένα πεσμένο κορμό δέντρου και κοίταζε στο ξέφωτο όπου οι δύο φίλοι, ο Αγαθός Γίγαντας και το Καλό Παιδί, όλο γέλια και φωνές χαίρονταν το παιχνίδι τους, τρέχοντας και πετώντας ο έναν στον άλλον το πορτοκάλι. Σε μια στιγμή, ξέφυγε στο Καλό Παιδί μια άτσαλη μπαλιά που ήτανε αδύνατο στο Γίγαντα να την πιάσει. Το πορτοκάλι πήγαινε γραμμή κατά τη μεριά που κρυβόταν ο Σκοτεινός.
Άπλωσε εκείνος το χέρι με τα αρπακτικά τα δάχτυλα ανοιχτά και πικρά χαμογελώντας περίμενε, ξέροντας πως με το που θα πιάσει τον ολόφρεσκο, δροσερό καρπό σε κείνη την παλάμη του που φαίνεται πως μοίρα ζοφερή την είχε ευλογήσει, θα μαύριζε, θα μαραινόταν και θα σάπιζε στο τέλος. Και τούτο το παιδί και τούτος ο γίγαντας θα παρακολουθούσαν, κι αυτοί όπως κι όλοι οι άλλοι, με απορία και έκπληξη στην αρχή κι ύστερα με αποστροφή και φόβο. Μετά θα φεύγανε είτε τρέχοντας κατατρομαγμένοι χωρίς ούτε μια ματιά πίσω να ρίξουν, είτε – χειρότερα ακόμα – πισωπατώντας, φωνάζοντας και βρίζοντας. Και μπορεί και καμιά πέτρα να του πετούσαν. Πόσες φορές, πόσες φορές δεν τον είχανε έτσι οι ανθρώποι διώξει; Ε, να λοιπόν, άλλη μια φορά έτσι θα γίνει. Για την κατάληξη σίγουρος , κοίταζε και περίμενε ώσπου ένοιωσε - χτουπ! – το χρυσό των Εσπερίδων μήλο, στη μαύρη κακορίζικη, χούφτα του να ταιριάζει.
Όμως ο Γίγαντας και το Παιδί ούτε άρχισαν να τρέχουν, ούτε τον έβρισαν, ούτε μια τόση δα πέτρα δεν του πέταξαν κι ούτε καθόλου τρομαγμένοι έμοιαζαν. Τι έκαναν λοιπόν; Άρχισαν να χοροπηδάνε πάνω – κάτω και να του φωνάζουν δυνατά:
- Σε μένα φίλε, σε μένα πέτα το!- Μην τον ακούς, σε μένα, σε μένα!Ο Σκοτεινός ολότελα σαστισμένος και μπερδεμένος από την αντίδραση τους αλλά κι επειδή στο χέρι του το πορτοκάλι δεν έμοιαζε καθόλου να έχει αλλάξει κι έμενε δροσερό, γυαλιστερό και φρέσκο, ξαφνιάστηκε με τις φωνές. Το πέταξε με δύναμη προς τη μεριά τους και θέλησε να τρέξει, να φύγει μακριά από τούτη το αλλόκοτο, αφύσικο γι αυτόν σκηνικό. Αντί γι αυτό όμως… παρακολούθησε το πορτοκάλι που διέγραφε την τροχιά του στον αέρα και σαν να τον παρέσυρε, σαν να τον τράβηξε μαζί του, λες κι ήτανε οι δυο τους μ’ ένα αόρατο νήμα ενωμένοι και κάνοντας ένα βήμα, βγήκε από τις σκιές των δέντρων του δάσους στο ξέφωτο που λαμπρός το έλουζε ο ήλιος. Κάνοντας ένα βήμα βγήκε, πρώτη φορά στη ζωή του, από το Σκοτάδι στο Φως.
Ο Αγαθός Γίγαντας με το ένα χέρι υψωμένο, περίμενε να πιάσει το πορτοκάλι όλος σιγουριά, καθώς το καλό παιδί με το δικό του χέρι υψωμένο, ούτε στη μέση δεν τον έφτανε. Καθώς το πορτοκάλι άρχισε να πέφτει, άνοιξε τα δάχτυλα του έτοιμος να το αρπάξει στην τεράστια χερούκλα του και λοξοκοιτώντας το Καλό Παιδί, έκανε γελώντας κοροϊδευτικά:- Χο, χο, χο! Εγώ θα το πιάσω, εγώ!Όμως το καλό παιδί πήρε φόρα και του ‘δωσε μια δυνατή σπρωξιά στα πόδια, πίσω από τα γόνατα, και ο Γίγαντας σωριάστηκε κάτω κι έπεσε με τα μούτρα. Το Καλό Παιδί πήδηξε στην πλάτη του κι άρπαξε το πορτοκάλι κι όταν ο Γίγαντας σήκωσε το κεφάλι του, με το πρόσωπο γεμάτο απορία και κάμποσα χορτάρια να γεμίζουν το στόμα του, έσκυψε και του ψιθύρισε στο αυτί:- Χο, χο, χο! Κι όμως το ‘πιασα εγώ!Και μετά από ένα δευτερόλεπτο ξεκαρδίστηκαν κι οι δυο στα γέλια κι ενώθηκαν η βροντερή, χοντρή, βαριά φωνή του Γίγαντα με την ψιλή, γλυκιά φωνούλα του Παιδιού σ’ ένα κοινό, ταυτόχρονο:- Χο, χο, χο! Χο, χο, χο!Τότε, σαν κάτι που δε μπορούσε να ελέγξει, σα βήχας, σα λόξυγγας, σα φτάρνισμα ίσως, ένοιωσε ο Σκοτεινός από κάπου μέσα του βαθιά, να ανεβαίνει γάργαρο και κυματιστό κάτι που όταν έφτασε στα χείλη, έκανε έναν ήχο πρωτόγνωρο γι αυτόν:- Χο, χο, χο!- Απίστευτο! Απίστευτο!… ακούστηκαν φωνές μέσα απ’ το δάσος.- Απίστευτο!… λέγανε η κουκουβάγια, η νυχτερίδα, ο κόρακας, η χελώνα, ο σκίουρος, το τσακάλι κι ο ασβός.- Απίστευτο! Γέλασε ο Σκοτεινός!Όταν σταμάτησαν τα γέλια, ο Γίγαντας και το Παιδί, σκουπίσανε τα μάτια τους που είχανε δακρύσει και γυρίσανε πάλι προς τη μεριά του Σκοτεινού.- Ευχαριστούμε φίλε που μας έδωσες το πορτοκάλι. Τι λες, θες να παίξεις μαζί μας; Θα σπάσουμε πλάκα μεγάλη… είπε ο Γίγαντας.- Ναι, ναι φίλε… είπε το Καλό Παιδί. Έλα να παίξεις μαζί μας, κι όσο για πλάκα είναι σίγουρο ότι θα κάνουμε μεγάλη πλάκα οι δυο μας, γιατί θα κοιτάμε τούτον δω τον κρεμανταλά… κι έδειξε τον Γίγαντα, που από μπάλλα δεν ξέρει τι του γίνεται… και κούνησε το κεφάλι του περιπαιχτικά.- Αααα! Άκου να σου πω σπόρε… ύψωσε τη φωνή ο Γίγαντας.- Ως εδώ. Δε θα ανεχτώ να με κοροϊδεύεις άλλο…και σήκωσε ψηλά το πόδι του και φωνάζοντας - τάχα μου αγριεμένα – έκανε να πατήσει και να λειώσει κάτω από την πατούσα του το Καλό Παιδί, αλλά - τάχα μου κατά λάθος – αστόχησε και το γιγάντιο πόδι προσγειώθηκε ακριβώς δίπλα από εκεί που βρισκόταν το Παιδί, κάνοντας το έδαφος να βουλιάξει.- Το νου σου κακομοίρη μου, την επόμενη φορά δε θα αστοχήσω… ούρλιαξε ο Γίγαντας, που ξεκίνησε να λέει τη φράση αυτή δήθεν έξαλλος από θυμό, αλλά δεν άντεξε και την τελείωσε πνιγμένος στα γέλια. Ε, όπως θα έχετε καταλάβει δεν ήθελε πολύ και το Καλό Παιδί για να του κάνει παρέα, στα γέλια λιγωμένο.Όταν κι αυτή τη φορά σταμάτησαν να γελάνε, γύρισαν πάλι στο Σκοτεινό και του ‘πανε και πάλι καλωσυνάτα και γελαστά:- Έλα φίλε να παίξεις μαζί μας, έλα! « Μα τι συμβαίνει;» αναρωτήθηκε ο Σκοτεινός, «τι παράξενοι που είναι αυτό το παιδί κι αυτός ο γίγαντας. Καλά, δεν ξέρουνε ποιός είμαι; Δεν βλέπουνε ΠΩΣ είμαι; Καθόλου δε φοβούνται;» Ενώ λοιπόν και πάλι απόφαση είχε πάρει στα πόδια να το βάλει και στις σκιές του δάσους να κρυφτεί, ξανά άλλαξε γνώμη και σιγά – σιγά προχώρησε προς το μέρος τους. - Καλώς τον… είπε ο Γίγαντας, όταν έφτασε κοντά.- Γεια σου… είπε το Καλό Παιδί. Εγώ ζω στο χωριό που είναι κάτω στον κάμπο, πάω στο σχολείο και μου αρέσει να ζωγραφίζω.- Εγώ ζω στους απέναντι λόφους… είπε ο Γίγαντας, και μου αρέσουν τα παιχνίδια που παίζονται με μπάλλα. - Εσύ;… ρωτήσανε το Σκοτεινό.Εκείνος γύρισε λίγο το σώμα του προς τα πίσω, άπλωσε το χέρι και τους έδειξε - αμίλητος - το δάσος. - Α! Ζεις στο δάσος! Τι ωραία, τέλεια, θα έχεις ένα σωρό ιστορίες να μας πεις… είπε το Καλό Παιδί. Άλλη ώρα όμως, εντάξει; Τώρα είναι ώρα για παιχνίδι… και χτύπησε το Σκοτεινό στον ώμο, φιλικά.Και έπαιξαν. Πώς έπαιξαν! Για ώρες και ώρες, χωρίς σταματημό. Τώρα μάλιστα που είχαν γίνει τρεις, και πιο πολλά παιχνίδια μπορούσαν να παίξουν και μεγαλύτερο κέφι και ενδιαφέρον είχε το παιχνίδι. Ο Σκοτεινός συμμετείχε στο παιχνίδι κανονικά και μάλιστα φάνηκε και πολύ άξιος παίχτης. Έτρεχε πέρα – δώθε, πήδαγε ψηλά, έπεφτε, σηκωνόταν, έπιανε το πορτοκάλι, το πέταγε με δύναμη, το έπιανε ξανά.- Μπράβο φίλε, μπράβο… του φώναζαν πότε ο Γίγαντας και πότε το Παιδί και κείνος όλο και πιο συχνά γέλαγε και χαμογελούσε.Ούτε που το κατάλαβαν για πότε πέρασε η ώρα και μόνο όταν βασίλεψε ο ήλιος αποφάσισαν να σταματήσουν. Κάθησαν κατάκοποι, ιδρωμένοι, λαχανιασμένοι – αλλά και τόσο ευχαριστημένοι - στους ξύλινους πάγκους να ξεκουραστούν. Πέρασαν μερικά λεπτά κι ενώ το Καλό Παιδί είχε βγάλει κι έδειχνε στον Σκοτεινό, τη ζωγραφιά που είχε φτιάξει με την πεταλούδα, ο Γίγαντας πετάχτηκε απάνω και είπε:- Ρε σεις! Παραλίγο να ξεχάσουμε το γάμο και το γλέντι στο χωριό!- Πω, πω! Έχεις δίκιο!… είπε το Καλό Παιδί. Πρέπει να βιαστούμε να κατεβούμε στο χωριό. Μετά γύρισε στο Σκοτεινό και είπε: - Άκου φίλε, κάτω στο χωριό γίνεται γάμος και είμαστε καλεσμένοι, γι αυτό και πρέπει να φύγουμε τώρα. Θα ήθελα πολύ να ‘ρθεις και συ μαζί μας. Το ίδιο πιστεύω θέλει κι ο φίλος από δω… και έδειξε προς τη μεριά του Γίγαντα. - Μα βέβαια, και βέβαια… είπε ο Γίγαντας.- Κι άμα αργήσουμε το βράδυ στο γλέντι… συνέχισε το Καλό Παιδί, δεν είναι ανάγκη να γυρίσεις στο σπίτι σου στο δάσος νυχτιάτικα. Θα σε φιλοξενήσω εγώ στο δικό μου σπίτι, στο χωριό και επιστρέφεις το πρωί με το καλό. Ε, τι λες; Θα έρθεις; Έλα σε παρακαλώ! Θα έρθεις; Ο Γίγαντας και το Παιδί κοιτάζανε το Σκοτεινό ερωτηματικά – παρακαλετικά. Εκείνος γύρισε και κοίταξε το κατασκότεινο εκείνη την ώρα δάσος, και μετά γύρισε και δειλά – δειλά τους κούνησε το κεφάλι, δείχνοντας πως δέχεται.- Ωραία!… είπε ο Γίγαντας, πάμε, ξεκινάμε. Κι άρχισαν να κατεβαίνουν από το πέτρινο μονοπάτι προς το χωριό.Στο δρόμο, ο Σκοτεινός κοίταζε γύρω του με περιέργεια και ενδιαφέρον. Γιατί ήταν όλα γύρω του καινούρια μιας κι αν είχε κάτι ξαναδεί, ήταν μόνο από μακριά, από την άκρη του δάσους. Εκτός από γύρω του, αισθανόταν και μέσα του κάτι καινούριο που όμως δε μπορούσε να εξηγήσει και έτσι απλώς ακολουθούσε το Γίγαντα και το Παιδί και κατέβαιναν το μονοπάτι. Και βέβαια δεν είχε καταλάβει πως σιγά – σιγά, η στάση του κορμιού του είχε αλλάξει και τώρα πια δεν ήτανε καμπούρης, μακρυχέρης και στραβοπόδης παρά περπάταγε κανονικά, όρθιος και στητός. Μετά από λίγο φτάσανε στο χωριό.
Ο γάμος είχε τελειώσει στην εκκλησία. Σε λίγο θα άρχιζε το γλέντι. - Πάμε στην πλατεία… είπε το Παιδί και οι άλλοι ακολούθησαν.Στην πλατεία είχαν γύρω βάλει τραπέζια για τους καλεσμένους, στη μέση είχαν μερικές καρέκλες για τους μουσικούς και ο υπόλοιπος χώρος ήταν ελεύθερος για να χορέψουν. Τους υποδέχθηκε στην είσοδο της πλατείας ο πατέρας του γαμπρού.- Καλώς τους! Καλώς τους! Καλώς το Γίγαντα. Καλώς το Παιδί το Καλό. Καλώς τον και το φίλο τους… είπε μόλις είδε το Σκοτεινό. Ευχαριστώ που με τιμήσατε στη χαρά του παιδιού μου… και τους οδήγησε στο τραπέζι τους.Καθώς πήγαιναν προς τα εκεί, πέρασαν δίπλα από ένα τραπέζι όπου κάθονταν μερικοί από τους κυνηγούς και τους αγροφύλακες που είχαν συναντηθεί με το Σκοτεινό. Όταν εκείνος τους είδε ήταν αργά. «Ωχ!» είπε από μέσα του, «τώρα θα ‘χουμε φασαρίες». Όμως εκείνοι δε φάνηκαν να τον αναγνωρίζουν, παρά χαιρέτησαν χαρούμενα:- Καλησπέρα. Και στις χαρές σας… είπαν.Στο τραπέζι που τους πήγαν να καθίσουν, ήταν η οικογένεια του Καλού Παιδιού, του ράφτη και του κουρέα του χωριού. Όλοι τους καλωσόρισαν ευγενικά και κάτσανε οι τρεις τους, με το Γίγαντα στη μέση. Μετά από λίγο όλα τα τραπέζια στην πλατεία γέμισαν και ο κόσμος περίμενε τους νιόπαντρους για να αρχίσει το γλέντι. Δεν άργησαν να φανούν. Μπήκαν στην πλατεία με χειροκροτήματα δυνατά και ευχές και πιστολιές. Πίσω τους έρχονταν τα όργανα. Πήγαν στο τραπέζι τους κι οι μουσικοί στις θέσεις τους. Ο γαμπρός σηκώθηκε κι έδωσε το σύνθημα ν’ αρχίσει το γλέντι.Σερβιρίστηκαν τα φαγητά και τα κρασιά. Ξεκίνησε η μουσική. Γέμιζαν, άδειαζαν και ξαναγέμιζαν πιάτα και ποτήρια. Μετά από λίγο ξεκίνησε και το τραγούδι κι ο χορός. Όπου και να γύριζες έβλεπες χαρούμενα πρόσωπα. Το καθετί ήταν για το Σκοτεινό μια χαρούμενη έκπληξη. Τα φαγητά: α! τι υπέροχα, απολαυστικά που του φαίνονταν εκείνου που ως τα τώρα η μόνη τροφή που ήξερε ήταν τα βελανίδια, τα χαρούπια, τα μανιτάρια και το μέλι από τα αγριομελίσσια. Το κρασί: τι ωραία που κύλαγε βελούδινο στο λαιμό του, τι ευχάριστα που τον ζέσταινε, τι ευχάριστα που τον ζάλιζε. Η μουσική, η μελωδία, τα τραγούδια, πόσο ωραία τον έκαναν να νοιώθει. Κι όλος αυτός ο χαρούμενος, γελαστός κόσμος που χόρευε και γλεντούσε. Όσο πέρναγε η ώρα ο Σκοτεινός αισθανόταν όλο και πιο καλά. Έφτασε έτσι μια στιγμή που έπαψε γύρω του να παρατηρεί και συγκεντρώθηκε στον εαυτό του, γιατί κατάλαβε πως μια αλλαγή που είχε αρχίσει μέσα του να συμβαίνει από την ώρα που έπιασε εκείνο το πορτοκάλι στο ξέφωτο πάνω στο βουνό, τη στιγμή αυτή ολοκληρωνόταν. Για να εξηγήσει αυτό που ένοιωθε, φαντάστηκε τον εαυτό του σα μεγάλο δέντρο του δάσους που σε μια κουφάλα του μέσα είχανε φωλιάσει και ζούσαν συνεχώς κάτι άσχημα και μαύρα αγριοπούλια: η σκοτεινιά, η μοναξιά, η πίκρα, η στεναχώρια και άλλα παρόμοια. Όμως σήμερα φύγανε ξαφνικά, και στη θέση τους ήρθανε άλλα χαρούμενα, πολύχρωμα, κελαηδιστά πουλιά και κάναν τη φωλιά τους. Παρ’ όλο που δεν ήξερε τα ονόματα τους, κατάλαβε πως με αυτούς τους νέους ενοίκους μέσα του θα πορευόταν από εδώ και πέρα. Και μάλιστα θα ήτανε πολύ καλύτερος από πριν σπιτονοικοκύρης…ή μάλλον δεντρονοικοκύρης. «Εεεε, δηλαδή…λίγο μπερδεμένα τα λέω» σκέφτηκε ο Σκοτεινός. «Λες να φταίει το κρασί;» αναρωτήθηκε. «Ε και τι πειράζει;» σκέφτηκε μετά και προσπάθησε να πνίξει το γέλιο που του ‘ρθε χωρίς ωστόσο να τα πολυκαταφέρει.Όμως, μια αγκωνιά που τού ‘ριξε ο ράφτης από δίπλα, διέκοψε τους συλλογισμούς του. - Χρώματα!… φώναξε μες στο αυτί του Σκοτεινού ο ράφτης, που είχε πιει - όπως ήταν φανερό – λιγάκι παραπάνω. Χρώματα νά ‘χουνε τα ρούχα σου, τι είναι τούτα δω τα μαύρα, τα κατάμαυρα που φοράς. Άκου να δεις. Επειδή σε συμπάθησα πολύ, γιατί είσαι τσίφτικο παιδί και άξιο παλικάρι, θέλω να έρθεις αύριο στο ραφτάδικο μου να σου πάρω τα μέτρα, να σου φτιάξω μια πολύχρωμη στολή μούρλια! Και μετά να πας και σε αυτόν τον άχρηστο…είπε κι έδειξε τον κουρέα (που ήταν φίλος του και δεν πειράχτηκε) να σου μπαρμπερίσει τούτα τα γένια και τις μαλλούρες. Άλλος άνθρωπος θα γίνεις, θα δεις. Εξάλλου… είπε ο ράφτης χαμηλώνοντας τη φωνή και σκύβοντας προς το μέρος του, για κοίτα γύρω σου. Τόσες ωραίες κοπελιές! Πού ξέρεις; Μπορεί να είναι το τυχερό σου να παντρευτείς στο χωριό μας… και τού ’κλεισε με νόημα το μάτι, ενώ το ίδιο έκανε κι ο κουρέας από την απέναντι μεριά του τραπεζιού.- Εερρεεεεε κέφια!… φώναξε ο Γίγαντας και σηκώθηκε όρθιος υψώνοντας την κανάτα το κρασί. Άιντε παιδιά, και στα δικά μας οι ανύπαντροι!Όλοι γέλασαν και χειροκρότησαν και είπαν:- Με το καλό! Με το καλό!Ο Γίγαντας γέμισε κρασί τα ποτήρια στο τραπέζι κι έκατσε πάλι κάτω χαμογελαστός, άπλωσε τα χέρια του και τα ακούμπησε δεξιά κι αριστερά, στου Παιδιού και του Σκοτεινού – των φίλων του τις πλάτες.
Το γλέντι του γάμου τελείωσε ξημερώματα σχεδόν. Και μου φαίνεται πως όλοι οι χωρικοί, την άλλη μέρα, μάλλον κοιμήθηκαν ως πολύ – πολύ αργά. Δεν ξέρω, μάλλον. Αυτό που ξέρω είναι ότι…
… Η καλωσύνη και η αγάπη έχουνε δύναμη μεγάλη.
Και ότι η ανατολή βρήκε τους τρεις - πλέον - φίλους να κοιμούνται αγκαλιά σε μια ταράτσα απάνω και να ονειρεύονται:
Ο Γίγαντας πως παντρεύτηκε κι αυτός και είχε οικογένεια, μία Γιγάντισα δηλαδή και Γιγαντόπουλα πολλά ένα γύρω.Το Καλό Παιδί να έχει γίνει τρανός ζωγράφος και να ζωγραφίζει τέλειες πεταλούδες.Και ο Σκοτεινός, που είχε πια οριστικά γίνει κι αυτός καλός, την πλουμιστή, γεμάτη χρώματα στολή που τού ‘ταξε ο ράφτης και ένα που έμοιαζε ασύνδετο στο όνειρο μα ήταν για την ιστορία αυτή σημαδιακό, στον αέρα να πετάει πορτοκάλι.

Δεν υπάρχουν σχόλια: