Πέμπτη 23 Νοεμβρίου 2017

Μισός αιώνας στα Εξάρχεια


Σάββατο, μέρα για μικροδουλειές
και για τα ψώνια της βδομάδας
σήμερα έχει και την ονομαστή
λαϊκή αγορά της γειτονιάς
αυτής της ίδιας γειτονιάς
εδώ γεννήθηκα, μεγάλωσα
όπου και ζω ακόμα
κατεβαίνω προς τα κει
που 'ναι τα μαγαζιά
γύρω απ' τη λάϊκή
και περπατώ στους δρόμους
αυτούς τους ίδιους δρόμους
και παρατηρώ, θολά και αμυδρά
(δε βλέπω πλέον δίχως τα γυαλιά μου)
τον εαυτό μου σε αντανάκλαση
στις τζαμαρίες των εισόδων των πολυκατοικιών
και τις βιτρίνες των καταστημάτων
όπου έχει μείνει επιφάνεια
καθαρή κι ακάλυπτη
απ' τις μπογιές, τα γκράφιτι, τα σπρέη
και από τις επάλληλες τις αφισοκολλήσεις...

έχει αλλάξει η γειτονιά

έχω κι εγώ αλλάξει.


Τρίτη 21 Νοεμβρίου 2017

Η κλεψύδρα που κλέβει


Κάθε που τελειώνει μία μέρα
της εργάσιμης βδομάδας
και ξαπλώνω στο κρεββάτι για τον ύπνο
η ίδια σκέψη έρχεται πάντα
"μα πώς είναι δυνατό;
σαν λίγο πριν μου φαίνεται
χθες βράδι πάλι το ίδιο που έκανα"
και αναρωτιέμαι
"πού πήγε η μέρα μου,
οι ώρες μου τί γίναν;"
και παρ' ότι καλά ξέρω
από πολλών ετών
πως είναι ο χρόνος μέγεθος
το πλέον σχετικό
δεν παύω να ταράζουμαι
και να στεναχωρούμαι
από αυτή την άχαρη απορία
που σαν το αγκάθι
σουβλίζει και τρυπά
το ενοχλητικό.

Δευτέρα 20 Νοεμβρίου 2017

Ιδιαίτερες έως ακραίες (σ)τάσεις καλλιτεχνικής προσωπικότητος, γαλλικής παιδείας, πολυταξιδεμένης και ιστοριομαθούς


Είμαι βλάχος, καννιμπάλ
λέτσος, λέρας και μπανάλ
καλλιτέχνις σουρεάλ
δεν εκθέτω στην Πιγκάλ
μα στο άγριο Τρανσβαάλ

ζήτω ο Ασσουρμπανιμπάλ!

Κυριακή 19 Νοεμβρίου 2017

Αλλάζει ο άνθρωπος;


Για τον Γ.Σ. και τα ηλίθια αστεία, Οδός Μαυρομιχάλη, Νεάπολη - Εξάρχεια, Αθήνα, 26 και 28/10/'017

Και αν του γράφει γέλιο
ή βάσανο, μαράζι

μέτρο, σοβαρότητα
ή χάχανο και χάζι

θέατρο και ψέμματα
ή αλήθεια και ας σφάζει

έξεις αθεράπευτες
θέληση που δαμάζει

δισταγμό και φρένο
ή θάρρος κι όλο γκάζι

σκοτάδι που κυκλώνει
ή μέρα που χαράζει

ήλιο προβλέπει κι έρχεται
κρύο μελετάει, χαλάζι

πέλαγο άπλετο, ανοιχτό
στενούρα και μπουγάζι

σκαρί που σκίζει το νερό
βάρκα τρύπια που μπάζει

να προχωρά , να εργάζεται
να κάθεται, ν' αράζει

να φέρνει αποτελέσματα
χίμαιρες να φαντάζει

να πέφτει, να σηκώνεται
να κλαίει, ν' αναστενάζει

να υπομονεύει, να φρονεί
να χάνεται, ν' αδειάζει

να λύνει τα προβλήματα
αναβολές να βάζει

ν' ανοίγει, να εισδύεται
να κλείνει και να φράζει

να κάνει ότι υπόσχεται
τον ουρανό να τάζει

με λίγα λόγια καθαρά
τη σκέψη του εκφράζει

να υπεκφεύγει, να φλυαρεί
να σκούζει, να φωνάζει

ψύχραιμα πάντα ν' αντιδρά
με όλα να τρομάζει

με σύνεση να οικοδομεί
πρόχειρα να σωριάζει

στέργει για να κουράζεται
καθετί τον κουράζει

ήσυχα όλο να μιλά
ν' ακκίζεται, να κράζει

να μη χωράει πουθενά
σε όλα να ταιριάζει

εκλεκτικά να δέχεται
ή ό,τι βρει να αρπάζει

αλόγιστα να χύνεται
ή με φειδώ να στάζει

κομμάτια ενώνει και κολλά
διαλύει, θραύει, σπάζει

σκέπτεται τις συνέπειες
το αύριο δεν τον νοιάζει

τους φόβους του κατανικά
το πιο μικρό τον σκιάζει

...

τα ξέρει τα ελαττώματα
αγανακτεί και βράζει

και όλο λέει "να κάνω αλλιώς"
μα ο άνθρωπος  δεν αλλάζει.

Τετάρτη 15 Νοεμβρίου 2017

Η πόλη των δρομέων


Οδός Βατάτζη και Λεωφόρος Αλεξάνδρας, Παναθήναια - Νεάπολη, Αθήνα, 15/11/'017

Αυτή η πόλη έχει εσχάτως αποκτήσει
μια τάση έντονη
μια εμμονή μπορεί κανείς να πει
με τον αθλητισμό
όποιον και να ρωτήσεις τί γίνεται, τί κάνει
σου απαντάνε όλοι
με την ίδια στερεότυπη επωδό:
"τρέξιμο, πολύ τρέξιμο!".

Τρίτη 14 Νοεμβρίου 2017

Ξανάγινα παιδί


Βρέθηκα στην πλατεία Ομονοίας
σήμερα το πρωί
την ώρα που ετοιμαζόμουν
να κατέβω στον υπόγειο
να πάρω τον ηλεκτρικό
για να μεταβώ σε μία άλλη στάση
κοντά όπου είχα μία υπόθεση
της εργασίας μου
ένοιωσα αίφνης κάτι παράξενο
κάπως όλα γύρω να αλλάζουν
μα και ίδια σχεδόν να παραμένουν
σε αυτό το μέρος, το γνώριμο από παλιά
τα βήματα μου είδα να κονταίνουν
το σώμα μου να χαμηλώνει
κι όπως έχανα ύψος
το χέρι μου στο πλάι σηκωνόταν
ένα λεπτό χεράκι παιδικό
με το άκρο του κρυμμένο
μέσα σε μια παλάμη που το βάσταγε
έστρεψα το βλέμμα κι είδα δίπλα μου
να περπατά η μάνα μου.


Δευτέρα 13 Νοεμβρίου 2017

Η τελευταία ακύρωση


Το τελευταίο χάρτινο εισητήριο
εισχώρησα απόψε στο μηχάνημα το ακυρωτικό
το μέσον: Ηλεκτρικός Σιδηρόδρομος
ο σταθμός επιβιβάσεως: Ειρήνη
η ώρα: έξι και πέντε λεπτά, μετά μεσημβρίαν
από αύριο το παρελθόν σταματά, ανασχέεται
το μέλλον επελαύνει και προμηνύεται λαμπρό
σύγχρονο, τεχνολογικό
με εισητήριο ηλεκτρονικό

στη διαδρομή ως τα Άνω Πατήσια
είχα σκαρώσει το στιχούργημα αυτό.

βλ. και: εδώ

Κυριακή 12 Νοεμβρίου 2017

Χάμπεας Κόρπους


Θά 'χει αδειάσει το τελεφτέο μπουκάλι
και θά 'ναι πέρα πεταμένο το πώμα
φύγαν' από ώρα όλοι απ' το σπίτι
ψυχή δε θά 'ναι στο δώμα
και νόημα πια δε θα υπάρχει κανένα
αν είναι στέρφα η γης μ΄άγονο χώμα
τουλάχιστον ας μην ήταν τα ύστατα
παρακάλια και κλάματα για "λίγο ακόμα"
δια βίου επιθύμησε ρωμαλέο να διέθετε
τούτο που κείται στο πάτωμα τ' άχαρο σώμα
ακούσια έχουν τρέξει υγρά
το χώρο πνίγει η βρώμα
διπλωμένα τα μέλη σε γωνίες παράδοξες
κι ένα μακάβριο, ορθάνοιχτο στόμα

"Βρε να σου πετύχει δουλειά"
θα γκρινιάζουν οι υπάλληλοι
καθώς αποσύρουν το πτώμα.

Σάββατο 11 Νοεμβρίου 2017

Χάι βόλτατζ


Σα μάβρο φίδι τεράστιο
ανεκδιήγητου μήκους
ξαπλώνει το πελώριο σώμα του
νωχελικά στο βυθό
έχει καλό καμουφλάζ
παίρνει το χρώμα της άμμου
των πετρών και των θαλάσσιων χόρτων
μα νοιώθεις την κεκαλυμμένη απειλή
καθώς προχωρά και εκτείνεται
το καλώδιο υψηλής τάσεως
από αυτή τη μικρή παραλία
του χωρίου Άγιος Νικόλαος
της χερσονήσου των Μεθάνων
έως το απέναντι Αγκίστρι.

Πέμπτη 9 Νοεμβρίου 2017

Άλλη μια απώλεια


Πόσο στεναχωρήθηκα σήμερα το πρωί
στα χέρια μου έγινε μέσα σε μια στιγμή
τόσο καιρό μαζί μου ήταν πολύ
τη βρήκα με τις άλλες, την παρέα της
στο σπίτι το παλιό
υπήρχανε σ΄αυτό πριν από μένα
οχτώ χρόνια έμεινα εκεί
την έφερα, όλες τις έφερα, στο νέο σπίτι
και ζω έξι χρόνια εδώ
σύνολο δεκατέσσερα
και πόσα άραγε πιο πίσω; πλήρης ημερών!
Δεν είναι αυτό δικαιολογία!
λέω στον εαυτό μου
ίσα ίσα εύθραυστη που ήτανε
έπρεπε να προσέχεις
πάει τώρα, αυτό έγινε
ειρήνη ημίν, αμήν
τα μάτια σου στο εξής
στις λιγοστές εναπομείνασες
τί; μα ναι, και βέβαια
συνεχίζεται η ζωή
η ζωή που όσο περνούν τα χρόνια
γεμίζει με απώλειες, μα...
έχει και πράγματα καλά
ευχάριστες εκπλήξεις
κόλπα απίθανα κι εφφέ...

Μού ΄σπασε η κούπα του καφέ.


Τετάρτη 8 Νοεμβρίου 2017

Ένα ακόμα θλιβερό υποκατάστατο


Το ηλεκτρονιγάρο
πολύ γελοίον είναι
ανάβει με τραντζίστορ
και της φωτιάς τελείωσε
το παλιό πάρε δίνε

λυχνίες, λάμπες έχει
αστράφτει και φαντάζει
και πού 'ναι στο σκοτάδι
η πυρωμένη κάφτρα που
καλή ελπίδα μοιάζει

μα πιο σπουδαίο σίγουρα
που δε μπορεί - του κάκου
τη γεύση και το άρωμα
τα φίνα, του καιόμενου
να δώσει του ταμπάκου.

Τρίτη 7 Νοεμβρίου 2017

Μην αρχίσεις «πάλι πίνεις;»


Από το τραγούδι "Don't start me on the liquor" από το 1994, του αμερικανικού συγκροτήματος Violent Femmes, συνθέτης - στιχουργός: Gordon Ganno, το τραγούδι στο σύνδεσμο: https://www.youtube.com/watch?v=xMwGBr4QZKY&list=RDxMwGBr4QZKY , οι στίχοι: https://www.azlyrics.com/lyrics/violentfemmes/dontstartmeontheliquor.html, μετάφραση: Χ.Δ.Τ. 

Μην αρχίσεις «πάλι πίνεις;»
Όλο σκέτο θα το πιω
Και θα ευχηθώ αγάπη
Μα πίνω πιο πολύ

Όταν κάποιον μισώ
Μεγάλωσα πια και πονάω
Σκούριασε η μηχανή
Λες ξανά να ξημερώσει

Και ο ήλιος να φανεί;
Κι όλο πίνω άσπρο πάτο
Και το πάω όλο κάτω
Και θα ευχηθώ ζωή

Μα πίνω πιο πολύ
Ο Δαίμονας σαν με καλεί
Γι αυτό όλο πίνω, πίνω, πίνω
Προσοχή στα καλέσματα μη δίνω

Ούτε σπίτι έχω ούτε ελπίδα
Συντροφιά ούτε πατρίδα
Ατέλειωτες κρύες νύχτες τρόμου
Μέρες όλο μοναξιά

Τίποτα δεν έχει μείνει πια
Μα δεν ήξερα για την αρρώστια
Που γίνεται όλο πιο βαριά
Παλιάτσος είναι με δρεπάνι

Και χωρίς καρδιά
Μην αρχίσεις «πάλι πίνεις;»
Άλλο δεν έχω για να πω
Λίγα λεφτά που είχα

Όλα τά ‘κανα καπνό
Μουρμουρίζω «Ω! Χριστέ μου!»
Ντροπιασμένος το κεφάλι μου κρεμάω
Κι όλο προσπαθώ μα

Μεγάλωσα πια και πονάω
Μην
Μην αρχίσεις
Μην αρχίσεις πάλι

Μην αρχίσεις πάλι, μη
Μην αρχίσεις πάλι, όχι
Μην αρχίσεις «πάλι πίνεις;» 

Δευτέρα 6 Νοεμβρίου 2017

Εγώ ειμίν


Απωλολότο ερίφιο
σε σαστισμένο δρόμο
πλάσμα χαμένο του Θεού
έμπλεο από τρόμο

ψάχνει να βρει καταφυγή
φιλεύσπλαχνο Ποιμένα
βαρκούλα πού 'χει τσακισθεί
γυρεύει το λιμένα.

Σάββατο 4 Νοεμβρίου 2017

Ο μπερδεμένος συχωρεμένος


Μια ποιητική συλλογή
και ένα μυθιστόρημα
φορητά μες στο σακκίδιο
για ανάγνωση στα μέσα
μαζικής μεταφοράς
στα τρένα, στα λεωφορεία
ενίοτε σ΄αεροπλάνα και σε πλοία
καθώς και στις αναμονές
στις στάσεις, τους σταθμούς
καθώς και τους λιμένες αυτών
ή όπου αλλού τύχει
κι ένα ζεύγος αντίστοιχο
στο κομοδίνο, δίπλα στο κρεββάτι
για χρήση μετά την κατάκλιση το βράδυ
ή κατόπιν της εγέρσεως το πρωί
μαζί και κάποιες επίτομες
θεματικές εγκυκλοπαίδειες
δοκίμια, σύμμεικτα τοπολογικά
λαογραφικά και τέτοια
λίγο απ’ τό ‘να, λίγο απ’ τ΄άλλο
σε βάση καθημερινή επί δεκαετίες...

Σα να ακούω στα αυτιά μου
την  - όλο πάγο, φωτιά καμμία –
του καθαρολόγου, του πουρίστα τη φωνή:
«Εμ, θα τα κάνεις καημένε αχταρμά
τον λυρικό, τον κλασσικό, τον μέγιστο
με τον φτηνό, τον λαϊκό τον στιχοπλόκο θα μπερδέψεις
και τον πυλώνα της λογοτεχνίας της παγκόσμιας
το έργο σταθμό, το αριστούργημα
με το χυδαίο αστυνομικό, το καουμπόικο
τα αποκυήματα καθεμιανού της φαντασίας
των χαμηλών ενστίχτων το ανάγνωσμα
στο τέλος θα τα μπλέξεις...»

Και πιάνω να φαντάζομαι...
καλά λέει που θά ‘τανε
να ακουγότανε Μετά
μια άλλη φωνή που να αποφαίνεται:
«Του άρεσαν του μακαρίτη διάφορα
μα ιδιαίτερα οι λέξεις».


Πέμπτη 2 Νοεμβρίου 2017

Πνίγο...


Θρίβομαι
Φρύγομαι
Στύβομαι
Σκύβομαι
Θλίβομαι
Λήγομαι
Κρύβομαι
.....μαι.

Τρίτη 31 Οκτωβρίου 2017

Αναρώτημα Οκτωβρίου


Βρέχει συχνά
κρύωσ’ ο καιρός
και χάνεται το φως
μετά το μεσημέρι
πώς έγινε αυτό;
αναρωτιέμαι καθώς κοιτώ
σε μια γωνιά αφημένο
το σάκκο της θαλάσσης
με το στρώμα, την πετσέτα
τη μάσκα, το μαγιώ, το αντηλιακό
πότε έγινε αυτό;

Χτες ήταν καλοκαίρι.


Παρασκευή 22 Σεπτεμβρίου 2017

Η κούρσα


Όπου νά ΄ναι θα πάω
βόλτα με κούρσα
αστραφτερή και μεγάλη
θα διανύσει σύντομη διαδρομή
και ξέρω πού θα με βγάλει
διθέσια μόλις μα πίσω
πολύ άνετοι οι χώροι
θα κινείται αργά και θα έπονται
κάποιοι λίγοι οδοιπόροι
οι οδηγοί σοβαροί
και σκούρα ντυμένοι
και - τί ωραία! - με άνθη
παντού θά 'ν' στολισμένη.


Σάββατο 9 Σεπτεμβρίου 2017

Ο λυρισμός του χειμωνιάτικου Αυγούστου


Εγώ είμαι το ον το ανυπέρβλητο
το πλουμιστό, το συρφετό, ο χαμαιλέφας
ορδές με κυνηγάνε λυσσωδώς
έως τα σύνορα της επικρατορίας
διαφεύγω με τρυκ
χύνω μελάνι, τρώω τα ψίχουλα
οι ιχνηλάτες οδηγούνται σε απογνώσεις
έχει σκοτάδι, έχουν παυθεί
από τις υπηρεσίες τους οι φρικτορύχοι
μα να πεις είχε και νέα;
συμβάντα μηδέν
οι γυναίκες γεννούν
οι άντρες παχαίνουν
ξαπλωτοί ροφούνε ηδύποτα
και μυρωδάτα καπνίζουν ταμπάκα
από μακριές πήλινες πίπες
αναστενάζουν κάθε τόσο «Αφερίμ»
μα στα μέρη αυτά
δεν έχει ακούσει κανείς
για του Θεού τον Προφήτη
σύγνωση απόστασης
φιλία με δόλο
αισθάνομαι πόρρω καλύτερος
απ’ όλους αυτούς τους χωριάτες
θέλω να τους φτύσω κατάμουτρα
αφού πριν τους βατέψω τις κόρες
η καθηγήτρια που δίδασκε τσέμπαλο
μου υποσχέθηκε να μου δείξει κορνέτα
εφιαλτικό υποβρύχιο
σεσημασμένο πριόνι
φονικό στιλβωτήριο
ποντοπόρο σαμάρι
σηκώνω σιγά – σιγά επανάσταση
θα αιφνιδιαστούν ένας κι ένας
ησυχία που έχει!
μέχρι κι οι δεκαοχτούρες έχουν σωπάσει
και τα βράδια δεν αλυχτούνε οι ύαινες
απελπισία τις δέρνει
κάθε νύχτα σχεδόν νηστικές
όλοι βλέπεις πια φύγανε
οι αειθαλείς τυμβωσυλλήτες
κάτι πρέπει να γίνει στον τόπο αυτόν
όπου μοιάζει σαν ακίνητη λίμνη
πλοία κουρσάρων να έρθουνε από το βουνό
κοσμοναύτες να βγούν απ’ τη στέρνα
ως και τα πρόβατα σταβλίζονται μόνα τους
και σταδιακά μαθαίνουν φλογέρα
φωτιά ν’ ανάψει
να στηθεί ο καυγάς
βεδουΐνοι να σκαλίζουνε άρπες
και τρεις γέροι μπρος από ενενήντα χρονώ
να είναι οι μαιτρ στις φωτοβολίδες
ο Βενιαμίν Γολιάθ νά ‘ναι όνομα
ο Σαμψών Δαλιδάς κι αυτό νά ‘ναι
ο Ιούλιος Βρούτος νά ‘ναι κι αυτό
κι ο Μωάμεθ Ιησούς νά ‘ναι επίσης
δε θα μείνει πολύ έτσι, τ’ ακούς;
οι δυνάμεις θα επέμβουν της φύσης
ένας κολοσσιαίος κατανταπολιμός
και σεισμός είκοσι Ρίχτερ
πλίνθος επί κεράμω δε θα μείνει ουδείς
αλί τρισαλί πυρί γαία μιχθήτω
«βόηθα!» θα ουρλιάζουνε τρανέ Τουταγχαμών
και «βάλε το χέρι σου Άη Νικόλα»
κι εγώ θα γελώ από μία γωνιά
καθώς θα τηγανίζω μαρίδες
που θα απιθώνω σε απλάδες κοφτερές
για ριψοκίνδυνους εκλεκτούς συνδαιτημόνες
που θα προσέρχονται ξυπόλητοι μεν
αλλά με περισπούδαστα φράκα
και τρώγοντας μ’  όρεξη
θα κάνουν όλο «Ον! Ον! Ον! Ον!»
που ένας Θεός ξέρει τί να σημαίνει
κρίνοντας όμως από το γεγονός
πως στα πιάτα μόνο θα μείνουνε κόκκαλα
η μαγειρική μου πρέπει νά ΄κανε θραύση
ελπίζω να επωφεληθώ λίαν σύντομα
και σε θέση καλή κάποιος να με διορίσει
με σπουδαίο μισθό
και γραφείο στιλπνό
και προαγωγές τακτικές και ταχείες
είμαι βλέπετε έτοιμος για μεγάλη ζωή
δουξ τουλάχιστον και μάλλον βέβαια πρίγκηψ
θα ζητήσω παλλακίδες πολλές
και ανά τις εποχές από ένα χαρέμι
θα ταξιδέψω στα πέρατα
θα διατηρώ οικόσιτα τέρατα
που θα εξημερώνω με οίστρο
θα πλαισιώνομαι από ετερόκλητα μίγματα
απαρτιζόμενα από στείρα ντουέτα
δεν έχω χρόνο - το ξέρω - για όνειρα
γι αυτό και με σύστημα αρχίζω
θα ενοικιάσω πρώτα ένα παγοθραυστικό
και θα μισθώσω μισό κοπάδι καμήλες
που θά ‘ναι όλες ημίαιμες
μα θα γνωρίζουνε κόλπα και γρίφους
δε νομίζω να επεκταθώ και στο διάστημα
το θεωρώ βαρετό, τετριμμένο
α! μια και είπα αυτό: να γνωρίζετε
τρέφομαι μόνο με μακαρόνι χοντρό
κι από πάνω τυρί πολύ άσπρο τριμμένο
οινοπνευματώδη δεν πίνω μα αρέσκομαι
κάθε τόσο να μεθώ με παρέα
ααα! τί κέφι τότε που γίνεται
και πόσο περνούμε ωραία
μας σιγοντάρουν κροκόδειλοι
μας διασκεδάζει μια ορχήστρα με ράφτες
καρεκλοκένταυρο έναν κάποτε που είπανε
κι έγινε φασαρία μεγάλη
σκορπίσαν τα μπωλ τα φυστίκια πιστάκιο
και τα πιο πολλά φτερά τους χάσαν οι παπαγάλοι
οι γυναίκες ουρλιάζαν
οι γραίες εδέρνονταν
γοερά έκλαιγε κάθε χαμίνι
ιερεύς λοιπόν κι εγώ μασκαρεύτηκα
και με φωνή δυνατή «Αδελφοί!»
τους έλεγα, «Αδελφοί μου, Ειρήνη!»
αλίμονο δεν εισακούστηκα
στις περιπτώσεις αυτές
η εμπλοκή προσιτή θα κορώσει
αντίδοτα δε θά ‘χει κανείς
ούτε σουτιέν ή κινίνο
κι εγώ συλλογίζομαι:
βρε τί μπελάς και τί μπλέξιμο;
ώρα μήπως λες να του δίνω;
φράξε με λίγο, τόση αγάπη σου έδειξα
και μοιάζω όπως λες με το Φοίβο
μα για ανταπόδωση συ με ανάγκαζες
κάθε μέρα πιπέρι να τρίβω
μια παρωπίδα εκλιπαρούσε δεξιόστροφα
γονυπετής, κλινήρης, αβέρτη
δεκαετίες το μαράζι μου ήσουνα
το φριχτό το σαράκι, το ντέρτι
το αίμα μου πίσω θα πάρω με ανήλεα μαρτύρια
που θα σου κάνω μ’ ένα πλισέ κλαδευτήρι
το κορμί μου αν ζητάς να σου δώσω δεν πρόκειται
να σου κάνω ποτέ το χατήρι
βάλε μου πάλι θα λες όλο αναίσχυντα
μέσα μου το φαλλό σου υπερόπτη
μα εγώ πιο βαθιά θα σε κόβω ανυπόληπτη
μ’ ένα στραβό ιογενή νυχοκόπτη
καιόμενος ως εν αρμάτι Φαέθωνας 
θα λάμπω σ’ όλη την παραλία
χωρίς στιγμή να διστάσω σκεπτόμενος
ποιός θα ‘ρθεί στη βαρετή μου κηδεία
μέρες και νύχτες συγκέντρωνατε δρέπανα
με τις γλώσσες σας σα γυαλόχαρτα φίνες
μην ακούτε τί λένε,  δε γνωρίζουνε τίποτα
το καλύτερο μέλι το βγάζουν κηφήνες
ω! ας τελειώνει πια τούτο το παραλήρημα
ο σαλός οχετός πια ας σώσει
και αν άλλος έχει χειρότερο
ε να! ας κοπιάσει να δώσει.

Δευτέρα 4 Σεπτεμβρίου 2017

Δίπλα στο λάδι και το ξύδι


Έφθασα στο επαρχιακό, εξοχικό σπίτι
όπου συχνά εφιλοξενούμην
για παραθερισμό, στις διακοπές
ξεκλείδωσα, εισήλθα
άνοιξα τζάμια και πατζούρια
ν΄αεριστεί ο χώρος και να μπει φως
ενεργοποίησα την παροχή νερού και ρεύματος
άναψα το ψυγείο
έβαλα σε μια άκρη τις αποσκευές
έβγαλα ορισμένα ενδύματα και κρέμασα
ύστερα τα είδη του μπάνιου, τις πετσέτες
έστρωσα το κρεβάτι έπειτα
και πήγα ως την κουζίνα
να αποθέσω εκεί τα λιγοστά χρειώδη
όπου είχα αγοράσει
καφέ δύο λογιών, νερό εμφιαλωμένο
παξιμάδια κι ένα βαζάκι γλυκό του κουταλιού
καθώς τακτοποιούσα το λοιπόν
διακριτικά σε μια γωνιά
παρατήρησα εκεί δίπλα
στον πάγκο της κουζίνας παρατεταγμένα
ένα μπουκάλι λάδι
δύο διάφανα δοχεία με ελιές
το ένα μαύρες, το άλλο πράσινες
και ένα  δοχείο με τουρσιά
κι ένα μπουκάλι ακόμα, αυτό ξύδι και...
τί νά ‘τανε Αυτό;
λάθος να γίνει δε μπορούσε
σ’ ένα μπουκάλι πλαστικό
άλλοτε του νερού
χωρητικότητος ενός και ημίσεως λίτρου
με χρώμα σκουροκόκκινο, μαύρο σχεδόν...
το σήκωσα με το χέρι και αισθάνθηκα
το βάρος του υπολογίσιμο
την επαρκή, χορταστική ποσότητα
έλεγξα το καπάκι, δοκίμασα προσεκτικά
δεν ήταν σφραγισμένο!
και με αργές κινήσεις το άνοιξα
το θείο άρωμα πλημμύρισε το χώρο
μα δε μου έφτανε αυτό
στη μύτη το πλησίασα και ρούφηξα
αχόρταγα τη μυρωδιά
των φρούτων που χιλιάδες χρόνια τώρα
οι άνθρωποι καλλιεργούν και κατεργάζονται
για να παράξουν το ευλογημένο αποτέλεσμα
μύριζα και μύριζα
γέμισε η ρινική κοιλότητα
το στόμα, τα πνευμόνια, η ψυχή
το σώμα, το μυαλό, το είναι γέμισε
με θεία ευωδία
και την ανάμνηση πια τώρα
της ζηλευτής του επενέργειας
κι αν ήταν σκέφτηκα εδώ
τίποτα γευσιγνώστες, τίποτα ειδήμονες
θα άρχιζαν να λεν
για ποικιλίες ορεινές ή πεδινές
για ονομασίες προελεύσεως
για πρώιμη ή όψιμη κοπή
για άνυδρη χρονιά ή με βροχές
και για τα σκεύη της παλαίωσης
και το έτος εσοδείας
για γεύσεις κι επιγεύσεις, αποχρώσεις
και άλλα ένα σωρό που μου ήτανε
αδιάφορα συλλήβδην
καθώς εμένα ενδιαφέρον μόνο μου
ό,τι κρυβόταν από πίσω
στο βάθος, στο επίκεντρο
Εκείνο, Αυτό, το Ένα
το Μάγο, το Ουσιαστικό, το Ανυπέρβλητο
εκείνο που όλα σου τα δίνει αμέσως, δια μιας
(κι ύστερα βέβαια, προοδευτικά
πίσω στα παίρνει όλα
μα τείνεις να ξεχνάς αυτό
και να θυμάσαι τ΄άλλο)
που σε γεμίζει με χαρά
αισιοδοξία, δύναμη
τάλλαντα, απαράμιλλα
και στυλ και γοητεία
και δίνει χρώματα και διώχνει μακριά
τις λύπες, τη μαβρίλα
και ήρωα σε κάνει
ή μάλλον ακόλουθο σε θέλει
πες ίσως και υποτελή
μα εγώ προθύμως
την άκρη του μανδύα του
στο μέτωπο ακουμπώ
και ασπασμούς στα πόδια όλο του δίνω
δεμένος στο άρμα του
ταγμένος δια παντός
και όλο κάτι παύσεις κάνω
κάτι διακοπές
σαν τώρα καλή ώρα λίγοι μήνες
μα πού ακούστηκε βεβαίως
μία για πάντα, δια βίου αποχή
λες κι είναι κάτι άλλο
σαν κάτι χα! ανώτερο
που να μπορεί να δώσει
στο βίο νόημα, στο καθετί πνοή.

Είμα ένα τέταρτο εκεί
όρθιος στην ίδια στάση
με τη μύτη κολλημένη
Εισπνοή! Εισπνοή!

Κυριακή 3 Σεπτεμβρίου 2017

Κάθε φορά


Όλα τα σημάδια του καλού Θεού
ενάντια στη σκοτούρα τη μάβρη του Κακού
με έκπληξη τα δέχομαι, κάθε φορά σαστίζω
κι όλο στον εαυτό μου του λέω, του θυμίζω
μην κάμπτεσαι, μη χάνεσαι, πίστευε, αγωνίσου
για όσο είναι γραμμένο υπόλοιπο ζωής σου

κι ευγνωμονών απέραντα
εις προς τα άνω θρώσκω
μα πιο ύστερα – αλίμονο – ξεχνώ
πάλι στα σκότη βόσκω.