Πέμπτη 26 Μαρτίου 2009

Εμπρός στο δρόμο που χάραξε ο Λύο (XIII)...

Εμπρός στο δρόμο που χάραξε ο Λύο (XIII)...

...Καλοβυρνάς, με το υπέροχο "Πλαθολόγιο Λέξεων" των εκδόσεων Intro Books (ISBN: 960-6680-12-6). Ας προσπαθήσουμε (έστω και ως ανάξιοι μιμητές) να καταγράψουμε ορισμένα ακόμα λήμματα:



Διπλομάτης: άτομο (άνδρας ή γυναίκα) με δύο, κανονικά και λειτουργικά μάτια, που δεν είναι δηλαδή μονόφθαλμος, τυφλός κ.λ.π. Η ανάγκη ύπαρξης τέτοιας λέξης που δηλώνει το αυτονόητο και έναν κοινόν τόπο, γεννά απορίες που επιβεβαιώνονται από την εξαιρετικά περιορισμένη χρήση της. Ωστόσο (και χάρη) στην ιδιαιτερότητα της αυτή ακριβώς, την καταχωρούμε.

Δευτέρα 23 Μαρτίου 2009

Voici, les malheurex

- «Βήξτε παρακαλώ. Τώρα εισπνεύστε βαθιά»…. Έδινε οδηγίες ο γιατρός με απαλή, καλλιεργημένη φωνή πίσω από την πλάτη μου… στην οποία ακουμπούσε το παγωμένο στηθοσκόπιο που μ’ έκανε να ανατριχιάζω. Και μετά:
- «Εντάξει, ντυθείτε παρακαλώ».
Τακτοποίησα το πουκάμισο μου και φόρεσα το σακάκι μου. Ο γιατρός είχε κάτσει στο γραφείο του και μου έκανε νόημα να καθίσω κι εγώ στην καρέκλα μπροστά. Με κοίταξε και μου είπε:
- «Όπως σας είπα και προηγουμένως, πιθανολογώντας, δεν υπάρχει λόγος να ανησυχείτε τόσο πολύ κύριε Τ. Δεν έχετε τίποτα, ίσως ένα ήπιο κρυολόγημα – αυτό είναι όλο. Αν θέλετε να σας γράψω μια συνταγή για ένα απλό αναλγητικό και ένα ελαφρύ σιρόπι, αν και λίγες ημέρες προφύλαξης και μερικά ζεστά ροφήματα θα έχουν –σίγουρα- το ίδιο αποτέλεσμα.
- «Ειλικρινά, δεν υπάρχει λόγος να ανησυχείτε».
Έγραψε δυο σύντομες γραμμές κι έβαλε τη σφραγίδα του στο ιατρικό σημείωμα και το βιβλιάριο υγείας και μου τα παρέδωσε. Ευχαρίστησα και χαιρέτησα (με χειραψία).
- «Κύριε Τ.» μου είπε, ενώ είχα ήδη αρχίσει να βαδίζω προς την πόρτα. Γύρισα:
- «Ναι;».
- «Οι περισσότεροι άνθρωποι δεν πεθαίνουν παρά μονάχα την τελευταία στιγμή. Άλλοι αρχίζουν είκοσι χρόνια νωρίτερα και καμιά φορά παραπάνω. Είναι οι άμοιροι της γης.»

Απομακρυνόμουν, περπατώντας, από το δημοτικό ιατρείο. Σκεπτόμουν πως ο γιατρός είχε δίκιο, πως είχα καταλήξει να γίνω υποχόνδριος και έπρεπε να βάλω κάποιο φρένο στις εμμονές και τις φοβίες μου γιατί δε θα είχαν καλή εξέλιξη. Πέρασα μπροστά από πολλά φαρμακεία χωρίς να μπω να εκτελέσω τη συνταγή. Απλά γύρισα στο σπίτι. Λίγες μέρες μετά ήμουν, βέβαια, απολύτως καλά και είχα σχεδόν ξεχάσει το γεγονός.
Πέρασαν δυο χρόνια. Σε μια ομήγυρη φίλων και γνωστών όπου βρέθηκα, ένα από τα σπάνια πλέον βράδυα που έβγαινα από το σπίτι, έγινε λόγος για ένα αριστουργηματικό βιβλίο, ενός πολύ σπουδαίου συγγραφέα. Συγκράτησα τον τίτλο («Ταξίδι στην άκρη της νύχτας») και το όνομα («Σελίν»), το προμηθεύθηκα το επόμενο απόγευμα και άνοιξα το βιβλίο αμέσως όταν γύρισα.
Διαβάζοντας το εσώφυλλο διαπίστωσα ότι το «Σελίν» ήταν ψευδωνυμία και πως το πραγματικό όνομα του συγγραφέα ήταν Λουί Φερντινάν Ωγκύστ Ντετούς. Το όνομα μου ήταν οικείο, όχι – μου ήταν αναμφίβολα γνωστό…. επρόκειτο για…. για τον….. (μου πήρε λίγα μόνο δευτερόλεπτα και θυμήθηκα). Είχα μία μνήμη που λειτουργούσε με περίεργα επιλεκτικό τρόπο, σε άλλα θέματα με εντυπωσιακή ακρίβεια (π.χ. θυμόμουν πάντα φυσιογνωμίες, αριθμούς και ονόματα) και σε άλλα σχεδόν καθόλου (π.χ. δε θυμόμουν υποθέσεις βιβλίων που είχα διαβάσει, ή έργων που είχα δει – μια γενική αίσθηση μόνο). Το όνομα πάντως του Κου Ντετούς ανήκε στην πρώτη κατηγορία. Και επρόκειτο για το γιατρό. Έψαξα στο συρτάρι του γραφείου για το παλιό μου σημειωματάριο (που είχε γεμίσει και πλέον χρησιμοποιούσα ένα καινούριο). Το φυλλομέτρησα και να η σημείωση: ημερομηνία δυο χρόνια περίπου πριν, το όνομα του γιατρού και τα λόγια που μου είχε πει.
Χαμογέλασα – η ζωή είναι γεμάτη συμπτώσεις και εκπλήξεις – και ξεκίνησα το διάβασμα. Από τις πρώτες κιόλας σελίδες, συμφώνησα με τους γνωστούς της παρέας από το προηγούμενο βράδυ. Το βιβλίο ήταν εξαιρετικό. Ένα κείμενο με δονούμενη, ολοζώντανη γλώσσα, ένα έργο με έντονα συναισθήματα, σκέψεις και εικόνες που πάλλονταν σφύζοντα.
Και να, λίγο πριν τη σελίδα 40, αυτούσια τα λόγια του γιατρού εκεί γραμμένα:
«Λα πλουπάρ ντε ζεν νε μερέν κε’ώ ντερνιέ μομάν. Ντ’ ωτρ κομμενσάν σ’υ πρεννάν βεν αν ντ’ αβάνς ε παρφουά νταβαντάζ. Σε σον λε μαλερέ ντε λα τερ.»
Συνέχισα την ανάγνωση που με συνεπήρε και την ολοκλήρωσα στις επόμενες δύο ημέρες παρά τις 500 και πλέον σελίδες του βιβλίου. Ήταν ένα πραγματικό αριστούργημα. Έφαγα άλλη μια μέρα να ψάχνω στις κούτες του αρχείου μου. Έχω βλέπετε αυτή τη συνήθεια, να μην πετάω σχεδόν τίποτα. Απ’ την άλλη δεν είμαι και τακτικός στην ταξινόμηση, οπότε κάθε αναζήτηση είναι δύσκολη. Ωστόσο το βρήκα και το κρατούσα στα χέρια μου: το ιατρικό σημείωμα της συνταγής φαρμακευτικής θεραπείας του γιατρού Ντετούς (και συγγραφέα Σελίν). Το τοποθέτησα μέσα στο βιβλίο, στη σελίδα που περιείχε το κείμενο). Έβαλα τον τόμο στη βιβλιοθήκη μου, όπου βρίσκεται ακόμα. Κι έφτιαξα ένα τσάι που το ήπια αργά στο σαλόνι σκεπτόμενος τους άμοιρους…. της γης.

Σημείωση: Celine (1894-1961), “Voyage au bout de la nuit”, εκδόσεις Βιβλιοπωλείον της Εστίας, Ι. Δ. Κολλάρου και Σία Ο.Ε., Ευριπίδου 84 – Αθήνα 10553, info@estia.gr, www.hestia.gr, Αθήνα 2007, ISBN: 978-960-05-1324-0. Μετάφραση, σημειώσεις, επίμετρο: Σεσίλ Ιγγλέση Μαργέλλου.

Παρασκευή 20 Φεβρουαρίου 2009

Το πάρτυ (παράφραση)

Παράφραση του τραγουδιού του Λουκιανού Κηλαηδόνη από το δίσκο του 1982 «Χαμηλή Πτήση»
Θέλω ένα βράδυ να κάνω ένα πάρτυ
πάρτυ από εκείνα τα θλιβερά
και να καλέσω σε εκείνο το πάρτυ
νά ‘ρθουν τα πιο πικρά παιδιά.

Νά ‘ρθει ο Πόε
νά ‘ρθει ο Λάβκραφτ
ο Καρυωτάκης
κι ο Όσκαρ Ουάιλντ.

Νά ‘ρθει ο Μπουκόφσκι
νά ‘ρθει ο Τζων Φάντε
νά ‘ρθει ο Μοίρας
και ο Γιόζεφ Ροτ.

Γιο ο χοχό, γιο ο χοχό
σ’ ένα βαθύ λαγούμι,
γιο ο χοχό, γιο ο χοχό
μ’ ένα βαρέλι ρούμι.

Ο Κρυστάλλης να έρθει
κι ο Ακριθάκης
ο Λαπαθιώτης
κι ο Αμβρόσιος Μπηρς.

Νά ‘ρθει ο Τιμ Μπάκλεη
νά ‘ρθει ο Τζων Ντόουλαντ
οι Τάιγκερ Λίλλυς
και ο Τζώνυ Κας.

Ο Γιάννης Αγιάννης
ο Δον Κιχώτης
ο Κουασιμόδος
κι ο Ρόναλντ Ντεσέην.

Να’ ρθει η Νίκο
και ο Νικ Ντραίηκ
ο Ίαν Κέρτις
να ‘ρθεί κι ο Κοέν.

Γιο ο χοχό, γιο ο χοχό
σ’ ένα βαθύ λαγούμι
γιο ο χοχό, γιο ο χοχό
μ’ ένα βαρέλι ρούμι.

Νά ‘ρθει ο Θεόφιλος και μαζί του παρέα
ο κυρ Αλέξανδρος να ‘ρθει κι αυτός
νά ‘ρθει το Τέρας (χωρίς την ωραία)
και ο Καραγκιόζης καμαρωτός.

Ο Σιδηρόπουλος θέλω να έρθει
κι ο Παναγιώτης ο Ποταγός
και ο Βέγγος πάλι (ναι Πάλι!) να έρθει
και ο Μπάστερ Κήτον να ‘ναι κι αυτός.

Ο άγιος Φραγκίσκος
και ο Ιούδας
ο Χανκ Γουίλιαμς
και ο Άντονυ.

Ο Ρόμπερντ Χάουαρντ να ‘ρθεί θυμωμένος
και ο Πωλ Ρόλαντ να ‘ρθεί από δω
και μια και θα ‘μαι οικοδεσπότης
ε, λέω να ‘μαι…να ‘μαι κι εγώ.

Γιο ο χοχό, γιο ο χοχό
σ’ ένα βαθύ λαγούμι,
γιο ο χοχό, γιο ο χοχό
μ’ ένα βαρέλι ρούμι.

Στην πάντα να περάσει η «κηδεία» μας
γιουχαϊντί γιουχαϊντά
στην πάντα να περάσει η «κηδεία» μας
γιουχαϊντί αϊντά.

Και ξημερώνοντας την άλλη μέρα
κι αν ζει κανένας (σίγουρα όχι εγώ)
σ’ ένα υποβρύχιο θα μπούνε όλοι
και θα συνεχίσουν για το βυθό.

Σάββατο 14 Φεβρουαρίου 2009

Εμπρός στο δρόμο που χάραξε ο Λύο (XII)...

...Καλοβυρνάς, με το υπέροχο "Πλαθολόγιο Λέξεων" των εκδόσεων Intro Books (ISBN: 960-6680-12-6). Ας προσπαθήσουμε (έστω και ως ανάξιοι μιμητές) να καταγράψουμε ορισμένα ακόμα λήμματα:

Β ρακοσυλλέκτης, ο: άτομο ανδρικού (σχεδόν πάντα) φύλου, που χαρακτηρίζεται και διακατέχεται από έντονο πάθος σεξουαλικής παρέκλισης, του είδους «φετίχ». Συγκεκριμένα αρέσκεται να συλλέγει τα εσώρουχα (τα βρακιά) των ερωτικών του συντρόφων μετά την πρώτη, ή – σε ορισμένες περιπτώσεις – τη μόνη συνεύρεση. Αποσπά τα αντικείμενα του πόθου με τρόπους παντίους: παρακλήσεις, πειθώ, υποκρισία (ψεύτικες αιτιάσεις), ακόμα και με τη βία. Στη συνέχεια, με τη σχολαστικότητα που διακρίνει τους συλλέκτες, καταλογογραφεί το απόκτημα και το καταχωρεί στη Συλλογή. Χρησιμοποιεί για το σκοπόν αυτό ειδικά διαμορφωμένα κλασέρ και φακέλους. Το κάθε αντικείμενο (βρακί) συνοδεύεται από εκτεταμένες – όσο είναι δυνατόν – πληροφορίες περί της κατόχου, φωτογραφία (αν υπάρχει), ημερομηνία απόκτησης, «πικάντικες» λεπτομέρειες σχετικώς με τη συνεύρεση κ.ά. Κατόπιν, ο τρέχων φάκελος φυλάσσεται, μαζί με τους υπολοίπους, σε ειδικό φοριαμό πυρίμαχο, υδροστεγή, με κλειδαριά ασφαλείας. Από καιρού εις καιρόν, ο β ρακοσυλλέκτης (όπως και ο κάθε συλλέκτης) απλώνει τους φακέλους, φυλλομετρά τη Συλλογή του και τη χαίρεται, μόνος, πυρετικός και εκστατικός, μέσα στο σκοτάδι, κάποια προχωρημένη ώρα της νυκτός. Συνηθίζει, όπως και όλοι οι συλλέκτες, που και που να επιδεικνύει τη Συλλογή του σε πρόσωπα διάφορα, μα πιο πολύ σε κάποια που μόλις της έχει πάρει κι εκείνης το βρακί. Μικρό μέρος της Συλλογής δημοσιεύεται σε ιστοσελίδα που έχει δημιουργήσει στο διαδίκτυο. Είναι και μέλος συλλόγου συναδέλφων συλλεκτών. Συνεδριάζουν τακτικά κάθε δεκαπέντε ημέρες και πανηγυρικά άπαξ ετησίως, οπότε και λαμβάνουν χώρα ανταλλαγές μεταξύ των. Το πιο συχνά, ο β ρακοσυλλέκτης πεθαίνει ειρηνικά χαρίζοντας τη Συλλογή του σε κάποιο συνάδελφο. Άλλοτε όμως (αλίμονο) παρασύρεται και σε άλλα πάθη, πιο επικίνδυνα, που οδηγούν σε δυσάρεστες έως και μοιραίες καταστάσεις: π.χ. « - Τά ’μαθες τι βρήκανε στο σπίτι του Ψ. οι φίλοι όταν μπήκε στο νοσοκομείο και πήγανε να πάρουν κάτι πράγματα; Απίστευτο σου λέω! Ο τύπος ήτανε φανατικός Β ρακοσυλλέκτης. Ποιος να το φανταζόταν;».

Τρίτη 6 Ιανουαρίου 2009

Η μπαλλάντα της Λύδιας Πίνκμαν (Η Λίλλυ Πινκ)

Διάσημο (το “Lilly the Pink” – έγινε Νο1 στο Ηνωμένο Βασίλειο το Δεκέμβριο του 1968 από το συγκρότημα Scaffold) και λιγότερο διάσημο το “The Ballad of Lydia Pinkham”: χιουμοριστικά τραγούδια για το «φάρμακο» της κυρίας Lydia Pinkham (Μασσαχουσέττη, Ηνωμένων Πολιτειών Αμερικής, 1819 – 1883). H κυρία Pinkham ανακάλυψε ένα φάρμακο βασισμένο σε μίγμα βοτάνων (αλλά και αρκετό αλκοόλ) που ανακούφιζε τις γυναίκες από ενοχλήσεις και πόνους γυναικολογικής φύσης, μα ήταν κατάλληλο και «δια πάσαν νόσον». Το σκεύασμα έγινε πολύ δημοφιλές και πωλείται ακόμα.
Απόδοση στα ελληνικά: Χ.Δ.Τ.


Η μπαλλάντα της Λύδιας Πίνκμαν

Ας τραγουδήσουμε τώρα για τη Λύδια Πίνκμαν
την ευεργέτιδα της ανθρωπότητας.
Η Λίλλυ έφτιαξε ένα φίλτρο από βότανα
και θέμα έγινε της επικαιρότητας.

Η κυρία Τζόουνς παιδάκια δεν είχε
και τυρρανιότανε από καημό και πόνο.
Τρία μπουκάλια φίλτρο Πίνκμαν ήπιε
και τώρα δίδυμα γεννάει κάθε χρόνο.

Κι ο Πήτερ Γουήλαν ήταν λυπημένος
γιατί είχε βλέπεις….. «καρύδι» μονό.
Μια γουλιά φίλτρο της Λύδιας ήπιε
και τσαμπιά του κρέμονται τώρα έως και τον πισινό.

Η κυρία Σμιθ δύσκολα θήλαζε
και τα μωρά της τάιζ’ η κουνιάδα.
Μα όταν μια φίλτρου φιάλη πήρε
να την αρμέγουν έπρεπε σαν αγελάδα.

Η θεία Τζόνσον στα νεφρά πρόβλημα είχε
και πολύ δύσκολα μπορούσε να ουρήσει.
Μα όταν Πίνκμαν φίλτρο να πίνει άρχισε
«ποτιζόταν» τριγύρω της όλη η φύση.

Η Λίλλυ Πινκ
(ρεφραίν)

Ωωωωωω, να πιεις, να πιεις, να πιεις,
της Λίλλυ Πινκ το φίλτρο να πιεις
και να πεις, να πεις, να πεις,
πως τον άνθρωπο σώζει να πεις, να πεις,
και να φωνααααάξεις όσο μπορείς.

Ας πούμε τώρα μια ιστορία
κάπως λυπητερή μα και λίγο αστεία.
Για τη Λίλλυ Πινκ και το φίλτρο που βρήκε
που την έκανε διάσημη, μα καλό τέλος δεν είχε.

Ο Τζώννυ Χάμμερ είχ’ ένα αππππππαίσιο τ-τ-τ-τττραύλισμα
σχεδόν λλλ-λ-λέξη ν’αρθρώσει δε μπόραγε ο δυστυχής.
Κάποιος του έδωσε φίλτρο να πιει κάμποσο
και τώρα όλοι τον βλέπουν μα δεν τον ακούει κανείς.

Ο θείος Πωλ ήταν τόσο μικρούλης
ο πιο κοντός άνθρωπος ήταν στην πόλη.
Έτριψε το κορμί του με φίλτρο κι έγινε δυόμισυ μέτρα
θα τον δεις στο μουσείο σε μια γυάλα φορμόλη.

Ο Εμπενέσαρ νόμιζε ότ’ ήταν ο Ιούλιος Καίσαρ
σε ίδρυμα τον κλείσαν για δύο χειμώνες.
Και του έδωσαν και μπόλικο φίλτρο
και πλέον για πάντα θα διοικεί λεγεώνες.

Α, και ο Φρέντυ Κλίνγκερ – σπουδαίος τενόρος
με φωνή βροντερή που ποτήρια σπάει,
γαργάρες έκανε με φίλτρο και τώρα
ποτήρια του σπάνε στο κεφάλι.

Κι ο κύριος Φρήαρς αυτιά είχε τόσο μικρούτσικα
που ντρέπονταν τόσο κάπου να πάει.
Μα όταν του έδωσαν φίλτρο της Λύδιας
να μαθαίνει άρχισε πώς να πετάει.

Ο δύστυχος Τόνυ, λεπτός, κοκαλιάρης,
ποτέ του δεν έτρωγε άλλη μπουκιά.
Μ’ από τότε που ήπιε τ’ ορεκτικό το φίλτρο
έχει γίνει εκατόν εξήντα κιλά.

Η μικρούλα Τζένιφερ Έκλες γεμάτη ήταν φακίδες
και τ’ αγόρια την κορόιδευαν τόσο πολύ.
Κι ύστερα ήπιε φίλτρο με θάρρος
και τώρα έχει βγάλει κι εκείνη πουλί.

Και στο τέλος η ίδια η Λίλλυ Πινκ
παρ’ όλο που έπινε φίλτρο ένα σωρό,
η καημενούλα κι αυτή πέθανε
κι η ψυχούλα της πήγε στον ουρανό.

Ο Παράδεισος τώρα έχει γεμίσει
φίλτρο παντού, σε κάθε γωνιά.
Οι καμπάνες χτυπούν, κι οι άγγελοι γύρω πετάνε:
«Προσέξτε! Μην πιείτε, μην πιείτε παιδιά!».

Ωωωωωω, να πιεις, να πιεις, να πιεις,
της Λίλλυ Πινκ το φίλτρο να πιεις
και να πεις, να πεις, να πεις,
πως τον άνθρωπο σώζει να πεις, να πεις,
και να φωνααααάξεις όσο μπορείς.

Σάββατο 8 Νοεμβρίου 2008

Ratcliff Highway - (R.I.P. Ronnie Drew, 1934 – 2008)

Παραδοσιακή βρετανική μπαλάντα, απόδοση στα ελληνικά: Χ.Δ.Τ.

Τραγουδισμένη ιδανικά από τους Ιρλανδούς Dubliners και το θρυλικό τραγουδιστή τους Ronnie Drew, που έφυγε για το μεγάλο ταξίδι, στις 16 Αυγούστου. Καλή ξεκούραση κι ευχαριστούμε αδερφέ.
Wapping, Ratcliff Highway: κακόφημη περιοχή του Λονδίνου της βικτωριανής εποχής, γεμάτη παμπ, καμπαρέ, καφέ σαντάν και κορίτσια, στέκι ναυτών όλων των εθνικοτήτων.
Deptford: περιοχή στις όχθες του Τάμεση ποταμού, στο νοτιοανατολικό Λονδίνο.

Περπατούσα μια βραδιά στο Λονδίνο
Απ’ το Γουάπινγκ στο Ράτκλιφφ Χαϊγουέη
κι είπα να μπω σε μια μπυραρία
να περάσω τη νύχτα μου εκεί.

Μια μορφονιά κουνιστή ήρθε κοντά μου
ρώτησε αν κερνάω κατιτίς
μια μπουκάλα κρασί για μια λίρα παρήγγειλα
και «τέτοιοι άντρες μ’ αρέσουν» είπε ευθύς.

Η μπουκάλα στο τραπέζι ακούμπησε
και γύρω ποτήρια για όλους να πιουν
κι όταν τα ρέστα από τη λίρα μου ζήτησα
με στίχους μ’ απάντησε που ακόμα στ’ αυτιά μου ηχούν.

Γιατί η κυρία απότομα θύμωσε
και στήριξε τα χέρια με πόζα στη μέση
«Μήπως θαρρείς ότι είσαι στο πλοίο ακόμα;»
είπε, «ναύτη, εμείς δε συνηθίζουμε έτσι».

«Λοιπόν, αν συνήθεια σας είναι να κλέβετε,
τέτοια συνήθεια δεν την ασπάζομαι εγώ,
Τράβα λοιπόν να μου φέρεις τα ρέστα
γιατί ο Διάβολος θα σε πάρει θαρρώ».

Ένα ρολόι χρυσό κρέμονταν στο τζάκι απάνω
τ’ άρπαξα κι έφυγα τρέχοντας σαν αστραπή
«τα ρέστα μου πήρα και με το παραπάνω»
πηδώντας τους φώναξα απ’ το τελευταίο σκαλί.

Ευτυχώς σκοτεινή ήταν η νύχτα
κι έφτασα γρήγορα ως το κανάλι
με μια βάρκα πήγα ως το Ντέπφορντ
και σώος βρέθηκα στο πλοίο μου πάλι.

Όλοι εσείς λοιπόν νέοι ναύτες
που συχνάζετε στο Ράτκλιφφ Χαϊγουέη
αν μπείτε σε καμμιά μπυραρία
ακούστε κι έναν πιο παλιό τί σας λέει:

«Ποιός μας δε θέλει τη νύχτα όλη
με κρασί και γυναίκες να τη γλεντάει;
Να θυμάστε όμως: μετά, από το Διάβολο
τα ρέστα μπορεί να βρεθεί να ζητάει».

Τρίτη 28 Οκτωβρίου 2008

Θά 'ρθει ο Χριστός

Jesus gonna be here, τραγούδι του Tom Waits, απόδοση στα ελληνικά: Χ.Δ.Τ.

Ε, λοιπόν θά ΄ρθει ο Χριστός
Σύντομα θά 'ναι εδώ
Θα μας σκεπάσει όλους με φύλλα
Και μια κουβέρτα απ' το φεγγάρι
Με μια υπόσχεση κι ένα τάμα πού 'χω κάνει
Κι ένα νανούρισμα που τα φρύδια χαμηλώνει
Ααα! θά ΄ρθει ο Χριστός
Σύντομα θά 'ναι εδώ.

Ε, λοιπόν, ήσυχος εδώ θα περιμένω
Ούτε μιλιά θα βγάλω
Λόγους δεν έχω πια
Και ούτε αμφιβάλλω
Θα βρεθεί τρόπος - θα ξεφύγω
Απ' τη φασαρία του κόσμου
Γιατί θά 'ρθει ο Κύριος μου
Σύντομα θά 'ναι εδώ

Θά 'χω τα μάτια μου ανοιχτά για να Τον δω
Την ώρα που η μέρα θα αλλάξει
Στου ορίζοντα την άκρη θα φανεί
Μ' ένα καινούριο αμάξι

Και να!: ακούω καθαρά τα βήματα Του
Και λέω: Αγιασθήτω τ' όνομα Του
Ο Χριστός θα...
Σύντομα θά 'ναι εδώ.

Ε, λοιπόν ήμουνα πιστός
Κι όσο μπορούσα ήμουν καλός
Μόνο που έπινα πολύ...
...μα λες να μην το ξέρει Αυτός;
Έτσι, καλύτερο -πιστεύω- απ' ότι βρήκα
Τον κόσμο αφήνω κι άλλους πάω να δω
Γιατί θα έρθει ο Χριστός
Σύντομα θά 'ναι εδώ.

Δευτέρα 22 Σεπτεμβρίου 2008

Cruel Sister

Βρεττανική μπαλλάντα του 17ου αιώνα, απόδοση στα ελληνικά: Χ.Δ.Τ.
(Δεκάδες εκτελέσεις, πιο γνωστή, αυτή των “Pentangle”)


Κάπου στην άκρη της βόρειας θάλασσας, ζούσε μια κυρά,
δυο κόρες έφερε στον κόσμο, γέλια – χαρά.
(Λαίη δε Μπεντ του δε Μπόννυ Μπρουμ)
Έγινε η μικρή μεγαλώνοντας, σαν τον ήλιο φωτεινή,
Κρύα έγινε η μεγάλη και σκοτεινή.

Μια μέρα χτύπησε την πόρτα ένας ιππότης ευγενικός
είχε από μακριά ταξιδέψει για να γίνει γαμπρός.
Με δώρα: γάντια και δαχτυλίδια, γέμισε τη μεγάλη,
Μα ερωτεύθηκε παράφορα την άλλη.

«Ω, έλα αδερφούλα μαζί να περπατήσουμε,
τα πλοία που σαλπάρουν ν’ αποχαιρετήσουμε»,
κι ως περπατούσανε στην άκρη του γκρεμού, την ανεμοδαρμένη,
στη θάλασσα έσπρωξε η σκληρή, την αδερφούλα την αγαπημένη.

Πότε βυθίζονταν και πότε κολυμπούσε
«το χέρι σου άπλωσε αδερφή» έκλαιε, παρακαλούσε,
«βόηθα αδερφή, αδερφούλα μου να ζήσω
κι ότι είναι δικά μου, όλα θα στα χαρίσω».

«Τον άντρα που σ’ αγάπησε θέλω να μου χαρίσεις,
όμως γι αυτό πρέπει εσύ πια άλλο να μη ζήσεις».
Και να! το σώμα στον αφρό, έπλεε σαν άσπρου κύκνου,
αφρό του αρμυρού νερού και του μαύρου ύπνου.

Εκεί, στην ανεμοδαρμένη ακτή, το είδαν και το πέρασαν για ψάρι,
περιπλανώμενοι δυο τραγουδιστές, το ξεβρασμένο της κουφάρι.
Και με του θώρακα της τα οστά έπιασαν κι έφτιαξαν μια λύρα
με ήχο που εγέμιζε την πιο σκληρή καρδιά, γλυκιά πλημμύρα.

Απ’ τα ξανθά μαλλιά της, τρεις χρυσές κλωστές,
πήραν και βάλανε στη λύρα για χορδές.
Και πήγανε να παίξουνε στου γάμου τη γιορτή,
στον κόσμο, τον γαμπρό και νύφη τη μεγάλη αδερφή.

Μα πριν αγγίξουνε τη λύρα για αρχή,
ξεκίνησε εκείνη να παίζει μοναχή,
μια μελωδία η χορδή η πρώτη λυπητερή:
«έπνιξε η νύφη τη μικρή της αδερφή».

Και άμα έπαιξε θλιμμένα η δεύτερη χορδή,
να τρέμει άρχισε από φόβο η σκληρή αδερφή.
Μα όταν έπιασε, η τρίτη η χορδή, σιγά να ψιθυρίζει,
ξεκίνησε η σκληρή αδερφή, πικρά μετανοιωμένη να δακρύζει.

Σάββατο 13 Σεπτεμβρίου 2008

Matty Groves

Αγγλική μπαλλάντα του 17ου αιώνα (ή ενωρίτερα) - Απόδοση στα ελληνικά: Χ.Δ.Τ.
(πολύ γνωστή εκτέλεση αυτή, των "Fairport Convention")


Μια καλή γιορτή του χρόνου, μία σχόλη, μια αργία
του αφέντη η όμορφη κυρά πήγε στη λειτουργία.
Κι όταν τελείωσε η εκκλησιά, κοίταε γύρω τις εικόνες του θεούλη
κι είδε ανάμεσα στο πλήθος το πιστό, τον Μάττυ Γκρόουβς, τον μικρούλη.
"Έλα μαζί μου Μάττυ Γκρόουβς, σπίτι μου τη νύχτα αυτή,
έλα μαζί μου Μάττυ Γκρόουβς και μείνε ως το πρωί".
"Ω, μα δε μπορώ και δε θαρθώ στο σπίτι σου Κυρά μου,
του Λόρδου μας Μυλαίδη εσύ και του άρχοντα μου".
"Τι κι αν είμαι καθώς λες του άρχοντα γυναίκα
στα μακρινά τα κτήματα, λείπει ημέρες δέκα".

Τί λέγαν όμως άκουε, ένας υπηρέτης λίγο πιο πέρα
κι ορκίσθηκε να μάθει ο Λόρδος, πριν τελειώσει η μέρα.
Και τσακίστηκε να τρέχει για να φτάσει να μιλήσει
και στο ρέμα το βαθύ έπεσε να κολυμπήσει.

Ο Μάττυ Γκρόουβς κοιμήθηκε στου κρεββατιού μιαν άκρη
κι ο Λόρδος τον εξύπνησε όλο οργή και δάκρυ.
κι είπε: "Ε, πώς σου φαίνονται λοιπόν, το πουπουλένιο στρώμα,
τα σεντόνια κι η γυναίκα μου στην αγκαλιά σου ακόμα;".
"Μ' αρέσουν τα σεντόνια σου, το πουπουλένιο στρώμα,
μα πιο πολύ η γυναίκα σου στην αγκαλιά μου ακόμα".
"Ντύσου τώρα" είπ' ο Λόρδος όλο οργή, όλο θυμό,
"γιατί άντρα η Αγγλία δε θα πει πως έσφαξα γυμνό".
"Ω, δε σηκώνομαι κι ούτε παλεύω για τη ζωή μου πια,
συ έχεις δυο καλά σπαθιά και γω ένα μικρό σουγιά".
"Ναι, έχω δυο καλά σπαθιά και ακριβά πολύ,
να πάρε το κοφτερό το μακρύ και γω το κοντό, το πλατύ.
Και χτύπα με σαν άντρας, την πρώτη τη σπαθιά
και δεύτερος γω, αν μπορέσω, στο στήθος σου βαθιά".

Κι ο Μάττυ χτύπησε το Λόρδο και τον έκοψε βαθιά,
κι ύστερα ο Λόρδος χτύπησε κι ο Μάττυ δε χτύπαε πια.
Και πήρε τη γυναίκα του μέσα στην αγκαλιά του
και ρώταε τώρα αν το Μάττυ αγαπά ή την αφεντιά του.
Και η γυναίκα μίλησε χωρίς να φοβάται άλλο:
"Κάλλιο απ' τα χείλη τα νεκρά του ένα φιλί, παρά μαζί σου άλλο".

Ούρλιαξε ο Λόρδος δυνατά με κολασμένο ήχο
την άμοιρη γυναίκα του, την κάρφωσε στον τοίχο.
Και τάφο ζήτησε στους δυο εραστές να σκάψουνε στη γης
και πάνω αυτή που ήταν.. ευγενικής καταγωγής.

Κυριακή 3 Αυγούστου 2008

Somewhere over the Rainbow

Κάπου πέρα από το ουράνιο τόξο
αναπαύεται ο Ισραήλ Καμακαβιβοόλε
ο άγγελος από τη Χαβάη που πέθανε
38 μόνο χρονών (και 344 κιλά)
και δίπλα στο τεράστιο σώμα του
το μικρό του γιουκαλίλι. Αλόχα.

http://www.youtube.com/watch?v=0OMLoAtC9RY

Εμπρός στο δρόμο που χάραξε ο Λύο (XI)...

...Καλοβυρνάς, με το υπέροχο "Πλαθολόγιο Λέξεων" των εκδόσεων Intro Books (ISBN: 960-6680-12-6). Ας προσπαθήσουμε (έστω και ως ανάξιοι μιμητές) να καταγράψουμε ορισμένα ακόμα λήμματα:

αδυναμάγκη, η: αιτία απόφασης, συμπεριφοράς ή πράξης στην οποία οδηγείται κανείς εξ ανάγκης που προκαλεί ο αδύναμος χαρακτήρας του, η έλλειψη πειθαρχίας, σθένους, θέλησης κ.λ.π. - π.χ. "Η Π. παραδέχθηκε τελικά πως δε μπορεί να ελέγξει τη βουλιμία της και αδυναμαγκάστηκε να πάει σε ειδικό κέντρο αδυνατίσματος με ψυχολογική υποστήριξη κ.λ.π. Άκου φίλε μου!"

Κυριακή 13 Ιουλίου 2008

Γεια Λίλλυ Λο

Στίχοι του τραγουδιού "High Lilly Lo" του Tim Buckley, απόδοση στα ελληνικά: Χ.Δ.Τ.

Το τραγούδι της αγάπης
είναι λυπημένο τραγούδι
έχουμε αγαπήσει και
το ξέρουμε καλά
έλα λοιπόν στην παράσταση Λίλλυ
έλα και γέλα λίγο και συ
Γεια Λίλλυ Λίλλυ γεια
Λο Λίλλυ Λίλλυ Λο
Γεια Λίλλυ Λίλλυ γεια Λο

Μια φορά το χρόνο μόνο
έρχεται ο θίασος Λίλλυ
και τότε πρέπει να είμαστε εκεί
έλα λοιπόν στην παράσταση Λίλλυ
έλα και γέλα λίγο και συ
έλα να χορέψεις, να χορέψεις λιγάκι
έλα να χορέψεις, να χορέψεις λιγάκι
έλα να χορέψουμε λίγο μαζί

Λι λι λι λι λι λι λι......

Άσε τον κόσμο γύρω μας Λίλλυ
τι λένε μην τους ακούς
έλα και γίνε λίγο χαρούμενη Λίλλυ
έλα κι άστους αυτούς
Γεια Λίλλυ Λίλλυ γεια
Λο Λίλλυ Λίλλυ Λο
Γεια Λίλλυ Λίλλυ γεια Λο

Αχ, μην αφήνεις τα παιδιά της γειτονιάς να κοροϊδεύουν Λίλλυ

Τραγούδι της αγάπης - λυπημένο τραγούδι
έχουμε αγαπήσει και ξέρουμε καλά
έλα λοιπόν στην παράσταση Λίλλυ
έλα και γέλα λίγο και συ
Γεια Λίλλυ Λίλλυ γεια
Λο Λίλλυ Λίλλυ Λο
Γεια Λίλλυ Λίλλυ γεια Λο

Τετάρτη 18 Ιουνίου 2008

Έξι μίλια ακόμα

Στίχοι του τραγουδιού "Six more miles (to the graveyard)" του Hank Williams, απόδοση στα ελληνικά: Χ.Δ.Τ.

Ω, η βροχή, αργά που πέφτει
κι η καρδιά μου τόσο βαριά
έξι μίλια ακόμα και σ'αφήνω γλυκιά μου
κι ούτε θα σε δω στον κόσμο αυτό ξανά.

Έξι μίλια, ακόμα ως το μνήμα,
λυπημένα, κοπιαστικά,
έξι μίλια και σ' αφήνω γλυκιά μου
και φίλη καλύτερη από παλιά.

Ω να! ακούω να έρχεται τρένο,
την αγάπη μου φέρνει από μακρυά,
έξι μίλια, ακόμα ως το μνήμα
κι ύστερα μόνος πάντα θά'μαι πια.

Έξι μίλια ακόμα.
Έξι μίλια ακόμα.

Η περίπτωση της Λαίδης Μπέττυ

Από παλαιότερο (Χριστουγεννιάτικο) φύλλο της εφημερίδος "Η Μεταμεσονυκτία" - στήλη Αστυνομικού Ρεπορτάζ

Αγαπητοί αναγνώστες της στήλης, εύχομαι ολόψυχα Χρόνια Πολλά και ότι καλύτερο για εσάς και τους αγαπημένους σας. Υγεία, κουράγιο, δημιουργικό πνεύμα και ακόμα: λίγη (όση χρειάζεται) τύχη καλή.
Πιστοί στο καθήκον μας και το λειτούργημα της ενημέρωσης του κοινού, το οποίο - με τη βοήθεια του Υψίστου που σαν αυτές τις ημέρες γεννήθηκε – διακονούμε επί σχεδόν εδώ και είκοσι χρόνια, θα ασχοληθούμε σήμερα με ένα από τα πιο καυτά θέματα του αστυνομικού ρεπορτάζ της τελευταίας δεκαετίας, που ωστόσο οι λεπτομέρειες του βρίσκονται (δυστυχώς) στον αντίποδα του πνεύματος της Αγάπης των ημερών.
Η περίπτωση έχει ως εξής: Η Ασφάλεια Αθηνών κατέγραψε πρόσφατα κατακόρυφη αύξηση της συχνότητας των ασύλληπτων βιοπραγιών και σφοδρών επιθέσεων καθώς και τεσσάρων φόνων που έχουν λάβει χώρα στο κέντρο της Αθήνας (περιοχή Νεαπόλεως Εξαρχείων). Περιστατικά ωμής βίας των οποίων τα θύματα, θανόντες ή επιζήσαντες (νοσηλευόμενοι ορισμένοι εκ των δευτέρων και μάλιστα κάποιοι σε κρίσιμη κατάσταση) κυριολεκτικώς κατακρεουργήθηκαν και αφέθηκαν αβοήθητα στον τόπο της επίθεσης να σφαδάζουν (οι εν ζωή) από αφόρητους πόνους, πλέοντας σε λίμνες αίματος ή στραγγαλίσθηκαν ανηλεώς.
Ο αυτουργός της επιθέσεως, άτομο σαφέστατα σαδιστικής, αιμοχαρούς ιδιοσυγκρασίας, συνηθίζει να αφήνει εν είδει «υπογραφής» σκίτσα των θυμάτων του, ως ήταν προ αλλά και μετά την «επίσκεψη» του. Η πρωτοφανής αυτή πρωτοτυπία, που καταδεικνύει όπως σημείωσαν οι ειδικοί αναλυτές της ασφάλειας, ένα είδος χαιρέκακης υπερηφάνειας του αυτουργού για το έργο του, που παραπέμπει – αλλίμονο – με ασφάλεια, στην περίπτωση των λεγόμενων «κατά συρροήν» δολοφόνων, του πλέον επικίνδυνου δηλαδή είδους (μαζί με τους τρομοκράτες) εγκληματιών.
Η σοβαρότητα της υποθέσεως λοιπόν, σε συνδυασμό με την αύξηση της συχνότητας των περιστατικών, ανάγκασε προ εβδομάδος τον αρχηγό της Ελληνικής Αστυνομίας υποστράτηγο Παναγιώτη Τσικουδιά να δώσει εντολή όπως – με χαρακτήρα κατεπείγοντος – να αναλάβει την υπόθεση ο (θρυλικός) αστυνομικός, επικεφαλής του τμήματος «διώξεως υποθέσεων ειδεχθών εγκλημάτων», ταγματάρχης Φανούρης Φανφαρόνης.
Από τη στήλη αυτή έχουμε κατ΄επανάληψη αναφερθεί στην ιδιαιτερότητα της περίπτωσης Φανφαρόνη, αυτής της τόσο αντιφατικής προσωπικότητας που ωστόσο υπηρετεί με αξιοθαύμαστο και κυρίως απολύτως αποτελεσματικό τρόπο την υπεράσπιση του δικαίου και τη δίωξη και πάταξη του εγκλήματος εδώ και τουλάχιστον δύο δεκαετίες, χαίροντας απεριόριστης εκτίμησης σε κύκλους της χώρας και του εξωτερικού, όσο και αντιστοίχως απεριόριστης περιφρόνησης σε (κατά πολύ) ευρύτερους κύκλους, περιφρόνησης που σχετίζεται κυρίως με τη θυελλώδη, εκρηκτική, αντισυμβατική ιδιοσυγκρασία του Φανφαρόνη ο οποίος έχει συγκρουσθεί με σχεδόν όλο το φάσμα του κατεστημένου σε όλους τους τομείς, οσάκις (δηλαδή σχεδόν πάντα) θεώρησε ότι έβρισκε «εμπόδια» στην προσπάθεια του να φέρει εις πέρας την εκάστοτε αποστολή του.
Σημειωτέον ωστόσο, και βασικότατο και αξιοθαύμαστο παραμένει το γεγονός ότι ο Φανφαρόνης είναι ένας από τους μετρημένους στα δάχτυλα παγκοσμίως επιθεωρητές (γεγονός που δεν έχει καθόλου περάσει – φυσικά – απαρατήρητο και από τους ειδικούς παρατηρητές του Εφ Μπη Άι Ηνωμένων Πολιτειών Αμερικής), που δεν έχει στο αρχείο του αδιαλεύκαντη υπόθεση.
Ο εν λόγω ταγματάρχης Φανφαρόνης λοιπόν, παρέλαβε την προηγούμενη Παρασκευή τον ογκωδέστατο φάκελλο της υπόθεσης και αποσύρθηκε προς μελέτην του (παρ’ ότι ερχόταν Σαββατοκύριακο) στα γραφεία του τμήματος του. Μαζί του ήταν ο αχώριστος πλέον συνεργάτης του, ο σκαιός ιατροδικαστής Ρωμύλος Μακαρώνης, ο επονομαζόμενος ειρωνικά από τους (δικούς του) επικριτές και «Χασάπης» ή – ακόμα χειρότερα – «Βρωμύλος Καμαρώνεις» για την αποτρόπαια ικανοποίηση που λέγεται ότι του χαρίζει το ειδεχθές επάγγελμα του.
Την επόμενη Δευτέρα οι πρώτοι πρωινοί εργαζόμενοι που προσήλθαν στην υπηρεσία, στον όροφο των γραφείων των δύο συνεργατών, βρήκαν τον Φανφαρόνη και τον Μακαρώνη εν εξάλλω καταστάσει και τόσο ο σαν βομβαρδισμένος περιβάλλων χώρος όσο και η εμφάνιση των δύο ανδρών (δεκάδες άδεια κύπελλα καφέ, φιάλες αναψυκτικών, κουτιά έτοιμου φαγητού, φάκελλοι, βιβλία, εκτυπώσεις, σημειώσεις, σχέδια, χάρτες και όλοι οι υπολογιστές του τμήματος σε διαρκή αναζήτηση στοιχείων τόσο στα Αρχεία όσο και στο διαδίκτυο και σε βάσεις δεδομένων υπηρεσιών άλλων χωρών, μαύροι κύκλο κάτω από τα μάτια, τσαλακωμένα ρούχα, γένεια τριών ημερών και βλέμμα πυρετικό…. όλα πρόδιδαν πως οι δύο συνεργάτες μάλλον δεν είχαν κοιμηθεί ούτε λεπτό και δούλευαν αδιάκοπα σε όλη τη διάρκεια των προηγούμενων εικοσιτετραώρων.
Επιπλέον (από ότι φαινόταν) είχαν τη συνδρομή μερικών ντετέκτιβ της ασφάλειας οι οποίοι (παρά την αργία) έσπευσαν να βοηθήσουν και τώρα ήταν και αυτοί στα γραφεία και συζητούσαν μεταξύ τους. Ο Φανφαρόνης όταν ήλθε η γραμματέας του τμήματος της ζήτησε να επικοινωνήσει με την ομόλογη της που υπηρετούσε στο γραφείο του Αρχηγού υποστράτηγου Τσικουδιά και να ζητήσει άμεση ακρόαση, πράγμα που όντως έγινε όταν ο Αρχηγός προσήλθε περί τις 8:30.
Τα επακόλουθα είναι λίγο πολύ γνωστά και από τα τηλεοπτικά κανάλια. Με εντολή του αρχηγού συννελήφθη πάραυτα νέα γυναίκα διαμένουσα στο κέντρο της Αθήνας (περιοχή Νεαπόλεως Εξαρχείων) γεννηθείσα και κάτοικος ανέκαθεν στην περιοχή, χωρίς καμμία προγενέστερη δίωξη ή εμπλοκή με το νόμο, εργαζόμενη, μητέρα και σε κάθε περίπτωση άτομο «υπεράνω πάσης υποψίας». Πλην όμως στο πρώτο δεκαπεντάλεπτο της ανακρίσεως ομολόγησε με απίστευτη απάθεια την εγκληματική της δράση με εξονυχιστικές λεπτομέρειες που έκαναν ακόμη και τους σκληροτράχηλους ανακριτές αξιωματικούς να ανατριχιάσουν. Κατόπιν τούτου και μετά τα τυπικά που ολοκληρώθηκαν με συνοπτικές διαδικασίες, οδηγήθηκε στη γυναικεία πτέρυγα των φυλακών Κορυδαλλού, στους θαλάμους υψίστης ασφαλείας. Με τη νέα χρονιά και την ολοκλήρωση της εορταστικής περιόδου, αναμένεται η δίκη και καταδίκη της «Λαίδης Μπέττυ» όπως διέρρευσε ότι είναι το προσωνύμιο που έχει προσεταιρισθεί η στυγερή δολοφόνος, το πραγματικό όνομα της οποίας συμπίπτει εν μέρει με το προσωνύμιο. Τι σημαίνει όμως αυτή η λεπτομέρεια και κυρίως πώς κατάφερε ο Φανφαρόνης (και ο Μακαρώνης) να ανακαλύψουν το δολοφόνο;

Αυτή τη φορά η απάντηση βρίσκεται σε μία από τις ειδικές ικανότητες που διαθέτουν οι δύο αξιωματικοί πέρα από όλες τις –πανθομολογούμενες- άλλες (όπως η αρτιότατη, υψηλού επιπέδου εκπαίδευση και μετεκπαίδευση, μεθοδικότητα, υπομονή, επιμονή, αναλυτική σκέψη, αστυνομικό δαιμόνιο και ταλέντο, ικανότατους συνεργάτες, πηγές πληροφοριών και γνωριμίες, πάθος χωρίς όρια για τη δουλειά κ.ά.) και συγκεκριμένα: είναι και οι δύο από χόμπυ αναγνώστες και βιβλιόφιλοι από παιδιά, έχοντας διαβάσει χιλιάδες τόμους βιβλίων, περιοδικών, εφημερίδων, εγκυκλοπαιδιών κ.λ.π. και ειδικώτερα επίσης αρχειοδίφες και μελετητές των εγχώριων αλλά και παγκόσμιων εγκληματικών χρονικών. Δυσκολότατο να πει κανείς ποιος ξεπερνά τον άλλον στον τομέα αυτόν – το βέβαιον είναι ότι η άθροιση των γνώσεων των συνιστά έναν όγκο ασύλληπτο, έναν ποταμό πληροφοριών και γνώσεων, όπου συχνότατα βουτούν για να ανασύρουν στοιχεία χρήσιμα για τις υποθέσεις που ερευνούν – και πολύ συχνά το καταφέρνουν με εντυπωσιακή επιτυχία.
Στη συγκεκριμένη περίπτωση λέγεται ότι το βασικό ερέθισμα για την αρχειακή έρευνα στάθηκε το χαρακτηριστικό των σκίτσων με μολύβι (ή κάρβουνο) που η εγκληματίας άφηνε στον τόπο του εγκλήματος, των σκίτσων που απεικόνιζαν τα εν αγωνία άτυχα θύματα της.
Και στους δύο συνεργάτες η συγκεκριμένη πρακτική θύμιζε αμυδρά κάτι χωρίς ωστόσο να είναι - στην αρχή – δυνατόν να μπορούν να ανασύρουν από τη μνήμη τους το γεγονός. Κατόπιν όμως αρκετών ωρών συζήτησης, αλληλοσυμπληρούμενων στοχασμών, χρήσης των υπολογιστικών μηχανών αναζήτησης της Αστυνομίας στα αρχεία αλλά και στο διαδίκτυο καθώς και συνομιλιών με κάποιους συναδέλφους στο εξωτερικό με αντίστοιχες δεξιότητες, ο «κύκλος» άρχισε να στενεύει για είναι τελικά – όπως λέγεται – ο Φανφαρόνης αυτός που θυμήθηκε την περίπτωση και το σχετικό σύγγραμμα όπου την είχε συναντήσει. Το σύγγραμμα χάρη και στη συνδρομή ενός πολύ καλού και βιβλιόφιλου γνωστού εντοπίσθηκε και παραδόθηκε άμεσα (αφού ένα περιπολικό το παρέλαβε από το σπίτι του γνωστού στα προάστια των Αθηνών) εις τα χείρας των δύο αόκνων διωκτών του εγκλήματος.
Επρόκειτο για ένα έργο του πολύ αξιόλογου γνωστού Ιρλανδού γιατρού και συγγραφέα Σερ Γουίλλιαμ Ρόμπερτ Γουίλς Γουάιλντ (και πατέρα ενός γυιού επίσης συγγραφέα και πολύ περισσότερο γνωστού – του Όσκαρ).


Ο Σερ Γουάιλντ, τέκνο της κομητείας Ροσκομόν Ιρλανδίας, είχε γράψει μεταξύ άλλων το έργο «Δημοφιλείς Ιρλανδικές Προλήψεις» - αυτό που τώρα φυλλομετρούσαν οι δύο αστυνομικοί. Δεν άργησαν να εντοπίσουν το εδάφιο που τους ενδιέφερε και αφορούσε στην περίφημη «Λαίδη Μπέττυ», την εκτελέστρια - απαγχονίστρια των φυλακών του Ροσκομόν στα τέλη του δεκάτου ογδόου αιώνα, μια από τις ελάχιστες εκπροσώπους του φύλλου τους στο φρικιαστικό αυτό επάγγελμα.
Ο θρύλος λέει ότι όταν ήρθε η ώρα της εκτέλεσης της Λαίδης Μπέττυ που ήταν μια γυναίκα αμαρτωλή και είχε καταδικασθεί για πλήθος εγκλημάτων, συμπτωματικά ο εκτελεστής έλειπε. Τότε η Λαίδη Μπέττυ προθυμοποιήθηκε και πρότεινε στους εκπροσώπους των αρχών που ήταν ιδιαίτερα θορυβημένοι και ανήσυχοι καθώς ήταν μια μέρα με προγραμματισμένο πολύ μεγάλο πλήθος εκτελέσεων, να φροντίσει αυτή για τις εκτελέσεις ξεπαστρεύοντας όλους όσους περίμεναν τη σειρά τους με αντάλλαγμα τη ζωή της. Οι υπεύθυνοι μη έχοντας κάτι να χάσουν δέχθηκαν και η Λαίδη Μπέττυ εκτέλεσε τα καθήκοντα της με τόση επιμέλεια και τόσο καθ’ όλα άψογο τρόπο που της παραχωρήθηκε η θέση μόνιμα, θέση την οποία επάξια κράτησε για πολλά – πολλά χρόνια έως το θάνατο της. Αναρίθμητοι οι θρύλοι που σχετίζονται με τη Λαίδη Μπέττυ. Όπως ενδεικτικά ότι ο μονάκριβος εν ζωή γυιος της μετανάστευσε, όπως και τόσοι Ιρλανδοί την εποχή εκείνη, για να γλυτώσει από την ένδεια που μάστιζε την πάμπτωχη χώρα. Μετά από πολλά χρόνια και έχοντας πλέον αποκατασταθεί, αποφάσισε να επιστρέψει στην μόνη μητέρα του, της χτύπησε την πόρτα ένα βράδυ και εκείνη – χωρίς να τον γνωρίσει – τον δέχθηκε, τον φιλοξένησε και τον…. σκότωσε ενώ κοιμόταν για να τον ληστέψει. Ακόμα λέγεται ότι μετά το θάνατο της Λαίδης Μπέττυ, βρέθηκαν στο δωμάτιο της στον Πύργο των Φυλακών, εκατοντάδες σχέδια από κάρβουνο σε χαρτιά ή στους τοίχους, όλων των θυμάτων που η Λαίδη είχε στείλει με την κρεμάλα της στον άλλο κόσμο. Επίσης μας λέει ο Σερ Γουάιλντ ότι μέχρι τη δική του εποχή, δεκαετίες μετά δηλαδή, θυμάται σε όλην την Ιρλανδική επαρχία να φοβερίζουν τα ανήσυχα παιδιά απειλώντας ότι θα «έρθει η Λαίδη Μπέττυ» ή στα Ιρλανδικά Κέλτικα «Χούγκαθ α Πούκα» - “Huggath a’ Pooka”. Αυτή λοιπόν η λεπτομέρεια των σκίτσων των θυμάτων, ήταν που έκανε τους δύο αστυνομικούς να αναζητήσουν μια πιθανή ομοιότητα του σύγχρονου δολοφόνου με κάποιον «διάσημο» που είχε ιστορικά προηγηθεί και συγκεκριμένα τη Λαίδη Μπέττυ. Από κει και πέρα τα πράγματα ήταν σχετικά απλά. Με όλο σχεδόν το επιτελείο τους πλέον άρχισαν να αναζητούν μεθοδικά τον πιθανό ένοχο με βάση στοιχεία όπως: να είναι γυναίκα, κάτοικος της περιοχής, να είναι μακρινή απόγονος της

Λαίδης, να έχει το ίδιο ή παρόμοιο όνομα, να γνωρίζει ή να ενδιαφέρεται ιδιαίτερα για τη χώρα και την κουλτούρα της Ιρλανδίας κ.λ.π.
Η συλληφθείσα πληρούσε όλα τα παραπάνω και, ναι, ήταν μακρινή απόγονος της Λαίδης, ζούσε στην περιοχή, είχε ταξιδέψει παλαιότερα στη Δημοκρατία της Ιρλανδίας, αρεσκόταν επί πάρα πολλά χρόνια στη μελέτη της ιστορίας, του κινηματογράφου, της μουσικής, της λογοτεχνίας αλλά και γενικότερα της κουλτούρας της χώρας και είχε τελευταία ξεκινήσει μαθήματα Ιρλανδικών Κελτικών, κάτι που μετρημένοι στα δάχτυλα Έλληνες κάνουν και είχε ακόμα όνομα παρόμοιο με της Λαίδης «Μπέττυ…».
Έτσι λοιπόν η έρευνα αυτή έληξε αισίως και ευτυχώς η εγκληματική δράση της κακούργου γυναικός, δε θα συνεχισθεί.

Ο Φανφαρόνης και ο Μακαρώνης εκτέλεσαν για άλλη μια φορά το καθήκον τους με τρόπο άψογο. Μπορεί βέβαια η υπερπροσπάθεια τους να τους κόστισε τις αργίες των εορτών, όμως κατά κάποιον τρόπο θα ανταμειφθούν αφού θα αξιοποιήσουν το «μπόνους» χρηματικό έπαθλο που τους απένειμε (κατ’ εντολήν του Υπουργού Δικαιοσύνης) ο Αρχηγός και θα φύγουν για ένα σύντομο ταξίδι αναψυχής φροντίζοντας βέβαια να είναι έγκαιρα πίσω αμέσως μετά τη γιορτή των Θεοφανείων ώστε να παραστούν στη δίκη.
Και ο προορισμός τους; Μετά από αυτά που έγιναν μόνο ο Φανφαρόνης και ο Μακαρώνης θα μπορούσαν να κάνουν τέτοια εκλογή. Οι δύο συνεργάτες θα περάσουν τις ολιγοήμερες διακοπές τους στο Ρασκομόν της Ιρλανδίας!

Μέχρι το πικρό το τέλος

Στίχοι του τραγουδιού "Bis zum bitteren Ende" του γερμανικού πανκ συγκροτήματος "Die Toten Hosen", απόδοση στα ελληνικά: Χ.Δ.Τ.

Καθώς τα χρόνια κυλάνε σα νερό
πίνουμε ασταμάτητα, πίνουμε με μανία
γιατί ένα μόνο είναι σίγουρο
ζωή χωρίς πιοτό: κατάρα και ανία.

Ουίσκυ, μπύρα, κρασί και τσικουδιά
ακούμε τα συκώτια μας να ουρλιάζουν
κι όταν το τέλος έρθει μια βραδυά
"μα πήγαινε γυρεύοντας" όλοι θα σχολιάζουν.

Σάββατο 24 Μαΐου 2008

Η Θλιβεία

Πηγαίναμε στο ίδιο σχολείο. Θυμάμαι τη Θλιβεία.
Ένα αδύνατο, χλωμό κορίτσι.
Στα διαλείμματα καθόταν μόνο, σε μια γωνία στην αυλή
και παρατηρούσε με μεγάλα λυπημένα μάτια
τα παιδιά που έπαιζαν.

Και χρόνια μετά,
στις πιο μεγάλες τάξεις του σχολείου,
πάλι όλο μόνη ήταν η Θλιβεία.
Και ούτε συμμετείχε στις παρέες μας
και στις εκδρομές και τις φάρσες και τα ξενύχτια μας.

Και στο τέλος πια του σχολείου,
ολόκληρη κοπέλλα η Θλιβεία,
απέκρουε συστηματικά
όσους συμμαθητές θέλγονταν από την ιδιαιτερότητα της.
Κι όλο διάβαζε βιβλία μελαγχολικών ποιητών
κι όλο άκουγε - άμα πέρναγες κάτω από το σπίτι της -
θλιμμένες μουσικές.

Ξεκίνησα σπουδές σε άλλη πόλη, έφυγα.
Μα όταν γύριζα, στις διακοπές,
πάντα ρωτούσα για τη Θλιβεία.
Δεν πάει καλά μου έλεγαν.
Κυκλοφορεί στο δρόμη ατημέλητη.
Μιλά μονάχη.

Και την επόμενη φορά
μου είπαν ότι πήραν τη Θλιβεία.
Την πήγαν κάπου για να γίνει καλά.

Μα η Θλιβεία δεν έγινε καλά.
Πέθανε μετά από δύο χρόνια εγκλεισμού
σε ιδιωτική κλινική.

Οι δικοί της έφυγαν από τη γειτονιά.
Και πούλησαν το σπίτι.
Τώρα έχουν γίνει εκεί γραφεία.
Κι ούτε πια κανείς θυμάται τη Θλιβεία.

Μπύ - ρα

Δεν ξέρω αν το παρατηρήσατε ευγενικοί αναγνώστες, τώρα που ζέστανε ο καιρός. Συμβαίνει κάθε χρόνο στις νότιες, θερμές χώρες σαν τη δική μας. Λίγο πριν τις 12 το μεσημέρι (και για όλες τις ζεστές ώρες που ακολουθούν), δεν ξέρω αν το έχετε ακούσει. Όχι αν το έχετε ακούσει με τα αυτιά σας εννοώ μα περισσότερο αν το έχετε «αισθανθεί». Αυτόν τον ρυθμικό ήχο, αυτόν τον βόμβο, αυτόν τον παλμό. Λες και τα πάντα γύρω σου, η φύση, τα μόρια στον αέρα, ο κόσμος όλος, το σύμπαν λες και συντονίζεται όπως το σφυγμό, όπως το ρυθμικό κτύπημα της καρδιάς που στέλνει το αίμα στο σώμα: μπουμ – μπουμ, μπουμ – μπουμ.
Και αν ακούσετε προσεκτικά (για εκείνους που μπορούν ν’ ακούν προσεκτικά), ο παλμός σχηματοποιείται σε δύο ευδιάκριτες συλλαβές που φτιάχνουν μια λέξη: μπουμ – μπουμ, μπουμ – μπουμ, μπουμ – μπουμ, μπύ – ρα, μπύ – ρα, μπύ – ρα. Μια λέξη που ερεθίζει το πνεύμα και τις αισθήσεις, με ένα νόημα που σε κάνει να νοιώθεις απόλυτη αρμονία γιατί τις ώρες αυτές τί άλλο θα μπορούσε κάποιος να θελήσει μπουμ – μπουμ, μπουμ – μπουμ, για τι άλλο ή ύπαρξη του να διψά μπουμ – μπουμ, και άλλο τί να επιθυμήσει, από παγωμένη μπύ – ρα, μπύ – ρα.

Δευτέρα 19 Μαΐου 2008

Εξιτήριο

Για την αντιγραφή (παραλείπονται οι ονομασίες): Χ.Δ.Τ.

Ελληνική Δημοκρατία
Υπουργείο υγείας, πρόνοιας και κοινωνικών ασφαλίσεων
Νομαρχιακό γενικό ογκολογικό νοσοκομείο....
"................................................."

Κλινική:..........

Εξιτήριο ....α/α....
(για το τμήμα κίνησης ασθενών)

Ο Ασθενής .................... του.................... Ασφαλιστικό Ταμείο......................εισήλθε στο Νοσοκομείο την................... και εξήλθε την ................ με Κύρια διαγνωσθείσα νόσο.......(Ca - καρκίνο) ..............

- Ίαση
- Βελτίωση
- Ιδία Κατάσταση
- Διαγ. Μόνο
- Θάνατος

Ο Ιατρός

Ο Προϊστάμενος τμημ. κίνησης ασθενών

Ο Διευθυντής

Τετάρτη 23 Απριλίου 2008

Εμπρός στο δρόμο που χάραξε ο Λύο (X)...

...Καλοβυρνάς, με το υπέροχο "Πλαθολόγιο Λέξεων" των εκδόσεων Intro Books (ISBN: 960-6680-12-6). Ας προσπαθήσουμε (έστω και ως ανάξιοι μιμητές) να καταγράψουμε ορισμένα ακόμα λήμματα:


Ιμιτούμπα, η: σύνθετη λέξη από την αγγλική «imitation» (μίμηση, απομίμηση κ.λ.π.) και την ελληνική «τούμπανο», όπερ επί των ημερών μας: ποιοτικό, δυναμικό, σφύζον. Χρησιμοποιείται για καλλιτεχνικά δημιουργήματα που είναι μεν σαφέστατα επηρεασμένα σε βαθμό αντιγραφής από άλλα διάσημα, π.χ. της αλλοδαπής, πλην όμως τίμια και αξιοπρεπή σε βαθμό που αποκτούν δική τους αξία και αίγλη –π.χ. «Ρε συ, πριν από το ξένο συγκρότημα στη συναυλία ανέβηκαν support οι ΧΧΧ από την Πάτρα και παίξανε κάτι φοβερές ιμιτούμπες που βαρούσαν».

Τρίτη 22 Απριλίου 2008

Κουράρε

Ενάντια στις αποτρεπτικές παραινέσεις όλων ανεξαρτήτως των φίλων και γνωστών στους οποίους είχα μιλήσει για το πάθος που τον τελευταίο καιρό με είχε κατακυριεύσει, και την απόφαση μου να το αποκαλύψω, να εξομολογηθώ δηλαδή στην Ρ. τον απελπισμένο έρωτα μου για εκείνη..... εγώ το έκανα.
Η νεαρή Ρ., 10 χρόνια μικρότερη μου, είχε προσληφθεί πριν από λίγους μήνες στην Εταιρία, σε μία επικουρική θέση που κάλυπταν συνήθως έκτακτοι, εποχιακοί υπάλληλοι. Τους δύο πρώτους μήνες η σχέση μας ήταν αυστηρά επαγγελματική, με στενή ωστόσο συνεργασία λόγω της αρμοδιότητας μου για εποπτεία της συγκεκριμένης θέσης. Έπειτα, στις αρχές του τρίτου μήνα έτυχε, χωρίς ούτε κατά διάνοια να έχει προσχεδιασθεί, να συναντηθούμε τρεις φορές εκτός της Εταιρίας, να συζητήσουμε λίγο για θέματα που δεν σχετίζονταν με την επαγγελματική μας καθημερινότητα, και να περάσουμε κάποιες στιγμές μαζί χωρίς να περιστοιχιζόμαστε από το πλήθος των συναδέλφων, υπαλλήλων του γραφείου.
Δε χρειάστηκε κάτι παραπάνω. Αίφνης με κατέκλυσε έρωτας κεραυνοβόλος, εντονότατος και θηριώδης. Που μάλιστα άρχισε να μεγαλώνει από την επόμενη κιόλας ημέρα και να μου κατασπαράζει τα σωθικά όσο ο χρόνος κυλούσε, φθάνοντας να γίνει – όταν έμαθα ότι η Ρ. διατηρούσε μόνιμο δεσμό – παντελώς αχαλίνωτος σε βαθμό που πλέον μου προκαλούσε απτό σωματικό πόνο. Βεβαίως, το γεγονός της αναγκαστικής, καθημερινής συνύπαρξης στο χώρο εργασίας και μάλιστα, πρακτικά, σε διπλανές θέσεις, επιδείνωνε δραματικά την κατάσταση.
Έτσι, ένα απαρηγόρητο όσο και – σχεδόν σίγουρα – μεθυσμένο βράδυ Σαββάτου, προσκάλεσα τη Ρ. με τρόπο που δεν επιδεχόταν αρνητική απάντηση, τόσο επιτακτικός ή (αλίμονο) τόσο ικετευτικός ήταν, σε μια συνάντηση που ορίσθηκε για την επόμενη ημέρα, Κυριακή, το απόγευμα.
Συναντηθήκαμε στο συμφωνημένο σημείο και μετά από προτροπή μου κατευθυνθήκαμε προς ένα μπαρ στο κέντρο της πόλης, όπου σύχναζα για παραπάνω από δέκα χρόνια. Αυτήν την απογευματινή ώρα, το κατάστημα ήταν άδειο – οι πρώτοι και μόνοι πελάτες ήμασταν εμείς. Καθίσαμε στην αγαπημένη μου γωνία. Παρότι βρισκόμασταν στη μέση του χειμώνα, η βραδιά δεν ήταν κρύα και επιπλέον το μπαρ βρισκόταν (προστατευμένο) στο βάθος μίας στοάς. Ίσως γι αυτό αλλά και επειδή το προσωπικό του καταστήματος ακόμη καθάριζε και τακτοποιούσε, τα παράθυρα όλα ήταν ανοικτά.
Ο πάντα φιλικός και ευγενέστατος σερβιτόρος πάντως, έσπευσε να μας ρωτήσει αν τα ανοικτά τζάμια μας ενοχλούν, του απαντήσαμε πως όχι, πήρε την παραγγελία της Ρ. και απομακρύνθηκε – καθώς εγώ έπαιρνα πάντα το ίδιο ποτό και με σέρβιραν χωρίς ερωτήσεις. Τα ποτά ήρθαν και αρχίσαμε να συζητούμε περί διαφόρων.... κατάφερα να αντέξω περίπου ένα αγωνιώδες ημίωρο και τότε χωρίς περιστροφές και μετά από την απόλυτα στοιχειώδη εισαγωγή (Και τώρα να σου πω για τί ζήτησα να συναντηθούμε....)..... της το είπα.
Τα μάτια της άνοιξαν έκπληκτα. Τα σκέπασε ένα λεπτό στρώμα δακρύων που τελικά δεν κύλησαν. Το δέρμα γύρω από τα μάτια τρεμόπαιξε και η φλέβα στο δεξιό μέρος του λαιμού της (Αχ! αυτή η φλέβα) συσπάστηκε και το πρόσωπό της άρχισε να κοκκινίζει πολύ.
Βλέποντας αυτές τις έντονες και οπωσδήποτε αναπάντεχες αντιδράσεις, πρόλαβα στα λίγα δευτερόλεπτα που διήρκεσαν να κάνω διάφορες σκέψεις για το τί πιθανώς σήμαιναν (η τί θα ήθελα να σημαίνουν). Δε μπόρεσα να εμποδίσω τον εαυτό μου να σκεφθεί την απίθανα ευνοϊκή έκβαση: μια ολόθερμη συγκατάβαση και ανταπόδοση και συμφωνία και την αρχή μιας μακράς συζήτησης για τις ενοχές που αισθανόταν, για τον τρόπο που θα έπρεπε να βρει για να διαλύσει τον παρόντα δεσμό της με έναν νεαρό που χωρίς να την ενθουσιάζει, της φερόταν τόοοσο πολύ καλά..... σχεδόν έβλεπα τον εαυτό μου να δείχνει τόοοση κατανόηση... τη στιγμή που ούρλιαζα (εντός μου) θριαμβευτικά.
Μετά βέβαια σκέφθηκα αστραπιαία μια σειρά από αρνητικές αντιδράσεις χωρίς να προλάβω να φαντασθώ το περιεχόμενο τους, μία προς μία. Και ως τελευταίο ενδεχόμενο, σκέφθηκα το χειρότερο δυνατό: την ακριβώς επόμενη στιγμή, η Ρ. να ξεσπούσε σε ένα βροντερό, περιπαικτικό, απαξιωτικό και ασυγκράτητο γέλιο.
Τίποτα από αυτά.
Την επόμενη στιγμή η Ρ. .... απλώς σωριάστηκε από το σκαμνί στο πάτωμα με ένα δυνατό γδούπο(!), τινάχτηκε εκεί ολόκορμη δυνατά δυο τρεις φορές κι έμεινε πια ακίνητη και με το μικροκαμωμένο σώμα της διπλωμένο με ένα παράδοξο τρόπο.
Οι άνθρωποι του καταστήματος (που η αλήθεια είναι ότι αντέδρασαν πιο γρήγορα από εμένα που είχα αποσβολωθεί), αλλά αμέσως μετά κι εγώ, σκύψαμε πάνω της και προσπαθούσαμε να καταλάβουμε τί συμβαίνει. Ήταν ο μπάρμαν που είπε χαμηλόφωνα: «Παιδιά, η κοπέλα δεν αναπνέει, νομίζω είναι νεκρή». Κάλεσαν την αστυνομία και την άμεση βοήθεια. Στο κοντινό εφημερεύον νοσοκομείο, περίπου μια ώρα μετά, απλώς πιστοποιήθηκε ο θάνατος της. Ενημέρωσα τους αστυνομικούς για τον αριθμό τηλεφώνου του σπιτιού της που μου είχε δώσει κάποια στιγμή. Δεν ήμουν εκεί όταν ήρθαν οι οικείοι της, οι αστυνομικοί με είχαν πάρει μαζί τους.
Ξεκίνησε ένας μαραθώνιος ανακρίσεων. Δεν έβγαινε άκρη. Η αιτία του θανάτου ήταν μια υπερτοξική ουσία με ολέθρια νευροπαραλυτική δράση. Η ουσία μπήκε στο σώμα με μια μικρή ξύλινη αιχμή που βρέθηκε καρφωμένη πίσω από το αυτί της. Οι αστυνομικοί με άφησαν με περιοριστικούς όρους μετά από δώδεκα ώρες περίπου. Στο σπίτι βούλιαξα σε ένα βαθύτατο λήθαργο μέχρι αργά το βράδυ. Τελικά το τηλέφωνο που χτυπούσε επίμονα για πάνω από πέντε λεπτά, κατάφερε να με ξυπνήσει. Ήταν από την αστυνομία. Μου ζήτησαν να πάω πάλι στο τμήμα. Εκεί, μου ανακοίνωσαν ότι δε με βαραίνει πλέον καμία υποψία. Είχαν εν τω μεταξύ γίνει δύο ακόμα φόνοι(!) και ο ένοχος είχε συλληφθεί: ένας ινδιάνος του Αμαζονίου που είχε μόλις τέσσερις ημέρες πριν φθάσει στην πόλη (το απίθανο πώς είχε αυτό συμβεί, είναι ασφαλώς θέμα μια άλλης ιστορίας,) στους δρόμους του κέντρου της οποίας περιδιάβαινε και εκτόξευε με το φυσοκάλαμο του βέλη βουτηγμένα στο θανάσιμα μοιραίο δηλητήριο του Αμαζονίου Κουράρε, ενάντια σε νεαρές κοπέλες όμοιες λίγο πολύ στην όψη και τη σωματοδομή με την Ρ. Έφυγα από το τμήμα, γύρισα στο σπίτι κι έπινα μόνος μέχρι να ξημερώσει οπότε και με πήρε αποκαμωμένο ο ύπνος και ίσα που πρόλαβα να φθάσω και να παραστώ διακριτικά στην τελετή της ταφής και να συλλυπηθώ τυπικά την οικογένεια.
Το παραπάνω ιστορημένο περιστατικό, όπως το κατέγραψα, θα κατατεθεί σε έγκριτο συμβολαιογράφο της πόλεως μαζί με την ιδιόχειρη διαθήκη μου και έτσι θα αναγνωσθεί μόνο μετά το θάνατό μου, ώστε να μην υπάρξει πιθανότητα να διαταραχθούν οι σχέσεις μου με τα μέλη της οικογένειας μου, τη σύζυγο μου, τα παιδιά μου και τα εγγόνια μου. Γιατί αυτό είναι το τελευταίο που θα ήθελα σε αυτήν την προχωρημένη ηλικία που έχω φθάσει.
Βλέπετε... δύο μήνες μετά το θάνατο της Ρ. εσύναψα δεσμό με τη δίδυμη (και πανομοιότυπη) αδελφή της και παντρευτήκαμε ενάμιση χρόνο μετά και κάναμε μια μεγάλη ευτυχισμένη οικογένεια και ζήσαμε αρμονικά κι ευτυχισμένα για πάρα πολλά χρόνια μαζί.

5/4 και 7/4 Αθήνα, Μαρούσι και Εξάρχεια, 18/4 και 19/4 Γερμανία, διαδρομή τρένου από Δρέσδη προς Αμβούργο και Muessen