Παρασκευή 22 Φεβρουαρίου 2008

Δε θα πάω ποτέ στο Μανχάτταν

Δε θα πάω ποτέ στο Μανχάτταν
στη Φιφθ Αβενιού δε θα πάω
κι έτσι ούτως ούτε θα φάω
ένα κλάσσικ Νιούγιορκ Χοτ Ντογκ.
Δε θα πάω ποτέ στο Μανχάτταν.
Ε, τότε κι εγώ...ας φάω μια πατάταν.

Δευτέρα 11 Φεβρουαρίου 2008

Μια τελευταία

Μαρέσει ναφήνω μια τελευταία
στην κούπα γουλιά του
πρωϊνού του καφέ μου.
Την σκεπάζω με κάτι για να
μην πέσει μέσα η σκόνη.
Ύστερα φεύγω απ'το σπίτι
στην εργασία μου πάω.
Κι όταν γυρίζω πια το βραδάκι
παίρνω την κούπα μου και
στο παράθυρο στέκομαι και
κοιτάζω στοχαστικά έξω τον κόσμο,
αργοπίνω τον κρύο καφέ
και συλλογίζομαι κοίτα που πέρασε
της ζωής μου άλλη μια μέρα,
κι έρχεται βράδυ κι άλλη μια νύχτα.

Χα! Λες και κάποιο νόημα έχει.
Χα! Λες και είχε ποτέ.

Αμστερντάμ

Amsterdam – τραγούδι του Jacques Brel, απόδοση (από το Γαλλικό πρωτότυπο και την –κατά Anne Marie de Grazia - απόδοση στην Αγγλική) στα Ελληνικά: Χ.Δ.Τ.


Στο λιμάνι του Αμστερντάμ
είναι ναυτικοί που πιάνουν το τραγούδι
για τα όνειρα που τους στοιχειώνουν τον ύπνο
μακριά απ’ το Αμστερντάμ.
Στο λιμάνι του Αμστερντάμ
Είναι ναυτικοί που αποκοιμούνται
μ’ απλωμένο το σώμα σα λάβαρο ξετυλιγμένο
στην όχθη του πεθαμένου καναλιού.

Στο λιμάνι του Αμστερντάμ
είναι ναυτικοί που πεθαίνουν
γεμάτοι μπύρα και τραγωδίες
με το πρώτο φως της αυγής.
Στο λιμάνι του Αμστερντάμ
είναι ναυτικοί που γεννιούνται
στην πηχτή ζέστη και την
υπνηλία που φέρνει ο Ωκεανός.

Στο λιμάνι του Αμστερντάμ
είναι ναυτικοί που γευματίζουν,
ντυμένοι λευκές αστραφτερές στολές,
τρώνε ασημόχρωμα ψάρια
και σου δείχνουν τα δόντια τους
τα καμωμένα να δαγκώνουν τη μοίρα,
να ξεκρεμούν το φεγγάρι
και να ροκανίζουν του καταρτιού τα σχοινιά.

Και διάχυτη παντού η μυρωδιά της μουρούνας,
ακόμα και μέσα στην ψίχα της τηγανισμένης πατάτας
γιατί με τα χοντρά τους τα χέρια νεύουν και την καλούν
νά’ ρχεται ολοένα και πιο δυνατή.
Ύστερα σηκώνονται απάνου γελώντας
και ουρλιάζουνε σαν καταιγίδες
κουμπώνουν τα πανταλόνια τους
ρεύονται δυνατά και βγαίνουν έξω.

Στο λιμάνι του Αμστερντάμ
είναι ναυτικοί που χορεύουν
τρίβοντας τις κοιλιές τους απάνω
στις άσπρες μαλακές κοιλιές γυναικών
και στροβιλίζονται άτσαλα
σα φτυσμένα φλούδια ηλιόσπορου
στο στριγγό, βρώμικο ήχο
του ξεχαρβαλωμένου ακκορντεόν.

Στρέφουν το λαιμό τους αφύσικα
το γέλιο τους το ίδιο να ακούσουν
μέχρι που αιφνίδια ξοφλάει το όργανο
και σταματάει να παίζει.
Τότε αργά κι επίσημα, με υπερήφανο ύφος
ανοίγουν τα πανταλόνια τους πάλι
και το «θηρίο» τους βγάζουν
έξω στο φως το λαμπρό.


Στο λιμάνι του Αμστερντάμ
είναι ναυτικοί που πίνουν
και πίνουν και πίνουνε κι άλλο
κι ύστερα πίνουν και πίνουν ξανά.
Στην υγιειά σας πίνουμε πόρνες
των λιμανιών του Αμβούργου και του Αμστερντάμ
στην υγιειά σας Κυρίες, Γυναίκες για Εσάς
πίνουμε για.., πίνουμε για Σας.

Που μας δίνετε τα λαχταριστά κορμιά Σας
και την αρετή σας ακόμα για λίγα λεφτά…
..κι όταν πια έχουν πιει αρκετά,
στρέφουν το πρόσωπο αντίκρυ
στον ουρανό ψηλά κι αυστηρά,
και φυσάνε τη μύτη τους στ’ άστρα
και χύνουνε δάκρυα καυτά
για τις γυναίκες, τις άπιστες πόρνες…

Στο λιμάνι του Αμστερντάμ,
Στο λιμάνι του Αμστερντάμ….

Πέμπτη 24 Ιανουαρίου 2008

Παράξενα φρούτα

Strange fruit - τραγούδι σε στίχους Lewis Allan (Abel Meeropol), γνωστό από την εκτέλεση της Billie Holiday, απόδοση στα ελληνικά: Χ.Δ.Τ.


Παράξενα φρούτα βγάζουν τα δέντρα στο Νότο
βουτηγμένα στο αίμα από τα φύλλα ως τη ρίζα
μαύρα κορμιά λικνίζει ο αέρας
που κρέμονται σαν παράξενα φρούτα.

Βουκολικές σκηνές στο μεγαλόπρεπο Νότο
χυμένα έξω μάτια και το στόμα στραβό
ευωδία μανόλιας φρέσκια, γλυκιά
και ξάφνου σάρκας καμμένης βαριά αποφορά.

Να ένα φρούτο να μαδηθεί απ' τα κοράκια
να το ζαρώσει η βροχή, να το σαπίσει η νοτιά
να το ξεράνει ο ήλιος κι απ' το δέντρο να πέσει.
Να μια παράξενη, πικρή σοδειά.

Τετάρτη 16 Ιανουαρίου 2008

Εμπρός στο δρόμο που χάραξε ο Λύο (VII)....

...Καλοβυρνάς, με το υπέροχο "Πλαθολόγιο Λέξεων" των εκδόσεων Intro Books (ISBN: 960-6680-12-6). Ας προσπαθήσουμε (έστω και ως ανάξιοι μιμητές) να καταγράψουμε ορισμένα ακόμα λήμματα.

Αντριλέγω (αντρίλογος): συζήτηση ερωτικού περιεχομένου μεταξύ ατόμων θηλέων (ή αρρένων ομοερωτικού προσανατολισμού) περί άλλων ατόμων αρρένων - π.χ. "...τον είδες τον ψηλό, τον μελαχροινό, με το tatoo στο μπράτσο, που ήρθε αυτόν το μήνα στο γυμναστήριο; Πω! πω! Θεός!"... Κ.τ.λ.

Παρασκευή 4 Ιανουαρίου 2008

Η Μάβρη Χοίρα

Από παλαιότερο φύλλο της εφημερίδος "Η Μεταμεσονυκτία" - στήλη Αστυνομικού Ρεπορτάζ

Η περίπτωση της «Μάβρης Χοίρας» - αναχώρησε η Ελληνική αποστολή για Λονδίνο.

Η σειρά των αποτρόπαιων εγκλημάτων στην πρωτεύουσα της Μεγάλης Βρεττανίας, με θύματα ενήλικες χοίρους και των δύο φύλων (οικόσιτους και ελεύθερους), είχε απασχολήσει για μεγάλο διάστημα την αστυνομία αλλά και τον τύπο. Μάλιστα, αρκετοί συνάδελφοι είχαμε εκφράσει την υποψία (βασισμένοι στον φρικιαστικό και ταυτόχρονα «τελετουργικό» τρόπο, με τον οποίο τα θύματα είχαν ανηλεώς σφαγιασθεί), ότι είχαμε πιθανώς να αντιμετωπίσουμε μια νέα περίπτωση ενός στυγερού κατά συρροήν δολοφόνου, από εκείνους που – αλίμονο! – η Βρεττανική Μεγαλούπολη, έχει τόσους γνωρίσει στη μακραίωνη ιστορία της.
Η προκήρυξη που απεστάλλει την προηγούμενη εβδομάδα (η οποία έλεγε: «η κατάσταση θα χοιροτερεύσει, σε λίγο δε θα βρίσκετε να φάτε μπέικον και ζαμπόν, υπογρ. Η Μάβρη Χοίρα») στην εφημερίδα «Καιροί» του Λονδίνου, απλώς επιβεβαίωσε τις υποψίες αυτές. Ο πρωθυπουργός της χώρας, κατ’ εντολήν της ίδιας της Βασίλισσας, ανέθεσε – με χαρακτήρα «δράσεως εκτάκτου ανάγκης» - στον αντιστράτηγο, Αρχηγό της «Σκώτλανδ Γυαρδ», Σερ Χοίραμ Αλλοΐσιους Αλλέιστερ Μακ Χογκ τη διαλεύκανση των εγκλημάτων και τη σύλληψη – οσονούπω – του δράστου. Προς επίτευξιν του στόχου, ο αντιστράτηγος Μακ Χογκ διετάχθει να χρησιμοποιήσει όλα τα μέσα που θα χρειασθούν και να ζητήσει οποιαδήποτε αρωγή απαιτηθεί, χωρίς φειδώ σε δαπάνες, υλικά ή ανθρώπινο δυναμικό.
Αξιοσημείωτο γεγονός και ταυτόχρονα μεγάλη τιμή για την Ελληνική Αστυνομία και – κατ’ επέκτασιν - για τη χώρα μας γενικότερα, αποτελεί η έκκληση για βοήθεια από τον Αρχηγό Σερ Χοίραμ Μακ Χογκ, στον παλιό του φίλο και συνεργάτη, επικεφαλής του τμήματος «Διώξεως υποθέσεων ειδεχθών εγκλημάτων», Ταγματάρχη Φανούρη Φανφαρόνη.
Αξίζει να αναφερθούμε στην ιστορία της σχέσης των δύο ανδρών που ξεκίνησε πριν από περίπου 30 χρόνια, όταν το Ομοσπονδιακό Γραφείον Ερευνών των Ηνωμένων Πολιτειών της Αμερικής (F.B.I.), εκάλεσε για μετεκπαιδευτικές ασκήσεις υψηλού επιπέδου, τους αριστεύσαντες των Αστυνομικών Σχολών από όλον τον κόσμο, που είχαν συμπληρώσει και ένα έτος επιτυχούς επαγγελματικής δράσης, με σκοπό την οργάνωση και αποτελεσματικότερη αντιμετώπιση του Εγκλήματος και της Τρομοκρατίας σε παγκόσμιο επίπεδο.
Αντιπρόσωπος της Ελλάδος ήταν ο Φανφαρόνης και αντιπρόσωπος της Βρεττανίας ο Μακ Χογκ.
Από την πρώτη κιόλας στιγμή της γνωριμίας τους, δημιουργήθηκε μεταξύ τους εντονώτατη αντιπάθεια. Ο μεν Έλληνας θεωρούσε το συνάδελφο του επιτηδευμένο, ψηλομύτη και σνομπ και χρησιμοποιούσε για εκείνον το απαξιωτικό – κοροϊδευτικό προσωνύμιο «ο μυλόρδος». Ο δε Βρεττανός (Σκώτος στην καταγωγή) πίστευε ότι ο ομόλογος του ήταν αμόρφωτος, άξεστος και χωρίς τρόπους και τον αποκαλούσε «ο χυδαίος, κουρελής ψαράς». Μετά το πέρας της θεωρητικής εκπαίδευσης, οι δύο νεαροί αξιωματικοί βρέθηκαν κατά ειρωνική σύμπτωση στην ίδια ομάδα πρακτικής άσκησης και άρα έπρεπε να συνεργασθούν. Το σενάριο προέβλεπε την αντιμετώπιση μιας (σύμφωνα με μυστικές πληροφορίες) αναμενόμενης τρομοκρατικής επίθεσης. Οι παλαιοί αναγνώστες της «Μεταμεσονυκτίας» θα θυμούνται (και οι νεότεροι μπορούν να αναζητήσουν το απόκομμα στα αρχεία) πώς αυτή εδώ η στήλη που τότε έκανε δειλά τα πρώτα της βήματα με τον υπογράφοντα, νεόκοπο – τότε – δημοσιογράφο του αστυνομικού ρεπορτάζ, είχε καλύψει την απροσδόκητη εξέλιξη και παρ’ ολίγον τραγική έκβαση της άσκησης εκείνης, καθώς δάκτυλοί της παγκόσμιας τρομοκρατίας προσπάθησαν – στην πραγματικότητα – να περεισφρήσουν με απώτερο στόχο την ανεμπόδιστη και καθολική στο εξής δική τους επικράτηση, το θρίαμβο με άλλα λόγια του Κακού στον κόσμο. Αλλά και πώς χάρη σε συντονισμένες ενέργειες παροιμιώδους αυταπάρνησης και θάρρους, σε αγαστή συνεργασία και με αλλεπάλληλους άθλους, μέσα σε λίγες ώρες ο Φανφαρόνης και ο Μακ Χογκ έσωσαν ο ένας τη ζωή του άλλου, αλλά και όλων των μελών της ομάδας τους, εξολοθρεύοντας τους τρομοκράτες, ρισκάροντας απέναντι σε καταλυτικούς κινδύνους, αψηφώντας τις καθ’όλα ενάντιες πιθανότητες, μην υπολογίζοντας απειλές που θα λύγιζαν ψυχολογικά κατά πολύ εμπειρότερους συναδέλφους και μη διστάζοντας να χρησιμοποιήσουν μέσα και πρακτικές που η εκπαίδευση τους είχε εμφατικά υποδείξει ότι απαγορεύονται ρητά. Μετά το πέρας της αποστολής, αγκαλιασμένοι ενώπιον όλων των συναδέλφων τους, σε μια συγκινητική στιγμή έσφιξαν τα χέρια και αντήλλαξαν φιλοφρονήσεις του τύπου «Τελικά…….. είσαι παλληκάρι!» (Μακ Χογκ) – «Και συ ρε μάγκα! Και συ!» (Φανφαρόνης). Λίγες μέρες μετά, σε μια λαμπρή και επίσημη τελετή, οι Αρχηγοί της Αστυνομίας των Η.Π.Α., της Μεγάλης Βρεττανίας και της Ελλάδος, από κοινού ετιμώρησαν τους δύο νέους με στέρηση ενός βαθμού για τις παράτυπες και παράνομες ενέργειες τους κατά τη διάρκεια της άσκησης και ακολούθως τους προήγαγαν (επ’ ανδραγαθεία) κατά τέσσερις βαθμούς (!!!) ως βράβευση του απαράμιλλου θάρρους που επέδειξαν. Έκτοτε η καρριέρα των δύο νεαρών αξιωματικών εκτινάχθηκε, κατ’αναλογίαν, στα ύψη. Η «αναλογία» σχετίζεται με την τελείως διαφορετική τακτική που ακολούθησαν στη σταδιοδρομία τους οι δύο αστυνόμοι.
Ο μεν Μακ Χογκ «έπαιξε» το παιχνίδι της ιεραρχίας με όλους τους κανόνες του: σοβαρός, συνεπής, με άψογη εμφάνιση και συμπεριφορά «τζέντλμαν», διατηρώντας άριστες και διπλωματικές σχέσεις με ανωτέρους και υφισταμένους, πολιτικούς, οικονομικά ισχυρούς καθώς και με τον Τύπο και τα Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης, δημοφιλής και χαίροντας καθολικής εκτίμησης και αναγνώρισης, αναρριχήθηκε με ιλιγγιώδη ταχύτητα στα ύπατα αξιώματα και έλαβε προ τριετίας, από τη Βασίλισσα, τον τιμητικό τίτλο του «Σερ».
Αντιθέτως ο Φανφαρόνης, αντισυμβατικός, καβγατζής, κατ’ επανάληψιν παράτυπος, προσβλητικός έως και υβριστικός απέναντι σε συναδέλφους που θεωρούσε ανάξιους ή «βρώμικους» όπως και συλλήβδην απέναντι στους αντιπροσώπους της πολιτικής, του τύπου, της τηλεόρασης και τους κάθε φύσεως ισχυρούς και σημαίνοντες, με παροιμιωδώς ατημέλητη εμφάνιση και τρόπους ανθρώπου «του πεζοδρομίου» όπως έγραψε δηκτικά συνάδελφος άλλης εφημερίδας, («είμαι ΡΕ, ΕΙΜΑΙ!» λέγεται ότι ατύπως απάντησε ο Φανφαρόνης σε στενό κύκλο εμπίστων συναδέλφων του), κατηγορήθηκε – πέραν των άλλων – με σφοδρότητα και κατ’ επανάληψιν για τις στενές σχέσεις που διατηρεί με στοιχεία του υποκόσμου, τις οποίες ισχυρίζεται ότι αξιοποιεί ως πηγή πληροφοριών και βοήθημα στην «αποστολή» του. Σύσσωμος ο ειδικός τύπος και ασφαλέστατες πηγές μέσα από το Σώμα δηλώνουν ότι ο Φανφαρόνης θα είχε – με τέτοια έκδηλα παράτυπη συμπεριφορά – προ πολλού αποπεμφθεί, αν δεν τον έσωζε η διαρκής και αδιαμφισβήτητη αποτελεσματικότητα του καθώς είναι ο ΜΟΝΟΣ αξιωματικός της Ελληνικής Αστυνομίας που στο συρτάρι του οποίου δεν υπάρχει ουδεμία αδιαλεύκαντη υπόθεση.
Προς απόδειξιν των όσων ανεφέρθησαν για την ιδιαιτερότητα της δράσης και των μεθόδων του, θα πρέπει να σημειώσουμε ότι το «επιτελείο» του Ταγματάρχη Φανούρη Φανφαρόνη, αποτελούμενο άγνωστο (ακόμα και στους ανωτέρους του) από ποιους και πόσους ανώνυμους «συνεργάτες» αναχώρησε ήδη σύμφωνα με τις πληροφορίες, επίσης άγνωστο πότε ακριβώς και με τι μέσα, για τη Βρεττανική πρωτεύουσα.
Όσο για τον ίδιο τον Φανφαρόνη, ξέρουμε ότι προσήλθε χθες το πρωί στον αερολιμένα Ελευθέριος Βενιζέλος των Αθηνών, εξαιρετικά καθυστερημένος και προκαλώντας γενική αναστάτωση στους υπευθύνους της πρωινής πτήσης για Λονδίνο της εταιρίας «Μπριτις Αιργουέης», συνοδευόμενος από τον μόνιμο επί σειρά ετών συνεργάτη του, τον «σκαιό» και «ειδεχθή» ιατροδικαστή Ρωμύλο Μακαρώνη, ένα άλλο «φρούτο» της Ελληνικής Δικαιοσύνης με πορεία και δράση αντίστοιχη του Φανφαρόνη, αυτόν που οι επικριτές του – που μάλλον μόνο τέτοιοι (πλην του συνεργάτη του) υπάρχουν – ειρωνικά αποκαλούν (για τον ενθουσιασμό και την ανεξάντλητη περιαυτολογία με την οποία διαλαλεί την ευχαρίστηση που του προκαλεί η άσκηση του φρικιαστικού του επαγγέλματος): «Βρωμύλο Καμαρώνη».
Πέρα από αυτά και επί της ουσίας: η στήλη απερίφραστα δηλώνει ότι αφ’ ενός θα παρακολουθεί στενά και με δημοσιογραφική υπευθυνότητα τα τεκταινόμενα και αφετέρου ότι αναφανδόν τάσσεται υπέρ της προσπάθειας των Ελλήνων αστυνομικών και όλων των άλλων που θα συντρέξουν στις ενέργειες της Βρεττανικής Αστυνομίας για τη σύλληψη και τιμωρία της «Μάβρης Χοίρας», είτε πρόκειται περί οργανώσεως είτε περί προσώπου.
Διότι διαπαντός και διακαώς πιστεύουμε, αγαπητές αναγνώστριες και αγαπητοί αναγνώστες της «Μεταμεσονυκτίας» ότι ο διαρκής αγώνας ενάντια στις δυνάμεις τους σκότους που θέλουν στον κόσμο να επικρατήσει το Κακό, είναι ο αγώνας ο υπέρτατος, είναι ο Αγώνας ο Καλός.
Καλή δύναμη.

Πέμπτη 27 Δεκεμβρίου 2007

Ο Φαραώνης

Από παλαιότερο φύλλο της εφημερίδος "Η Μεταμεσονυκτία" - στήλη "Επιστήμη & Τεχνολογία"

Επιστημονικός άθλος!
Σε ανακοίνωση της με ένα λακωνικό δελτίο τύπου, η έδρα Αιγυπτιακών σπουδών του Πανεπιστημίου της Οξφόρδης ενημέρωσε την Ακαδημαϊκή κοινότητα και το ευρύ κοινό ότι πλέον και τα τελευταία Αιγυπτιακά ιερογλυφικά κείμενα (απροσπέλαστα και αντιστεκόμενα επί δεκαετίες στις προσπάθειες των επιστημόνων) ερμηνεύθηκαν!
Πρόκειται για ποιητικά κείμενα του Φαραώνη, του μεγαλύτερου ποιητή της Αρχαίας Αιγύπτου, του οποίου πάμπολλα έργα (γραμμένα με την τυπική ιερογλυφική γραφή) έχουν ήδη ερμηνευθεί και του έχουν δώσει την υψηλή θέση που αναμφίβολα του αξίζει στο πάνθεον των ποιητών της αρχαιότητας.
Ωστόσο τα συγκεκριμένα, γραμμένα με ένα – όπως η ανακοίνωση επισημαίνει – ασύλληπτης δυσκολίας και πολυπλοκότητας είδος ιερογλυφικής κρυπτογράφησης (!), παρ΄ ότι εξετάσθηκαν και μελετήθηκαν από όλους τους επιστήμονες – αυθεντίες στον τομέα αυτόν, παρέμειναν όλα αυτά τα χρόνια ένα μυστήριο, ένας γρίφος.
Τελικά και χάρη στις απίστευτης επιμονής (σε σημείο πυρετικής μανίας αλλού σχολιάζεται) προσπάθειες του διαπρεπέστατου συμπατριώτου μας καθηγητή Δρος Φανούρη Φανφαρόνη (είναι άραγε απλή σύμπτωση η συγγένεια των ονομάτων;) και της επιστημονικής του ομάδας, τα κείμενα εξηγήθηκαν.
Περί τίνος λοιπόν πρόκειται; Περί μιας ποιητικής συλλογής ερωτικού περιεχομένου! Περί της εκφράσεως του ανομολόγητου (και ολέθριου αν γινόταν γνωστός) έρωτα του ποιητού για την ίδια τη Βασίλισσα, την παντοδύναμη, ανακηρυγμένη από τη γέννηση της θεά, Αυτοκράτειρα της χώρας.
Φαίνεται ότι ο βασανισμένος Φαραώνης φοβούμενος το θάνατο (αν το μυστικό του που αποτελούσε μέγιστη προσβολή στο πρόσωπό Της, γινόταν γνωστό) αλλά και αδυνατώντας να ΜΗΝ εκφράσει τα αισθήματα του με το μόνο τρόπο που ήξερε, την ποίηση δηλαδή, έγραψε τα συγκεκριμένα ποιήματα με έναν – δικής του επινόησης – κρυπτογραφικό τρόπο.
Αυτή η συναρπαστική ιστορία στην οποία εμπλέκονται η Επιστήμη, η Ιστορία, η Αρχαιολογία, η Λογοτεχνία και το ανθρώπινο πάθος αναμένεται να ολοκληρωθεί μέσα στους επόμενους μήνες καθώς ο Δρ Φανφαρόνης (παρά τη – σύμφωνα με έγκυρες πηγές – δύσκολη κατάσταση της υγείας του) και οι βοηθοί του προχωρούν γοργά στην ερμηνεία και απόδοση των κειμένων (περί τους 300 στίχους με την τρέχουσα προσέγγιση).

Τα Μυζηθρόνια

Από παλαιότερο φύλλο της εφημερίδος "Η Μεταμεσονυκτία", στήλη Επιστήμη & Τεχνολογία.

Θα θυμάστε, ασφαλώς, αγαπητοί αναγνώστες την προ διετίας συνέντευξη, σε αυτήν εδώ την ίδια στήλη, του διάσημου έλληνα κβαντομηχανικού Δρος Φανούρη Φανφαρόνη. Μια συνέντευξη – ποταμό, στην οποία ο διακεκριμένος, παγκοσμίου φήμης επιστήμων μας μίλησε για τη ζωή του, τη δουλειά, τις ασχολίες και τα ενδιαφέροντα του. Μια συζήτηση που χάρη στην αναμφισβήτητη και έξοχα γοητευτική αφηγηματική ικανότητα τους Δρος Φανφαρόνη, θα μπορούσε να αποτελέσει αυτόνομο λογοτεχνικό κείμενο. Κείμενο στο οποίο περιπλέκονται με ζηλευτή αρμονία αναφορές και γλαφυρές περιγραφές για τα πιο διαφορετικά και ετερόκλητα θέματα. Τις φυσικές καλλονές της ιδιαίτερης πατρίδας του, τα βουνά, τα δάση, τις θάλασσες, τα ακρωτήρια, τα σπήλαια. Την αφηρημένη, ακατανόητη σχεδόν από όλους, εκτός από τους μυημένους, Επιστήμη του. Τη φιλοσοφική θεωρία και τη χαμένη πια (όχι για εκείνον) τέχνη της Αλχημείας, που υποστήριξε ότι σε μεγάλο βαθμό, αυτός και οι συνάδελφοι του – εν γνώσει τους ή μη – εφαρμόζουν σήμερα στη δουλειά τους. Τα αποκρυφιστικά Αλχημιστικά κείμενα του Μεσαίωνα και της Αναγέννησης. Τους μεγάλους Αλχημιστές της Βαγδάτης, της Πράγας και της Νυρεμβέργης. Καθώς και δεκάδες πραγματικές ή φανταστικές ιστορίες, όπως για παράδειγμα (μη μπορώντας να αντισταθούμε στον πειρασμό, αναδημοσιεύουμε αυτούσιο το απόσπασμα)…. « την ιστορία του Myddhin Willt, του Ουαλλού βάρδου του 6ου αιώνα, που έχασε τα λογικά του κατά τη διάρκεια μιας μάχης, από τη θλίψη του για τη σφαγή των φίλων του. Λέγεται ότι τότε, ένα όραμα αφόρητης φωτεινότητας σάλεψε το μυαλό του, που συνοδευόταν από μια φωνή που του φώναξε πως αυτός ήταν ο ένοχος για το αίμα που είχε χυθεί στο πεδίο της μάχης και γι αυτό έπρεπε να πάει να ζήσει στα δάση, μαζί με τα άγρια ζώα. Τα ουαλλικά ποιήματα του 12ου αιώνα αναφέρονται συχνά σε αυτήν την τραγική φιγούρα. Σκοτεινά και αποσπασματικά είναι τα στοιχεία που μπορεί να συλλέξει κανείς από αυτές τις πηγές, που σκιαγραφούν την εικόνα ενός μελαγχολικού ποιητή, που τον στοιχειώνει η θλίψη και ο πόνος, που ζει σε έρημα, μοναχικά μέρη συνομιλώντας με πνεύματα, προφέροντας παράξενες προφητείες σε κατάσταση έκστασης. Αυτός ο Κέλτης βάρδος, προικισμένος με ενόραση και μαντικές ικανότητες, ξαναβρίσκει τελικά τα λογικά του πίνοντας από το νερό μιας μαγικής πηγής, ενώ τελικά ο θάνατος του (όπως και η γέννηση του) περνά απαρατήρητος!...». Με τον απόηχο του μυθιστορηματικά συγκινητικού Λόγου του Δρος Φανφαρόνη, ζωντανό ακόμα, επανερχόμαστε τώρα, συμπτωματικά (!;) την ημέρα της ονομαστικής του εορτής με μία αναφορά στην επιστημονική ανακοίνωση που έκαναν, η ομάδα του και αυτός και σύμφωνα με τα πρώτα σχόλια, πρόκειται για την πιο σημαντική ανακάλυψη των τελευταίων πενήντα ετών τουλάχιστον. Σύμφωνα με τη λιτή ανακοίνωση ο Δρ Φανφαρόνης, ορμώμενος από ένα συνδυασμό αναφορών σε ιστορικά κείμενα, επιστημονικών παρατηρήσεων και προσωπικής αναζήτησης αλλά και οραματισμού, πείσθηκε ότι η έρευνα για τη δομή του ατόμου ΔΕΝ έχει ακόμα ολοκληρωθεί. Έστρεψε λοιπόν τόσο το προσωπικό του ενδιαφέρον όσο και της (ούτως ή άλλως) πιστά προσηλωμένης ομάδας των συνεργατών του, σε αυτήν την κατεύθυνση. Τρία ολόκληρα χρόνια επιστημονικού μόχθου, φανατικής επιμονής και πυρετικής προσπάθειας με πανταχού παρόν το στοιχείο της υπεράνθρωπης υπερβολής, εντέλει απέδωσαν καρπούς. Ανακαλύφθηκε και τέταρτο (!!!) σωματίδιο – δομικό στοιχείο του ατόμου (πλην των τριών γνωστών σε όλους από τα θρανία του σχολείου: ηλεκτρόνιο, νετρόνιο, πρωτόνιο). Στην ανακοίνωση δηλώνεται ρητά ότι η ανακάλυψη καλύπτεται πλήρως θεωρητικά αλλά και - κυρίως – με ακλόνητα πειστήρια που προκύπτουν «σε πέραν του δέοντος επαρκή βαθμό» από εργαστηριακά αποτελέσματα πειραμάτων. Ακολουθεί μία σύντομη, καθαρά επιστημονική περιγραφή, την οποία παραλείπουμε ως στερούμενη κάθε πιθανότητας κατανόησης από τον αναγνώστη, καθώς βρίθει αυστηρά ειδικών όρων. Εξ’ άλλου, οι ενδιαφερόμενοι μπορούν να βρουν το πλήρες κείμενο της δημοσίευσης, στην ηλεκτρονική έκδοση της Μεταμεσονυκτίας, στο διαδίκτυο.
Προχωρούμε ωστόσο στο τελευταίο και πλέον εντυπωσιακό για εμάς σημείο της δημοσίευσης, που ο ακραία ριζοσπαστικός - «πρωτοφανής για τα επιστημονικά δεδομένα…», σύμφωνα με πολλούς σχολιαστές – αλλά ταυτόχρονα και τόσο έντονα ανθρώπινος και συναισθηματικός του χαρακτήρας, άφησε άφωνη την επιστημονική κοινότητα αλλά και το κοινό: το σημείο που αφορά την ονομασία του ευρήματος (του σωματιδίου εν προκειμένω) η οποία παραδοσιακά δίδεται από εκείνον που πραγματοποιεί την ανακάλυψη. Σύμφωνα με το Δρα Φανφαρόνη, από τις πρώτες κιόλας φορές που (μόνος του σε αυτό το στάδιο), έχοντας ήδη εντοπίσει το σωματίδιο, το παρατηρούσε με τα υπερσύγχρονα όργανα των εργαστηρίων του, αντιλήφθηκε ότι τη στιγμή που εκείνο άρχιζε να περιδινίζεται, τη «μαγική» (και ας μη σπεύσουν οι βιαστικοί να χαρακτηρίσουν τον όρο επιστημονικά αδόκιμο – ανήκει στον ίδιο το Δρα Φανούρη Φανφαρόνη), εκείνη τη στιγμή που η Ύλη μετουσιώνεται (ιδού, σε ισχύ, ο πανάρχαιος Αλχημιστικός όρος) σε Ενέργεια, το σωματίδιο λίγο πριν εξαϋλωθεί, εξέπεμπε μία πολύ συγκεκριμένη οσμή.
Χωρίς δισταγμό και δρώντας ενστικτωδώς, ο Δρ Φανφαρόνης ταύτισε το ερέθισμα με αντίστοιχο που ανέσυρε από τις παιδικές του αναμνήσεις (εκείνες που πλέον όλων παραμένουν ανεξίτηλες στην Ψυχή των ανθρώπων) και μάλιστα από τα μέρη της ιδιαίτερης πατρίδας του και συγκεκριμένα από τα ορεινά χωριά, όπου οι κάτοικοι ασχολούνταν αποκλειστικά με την κτηνοτροφία. Έτσι λοιπόν ονομάσθηκαν τα νέα σωματίδια που ανακαλύφθηκε ότι συνθέτουν τη δομή του ατόμου…. και το όνομα αυτών: Μυζηθρόνια!!! Τα λόγια, πιστεύουμε, έκπληκτοι όσο κι εμείς αγαπητοί αναγνώστες, στο εξής περιττεύουν!
Να καταλήξουμε μόνον και να κλείσουμε τη στήλη του σημερινού φύλλου της «Μεταμεσονυκτίας» δηλώνοντας ότι είμαστε απολύτως πεπεισμένοι ότι στην προσεχή απονομή των βραβείων Νόμπελ, την υποψηφιότητα για τα οποία, αλλά και αναμφίβολα τη βράβευση ο Δρ Φανφαρόνης έχει εξασφαλισμένη, στις 10 Δεκεμβρίου, τη βραδιά της λαμπρής τελετής στο Concert Hall της Στοκχόλμης, ο λαμπρός επιστήμων, Δόκτωρ αλλά και σεμνός και ταπεινός άνθρωπος Φανούρης Φανφαρόνης, θα είναι απών. Το πιθανότερο, τις μέρες εκείνες να περιηγείται, έχοντας στο σακίδιο του ένα Αλχημιστικό βιβλίο και λιγοστά ακόμα εφόδια, στους αγαπημένους τόπους της ιδιαίτερης πατρίδας του: τα βουνά, τα δάση, τις θάλασσες, τα ακρωτήρια και τα σπήλαια.

Σάββατο 22 Δεκεμβρίου 2007

Ο κανταδόρος και ο καλικάτζαρος - Καλά Χριστούγεννα!

Ευχόμαστε στους αγαπητούς αναγνώστες και επισκέπτες του ιστολογίου Καλές Γιορτές και Καλά Χριστούγεννα! Με υγεία και κουράγιο και δημιουργικό πνεύμα και επίσης λίγη (όση χρειάζεται) τύχη καλή. Επίσης ενημερώνουμε ότι απολύτως μες στο πνεύμα των ημερών είναι και το post "Το κοριτσάκι με τα σπίρτα", ένα από τα πρώτα που δημοσιεύθηκαν.
Χρόνια Πολλά!


Ο κανταδόρος και ο καλικάτζαρος

Ήτανε πολύ ωραία, νέα εξαιρετική
και πήγα να της κάνω μια καντάδα.
Μ’ έμπασε στο δωμάτιο της
κι όταν μας βρήκε ο μπαμπάς της
εκείνη φορούσε μόνο το βρακί.

Έτρεξα να φύγω από την καμινάδα
μα βρήκα ένα εμπόδιο:
ένα τριχωτό ποπό με μια ουρά σουβλερή
γιατί ένας καλικάτζαρος
κατέβαινε εκείνη τη στιγμή
και δε με είδε πού ΄βγαινα
- μα τί βλακείες λέω! -
άντε, Καλά Χριστούγεννα!

Σάββατο 8 Δεκεμβρίου 2007

Μουσική ΙΙ

Κιθάρα, τραγούδι: Νίκος Τσοπόκης
Τύμπανα, φωνητικά: Χρήστος Δ. Τσατσαρώνης

Παρασκευή 7 Δεκεμβρίου 2007

Ο Δόκτωρ χάνεται

Με κούρασε (πολύ, τολμώ να πω)
αυτή η αέναος εντός μου πάλη
εξ' άλλου είναι πια λίγο έως πολύ
η έκβασις της δεδομένη
όλο συχνότερα (πάντα σχεδόν)
ο Κος Χάυντ παίρνει κεφάλι
και ο Δόκτωρ Τζέκυλ ο καημένος
πικρός και άπελπις και ηττημένος
βυθίζεται και χάνεται και σβήνει
μες το πηκτό και μάβρο το σκοτάδι.

Αγαπητοί επισκέπτες, το ιστολόγιο θα περιπέσει σε
μια προσωρινή, προεόρτιο νάρκη. Ευχαριστούμε για
τη συνδρομή. Καλά ψώνια!

Σάββατο 1 Δεκεμβρίου 2007

Το εξοχικό τραγούδι του θανάτου

Country death song - τραγούδι των Violent Femmes, απόδοση: Χ.Δ.Τ.

Πήρα μια γυναίκα
μού 'κανε και κόρες
προσπάθησα πολύ
μα ευτυχία δε βρήκα
τίποτα να φάει κανείς
τίποτα να πιει
τίποτα να κάνει, μόνο
να κάτσει να σκεφτεί
τίποτα να κάνει, μόνο
να κάτσει να σκεφτεί.
Σκέφτηκα και σκέφτηκα
ως που δεν είχε άλλο
και τη σήψη ανάσανα
μέχρι να πνιγώ
κι αν πάλεψα δε μπόρεσα
το μυαλό μου να μη χάσω
και να σχεδιάζω άρχισα
τη φύτρα μου να χαλάσω
και να σχεδιάζω άρχισα
τη φύτρα μου να χαλάσω.
Πάμε κόρη μου
είπα στην πιο νέα
βάλε το πανωφόρι σου
κι έλα για παρέα
ψηλά στο βουνό
πάμε για μια βόλτα
το πρόσωπο της έλαμψε
και γω άνοιξα την πόρτα
το πρόσωπο της έλαμψε
και γω άνοιξα την πόρτα.
Πάμε κόρη μου
κρατάω εγώ την λάμπα
θα βγούμε έξω απόψε
θα πάμε στις στοές
θα βγούμε έξω απόψε
θα πάμε στις σπηλιές
πες της μαμάς καληνύχτα
του θεούλη προσευχές
πες της μαμάς καληνύχτα
του θεούλη προσευχές.
Την πήγα σε μια τρύπα
ένα απύθμενο πηγάδι
της είπα κάνε μια ευχή
αυτό το ωραίο βράδυ
και κλείσ'τα μάτια σου καλή μου
και μέτρα ως το οκτώ
πως αγαπάει ο μπαμπάκας
το κορίτσι το γλυκό
πως αγαπάει ο μπαμπάκας
το κορίτσι το γλυκό.
Έσπρωξα απότομα
έσπρωξα ξαφνικά
μ΄όλη μου τη δύναμη
μ' όλη μου την αγάπη
έριξα το παιδί μου
σ΄ένα πηγάδι χωρίς πάτο
ακούστηκε το ουρλιαχτό
μα όχι ο χτύπος κάτω
ακούστηκε το ουρλιαχτό
μα όχι ο χτύπος κάτω.
Ελάτε παιδιά
να σας πω ένα μυστικό
θέλετε να μάθετε
στην κόλαση να πάτε
το σίγουρο το δράμο
μέχρι εκεί κάτω;
την κόρη σας πετάχτε
σε τρύπα δίχως πάτο
την κόρη σας πετάχτε
σε τρύπα δίχως πάτο.
Μη μου μιλάς γι έρωτες
όλο αγωνία και πόνο
θες να μάθεις πια
τι μου μένει μόνο;
στους στάβλους να πάω
με την ψηλή σκεπή
και κει να κρεμαστώ
από φρίκη και ντροπή.

Παρασκευή 30 Νοεμβρίου 2007

Ημερολόγιο Τοίχου IV - αντιγραφή: Χ.Δ.Τ.

Εισαγωγή

Πως με συγκίνησεν η ποίησις αυτή
των αισθημάτων ο πλούτος και η λεπτότης
μα και η ρίμα, η τεχνική και η ποιότης
του Στοίχου.

Μα σας μιλώ ειλικρινά:
η καλύτερη ποιητική συλλογή
που τη χρονιά αυτή εδιάβασα
ήτανε σ' ένα Ημερολόγιο Τοίχου.

Τετάρτη 28 Νοεμβρίου 2007
Ανατολή 7:19
Δύση 17:07
Σελήνη 19 ημερών
Ειρηνάρχου - Στεφάνου
Ετοιμασίου - Σωκράτους

Πίσω όψη

Τ' αχείλι σου το κόκκινο
σαν του λαγού το αίμα
κι άγγελος στο ζωγράφισε
με διαμαντένια πένα

Πέμπτη 29 Νοεμβρίου 2007
Ανατολή 7:20
Δύση 17¨:07
Σελήνη 20 ημερών
Παραμόνου & 370 μαρτύρων
Νικολάου - Διονυσίου

Πίσω όψη

Να τα χαρώ τα μάτια σου
τα μαύρα, τα μεγάλα
όπου σταλαματίζουνε
και με παιδεύεις γιάντα

Δευτέρα 26 Νοεμβρίου 2007

Ένα απόγευμα τρελλό

Ένα απόγευμα τρελλό στην πλατεία
κόσμο γεμάτα τα καφενεία
κυρίες, κύριοι, νεαροί, δεσποινίδες,
γλυκά, αναψυκτικά, καφεδάκια
και γύρω τριγύρω του κόσμου η χαρά
φωνάζαν, παίζανε τα παιδάκια.

Ένας μάγκας περίφημος γόης
όλο εκοίταζε μια όμορφη ξανθιά
που καθότανε με τη μαμά
και το μπαμπά και τ’ αδέρφια της
κι έπινε βυσσινάδα.
Όλο χαμόγελα της έστελνε
και πονηρά νοήματα
και υπολόγιζε το βράδυ
να της κάνει καντάδα.
Μα εκείνη αγέλαστη, σοβαρή,
όλο κοίταγε αλλού
κι ούτε απαντούσε,
(όμως πόσο της άρεσε, ω πόσο πολύ
και τί συγκίνηση, τι λαχτάρα το παλληκάρι)
γιατί ήξερε και της είχαν πει
πως έτσι πρέπει, έτσι αρμόζει.
Την ίδια ώρα κει παραπέρα
στο άδειο οικόπεδο στήνανε
μπερντέ του Καραγκιόζη.
Γιατί το βράδυ είχε παράσταση.
Μα ήταν περίεργη η κατάσταση.

Λέγαν ο δάσκαλος με τον παπά, οι γραμματιζούμενοι,
σ’ ένα τραπέζι με το χωροφύλακα και τον κλητήρα,
και παραδίπλα όρθιοι ακούγανε και χάσκαν
κάτι αγράμματοι, περιπλανώμενοι γύφτοι
που δεν είχαν βρει θέση, περισσευούμενοι.
Λέγανε για του κόσμου τα μυστήρια τα μεγάλα
και τις χώρες τις παράξενες,
τους ωκεανούς, τα όρη
και τους τρανούς ποταμούς……
τον Αμαζόνιο, το Βόλγα,
το Μισισσίπη, το Ζαμβέζη
και πίνανε καφέ και τρώγαν πετιμέζι.
Αχ! οι άνθρωποι πάντα κοιτούν τον ποταμό
κι κανείς ούτε κουβέντα
για τον ήσυχο και ταπεινό,
τον τροφοδότη, τον παραπόταμο,
μονολογούσε εκεί κοντά
ένας του τσίρκου θηριοδαμαστής
που αυτή την ώρα πότιζε
στη βρύση του χωριού
ένα ασημένιο ιπποπόταμο.

Γιατί είχαμε τις μέρες εκείνες,
περαστικούς από την πόλη,
τσίρκο και θεάματα,
κλόουν, ακροβάτες, θηρία εξωτικά,
το μάγο που κατάπινε σπαθιά
και εξαφάνιζε παπούτσια
και πράματα και θάματα!
Είχανε, λέει, έρθει από
τη μακρινή Μαδαγασκάρη
και παρουσίαζαν – μοναδικοί στον κόσμο –
μέσα σε όλα τ’ άλλα
ένα που μίλαγε με ανθρώπινη φωνή
σοφό σκαθάρι.
Μάλιστα διαφημίζανε
όλο το απόγευμα τις παραστάσεις,
μέχρι που τις ρεκλάμες τους κορόιδεψαν
και βρίσανε χυδαία,
κάτι που πίνανε μαστίχα από νωρίς
αδειούχοι απ’ το στρατόπεδο το κοντινό, φαντάροι.
Πάλι καλά που μεσολάβησε ο οδοντίατρος
και τους εκέρασε ένα γύρω
λέγοντας – διπλωμάτης, πονηρός –
«Μαζί σας κι εγώ πίνω»
κάτι ποτήρια με πιοτό
μία μερίδα ρούμι, εφτά κινίνο.
Εκείνος βλέπεις τό ’χυσε, δεν ήπιε,
μα στην παρέα των φαντάρων έφερε πανικό
και φύγανε εκείνοι πικραμένοι,
πίσω γυρίσανε στο στρατώνα
και πήγαν γι αύριο
να δουν την αγγαρεία,
ποιόν είχαν βάλει μαγειρεία
και ποιόν σκοπό.

Βέβαια τότε που όλοι
το νου τους είχανε στο περιστατικό
ευκαιρία βρήκανε τα χαμίνια
να μπούνε στου μπακάλη την αυλή
και να ρημάξουνε τον εύφορο μπαξέ
που έβγαζε γιομάτα σαν αίμα το ζουμί
τα πιο καλά τα σαγκουίνια.

«Κι έτσι πήγανε κι έτσι πάνε»..
μουρμούραγε μονάχος του
σε μια γωνιά ένας γέρος,
«έτσι φτιαγμένοι είμαστε οι ανθρώποι
αδερφοί, κορίτσια, παληκάρια,
έτσι ήταν κι έτσι – μιλάει η φύση
και προστάζει – θά ’ναι».
Μα πίσω του στον τοίχο – αν είναι δυνατόν! –
μα πάλι, είχε βρέξει το πρωί,
ιάμβους σχηματίζανε, κοπάδια σαλιγκάρια.

Σκοτείνιασε, σουρούπωσε, βραδυάζει
και λίγο – λίγο φεύγουν οι νοικοκυραίοι
και η πλατεία αδειάζει.
Ε! πρέπει νά ‘ναι τώρα
η ώρα των παράξενων.
Γιατί μου φαίνεται πως βλέπω
- και πρέπει να ταιριάζει -
εφτά χελιδονόψαρα να κάνουνε παρέα
σ’ εκείνη που όλο το απόγευμα
από πάνω μας φτεράκαγε
και τώρα κουρασμένη,
αλλόκοτη, πορτοκαλιά,
ανεβασμένη στη μουριά,
την κουκουβάγια που κουρνιάζει.

Και στη σκιά της μουριάς,
του φακίρη που έκανε
την ώρα εκείνη τα μαγικά του,
ξεκουραζόταν ο βοηθός
και έτρωγε τουλούμπες.

Ε! λοιπόν μέσα σ’ όλη την τρέλλα,
τρελλός κι εγώ,
ξεκίνησα καταμεσής στην πλατεία
να κάνω κάτι ψηλές
και θεότρελλες τούμπες!

Σάββατο 24 Νοεμβρίου 2007

Μουσική

Κιθάρα: Νίκος Τσοπόκης
Τύμπανα: Χρήστος Δ. Τσατσαρώνης

Πέμπτη 22 Νοεμβρίου 2007

Η αφήγηση του Μπίλλυ Μπίλλυ Μπίλλινγκτον

Σημείωση 2007
Ψάχνοντας πρόσφατα κάτι στο (κάπως χαοτικό ομολογώ) αρχείο μου, πέτυχα τούτη την καταγγραφή της αφήγησης του Μπίλλυ Μπίλλυ Μπίλλινγκτον. Σχεδόν συγκινήθηκα διαβάζοντας τον νεανικό (τότε) τρόπο που ο φίλος μου αντιλαμβανόταν τον κόσμο και τα τρυφερά αισθήματα του. Ελπίζω – ευγενικοί επισκέπτες – την ίδια τρυφερότητα να αισθανθείτε και εσείς και να μη σπεύσετε να λοιδωρήσετε το νεανικό ενθουσιασμό του καημένου του Μπίλλυ Μπίλλυ, που έτσι κι αλλιώς δεν είναι πια μαζί μας καθώς βρήκε εδώ και χρόνια ένα πρόωρο και άχαρο τέλος…….. αλλά αυτό είναι θέμα μιας άλλης θλιβερής ιστορίας που ίσως πούμε κάποια άλλη φορά.
Σημείωση περίπου 20 χρόνια πρινΟ Μπίλλυ - Μπίλλυ - Μπίλλινγκτον είναι υπαρκτό πρόσωπο. Το κείμενο που ακολουθεί είναι η ιστορία του, όπως μου τη διηγήθηκε ο ίδιος, έχοντας υποστεί - από μένα - μια μικρή επεξεργασία, απαραίτητη για τη μετουσίωση του προφορικού λόγου σε γραπτό.
Αρχικά είχα, με βάση την ιστορία αυτή, γράψει ένα διήγημα σκοπεύοντας να προσφέρω στο αναγνωστικό κοινό ένα ακόμα κομψοτέχνημα - όπως το έχω συνηθίσει. Ξαφνικά όμως (και κυριολεκτικά την τελευταία στιγμή), αποφάσισα ότι σ'αυτήν τη μορφή, που σε λίγο θα διαβάσετε, "Η Ιστορία του Μπ.Μπ.Μπ." - παρ'όλες τις ομολογουμένως σημαντικότατες αδυναμίες της - θα ήταν περισσότερο ενδιαφέρουσα και επιπλέον "αυθεντική".

……………………….
Ψηλά, πολύ πάνω από εκεί που αφρίζει και αγκομαχά ο μεγάλος Ωκεανός, στην κορυφή ενός απόκρημνου βράχου που τον δέρνουν από παντού οι άνεμοι, στα σύννεφα ανάμεσα εκεί βρίσκεται ο Πύργος της Ζωής.
Ένα τετράγωνο πέτρινο κτίριο που ο όγκος του σου κόβει την ανάσα. Έχει εκατό πατώματα και χιλιάδες δωμάτια. Έχει μπαλκόνια κι αετώματα και βεράντες κι αμέτρητα παράθυρα σε κάθε του πλευρά. Έχει σαλόνια και μεγάλες αίθουσες και σκάλες που ανεβοκατεβαίνουν από τον τελευταίο όροφο ως κάτω στα σκοτεινά υπόγεια.
Σ'ένα απ' τα τόσα δωμάτια γεννήθηκα και σ' αυτό ζω μέχρι σήμερα. Και θυμάμαι σαν τώρα (δεν πάει και πολύς καιρός άλλωστε), που πρωτάνοιξα την πόρτα του δωματίου μου και βγήκα έξω κι άρχισα δειλά-δειλά να περπατάω στους διαδρόμους και διστακτικά να κατεβαίνω και ν' ανεβαίνω τις σκάλες. Και έτσι άρχισα να βλέπω τι υπάρχει στους άλλους ορόφους και τα άλλα δωμάτια. Να βλέπω μόνο, όχι να γνωρίζω, όχι να νοιώθω, μιας και ποτέ δε μπήκα σ' ούτε ένα από τα δωμάτια. Καθόμουν μόνο απ' έξω και μισανοίγοντας τις πόρτες, κοιτούσα στο εσωτερικό. Κι ύστερα επέστρεφα πάλι στο δικό
μου δωμάτιο, το μόνο που έχω μπει ποτέ.
Και έτσι Είδα.
Είδα τους κατοίκους του Πύργου ν' ανεβαίνουν τις σκάλες με βήμα σταθερό προς την κορυφή, προς τον τελευταίο όροφο, εκεί, που όπως λέγανε, ήταν αυτοί που διηύθυναν τα πάντα, και άλλους να κατρακυλάνε τις σκάλες μέχρι κάτω στα βρώμικα υπόγεια, εκεί που ακούγονταν γοερά κλάμματα και κολασμένες κραυγές που σου πάγωναν το αίμα. Τους είδα να πίνουν, να τραγουδούν και να γιορτάζουν στις στολισμένες σάλες και είδα άλλους, απελπισμένοι να χτυπάνε το κεφάλι τους στους τοίχους των κρύων δωματίων τους.
Και είδα τα μικρά παιδάκια να παίζουν χαρούμενα και είδα τη μεγάλη εξέδρα που προεξείχε απ' τον Πύργο και αιωρούνταν στο κενό κι εκεί τους γέρους να σέρνουν τα κουρασμένα τους βήματα, να πηδάνε και να χάνονται.
Και είδα σε δωμάτια με χαμηλά φώτα, γεμάτα καπνό και αναθυμιάσεις από κεριά που καίγαν, σαν οπτασία γυμνά κορμιά αγκαλιασμένα κι αφουγκράστηκα τους στεναγμούς του πόθου τους που μπερδεύονταν με νωχελικές μελωδίες.
Και είδα σ' άλλα δωμάτια τους κατοίκους του Πύργου να ικανοποιούν αμαρτωλά τους πάθη που ντρέπομαι να μιλήσω γι αυτά.
Κι έφτασα μια μέρα δεκατρείς ορόφους πιο πάνω απ' τον δικό μου, εκεί όπου ήταν μαζεμένοι οι συγγραφείς κι οι ποιητές. Κι απόμεινα να τους κοιτώ καθώς σκύβανε πάνω απ'τα γραφεία, με το ένα χέρι βαστώντας το κεφάλι τους και με το άλλο πότε να κυλάνε την πέννα ήρεμα και στρωτά και πότε να τη σέρνουν με βία λες κι ήθελαν να ξεσκίσουν το χαρτί. Ήταν σαν ένα ποτάμι ζωντανό που έπαιρνε όσα είχαν στο νου και την καρδιά τους και κυλώντας μέσα απ' το χέρι και την πέννα, τα εναπόθετε πάνω στο χαρτί. Μια μαγική, ιερή διαδικασία που με καταγοήτευσε.
Και σκέφτηκα: Πόσο θα 'θελα να τους μοιάσω! Και δεν το κρύβω πως το προσπάθησα, μα μετά πήρα τις προσπάθειες μου, άνοιξα το παράθυρο κι άφησα να τις πάρει ο αέρας, γιατί ήταν λειψές και μίζερες κι αστείες.
Για κάμποσο καιρό το μόνο μέρος του Πύργου που πήγαινα ήταν αυτό το ίδιο μέρος με τους συγγραφείς και τους ποιητές, δεκατρείς ορόφους πιο πάνω απ' τον δικό μου, όπου καθόμουν με τις ώρες και τους παρατηρούσα, μέχρι που το πήρα απόφαση ότι ποτέ δε θα
γινόμουν σαν κι αυτούς κι απογοητευμένος εγκατέλειψα την προσπάθεια.
Ο καιρός πέρναγε και εγώ συνέχιζα τις περιπλανήσεις μου στον Πύργο και γύρναγα κάθε βράδυ στο δωμάτιο μου κουρασμένος, με το κεφάλι μου βαρύ, γεμάτο εικόνες. Μόνο εικόνες, αφού το νόημα και την ουσία όσων έβλεπα δεν κατόρθωνα να τα πλησιάσω.
Και καθόμουν στο δωμάτιο μου μπροστά στο παράθυρο, κοιτώντας έξω τη νύχτα κι ονειροπολούσα. Και ήταν εκεί μου φαίνεται, που έφτιαξα έναν άλλο - δικό μου - Πύργο, μες στο μυαλό μου. Και δε μπορούσα από εκεί και πέρα να ξεχωρίσω σε ποιον απ' τους δύο περιπλανιόμουν πιο συχνά.
Ε! Όλοι εσείς εκεί έξω, που περπατάτε ανέμελα και σίγουρα, κρατώντας τα κορίτσια σας αγκαλιά, και χαμογελάτε με αυτοπεποίθηση κι έχετε αυτό το βλέμμα που λέει σε πόσα πολλά δωμάτια του Πύργου έχετε μπει. Νομίζετε ότι είστε κάποιοι;
Ακούστε λοιπόν: Εσείς δεν έχετε δει τα άλογα να χορεύουν σε πράσινες πεδιάδες την πανσέληνο, δεν έχετε παίξει σκάκι με λευκούς γέροντες σε χιονισμένες κορφές, δεν έχετε νάνους να σας τραγουδούν εύθυμα τραγουδάκια όταν είστε θλιμμένοι και οι δικές μου οι γυναίκες είναι θεές μπροστά στις δικές σας και είναι και τόσα άλλα ακόμη που τ' αγνοείτε, αλλά δε μπαίνω στον κόπο να σας τα γνωρίσω. Χαθείτε λοιπόν, ευτυχείς μέσα στην άγνοια σας και μη μ' ενοχλείτε άλλο.
Κι όμως μετά..............αυτό το αίσθημα της ματαιότητας από πού αναβλύζει; Κι όλες αυτές οι επιθυμίες που δεν ξεδιψάνε; Και γιατί όταν είμαι ανάμεσα σας τα γέλια σας κάνουν τον Πύργο μου συντρίμμια;
Και ήταν μια νύχτα ακόμη σαν τις άλλες, που γύρισα στο δωμάτιο μου. O χώρος ήταν λουσμένος μ' ένα χλωμό ασημένιο φως κι απ' το παράθυρο φαινόταν ένα χλωμό ασημένιο φεγγάρι να κρέμεται στον ουρανό. Η ατμόσφαιρα ήταν κάπως παράξενη αλλά δεν έδωσα σημασία.
Ετοιμάστηκα να κοιμηθώ. Ο ύπνος είχε σταθεί καλός φίλος για μένα όλα αυτά τα χρόνια. Όταν η σύγχιση βασίλευε στο μυαλό μου, όταν τα διλλήματα, οι απορίες, οι δύσκολες σκέψεις με περικύκλωναν, μ' έπαιρνε στην αγκαλιά του και τα ξεχνούσα όλα ως την επόμενη μέρα.
Ήμουν λοιπόν ξαπλωμένος στο κρεββάτι μου κοιτώντας το ταβάνι ,όταν ξαφνικά άνοιξε η πόρτα (μα πώς αφού -όπως πάντα- την είχα κλειδώσει;) και μπήκε ένα κορίτσι. Μια γυναίκα!! Στο δικό μου δωμάτιο! Δε θα μπορούσε να συμβαίνει στ' άλήθεια. Κι όμως, με πλησίασε και κάθησε δίπλα μου στο κρεββάτι κι άρχισε να μου μιλάει. Κι ήταν η ανάσα της δροσερή, κι η φωνή της καθαρή κι απαλή, και τα μάτια της τόσο λαμπερά κι όμορφα, και τα δόντια της άσπρα όταν χαμογελούσε. Κι όταν πλησίασε το πρόσωπό της στο δικό μου κι ακούμπησε το χέρι μου κι άρχισε να μου ψιθυρίζει γλυκά λόγια στ' αυτί, μούδιασα σ' όλο μου το σώμα. Κι έτσι συνεχίσαμε να μιλάμε ξαπλωμένοι πλάι-πλάι κι ούτε που θυμάμαι τι λέγαμε, παρά μόνο τον ήχο της φωνής της και την εικόνα του προσώπου της. Ύστερα αποκοιμήθηκε κι εγώ την κοιτούσα κι αναρωτιόμουν: είναι άραγε ο Πύργος όπου βρίσκομαι τώρα ή είναι ο Πύργος Μου;
Αχ! Να σας είχα τώρα εδώ συγγραφείς και ποιητές μου, που κατοικείτε δεκατρείς ορόφους πιο πάνω απ' ον δικό μου, να πασχίζετε και ν' αγωνίζεστε να περιγράψετε πόσο όμορφα νοιώθω αυτή τη στιγμή, άδικα όμως.
Και το τελευταίο πράγμα που θυμάμαι είναι ότι εγώ, ο Μπίλλυ-Μπίλλυ -Μπίλλινγκτον, που είχα ζήσει ως τότε μια ζωή χωρίς ενθουσιασμούς, χωρίς πάθος, χωρίς εξάρσεις, πετάχτηκα απ' τον ύπνο μου στη μέση της νύχτας, φωνάζοντας μ' όλη τη δύναμη της ψυχής μου: Mη Φύγεις. Σ' αγαπώ! Σ' αγαπώ! Σ' αγαπώ!

Τετάρτη 21 Νοεμβρίου 2007

Γράμμα στο Μόναχο...

...που έστειλα για να αποκτήσω πάλι επαφή και να βρω έτσι την ευκαιρία να ζητήσω συγνώμμη για την όντως απαράδεκτη (ωστόσο όχι αναίτια) συμπεριφορά μου. Το γράμμα συνοδευόταν από μια φωτογραφία ελαιογραφίας εποχής (1915) του Συμεών Σαββίδη με τίτλο «Στον Αγγλικό Κήπο του Μονάχου» που απεικόνιζε την Κινέζικη Παγόδα στον Κήπο της πρωτεύουσας της Βαυαρίας (Chinesischer Turm- Englischer Garten).

Καλημέρα
και καλή χρονιά και καλές απόκριες!
Όλα καλά;
Πώς τα περνάς στα κρύα, στην ωραία Βαυαρία;
Παρεμπιπτόντως, αν συναντήσεις καμμιά μέρα τον μανδαρίνο που δουλεύει – ακόμα από ότι μαθαίνω – ως φύλακας στην Κινέζικη Παγόδα, να του δώσεις παρακαλώ τους εγκάρδιους χαιρετισμούς μου (είμαστε παλιοί και καλοί φίλοι). Και πάλι, αν κάτι τον χρειαστείς μη διστάσεις.
Γεια
Χρήστος Δ. Τσατσαρώνης

Το γράμμα δεν ανοίχτηκε καν: δικαιοσύνη!

Τρίτη 20 Νοεμβρίου 2007

Παράξενη συνάντηση ΙΙ

Strange Meeting II - τραγούδι του Nick Drake, απόδοση: Χ.Δ.Τ.

Σχεδόν χαμένη στα βάθη ξεχασμένων ονείρων
τόσο μακριά μοιάζει αλλά και τόσο κοντά
η ανάμνηση έρχεται μιας μακρινής παραλίας
με χλωμή και απάτητη άμμο ψιλή.
Εκεί τη βρήκα κι ήταν δικιά μου
κι ήταν για μένα η πριγκίπισσα της άμμου.

Στην άκρη του αφρού περπατούσα
μικρά χαλίκια πατούσα
κοίταξα πίσω και την είδα τόσο γλυκιά,
ήρθε κοντά μου με μάτια θλιμμένα
με λύπη γεμάτα χίλιων ματιών.
Για μένα ήταν η πριγκίπισσα της άμμου.

Κι όπως με κοίταξε το μυαλό μου μπερδεύτηκε
και μαζί περπατήσαμε στην καλοκαιριάτικη αχλύ.
Τα χείλη της κίνησε μα ήχος δε βγήκε
το μήνυμα της δε θα μάθω ποτέ,
μα ήταν για μένα η πριγκίπισσα της άμμου.

Και περπατούσαμε πια με την αύρα της νύχτας
στο πρόσωπο να μας φυσάει απαλά.
Μα ξάφνου χάθηκε χωρίς ίχνος κανένα
που πήγε που ήρθε, δεν ξέρει κανείς,
ούτε θά'ρθει ποτέ για να μάθω στ' αλήθεια
ποιά είναι η πριγκίπισσα της άμμου.

Τώρα όταν πέφτει η καλοκαιριάτικη νύχτα
πάω προς στη θάλασσα το μονοπάτι της άμμου
γύρω μου κοιτάζω κι ελπίζω να βρω
της νιότης μου τ' όνειρο που είναι για μένα
η πριγκίπισσα της άμμου.

"Το ισχυρό φύλλο" ή "Αξιοπρέπεια" ή "Ημερολόγιο τοίχου ΙΙΙ- Αντιγραφή: Χ.Δ.Τ."

Δευτέρα 19 Νοεμβρίου 2007

Ανατολή 7:09
Δύση 17:11
Σελήνη 10 ημερών
Αβδιού προφήτου Βαρλαάμ
Ηλιοδώρου μαρτύρων

Πίσω όψη

Μην αγαπάς πολλούς εσύ
να διασκορπάς το νου σου,
αγάπα μένα μοναχά να
μ΄έχεις τ' ορισμού σου.

Δευτέρα 19 Νοεμβρίου 2007

Απόσπασμα αστυνομικού ρεπορτάζ – (προδημοσίευση)

Ο αναγνώστης του ιστολογίου (και φίλος), έγκριτος δημοσιογράφος του αστυνομικού ρεπορτάζ, κος Φανούρης Φανφαρόνης, συντάκτης της εφημερίδος «Η Μεταμεσονυκτία», κατόπιν έγκρισης του διευθυντού της εφημερίδος (ευχαριστούμε θερμώς αμφότερους) μας επιτρέπει να προαναγγείλουμε, δύο ημέρες πριν, τη δημοσίευση μεθαύριο Τετάρτη, 21η Νοεμβρίου, στην ηλεκτρονική έκδοση της εφημερίδος που κυκλοφορεί στο διαδίκτυο με τον χαρακτηριστικό, ελαφρώς παραλλαγμένο τίτλο «e- Μεταμεσονυκτία», εκτενούς ρεπορτάζ με συνταρακτικές αποκαλύψεις σχετικά με την ταυτότητα του «αυτόχειρος της Πρεβέζης», μία υπόθεση που έχει αναστατώσει το κοινό. Ακριβώς 4 μήνες μετά την ημερομηνία (21/7) που ο άτυχος άνδρας αυτοπυροβολήθηκε θανάσιμα, αφού είχε προηγουμένως – μάταια – προσπαθήσει να αφαιρέσει τη ζωή του δια πνιγμού στη θάλασσα, στην πόλη της Πρεβέζης και αφού η ταυτότητα του παρέμενε μυστηριωδώς αδιευκρίνιστη, φαίνεται πλέον πως οι αστυνομικές αρχές της πόλεως συνεπικουρούμενες από δυνάμεις της πρωτευούσης μάλλον κατέληξαν: πρόκειται (σχεδόν βέβαια) για νεαρό άνδρα, γεννηθέντα εις Τρίπολην Πελοποννήσου, βιώσαντα εις διαφόρους πόλεις, σπουδάσαντα Νομικά, κρατικού υπαλλήλου κατ’ επάγγελμα αλλά και λογοτέχνη ποιητή με δημοσιεύσεις και διακρίσεις έργων. Αφορμή για την έρευνα που κατέληξε στην ανακάλυψη αυτή, έδωσε το χειρόγραφο ποίημα που βρέθηκε στην εσωτερική τσέπη του θανόντος, υπογεγραμμένο με τα αρχικά «Κ.Κ.», το οποίον και δημοσιεύουμε στη συνέχεια:
Μπαλάντα
Στους άδοξους ποιητές των αιώνων

Από θεούς κι ανθρώπους μισημένοι
Σαν άρχοντες που εξέπεσαν πικροί,
Μαραίνονται οι Βερλαίν. Τους απομένει
πλούτος η ρίμα πλούσια και αργυρή.
Οι Ουγκό με «Τιμωρίες» την τρομερή
των Ολυμπίων εκδίκηση μεθούνε.
Μα εγώ θα γράψω μια λυπητερή
μπαλάντα στους ποιητές άδοξοι πού’ναι.

Αν έζησαν οι Πόε δυστυχισμένοι
και αν οι Μπωντλαίρ εζήσανε νεκροί,
η Αθανασία τους είναι χαρισμένη.
Κανένας όμως δεν ανιστορεί
και το έρεβος εσκέπασε βαρύ
τους στιχουργούς που ανάξια στιχουργούνε.
Μα εγώ σαν προσφορά κάνω ιερή
Μπαλάντα στους ποιητές άδοξοι πού ‘ναι.

Του κόσμου η καταφρόνια τους βαραίνει
κι αυτοί περνούνε αλύγιστοι κι ωχροί,
στην τραγική απάτη τους δομένοι
πως πέρα κάπου η δόξα καρτερεί,
παρθένα βαθυστόχαστα ιλαρή.
Μα ξέροντας πως όλοι τους ξεχνούνε,
Νοσταλγικά εγώ κλαίω τη θλιβερή
Μπαλάντα στους ποιητές άδοξοι πού’ ναι.

Και κάποτε οι μελλούμενοι καιροί:
«Ποιος άδοξος ποιητής» θέλω να πούνε
«την έγραψε μιαν έτσι πενιχρή
μπαλάντα στους ποιητές άδοξοι πού’ ναι;»

Κ.Κ.

Για την αντιγραφή: Φανούρης Φανφαρόνης
και την αναδημοσίευση: Χ.Δ.Τ.