Πέμπτη 24 Μαρτίου 2016

Εξάστοχο


Πώς θα ‘βγει σήμερα
άλλη μια μέρα
ζωή φοβέρα

ας έρθει βράδυ
έστω σαν χάδι

μετά σκοτάδι. 

Τρίτη 8 Μαρτίου 2016

Ξανακερδίζοντας τον χαμένο χρόνο


Καθώς φυλλομετρώ τις αποδείξεις
των τελευταίων τριών μηνών περίπου
που έχω βγάλει απ’ το κουτί
πρόχειρα όπου τις φυλώ
για ταξινόμηση και περαιτέρω αρχειοθέτηση
για λόγους πιθανής
χρείας στην εφορία
κάπως μ΄αρέσει αντιλαμβάνομαι
αυτή η εργασία
που γίνεται τούτη την ήρεμη
ώρα του απογεύματος
και διαβάζοντας στις αποδείξεις
π.χ. των αγορών ποικίλων αγαθών
το όνομα του καταστήματος ή τον ιδιοκτήτη
τη διεύθυνση, την ημερομηνία, την ώρα
ανατρέχω στο παρελθόν και λίγο πολύ θυμάμαι
τη μέρα και τη στιγμή
όπως και με τις αποδείξεις ταξιδιών
από μακρινά καφέ και ρεστωράν
και εισιτήρια και διοδίων αποκόμματα
μου θυμίζουν προορισμούς
και αποδράσεις έξω απ’ την πόλη
ή ακόμα με κάποιες αποδείξεις απ’ τ’ αεροδρόμιο
ακόμα κι έξω από τη χώρα
και είναι κάπως σα να ξεφυλλίζω ημερολόγιο
κάπως σα να μη σβήσανε αυτά τα περασμένα
κάπως σα να τα ζω ξανά
και να ξανακερδίζω το χαμένο χρόνο
(χμ!... σαν κάτι να μου λέει η φράση αυτή
μα τί δε βρίσκω τώρα)

Λίγο μετά και κατά τα λοιπά
αφού τη δουλειά μου ολοκληρώνω
δε μπορώ παρά να σημειώσω
μια αξιοθαύμαστη που έκανα στατιστική
εις ότι αφορά τ’ αγορασθέντα είδη
και όχι την αξία τους
αλλάς ως προς τις ποσότητες, τον αριθμό
η κατανομή σε ποσοστό περίπου βρήκα ότι είναι:
2% για συμπληρώματα ιματισμού
3% για μικροπράγματα κάθε λογής
10% για αγορά βιβλίων
30% για προϊόντα διατροφής
και όλο το υπόλοιπο ποτά αλκοολούχα…
ε, δε θέλει και πολύ κανείς να καταλάβει
ότι εδώ υπάρχει ένα πρόβλημα οξύ
που αν δεν αντιμετωπισθεί
με τρόπο καίριο, οριστικό για πάντα
θα επιφέρει σίγουρα οδυνηρές συνέπειες
να μη σου πω ακόμα και μοιραίες
και επιτέλους είναι ειρωνεία
και είναι ύβρις δηλαδή
απ’ τη στιγμή που είν’ από το σπίτι
ούτε 5 λεπτά τα κεντρικά γραφεία Αθηνών
της οργανώσεως των Αλκοολικών Ανώνυμων
όπου λαμβάνουν χώρα συνεχώς καθημερνά
πυκνές και τακτικές οι συναντήσεις
να, εδώ στη Λεωφόρο, στον 6ο όροφο
της πολυκατοικίας πάνω από το Μίνι Μάρκετ
του οποίου μάλιστα τώρα δα να μια απόδειξη είχα βρει
μα πού ν’ τη βρε παιδί μου, πού ν’ τη;… ορίστε! νά ‘τη!
19 του μηνός, ώρα 7 το απόγευμα
ένα λίτρο χυμό ανάμικτο
γκρέιπφρουτ και σαγκουΐνι
μια ρώσικη σαλάτα
μία φιάλη βότκα κατηγορίας δεύτερης
και μια εξάδα μπύρες.
Μεγάλες.

  

Σάββατο 5 Μαρτίου 2016

Το τίμιο ξύλο

Αφού ο περιπλανώμενος οδοιπόρος ξεκουράστηκε, ζεστάθηκε δίπλα στην φωτιά, χόρτασε την πείνα του και κόρεσε τη δίψα του απολαμβάνοντας τις θερμές φροντίδες των λιγοστών και φτωχικών αλλά φιλόξενων κατοίκων του μικρού χωριού, όπου ο δρόμος του τον είχε βγάλει, θεώρησε τουλάχιστον υποχρεωμένος να τους εξιστορήσει κάποιες από τις περιπέτειες και τις περιπλανήσεις του, όπως του είχαν ζητήσει. Μέρη που είχε πάει, τόπους που είχε δει, αξιοθέατα, ανθρώπους, πράγματα περίεργα και θαυμαστά.
Τους μίλαγε και τους έβλεπε να κρέμονται απ’ τα χείλη του καθώς κανείς τους δεν είχε βγει έξω από τα σύνορα της κομητείας, μερικοί μάλιστα ούτε καν πέρα απ’ το χωριό. Τελείωσε τη διήγηση και έπειτα τους βεβαίωσε ότι από πεποίθηση όλα αυτά τα χρόνια, είχε επιλέξει να ταξιδεύει πεζοπορώντας και όχι να χρησιμοποιεί κάποιο άλλο μέσον, ζώο φερ΄ειπείν, άμαξα ή άλλο. Κι όταν τον ρώτησαν τί εφόδια χρειάζεται κανείς για να μπορεί να πεζοπορεί τόσο πολύ και τέτοιες αδιανόητες αποστάσεις, άρχισε να τους απαριθμεί κατά την κρίση του.
Πρώτα απ’ όλα τους είπε και πριν καν ξεκινήσεις, δυο πράγματα: θέληση και πίστη. Πίστη σ΄αυτό που πας να κάνεις και βέβαια στο Θεό. Αλλιώς καλύτερα να μείνεις εκεί που είσαι. (Τον άκουγαν έκθαμβοι, φαίνονταν ωστόσο να συμφωνούν και να επιδοκιμάζουν). Έπειτα τους μίλησε για μια σειρά από πιο πρακτικά πράγματα. Τους έδειξε τα δερμάτινα άρβυλα του με τα καρφιά στις σόλες, τα ίδια με τα οποία είχε πριν τόσο καιρό ξεκινήσει και που χάρη στην τακτική φροντίδα του αλλά και της συντήρησης που τύχανε σε διάφορα μέρη πού ΄χε περάσει, από μάστορες παπουτσήδες που τιμούσαν την τέχνη τους, αντέχανε ως σήμερα. Ο ρουχισμός του άνετος και ανθεκτικός. Η μακριά του κάπα, προστασία από τον αέρα, τη βροχή, το αγιάζι, το χιονιά μα και σκέπασμα τα βράδια που κοιμότανε στην ύπαιθρο. Το μαντήλι του, που ανάλογα με τις συνθήκες το τύλιγε γύρω από το λαιμό ή το μέτωπο να απορροφά τον ιδρώτα ή το έκανε κεφαλόδεσμο ή κάλυμμα προσώπου κ.λ.π. Ύστερα τους έδειξε τον πεζοπορικό του σάκκο, φτιαγμένο από καναβάτσο που του είχε προμηθεύσει ένας φίλος ναυτικός. Τον άνοιξε μάλιστα και τους έδειξε τα λίγα – μα απαραίτητα γι αυτόν – που περιείχε: ένα μικρό σακκούλι με λιγοστά τρόφιμα διαρκείας, το παγούρι του με το νερό, μια αλλαξιά εσώρουχα κι ένα καθαρό πουκάμισο, το σουγιά του, μια πυξίδα, το ξυράφι του και μια πλάκα σαπούνι, μια θήκη με ταμπάκο, ένα τσακμάκι και τις δυο πίπες του, ένα σημειωματάριο που έγγραφε και σκιτσάριζε τις εντυπώσεις του και όταν αυτά γέμιζαν, τα έστελνε ταχυδρομικά στον αδερφό του που τα φύλαγε. Σκεφτόταν, είπε, αν κάποια στιγμή σταμάταγε τα ταξίδια, να κάτσει με βάση τα σημειωματάρια αυτά και να γράψει ένα βιβλίο. Τέλος, είχε ένα μεταχειρισμένο χάρτη της περιοχής και μια μικρή Βίβλο.
«Μα το πιο χρήσιμο φίλοι μου απ’ όλα για τον πεζοπόρο» είπε τελειώνοντας «που χωρίς αυτό δεν κάνει, δεν είναι άλλο από αυτό...» κι έπιασε απ’ το πλάι το πεζοπορικό του μπαστούνι. Ένα ευθύ κομμάτι ξύλο ανθεκτικό, ψηλό σχεδόν όσο το μπόι του, φθαρμένο και λειασμένο και φθαρμένο και λειασμένο ξανά και πάλι από τη χρήση, με χοντρούς κόμπους εδώ κι εκεί, τρυπημένο στο πάνω μέρος, μ΄ένα δερμάτινο λουρί περασμένο εκεί – λαβή για το χέρι του ιδιοκτήτη και στο κάτω μέρος, ένα μεταλλικό καψύλιο, κάλυμμα και προφύλαξη του μπαστουνιού απ’ τη φθορά.     
«Πέρα από στήριγμα» εξήγησε ο ξένος «στις αμέτρητες ώρες πεζοπορίας, το μπαστούνι παρέχει ασφάλεια στα ολισθηρά κι επικλινή περάσματα, ανοίγει δρόμο και ανιχνεύει το έδαφος όταν είναι με χιόνια η πυκνή, ψηλή χλόη σκεπασμένο αλλά και χρησιμεύει για να κατεβάσεις φρούτα από τα κλαδιά, δώρα της φύσης στο κάθε πεινασμένο της παιδί που μέσα της πορεύεται ή και να σκοτώσεις κάποιο χέλι που τεμπελιάζει στο νερόλακκο ενός ποταμού ή στην άκρη της λίμνης. Και βέβαια μπορεί να γίνει όπλο και μέσο άμυνας, άμα θελήσουνε να σου επιτεθούν τίποτα άγρια σκυλιά ή τίποτε, ακόμα πιο άγριοι, ανθρώποι.  Αυτό...» ολοκλήρωσε ο ξένος κι έσφιξε με αγάπη το μπαστούνι του «...είναι ο πιο πιστός μου σύντροφος. Και είναι πραγματικά ένα «Τίμιο Ξύλο».
Το τελευταίο, το είπε βέβαια μεταφορικά, γι αυτό και άλλαξε τον τόνο της φωνής του και τό 'κανε γελαστά με διάπλατα τα μάτια και σηκωμένα φρύδια. Δεν το κατάλαβαν. Δεν έπρεπε να τά ‘χει πει τα λόγια αυτά. Μια ομάδα φανατικών, από τους θρησκόληπτους κατοίκους του χωριού (πού να το ξέρει;), στη μέση της νύχτας τόνε πνίξανε στον ύπνο του. Τεμάχισαν το μπαστούνι σε πολλές δεκάδες μικρά κομμάτια που μοιράστηκαν. Το τοποθέτησαν σε προθήκες στα εικονοστάσια τους και έφτιαξαν μ΄αυτό φυλαχτά που φόραγαν οι ίδιοι και δώριζαν στους πολύ στενούς συγγενείς και φίλους τους. Και τα κληρονομούσαν στους επόμενους. Επί γενεά και γενεά.

Κυριακή 28 Φεβρουαρίου 2016

Δυο στίχοι με κατάληξη –αν


Μόδα εφέτος και ετούτη
όλες φοράνε τα κολλάν
χωρίς εν μέρει έστω να καλύπτονται
από μία ζακέττα, ένα παλτό
κάτι ριχτό βρε αδερφέ
καλλίγραμμα τα οπίσθια
και οι χυτοί μηροί
και ούτως ώστε δικαιολογημένα ανταποκρίνονται
αι συμπατριώται μας οίτινες και τυγχάνουνε
ολίγον έως πολύ ανατολίται
με αναστεναγμούς βαθείς
που ακούς παντού γύρω στο δρόμο:
Αμάν! Αμάν! Αμάν! 

Σάββατο 27 Φεβρουαρίου 2016

Κούτσουρα


Γιατί να ξεπηδούν στην επιφάνεια
οι αναμνήσεις οι χειρότερες
και ν' αργοπλέουνε εκεί
σαν κούτσουρα αποκρουστικά
κι αβύθιστα - όχι τη μέρα
τότε τα καταφέρνω
αλλά τη νύχτα, όταν κοιμάμαι, δε μπορώ
παρά να κάθομαι εκεί ανίσχυρος
και όση ώρα πολλή
φαίνεται να διαρκεί ένα όνειρο
να τα παρατηρώ.

Σάββατο 20 Φεβρουαρίου 2016

Άντε γαμήσου Χένρυ


Άντε γαμήσου Χένρυ
απ΄τη Μασσαχουσέτη
των Ηνωμένων Πολιτειών
με τα γελοία τα
χωρίς μουστάκι μούσια σου
ανίκανος να ενταχθείς στο σύνολο
ν΄ανταπεξέλθεις στις κοινωνικές επιταγές
και του καθημερνού
μόχθου τις απαιτήσεις
από τον κόσμο αποσύρθηκες
ωσάν απόβλητος και ερημίτης
και χάθηκες στα δάση και τις ερημιές
ζώντας επί σειρά πολλών ετών
σε μία άθλια καλύβη μέσα
όπου την είχες μοναχός
-τρομάρα σου- κατασκευάσει
και μού ‘κανες εκεί το συγγραφέα
και τον ποιητή – φιλόσοφο
κι έρχεσαι ύστερα εδώ και αραδιάζεις
τις μεγαλοστομίες και τις ζούρλιες σου
και μας πετάς στα μούτρα ένα σωρό
ανόητα τσιτάτα:

«Το κόστος κάθε πράγματος είναι η ποσότητα εκείνου που εγώ αποκαλώ ζωή και πρέπει κανείς γι αυτό να ανταλλάξει, είτε αμέσως ή εν καιρώ».

Σημείωση: Henry David Thoreau (1817 – 1862), “Walden Life in the Woods”, πρόχειρη μετάφραση αποσπάσματος: Χ.Δ.Τ.
Υποσημείωση: είδες τώρα;

Παρασκευή 19 Φεβρουαρίου 2016

Ο ιατρός


Δέκα σχεδόν, μετά το Τέλος μήνες
επιχειρώντας να εντοπίσω μάταια
στο χάος του γραφείου μου
ένα ΣηΝτη με κάποιο πρόγραμμα υπολογιστού
ανάμεσα σε στοίβες δίσκων ψηφιακών
περιεχόντων μουσικές, ταινίες σινεμά
και ντοκουμέντα διάφορα
και άλλα θέματα ποικίλα
ξετρύπωσα ένα υπόλειμμα
από ‘να παλιό τεφτέρι

είχε οκτώ σελίδες καθαρές
που τις απέσπασα προς φύλαξη
(χαρτί γραφής και σημειώσεων
χρήσιμο πάντα είναι)
και το γραμμένο βλέποντας
από τη μέσα τη μεριά εξώφυλλο
ενθύμιο το έβαλα στην άκρη

μ’ έξυπνο τρόπο σημειώνονταν εκεί
η ημερομηνία 21 Δεκεμβρίου 2011
με την Ex Libris τη σφραγίδα μου
που εντός πλαισίου ορθογώνιου
και με μελάνη μαύρη
υπάρχει σταθερό το ονοματεπώνυμο
και κυλιόμενα ρυθμίζονται
η μέρα, ο μήνας ως και το έτος κτήσης
…υπάρχει βέβαια το ενδεχόμενο
τυχαία να βρέθηκε εκεί
σαν έκανα στο πρόχειρο αυτό χαρτί
μια δοκιμή πριν σημαδέψω δια παντός
την πρώτη κάποιου βιβλίου τη σελίδα
(μα όλα αυτά δεν έχουνε και τόση σημασία)
επίσης δύο λέξεις κι ένας αριθμός υπήρχανε
χειρόγραφα από μπλε φτηνό στυλό
μαζί με υπογραμμίσεις και σύμβολα διάφορα
που έμφαση δηλώνουν

ήταν ένα όνομα ανδρός μικρό
(τ’ όνομα του γιατρού)
κι ένα τηλέφωνο 75 13 4 και λοιπά
που εννόησα αμέσως ότι πρόκειται
για αριθμό οικίας
διότι από την χρήση την πολλή
του ιατρείου το τηλέφωνο
ομοίως και το κινητό
εκ μνήμης τότε τα θυμόμουνα
(κι ακόμα τα θυμάμαι)
και μία ακόμα λέξη μοναχή:
«Ένεση»… - υπόμνηση ασφαλώς
μίας ακόμα εκ των εκατοντάδων
ενέργειας προς ίαση
ενέργειας φροντίδας

Α! ρε μάνα!
Αχ! ρε γιατρέ!


Πέμπτη 18 Φεβρουαρίου 2016

Τί απ τα δυο να πω;


Ο Αμπντουλαχμάντ Μακρανεμού, ο Αρνητής
κατήγετο ως ο ίδιος έλεγε
από τη Σμύρνα της Λιβάνου
μέρη ασφαλώς ανύπαρκτα ολωσδιόλου
και είχε της ζωής του σκοπόν βάλει
δια της Αρνήσεως να κατακτήσει
την εαυτού ειρήνη κάποια μέρα
κι αρνείτο ο Μακρανεμού
όσα επίστευε ότι θα φθείρουν
κι εν τέλει θα την φάγουν
την αγαθή ψυχήν του
κι ούτως έλεγε Όχι
στη μισθωτή εργασία
την εκ χρέους στράτευση
τις συγκαταβατικές σχέσεις οικογενείας
τον πληρωμένο έρωτα
τις επιφάσεις, τις μόδες και τα στυλ
τους ψέφτικους φίλους
τις ψέφτικες αγάπες
τους τεχνητούς παράδεισους
και τις κάθε λογής ουσίες
…μέχρις εωσότου όπου εσυνάντησε
έναν ορθόδοξο μοναχό του Άθωνος
και εκατάλαβε λίγο μετά
από τη μόλις σύντομη τη συναναστροφή τους
ότι δια της Καταφάσεως ανοίγονταν ο Δρόμος
αρκεί να βρεις Εκείνον που θέλει και μπορεί
το Ναι ν’ ακούσει
κι εσύ για να το πεις
την Ευλογία και τη Χάρη.  


Τετάρτη 10 Φεβρουαρίου 2016

Εμπρός στο δρόμο που χάραξε ο Λύο..... (297)


…Καλοβυρνάς, με το υπέροχο "Πλαθολόγιο Λέξεων" των εκδόσεων Intro Books (ISBN:960-6680-12-6) αλλά και τη νέα "απουστειρωμένη" έκδοση του Πλαθολογίου (εκδόσεις IntroBooks 2008, ISBN: 978-960-6680-48-9). Ας προσπαθήσουμε (έστω και ως ανάξιοι μιμητές) να καταγράψουμε ορισμένα ακόμα λήμματα

Αλογονόμυγα: η μύγα ή το ζουζούνι εν γένει που εγκλωβίζεται στο σώμα φωτιστικού, συγκεκριμένα αλογόνου και μη μπορώντας να βγει, παράγει αυτόν το ήχο, συνδυασμό βόμβου και χτυπημάτων: «Μπζζζζτακτακτακ Μπζζζζτακτακτακ» που στην αρχή απλώς σου αποσπά την προσοχή, μετά από λίγο όμως γίνεται εκνευριστικός και στο τέλος καθίσταται ανυπόφορος και σε κάνει να αναζητάς πάση θυσία ακόμα και μια βίαια λύση. Π.χ. (σε περιβάλλον γραφείων μεγάλης εταιρίας): «Δεν αντέχω άλλο ρε παιδιά, ας τη σκοτώσει πια κάποιος αυτήν την καταραμένη την αλογονόμυγα ή τουλάχιστον ας την ελευθερώσει… Αλλά πώς να φτάσουμε εκεί πάνω; Πάρτε ρε παιδιά τον Βαρλαάμ, τον συντηρητή του κτιρίου να φέρει μία σκάλα… Πώς; Είναι στο γραφείο του διευθύνοντος συμβούλου και κρεμάνε τις καινούριες κουρτίνες; Ε, μα τι να πω πια; Τί να πώ; Ελάτε ρε παιδιά να με κρατάτε, να βάλω μια καρέκλα πάνω στο γραφείο, να σκαρφαλώσω μόνος μου… Τί; Υπάρχει και χειρότερο απ’ την αλογονόμυγα, η φθοριόφθειρα; Πάει αυτή σε φωτιστικά λαμπτήρων φθορισμού και πολλαπλασιάζεται εκεί και κάποια στιγμή πέφτουνε στο κεφάλι του άτυχου υπάλληλου που εργάζεται από κάτω και μετακομίζουν εκεί εκατοντάδες ψείρες; Ε, μα τί να πω πια; Τί να πω;».
 Ευχαριστώ Ιωσήφ για τη λέξη που γέννησε το λήμμα


Τρίτη 9 Φεβρουαρίου 2016

Ελπίδα, νομοτέλεια και η ζωή δυο δρόμους


Ένα μπουκάλι (ή κουτάκι)
μπύρας αδειανό
τυχαία αφημένο
σε κάποιο περβάζι
ή αυτοκινήτου οροφή
που βλέπεις το πρωί
βγαίνοντας απ' το σπίτι
να πας για τη δουλειά
τί άλλο να σημαίνει από
πως νύχτα θά' ρθει πάλι;

Δευτέρα 8 Φεβρουαρίου 2016

Το σπίτι της τυρόπιττας


Το μικρό μαγαζάκι
θαμμένο, χαμένο
ανάμεσα σ’ άλλα,  μεγάλα
και μεγαλοπρεπή
με φανταχτερό στολισμό
και πολλά πολλά φώτα
όπου πωλούν
γλυκά, γλυκίσματα
ψωμιά, αρτοποιήματα
χυμούς και αναψυκτικά
καφέδες κι αφεψήματα
κι έχουνε χρώματα και έπιπλα μοντέρνα
και σύγχρονο εξοπλισμό
και τραπεζοκαθίσματα πλήθος  για τους πελάτες
και υπαλλήλους με στολές
και μουσική και δίκτυο
γρήγορο, δωρεάν, ασύρματο
ως δίπλα ακριβώς και το παλιό
το παραδοσιακό, διανυκτερεύον εστιατόριο
το εικοσιτετράωρο όλες του χρόνου μέρες
έως κι αυτό έχει υποστεί
πρόσφατα ανακαίνιση
και λάμπει στίλβον κι απαστράπτον
εύκολα λοιπόν το προσπερνάς
το ταπεινό το μαγαζάκι – τρύπα
εκτός και εάν παρατηρήσεις
ότι πελάτες μόνιμα και πάντα έχει μέσα
10 προϊόντα πίττας προσφέρει όλα κι όλα
πού όμως παρασκευάζουν μόνοι τους
σε παρακείμενο εργαστήριο
και δεν τα αγοράζουν από κάποια απρόσωπη
και μακρινή βιοτεχνία
και ότι πάρεις είναι εξαιρετικό
είτε έχει διάφορα τυριά
χορταρικά, κρέμες ή μανιτάρια
και βέβαια υπάρχει η δυνατότητα
κάτι να πιείς από τα βασικά
που περιέχονται σ’ ένα μικρό
παλιομοδίτικο ψυγείο

Μπορείς να δοκιμάσεις αναγνώστη κάποια μέρα
να δεις άμα τα λέω καλά
ένα πρωί ας πούμε μια μπουγάτσα
να γευθείς για να πεισθείς
εγώ είμαι σίγουρος πως θα ενθουσιασθείς
απ’ τη λεπτή του φύλλου ζύμη
την άφθονη τη ζάχαρη
και την κανέλλα που προστίθεται
και απ’ άκρη σ’ άκρη
να ξεχειλίζει η κρεμώδης γέμιση
λαχταριστή, αχνιστή, ζεστή
μα πιο ζεστά ακόμα
το βλέμμα, τα χαμόγελα
των ευγενών ανθρώπων
της οικογένειας που κρατούν
μάνα, πατέρας, γιος
τη μικρή τούτη επιχείρηση
θα φτιάξει η διάθεση σου
αυτό το πρωινό
κουράγιο θα πάρεις
για να τα βγάλεις πέρα
κι αυτή  τη μέρα

Κι άμα αναρωτιέσαι πώς θα βρεις το μαγαζί
το λεν’ «Το σπίτι της τυρόπιττας»
απέναντι από το Δικαστήριο
στη Λεωφόρο Αλεξάνδρας.

Πέμπτη 4 Φεβρουαρίου 2016

Πάει ο Πολωνός


Πάει ο Πολωνός
ο Ζμπίγκνιεφ
απ’ το Λούμπλιν
20 χρόνια στην Ελλάδα
μόλις 39 χρονών
με γυναίκα και μικρό παιδί κορίτσι
όλοι τον ήξεραν
τον είχε προικίσει ο Θεός
με σπάνια γιγαντοδομή
1.95 στο ύψος τουλάχιστον στεκόντανε
κιλά εζύγιαζε 160
είχε μία πελώρια, σφαιρική κοιλιά, σαν αερόστατο
τεράστια δάχτυλα που όταν άναβε τσιγάρο
(πανάθεμα τον – όλην την ώρα κάπνιζε)
όταν άναβε τσιγάρο λέω, χανότανε αυτό
και φαίνονταν στο τέλος του
ενώ ήταν στην αρχή του
και το κεφάλι του, σα μπάλλα ποδοσφαίρου
κατευθείαν με τον κορμό ενώνονταν
με δίχως σβέρκο
μόνο κάτι θηριώδη μούσκουλα εκεί
σαν παλαιστού, σαν ταύρου
λίγες τρίχες στο κρανίο όπου είχε, τις εξύριζε κι αυτές
κι έτσι γυμνό, στιλπνό γυάλιζε αυτό
στα φώτα και στον ήλιο
τα μάτια του αχνοπράσινα
όπως πολλών στη χώρα του
κι από τις γύρω χώρες
μόνο δεν ήταν λαμπερά και διαπεραστικά
όλο γλαρό, όλο θολό το βλέμμα του
όπως  του χρόνιου μέθυσου
και του βαρέως πότη
άλλωστε όλοι τό ‘λεγαν
πίνει πολύ ο Πολωνός
συνήθεια που κουβάλησε από την Πολωνία
στην εφηβεία, ένα μπουκάλι βότκα την ημέρα κουμαντάριζε
και στην Αθήνα το συνέχισε
το βιολί αυτό το ίδιο
μόνο τελευταία, λόγω της κρίσης φαίνεται
τό ‘χε γυρίσει στο κρασί
μα κι από δαύτο έπινε
τέσσερα – πέντε λίτρα
κάθε που τόνε έβλεπα
φούντωνε ολοκόκκινος
λες και θα τού ‘ρθει κόλπος
σαν ήτανε με τη μικρή κορούλα του
θύμωνα μέσα μου
και τόνε έψεγα αυστηρά
«κτήνος, εγωιστή, ασυνείδητε
δούλος του πάθους σου
μα δε μπορείς μωρέ να κρατηθείς;
τί θ’ απογίνουν οι γυναίκες μόνες τους
άθλιε χωρίς εσένα;»
πάει ο Πολωνός
στον ύπνο του έφυγε
τό ‘μαθα προχτές το βράδυ
το κουβεντιάζανε στην ΕΒΓΑ της γειτονιάς
δίπλα απ’ το σπίτι
όπου πήγα λίγο πριν τα μεσάνυχτα
να πάρω κι άλλες μπύρες

Πάει ο Πολωνός
άντε
και στα δικά μας.


Τετάρτη 3 Φεβρουαρίου 2016

Πενταπρόστιχο

Μ' αυτόν θα πάω τον καημό
και θα με φάει το σαράκι σου
ότι πριν φύγω απ' τη ζωή
δε θά ΄χω μια φορά χαρεί
το κωλαράκι σου.

Σάββατο 23 Ιανουαρίου 2016

Η δύναμις της φύσεως


Μόλις δυο χρόνια πριν ολόγδυμνοι
ήτοντε τότε οι ευκάλυπτοι
σαν κούτσουρα τεράστια ορθά
νεκροταφείο δέντρων με φόντο ουρανό
θα ξεραθήκαν είχα τότε φαντασθεί
και τους εκόψαν τα κλαδιά μην πέσουνε
και κάποιον τραυματίσουν
κι έπειτα πέρυσι κάτι μικρά
κλαράκια ξεμυτίσανε
έως που σήμερα τυχαία πρόσεξα
πως στέκουν πάλι ολοπράσινοι, κατάφορτοι
κι επικυριαρχούν
κοσμώντας το μικρό αλσύλλιο
δεσπόζοντας στο παρακείμενο
τμήμα της λεωφόρου. 

Παρασκευή 22 Ιανουαρίου 2016

Λίγο και πάλι


Η ώρα απόγευμα
λίγο πριν σκοτεινιάσει
περπατώντας στην κάθοδο
της Λεωφόρου Αλεξάνδρας
αίφνης, μετά από τόσες
αλήθεια πόσες;
δε θα ‘ναι τέσσερις
τουλάχιστον μέρες;
το θολό τοπίο ξεδιαλύνεται
μία σπάνια στιγμή
νηφάλιας καθαρότητας
μια αίσθηση ανέλπιστη ασφάλειας
μαζί με μια ευχάριστη ανακούφιση
αυτό ότι δυνατό καθίσταται
για να μπορεί
ξανά και να συμβαίνει

και λίγο μετά να ξεκινούν να γίνονται
όλες οι αναγκαίες δράσεις
και οι δέουσες ενέργειες
για την ταχεία μετάβαση
στην πρότερη κατάσταση
αμέσως
πάλι.

Σάββατο 9 Ιανουαρίου 2016

Δύο κομμάτια


Κόβω με το μαχαίρι δυο κομμάτια απ' το Στόλεν
το περίφημο γερμανικό χριστουγεννιάτικο γλυκό
με φρούτα, μπαχαρικά κι αμυγδαλόπαστα
πασπαλισμένο με άχνη ζάχαρη
να πάρω κολατσιό για το γραφείο
και διαπιστώνω τα τελευταία πως είναι
"βρε", λέω από μέσα μου
"παν' και τα φετινά Χριστούγεννα".

Πέμπτη 31 Δεκεμβρίου 2015

Και τί στον κόσμο…

Αγαπητοί επισκέπτες, αναγνώστες, φίλες και φίλοι, το ιστολόγιο ευχαριστώντας σας για την αγάπη και την στήριξη, αποχαιρετά το χρόνο που φεύγει με μία μικρή ιστορία και εύχεται σε όλους: Καλή δύναμη - και του χρόνου με υγεία!

Η θεία μου, αδερφή της μάνας μου, με ανάστησε από μωρό. Αυτή με ανάθρεψε. Από λίγες μέρες μετά τη γέννα, που πέθανε η συχωρεμένη, με πήρε στην προστασία της. Στην ουσία αφιέρωσε τη ζωή της για μένα. Το αναγνωρίζω αυτό και το εκτιμάω πολύ. Άμα δεν ήταν η θεία, σε κάποιο ίδρυμα σίγουρα θα με είχαν πάει. Την ευγνωμονώ. Και με μεγάλωσε καλά. Τίποτα δε μού ΄λειψε. Και μου φερόταν και πολύ καλά. Μια μόνο λόξα είχε, μια εμμονή. Ήθελε, σώνει και καλά, άμα μεγαλώσω να σπουδάσω. Να πάω στο Πανεπιστήμιο. Ιατρική. Να γίνω γιατρός. Αυτό ήταν το απωθημένο της. «Να σε δω με την άσπρη μπλούζα και τί στον κόσμο! Και τί στον κόσμο!...». Έτσι μού ‘λεγε όλη την ώρα. Και ούτε λάμβανε υπ’ όψιν τα σημάδια, ήδη από το δημοτικό, ότι δεν τά ‘παιρνα τα γράμματα, ότι δηλαδή μάλλον στουρνάρι ήμουνα. «Δεν πειράζει», έλεγε. «Θα μεγαλώσεις, θα πήξει το μυαλό σου, θα βελτιωθείς. Κι αν χρειαστεί  θα πάμε σε φροντιστήρια, θα πάρουμε τους καλύτερους καθηγητές για ιδιαίτερα μαθήματα στο σπίτι. Εσύ μια φορά, θα σπουδάσεις. Αυτό είναι το μόνο σίγουρο. Θα πας στο πανεπιστήμιο. Ιατρική. Αχ βρε… να σε δω γιατρό με την άσπρη μπλούζα και τί στον κόσμο!». Έτσι έλεγε η θεία συνεχώς. Ούτε μετά, στο γυμνάσιο, που άρχισα τα σκασιαρχεία και τα τέτοια, ούτε όταν την καλούσαν ο γυμνασιάρχης και οι καθηγητές για συστάσεις, ούτε τότε ίδρωνε τ’ αυτί της. Και μετά πια, στο λύκειο, οι συστάσεις άρχισαν νά ‘ρχονται από αστυφύλακες από το τμήμα της περιοχής και δεν ήταν τόσο ήπιες όσο των καθηγητών του γυμνασίου. Μα και πάλι, η θεία τίποτα. «Αυτό το παιδί που βλέπετε», τους έλεγε, «ο ανιψιός μου, σε λίγα χρόνια θά ΄ναι γιατρός με την άσπρη ποδιά, την άσπρη μπλούζα και θα τρίβετε τα μάτια σας».  Έδωσα στις εισαγωγικές εξετάσεις μόνο και μόνο για να της κάνω το χατίρι. Κι όταν της εξηγούσα ότι είχα γράψει μηδέν, ότι είχα παραδώσει λευκή κόλλα σε όλα τα μαθήματα, αυτή με έπαιρνε στο ψιλό. «Άντε από κει βρε», μού ‘λεγε. Και μια δυο μέρες μετά που βγήκαν τα αποτελέσματα, που ασφαλώς με επιβεβαίωναν, έκανα  - καταραμένη η ώρα – εκείνη την απαράδεκτη πράξη για την οποία θα μετανιώνω σε όλη τη ζωή μου. Μια πράξη τόση άσχημη που δε δικαιολογείται από κανένα νεαρό της ηλικίας, κανένα αίμα που βράζει, καμιά κακή παρέα και επιρροή. Και - πολύ δίκαια – με συλλάβανε και με μπουζουριάσανε. Μέσα. Φυλακή. Σ’ όλα τα χρόνια της φυλακής, βράχος η θεία. Σε κάθε επισκεπτήριο, εκεί, παρούσα. Τί γράμματα, τί πακέτα με δώρα και χρειαζούμενα διάφορα, τί καλοπιάσματα στους φύλακες και στον διευθυντή… Τί να παρακινεί συλλόγους, θεατρικές ομάδες, μουσικούς, να διοργανώνει εκδηλώσεις συμπαράστασης για τους φυλακισμένους… Δε θέλω να λέω μεγάλα λόγια, ότι η φυλακή με έκανε καλύτερο άνθρωπο και τέτοια. Αλλά ότι με άλλαξε, μ’ άλλαξε πολύ. Όταν αποφυλακίστηκα είχα αποφασίσει να προσπαθήσω να κάνω μιαν άλλη ζωή, χωρίς καθόλου να ξέρω αν θα μπορούσα να το πετύχω. Έκανα στην αρχή διάφορες δουλειές του ποδαριού, ύστερα μπήκα μόνιμα βοηθός σ’ ένα κρεοπωλείο της γειτονιάς. Το αφεντικό και η γυναίκα του που ήταν μέσα στο μαγαζί, ήταν πολύ καλοί άνθρωποι. Το ίδιο και οι άλλοι εργαζόμενοι και οι ντόπιοι και από άλλες χώρες. Δούλευα γερά αλλά όχι απάνθρωπα. Πληρωνόμουνα κανονικά, με δώρα, υπερωρίες, απ’ όλα. Έπαιρνα και προϊόντα σε τιμές κόστους  άμα ήθελα ή και κάποια έτσι, χωρίς λεφτά. Άρχισα να γνωρίζομαι με την πελατεία, μερικοί που ήταν χρόνια στη γειτονιά με θυμηθήκανε και με καλοδέχτηκαν. Νοίκιασα και μια καμαρούλα δικιά μου. Δειλά δειλά άρχισα να κάνω και κάτι καινούριες παρέες. Ήμουν ευχαριστημένος. Κάθε δεύτερη, αν όχι κάθε μέρα, έκανα επίσκεψη στη θεία. Είχε μεγαλώσει η καημένη. Την κυρία Πωλίνα, μια στρουμπουλή, πρασινομάτα, ευγενέστατη κυρία, ομογενή από τη Ρωσία, χρόνια στην Ελλάδα, ένα τετράγωνο παραδίπλα, που παλιά τη φώναζε για βοήθεια στις βαριές δουλειές του σπιτιού, τώρα την είχε σχεδόν μόνιμη. Να της κάνει το σπίτι, να μαγειρεύει, νά ‘χει το νου της στα φάρμακα, να πηγαίνουν στους γιατρούς. Πώς χαιρόταν τόσο η θεία κάθε φορά που πήγαινα και πίναμε καφέ και τα λέγαμε… Μάλιστα από τότε που άρχισα να πληρώνομαι τακτικά, κάθε μήνα της πήγαινα το ένα τρίτο του μισθού μου. «Μια μικρή βοήθεια θεία», της έλεγα, «τώρα έχεις έξοδα, φάρμακα, γιατρούς, την κυρία Πωλίνα. Εσύ με πρόσεξες μικρόν, εγώ θα σε προσέξω τώρα. Κι ότι θέλεις εδώ είμαι εγώ, τ’ ακούς;». Βούρκωνε η καλή μου η θεία. Έπαιρνε τα χρήματα χωρίς στην πραγματικότητα να τα έχει ανάγκη, στην άκρη τά ‘βαζε. Ήξερα ότι είχε μια καλή σύνταξη και νοίκια από κάτι ακίνητα. Μα της άρεσε να αποδέχεται αυτή την κίνηση ευγνωμοσύνης από μένα και επί πλέον δεν ήθελε και να με προσβάλει. Τον δεύτερο χειμώνα από τότε που βγήκα, η θεία δεν τον πέρασε καλά. Σχεδόν συνέχεια στο κρεβάτι ήταν, μπήκε και δυο φορές νοσοκομείο. Η κυρία Πωλίνα είχε πια μπει εσωτερική. «Γεράματα», μου εξηγούσαν οι γιατροί, «δε μπορείτε να κάνετε κάτι». Τα ίδια μού ‘λεγε και η κυρία Πωλίνα που μ΄έβλεπε να στεναχωριέμαι. Πάντως, παρά τις δυσκολίες, τον έβγαλε πέρα η θεία τον χειμώνα, παλληκάρι. Κι ύστερα μπήκε εκείνη τη χρονιά, μια άνοιξη… μια άνοιξη! Τί καλοκαιρίες, τί μέρες γλυκές, τί νά ‘χουνε πρασινίσει όλα, στα μπαλκόνια, στις βεράντες, στο παρκάκι, στις πλατείες, τί να ανθοφορούνε, να μυρίζουν τα φυτά, ζουζούνια να πετούν, πουλάκια, ευδιάθετος ο κόσμος, γελαστός… χαρά Θεού. Ένα τέτοιο πρωινό ήμουν στο μαγαζί και λιάνιζα κάτι κρέατα στον πάγκο και ξάφνου σηκώνω το βλέμμα μου και τί να δω έξω από το μαγαζί (είχαμε ανοιχτές, με τον καλό καιρό, τις πόρτες)…Τη θεία με την κυρία Πωλίνα να στέκονται και να με κοιτάνε. Τά ‘χασα. Όπως έμαθα μετά, η θεία αισθανόταν καλύτερα τις τελευταίες  μέρες, είχε σηκωθεί και ειδικά εκείνο το πρωί, παρά τις αντιρρήσεις της κυρίας Πωλίνας, ήταν αμετανόητη. Ντύθηκε καλά, βγήκανε έξω και σιγά σιγά, φρούστου φρούστου σέρνοντας τα πόδια της βήμα βήμα, στηριζόμενη στο μπαστουνάκι της απ’ τη μια, στην κυρία Πωλίνα από την άλλη, κάνανε μια βόλτα τα τετράγωνα και τυχαία (τάχα μου) την έφερε ο δρόμος έξω απ’ το μαγαζί και να τώρα να με κοιτάει η θεία με κάτι μάτια έκπληκτα που δεν είχα ξαναδεί. Σκούπισα τα χέρια μου στην πιτσιλισμένη μου ποδιά, τά ‘πλυνα στη βρύση γρήγορα γρήγορα, τα στέγνωσα και βγήκα έξω. «Βρε καλώς τα κορίτσια, καλώς ήλθατε. Τί κάνεις θεία; Βρε ηρωίδα ατρόμητη, βγήκες έξω; Καλύτερα σε βλέπω, φτου φτου φτου… Τί με κοιτάς καλέ έτσι; Δεν με αναγνωρίζεις; Ή δεν έχεις δει κρεοπώλη ξανά, ε;». Για λίγα δευτερόλεπτα ακόμα με κοιτούσε έτσι και πάνω που είχα αρχίσει να ανησυχώ, πετάρισαν τα βλέφαρα της, καθάρισαν τα μάτια της, μου χαμογέλασε και μού ‘δωσε και μια τσιμπιά στο μάγουλο. «Μισό λεπτό», τους είπα κι έτρεξα μες στο μαγαζί και τους έφερα ένα πακέτο εκλεκτό κιμά, «τρεις φορές τον πέρασα από τη μηχανή θεία, πιο μαλακός δε γίνεται, αφρός είναι… να φας και να δυναμώσεις, άντε άντε, να μου φυλάξετε και μένα, θά ‘ρθω το απόγευμα»… και της έσκασα ένα φιλί. Συγκινήθηκε, δάκρυσε. Με χαιρετήσανε και ξεκίνησαν, στράτα στρατούλα η θεία, σέρνοντας τα ποδαράκια της, φρούστου φρούστου με το μπαστουνάκι της και την κυρία Πωλίνα από την άλλη, φύγανε για  το σπίτι. Λίγες μέρες μετά η θεία πέθανε. Όταν άρχισαν ύστερα και τα τυπικά, ενημερώθηκα ότι η θεία πέρα από κάτι κληροδοτήματα για αγαθοεργίες, με είχε ορίσει γενικό κληρονόμο. Ένα σοβαρό ποσό σε μετρητά (που περιελάμβανε βέβαια όσα της είχα δώσει από το μισθό μου) και μερικά ακίνητα. Έδωσα ένα ποσό σε μετρητά στην κυρία Παυλίνα για όσα είχε κάνει φροντίζοντας τόσο καλά τη θεία. Επίσης της είπα να κάνει ότι νόμιζε με την κινητή περιουσία (επίπλωση, ρουχισμό, πιατικά κ.λ.π.) πέρα από δυο τρία ενθύμια. Κι εγώ μέχρι να σκεφτώ τί θα κάνω, συνέχισα να δουλεύω στο κρεοπωλείο κανονικά. Κάθε τόσο μου ερχόταν στο μυαλό η σκηνή από κείνη την ημέρα, η εικόνα της θείας έξω από το μαγαζί να κοιτάει τόσο έντονα. Και προσπαθούσα να καταλάβω το γιατί. Μα δεν έβγαζα άκρη. Πέρασαν μήνες. Και έπειτα, ένα απόγευμα που κάναμε διάλλειμα στην πίσω αυλή του μαγαζιού και καπνίζαμε με τους συναδέλφους, καθώς έκανα να βάλω το πακέτο των τσιγάρων πίσω στη μπλούζα της δουλειάς, μού ‘ρθε η επιφοίτηση: τη μέρα εκείνη η θεία, είχε επιτέλους  (και τί στον κόσμο!) δει τον ανιψιό της με την άσπρη μπλούζα. Και λίγο μετά έφυγε, ευχαριστημένη θέλω να ελπίζω. Για τον άλλο κόσμο.

Τετάρτη 30 Δεκεμβρίου 2015

Εμπρός στο δρόμο που χάραξε ο Λύο..... (296)

..Καλοβυρνάς, με το υπέροχο "Πλαθολόγιο Λέξεων" των εκδόσεων Intro Books (ISBN:960-6680-12-6) αλλά και τη νέα "απουστειρωμένη" έκδοση του Πλαθολογίου (εκδόσεις IntroBooks 2008, ISBN: 978-960-6680-48-9). Ας προσπαθήσουμε (έστω και ως ανάξιοι μιμητές) να καταγράψουμε ορισμένα ακόμα λήμματα

Τζηπιαίσιο, το (περί τέλους):   η ευτυχής/επιτυχής κατάληξη/ ολοκλήρωση αυτοκινητιστικής διαδρομής μακρινής, απροσδόκητης και δαιδαλώδους που γίνεται με τη βοήθεια ηλεκτρονικού/δορυφορικού συστήματος πλοήγησης ΤζηΠηΕς. Π.χ. Υπακούοντας την ψηφιακή φωνή της καλής κυρίας στρίψαμε από την Εθνική δεξιά στην παράκαμψη και καταλήξαμε να περιπλανούμαστε για πάνω από 40 λεπτά στο ορεινό οδικό δίκτυο και τα χωριά του Δήμου Αποκορώνου Χανίων (ενώ όπως διαπιστώσαμε αν είχαμε συνεχίσει για περίπου 5 χιλιόμετρα στην Εθνική ευθεία, υπήρχε μία τεράστια ταμπέλα εξόδου και από εκεί το χωριό ήταν στα 500 μέτρα). Έτσι όταν φθάσαμε στην ταβέρνα όλοι οι φίλοι μας ήταν ήδη εκεί και είχαν ξεκινήσει. Ωστόσο οι καρέκλες μας ήταν άδειες, τα πιάτα και οι κούπες μας γεμάτα κι έτσι αμέσως γίναμε κι εμείς συνδαιτυμόνες στο συμπόσιο και περάσαμε πολύ ωραία μετά από αυτήν τη μικρή περιπέτεια που είχε ευτυχώς τζηπηαίσιο τέλος.

Τρίτη 29 Δεκεμβρίου 2015

Ογδόντα πάνω κάτω

28 Δεκ. '015 - Χανιά, Κρήτη

Τα δάχτυλα προτεταμένα ενώνω
τον δείκτη και τον μέσο
κι έτσι ακριβώς
όπως οι ειδικοί μου έχουν δείξει
στο εσωτερικό του καρπού τα ακουμπώ
αφουγκράζομαι εκεί
και κοιτώντας το ρολόι
σ ένα λεπτό μέσα καταμετρώ
ογδόντα πάνω κάτω
κι αναλογίζομαι
μέσα στο ίδιο διάστημα
πόσοι σ' όλη τη χώρα
σε άλλες χώρες
στον κόσμο όλον
μέσα σε σπίτια, έξω απ' τα σπίτια
στους δρόμους, στις γειτονιές
στην εξοχή, στην φύση
μεταξύ ζώων, μεταξύ ανθρώπων
από πείνα, από μίσος, από ζήλια, από τρέλλα
για επιβίωση, για εκδίκηση, για επιβολή

Σφαγμοί. 

Δευτέρα 28 Δεκεμβρίου 2015

Ο υιός

27/12/'015,  πτήση Αθήνα - Χανιά


Παρέδωσε το τέκνο της στον κόσμο
στις 20 Απριλίου 1968
βράδυ Μεγάλου Σαββάτου
την ώρα που χτυπούσαν
οι καμπάνες για την Ανάσταση

Παρέδωσε την ψυχή της στον Κύριο
στις 11 Απριλίου 2015
βράδυ Μεγάλου Σαββάτου
η σορός έβγαινε από το σπίτι
την ώρα που χτυπούσαν
οι καμπάνες της Ανάστασης.