Κυριακή 19 Μαΐου 2024

Στον δρόμο των Αραπάχο

Τα σχόλια και οι κρίσεις, άλλα καλοπροαίρετα και άλλα όχι, πλήθαιναν καθώς περνούσ' ο καιρός. Προερχόμενα από το οικογενειακό περιβάλλον, όσο είχε σχέσεις με τους συγγενείς του, από το φιλικό όσο είχε ακόμα φίλους και από το επαγγελματικό πριν τον διώξουν απ' τη δουλειά. Επίσης από την πολυκατοικία, τη γειτονιά, το καφενείο που πήγαινε καμιά φορά, τα καταστήματα και τις αγορές, όπου η ανεξήγητα εριστική συμπεριφορά του δημιουργούσε εντάσεις και καυγάδες. Οι εκφράσεις στερεότυπες και λίγο πολύ ίδιες: "έχασες το μυαλό σου;", "σου λάσκαρε η βίδα;", "έχεις τρελαθεί;", "σού 'χει στρίψει;"... και τέτοια. Αναγνώριζε τη βάση που είχαν όλα αυτά, παραδεχόταν ότι είχε αλλάξει. Στις σπάνιες πλέον στιγμές καθαρής σκέψης και νηφαλιότητας αναρωτιόταν για τα πιθανά αίτια που οδήγησαν σ' αυτήν την κατάσταση, όχι πως τον ένοιαζε ιδιαίτερα, αλλά έτσι, εγκυκλοπαιδικά που λένε... Χωρίς να είναι γιατρός ή ειδικός ψυχικής υγείας, εντόπιζε τα προφανή. Η θλίψη που ένοιωθε από παιδί κιόλας, είχε με βεβαιότητα μετατραπεί σε κατάθλιψη για την οποία και δεν έκανε τίποτα. Ο δεδομένος πλέον αλκοολισμός του δε βοηθούσε καθόλου. Κάποτε νόμισε ότι με την ουσία αυτή βρήκε το τέλειο φάρμακο. Αλίμονο, όπως ακριβώς το λεν οι σχετικές μελέτες και άρθρα, αποδείχθηκε φαρμάκι. Καθώς ακόμα και δεν αποτελούσε καλό υπόβαθρο, ειδικά από τότε που τον απέλυσαν, το γεγονός ότι δεν είχε κάποιο σταθερό πόλο στην καθημερινότητα του ούτε κάποια άλλη τακτική δράση ή επαφή. Κατά καιρούς ξεκινούσε διάφορα ετερόκλητα, χόμπυ ας πούμε κ.λπ. ή δημιουργικές ενασχολήσεις, έκανε στα πλαίσια τους κάποιες γνωριμίες, όμως σύντομα πολύ "κουραζόταν", βαριόταν και τα παρατούσε, βυθιζόμενος ολοένα σε μια σκοτεινή απραξία.

Τελευταία πάντως είχε αρχίσει κάτι που είχε διαρκέσει αξιοσημείωτα μεγαλύτερο διάστημα από οτιδήποτε πριν. Μελετούσε με ενθουσιώδες ενδιαφέρον την ιστορία, την κουλτούρα και την "φιλοσοφία" των ιθαγενών Ινδιάνων της Αμερικής. Για να εμπλουτίσει τις γνώσεις του είχε προμηθευτεί κάμποσα αντίτυπα ειδικών συγγραμμάτων, ορισμένα από τα οποία ήταν μάλιστα πανάκριβα, μειώνοντας έτσι και το αποθεματικό του, τις κάποιες οικονομίες που πρόλαβε να κάνει μαζί με την αποζημίωση που είχε λάβει από την πολυεθνική όπου εργάστηκε κοντά μια τριακονταετία. Υπολόγισε κάποτε πόσο θα διαρκούσαν τα χρήματα αυτά αν έκανε μια συνετή και μετρημένη ζωή. Δεν ήταν και τόσα πολλά χρόνια και αυτός δεν έκανε συνετή και μετρημένη ζωή. Τι θα γινόταν όμως μετά, ούτε που τον ενδιέφερε. Πέρα από τις δαπανηρές αγορές βιβλίων εντόπισε και πλούσιο υλικό στο διαδίκτυο, έχοντας εγγραφεί ως μέλος σε σχετικές δικτυακές κοινότητες, φόρουμ κ.ο.κ. Σημείωνε αρκετή πρόοδο και επίσης, τελευταία, είχε αρχίσει -με τη βοήθεια οπτικοακουστικού υλικού που βρήκε- να προσπαθεί να μάθει (και να αναπαράξει) τους τελετουργικούς ύμνους, τα τραγούδια των Ινδιάνων, χωρίς καθόλου να τον αποθαρρύνει το γεγονός ότι ήταν ανέκαθεν, εξαιρετικά κακόφωνος. Με πολλή εξάσκηση και εξαντλητικές πρόβες είχε πάντως καταφέρει να φθάσει σε ένα -έστω οριακά- ανεκτό επίπεδο. Ένα ζήτημα βέβαια ήταν πως αυτές οι πρόβες διεξάγονταν ώρες μεταμεσονύκτιες και πρώτες πρωινές, διαταράσσοντας την ησυχία των γειτονικών διαμερισμάτων, διακόπτοντας τον ύπνο των ενοίκων τους, οι οποίοι διαμαρτύρονταν εξαγριωμένοι και μάλιστα είχαν φέρει επανειλημμένα την Αστυνομία που του είχε κάνει συστάσεις με την τελευταία "ιδιαιτέρως ισχυρή". Αλλ' είπαμε, δεν τον ένοιαζε.

Από κάποιο σημείο και μετά ξεκίνησε, όπως άλλωστε και στην πραγματικότητα (των Ινδιάνων) γινόταν, να συνοδεύει το τραγούδι και με τους αντίστοιχους κυκλοτερείς χορούς. Οι καλύτερες στιγμές ήταν όταν αυτά επιτελούνταν τα βράδια με φωτεινό φεγγάρι ή την πανσέληνο, όσο έστω ήταν αυτά ορατά στη λωρίδα ουρανού που άφηναν να φανεί τα ψηλά κτίρια της πυκνοκατοικημένης συνοικίας όπου ζούσε, βράδια που οδηγούσαν σε μεγάλη ικανοποίηση, άφατη θα μπορούσες να πεις, ακόμα και σε έκσταση.

Για να γίνει η αναπαράσταση όμως πλέον ρεαλιστική, έλειπε ένα στοιχείο, η φωτιά, το οποίο και -περιχαρής για την εμπνευσμένη απόφαση του- προσέθεσε. Καύσιμη ύλη τα βιβλία του που κάποιοι τόμοι, κάθε βράδυ, έμπαιναν στην πυρά που άναβε στο κέντρο του σαλονιού. Δόξα τω Θεώ, είχε πολλά. Κάποια στιγμή βέβαια θα τελείωναν. Τότε, είχε αποφασίσει να κάψει τις βιβλιοθήκες και μετά τα υπόλοιπα έπιπλα. Κι όταν τελείωναν όλα, να περιχύνει με κάποιο εύφλεκτο υγρό το ξύλινο πάτωμα, να βάζει φωτιά εκεί και να χορεύει γύρω τραγουδώντας. Αντιλαμβανόταν τις πιθανές, σοβαρές συνέπειες που -αργά ή γρήγορα- θα είχαν οι βραδινές του αυτές, εκτός ορίων, δραστηριότητες αλλά και πάλι, για μια ακόμα φορά: δε νοιαζόταν. Αυτές ήταν οι μόνες περιστάσεις που αισθανόταν ανάλαφρος, μακάριος και ευτυχής, τόσο όσο διαρκούσαν ο χορός και το τραγούδι, όσο και στις πολλές ώρες ήσυχου, σαν παιδιού, ύπνου που επακολουθούσε...

_ _ _ _ _

Όταν ολοκλήρωσαν τις διαδικασίες οι άνδρες της Πυροσβεστικής, επέτρεψαν την είσοδο στους διασώστες. Αυτοί βγήκαν μετά από λίγο. Αντί τη συνηθισμένη ολόσωμη, πλαστική θήκη με το φερμουάρ, μετέφεραν ένα μικρό κιβώτιο όπου είχαν χωρέσει τα λιγοστά υπολείμματα της σορού.

  

Δεν υπάρχουν σχόλια: