Τετάρτη 30 Ιανουαρίου 2013

Σαμουράι

Ένας θεόρατος, σκληροτράχηλος σαμουράι πήγε μια φορά να συναντήσει έναν μικροκαμωμένο μοναχό. "Θέλω", του είπε με δυνατή φωνή και τόνο διαταγής, "να μου μάθεις ποιά είναι η διαφορά μεταξύ Κόλασης και Παραδείσου".
Ο μοναχός κοίταξε τον επιβλητικό πολεμιστή και αποκρίθηκε με ολοφάνερη περιφρόνηση: "Να σε μάθω; Τίποτα δε μπορώ να σε μάθω. Είσαι βρώμικος, μυρίζεις, το σπαθί σου είναι σκουριασμένο, είσαι ντροπή και όνειδος για την τάξη των σαμουράι. Χάσου από μπροστά μου. Δεν αντέχω να σε βλέπω".
Ο σαμουράι έγινε έξαλλος, κοκκίνησε και άρχισε να τρέμει, τον πλημμύρισε η οργή, έβγαλε το σπαθί του από το θηκάρι και το σήκωσε ψηλά έτοιμος να σφαγιάσει τον μοναχό.
Εκείνος είπε σιγανά: "Αυτή είναι η Κόλαση".
Ο σαμουράι συγκλονίστηκε. Κατάλαβε ότι αυτός ο μικροσκοπικός άνθρωπος, με κίνδυνο της ζωής του, τον δίδαξε αυτό που του ζήτησε. Κατέβασε αργά το σπαθί του. Γαλήνιος πια και ευγνώμων, υποκλίθηκε ταπεινά.
"Κι αυτό", είπε σιγανά ο μοναχός, "είναι ο Παράδεισος".

Αγνώστου
Απόδοση: Χ. Δ. Τ. 

Τρίτη 29 Ιανουαρίου 2013

Καθαριότητα, τάξη, αρχοντιά

Πω πω, αχούρι έχει γίνει το σπίτι πάλι
όπως κάθε φορά που αρχίζω να πίνω ξανά
παραμελώ υποχρεώσεις και καθήκοντα
η καθαριότητα και η τάξη μεταξύ τους
και τώρα γυρνώντας το κεφάλι κοιτώ και φρίττω
σωροί χαρτιά στοιβαγμένα όπως όπως στο γραφείο
χειρόγραφα, σημειώσεις, εκτυπώσεις
διαφημιστικά φυλλάδια, λογαριασμοί, περιοδικά
τόμοι εγκυκλοπαιδειών και λεξικών, βιβλία
με σελιδοδείκτες μέσα τοποθετημένους
ένα ποτήρι κρασιού με κόκκινα στεγνωμένα ίχνη
τέσσερις κούπες με δυο δάχτυλα καφέ
προηγουμένων ημερών η καθεμία
και ένα τασάκι ξέχειλο - βλέπεις...
αρχίζω και το κάπνισμα μαζί
στο μπάνιο, στο νιπτήρα όλο τρίχες
από το ξύρισμα - των πρώτων ημερών,
μετά το παράτησα  και έχουν πια μεγαλώσει
μαύρα, χα! χα! Όχι, γκρίζα! τα γένεια μου
ο καθρέπτης βρώμικος, θολός από
πιτσιλιές νερού και σαπουνάδες
ασφυκτικά γεμάτο το καλάθι των απλύτων
και του πλυντηρίου ο κάδος
στο υπνοδωμάτιο θαμπά τα τζάμια της μπαλκονόπορτας
άστρωτο το κρεββάτι, τσαλακωμένα τα σεντόνια
τα σκεπάσματα, οι μαξιλαροθήκες, έχουνε
να αλλαχτούν κοντά ένα μήνα
στο πάτωμα σκόνη παντού και σβώλοι χνούδια
τρέχουνε δεξιά αριστερά με την παραμικρή πνοή αέρα
φύλλα ξεραμένα γεμίζουν τη βεράντα
στην κουζίνα, στο νεροχύτη βουνά τα πιάτα
τα ποτήρια, τα κατσαρολικά, το ψυγείο άδειο
φίσκα ο τενεκές των σκουπιδιών
κι ο κάδος ανακύκλωσης με άδεια μπουκάλια
αλκοόλ και τενεκεδάκια μπύρας

Ε, μα δεν είναι πια κατάσταση αυτή, λέω και
παίρνω απόφαση -για πολλοστή φορά- να σταματήσω
κι αφού περάσουνε τα πρώτα δύσκολα
εικοσιτετράωρα με τα φρικτά στερητικά
αποφασίζω να ασχοληθώ και με το σπίτι
δυο μέρες μου πήρε να το φέρω σε λογαριασμό
όλο σχεδόν το Σαββατοκύριακο μα τώρα
Κυριακή βραδάκι έχω τελειώσει και είναι
όλα πάλι τακτοποιημένα και καθαρά
κάθομαι στον καναπέ, ανάβω ένα κερί
ένα κοντσέρτο προκλασσικής ακούγεται απ΄το στερεοφωνικό
να και το τόσο καλό βιβλίο εκεί που το είχα αφήσει
η καφετιέρα γουργουρίζει και η μυρωδιά ζεστού καφέ
το χώρο πλημμυρίζει μαζί με τις οσμές
των απορυπαντικών που στεγνώνουν

Όλα καλά πάλι λοιπόν, αυτοσυγκράτηση
έλεγχος και τάξη. "Αυτή, έτσι πρέπει να
είναι η ζωή. Το Άλλο είναι ένας εφιάλτης.
Σταμάτα πια να βασανίζεις τον εαυτό σου
και να τον καταστρέφεις, ηρέμησε, οργανώσου
και δεν μπορεί... κάτι καλό κάποια στιγμή θα γίνει.
Δε συμφωνείς; Και επιτέλους, καλά δεν είναι έτσι;
Τί σου λείπει;". "Ναι, ναι", μονολογώ καθώς βολεύομαι
στον καναπέ πλυμμένος, ξυρισμένος, με φρέσκα ρούχα
"δίκιο έχεις ασφαλώς", η νύχτα πέφτει έξω σιγά σιγά...

Αχ!... νά 'χα τώρα κι ένα (διπλό) ουίσκυ. 

Δευτέρα 28 Ιανουαρίου 2013

Τικ τακ, Ντιν νταν ή Δυο φράσεις εκκλησιαστικών κειμένων πλαισιωμένες από στίχους σαχλούς και γελοίους, συνιστούν άραγε ένα...;


Ο κύριος Εγγύς Γαροκαιρός
όνομα κι αυτό να σου πετύχει
μάλλον βεβαίως Γαλλικής καταγωγής
στη ζήση αυτή -μον Ντιε- δεν είχε τύχη

Η μέτρησις του χρόνου ήταν γι αυτόν
πολύ κεφαλαιώδους σημασίας
αλλά μία μέρα αίφνης στο κατάστημα που διατηρούσε - ωρολογοποιός
υπέστει "επεισόδιο εγκεφαλικό, μετά συνεπακολούθου αφασίας"

Τον επισκέφθηκα στην Κλινική
μα δεν είχε πλέον επαφή με το περιβάλλον
ο καημένος, τόσον νέος, και το μαγαζί κλειστό
μάστορα σαν κι αυτόν πού θά 'βρουμε άλλον;

Περνούν οι μέρες, τα ρολόγια σταματούν
οι δείκτες παύουν να γυρνάνε, ακινητούν
και του μεγάλου εκκρεμούς εσίγησε το βαθύ "Ντιν νταν"
α! Κύριε αι βουλαί Σου, σκληρά πώς ορισμένους τους κτυπάν;

Τετάρτη 23 Ιανουαρίου 2013

Ξημερώματα σε δυο πατώματα


"Τα τιμολόγια! Τα τιμολόγια!", φώναζε μες στον ύπνο του
ο λεπτός άντρας με τη συντηρητική εμφάνιση
βλέποντας ασφαλώς κάποιον εφιάλτη
από αυτούς που όλο και πιο συχνά τον ταλαιπωρούσαν
από τότε που ξέσπασε η οικονομική κρίση
και φοβόταν ότι θα χάσει τη δουλειά του
στο λογιστήριο μιας πολυεθνικής
και θα προστεθεί στο στρατό των ανέργων
ούτε θα μπορεί να συντηρεί πια το σπιτικό του
τη γυναίκα που ήταν δίπλα του στο κρεββάτι
και είχε ξυπνήσει, μια παχουλή, λαϊκή γυναίκα
που την αγαπούσε κι εκείνη λάτρευε αυτόν τον κάτισχνο
άντρα με το άτριχο, ντελικάτο, αγορίστικο κορμί
και αποφάσισε να τον καλμάρει με τον τρόπο που ήξερε καλά:
άρχισε να τον χαϊδολογά, μετά από λίγο ξάπλωσε πάνω του
κι αυτός που είχε επίσης πια ξυπνήσει από το άσχημο όνειρο
τυλίχτηκε στις δίπλες και τις καμπύλες της απαλής
ζεστής της σάρκας κι άρχισε να τρίζει το κρεββάτι
και τη θέση των παραμιλητών του εφιάλτη
πήρανε τα βογγητά του πάθους.

"Αφού σε αγαπώ! σε Θέλω Τόσο! - δεν το Καταλαβαίνεις;!"
αυτό ακούστηκε την ίδια πάνω κάτω ώρα
δύο πατώματα πιο ψηλά, από ένα άλλο υπνοδωμάτιο
από έναν άλλον άντρα, αυτός ήταν μια ευαίσθητη ψυχή
με καλλιτεχνική ιδιοσυγκρασία, παράτησε μετά από
σχεδόν είκοσι χρόνια τη σίγουρη και άνετη δουλειά του
για να αφοσιωθεί στην -αμφιβόλου καθώς λέγανε ποιότητας-
τέχνη του η οποία δεν ετύγχανε σχεδόν καμμίας αναγνώρισης
και βέβαια δεν ήταν ικανή να τον βιοπορίσει οπότε άρχισαν
οι οικονομικές δυσχέρειες και γκρίνιες συνεπακόλουθες στο σπίτι
κι αυτός από αντίδραση όλο τσακώνονταν με την πανέμορφη
τόσο καλή, καλλιεργημένη και ενδιαφέρουσα γυναίκα του
που όλοι για αυτήν τόνε ζηλεύανε και τόνε μακαρίζαν
ωστόσο άρχισε να την παραμελεί, ακόμα και να την προσβάλει
αναίτια όλο και πιο συχνά μέχρι που τέλος ερωτεύτηκε
μια νεαρή που όμως τον απέρριψε πανηγυρικά και από τότε
βυθίστηκε αυτός στη στεναχώρια, στο μαράζι
άρχισε μάλιστα πάλι το πιοτό, όπως παλιά, που με τα χίλια ζόρια
και τη βοήθεια της γυναίκας του είχε κόψει
ώσπου έγινε εν τέλει ανυπόφορος...
ξύπνησε εκείνη που ακόμα κοιμόταν δίπλα του από τα παραμιλητά
έμεινε στο κρεββάτι λίγα λεπτά μαχόμενη τον εαυτό της
την παρόρμηση της πολεμώντας μα ύστερα με μία κίνηση απότομη
και αποφασιστική πέταξε τα σκεπάσματα, σηκώθηκε και πήγε
έτσι όπως ήταν, ξυπόλητη, γυμνή καθώς συνήθιζε
πάντα να κοιμάται, στην κουζίνα
άφησε λίγο το νερό της βρύσης για να τρέξει
μέχρι που έγινε δροσερό και γέμισε ένα μεγάλο
ποτήρι μέχρι απάνω, έβγαλε από το βάθος
του ντουλαπιού κρυμμένο, μικροσκοπικό
το φιαλίδιο και το άνοιξε, παντού στο χώρο σκόρπισε
μια αψιά πικράδα, έριξε τρεις σταγόνες στο ποτήρι
και γύρισε στο υπνοδωμάτιο, στάθηκε όρθια
στου κρεββατιού τα πόδια κοιτάζοντας τον
μια δέσμη φωτός του φεγγαριού την έλουζε
το νεανικό ακόμα και σφριγηλό κορμί της
τα μικρά σφιχτά στήθη, την επίπεδη κοιλιά
το ξυρισμένο εφηβαίο, τους χυτούς μηρούς
τα σκούρα βαμμένα νύχια των χεριών και των ποδιών της
εκείνος δέρνονταν ακόμα και βογγούσε κάθιδρος
ίσως και νά 'χε ανεβάσει πυρετό
ακούμπησε δίπλα του και τού 'πε "Έλα, έλα!"
ξύπνησε αυτός, την κοίταξε με μάτια θολά
και ήπιε αχόρταγα νερό, στράγγιξε το ποτήρι
ύστερα έπεσε πίσω ανάσκελα
βούλιαξε σ΄ένα βαθύ και μάβρο ύπνο
κάθισε δίπλα και του χάιδευε απαλά το μέτωπο
που όσο περνούσε η ώρα γινότανε πιο δροσερό
όσο περνούσε η ώρα γινότανε πιο κρύο.

Τετάρτη 16 Ιανουαρίου 2013

Ποιά γάτα;


Προχθές ήρθε επίσκεψη στο σπίτι η Β.
εντύπωση μου έκανε αλήθεια
που δέχθηκε αμέσως την αυθόρμητη
μεσημεριανή μου πρόσκληση
πολλές φορές στο παρελθόν αρνιόταν
ή πιο συχνά δεχόταν στην αρχή
κι ύστερα ακύρωνε με δικαιολογίες
διάφορες και υπεκφυγές όχι όμως τη φορά αυτή
και νά ΄σου την κατέφθασε βραδάκι
μπήκε φουριόζα με το συνηθισμένο στυλ της
μες στο σπίτι, έβγαλε παλτά, καπέλλα, κάπες
και μαντήλια και τα απίθωσε σωρό σε μια καρέκλα
άφησε και το κρασί-δώρο επίσκεψης απάνω στο τραπέζι
και άρχισε να τριγυρίζει τα δωμάτια
ακούγοντας τα εξηγηματικά μου σχόλια
πρώτη φορά ερχόταν στο καινούριο σπίτι
της άρεσε μου είπε τελικά
και μου το επανέλαβε αργότερα και πάλι
(μου άρεσε που της άρεσε)
βάλαμε καφέ και κάτσαμε
στον καναπέ για να τα πούμε
όμορφη που ήταν... τα δυο μεγάλα
άσπρα στήθη της ασφυκτιούσαν
και ξεπρόβαλλαν από το άνοιγμα του μπούστου
("Ηλίθιε, άθλιε, γιατί την έδιωξες τέτοια γυναίκα;
Τί είναι επιτέλους εκείνο που γυρεύεις;")
Είπαμε πρώτα λίγο για τα παλιά
και βρήκα ευκαιρία έστω και αργά να απολογηθώ
για την απαίσια τότε συμπεριφορά μου
και ω! πόσο ανακουφίστηκα
ύστερα μιλήσαμε για οικογένεια, για σπίτια, για δουλειά
και μετά πιάσαμε να μιλάμε για πιο προσωπικά...
μου είπε η Β. ότι είχε ένα δεσμό
ενάμιση τώρα χρόνο και ότι συζούσε με τον άντρα αυτόν
και ήταν "καλά μωρέ" μαζί του
("Αχ! Β... Μου λες αλήθεια;")
Έπειτα άρχισα να της εξιστορώ εγώ
την τελευταία συναισθηματική μου περιπέτεια
που στέφθηκε, κι αυτή, με παταγώδη αποτυχία
και πρέπει να μιλούσα με ζέση και με πάθος
ανέφερα τις λεπτομέρειες, όλα τα γεγονότα,
και εξηγούσα πώς - με τρόπο ενδεχομένως υπερβολικό -
βιώνω αυτές τις καταστάσεις
Όσο μιλούσα η Β. έβγαλε με τελετουργικές κινήσεις
το μακρύ, μαύρο, βελούδινο γάντι της
και τοποθέτησε ένα τσιγάρο στην περίτεχνη πίπα της
το άναψε και άρχισε να καπνίζει
γέμισε το δωμάτιο με καπνούς
και πνίγηκα στο βήχα εγώ
και η Β. επνίγηκε στα γέλια
Μετά με κοίταξε και μού' πε μέσα απ' τους καπνούς:
"Είναι μια χίμαιρα, μια οπτασία αυτό που κυνηγάς,
πρέπει να το βγάλεις απ' το μυαλό σου,
πρέπει να βάλεις μυαλό,
πρέπει να βάλεις νερό στο κρασί σου..."
Κι άλλα πολλά μου είπε να βγάλω και να βάλω
ζαλίστηκα στο τέλος,  σκέφτηκα σοβαρά
και της απάντησα μιλώντας αργά
με λόγια μετρημένα
"Εκείνη η φλέβα που τεντώνει στο λαιμό
το βλέφαρο που κατεβαίνει σιγά
το μάτι να σκεπάσει
το στόμα που ανοίγει σε χαμόγελο αργά
και φανερώνονται τα δόντια
τα δάχτυλα που σφίγγοντας τυλίγονται
στην κούπα με το τσάι
πέντε εκατοστά σάρκας που αποκαλύπτεται
πάνω από τη μέση καθώς ανασηκώνεται η μπλούζα
κάθε αλλαγή στη χροιά της φωνής, κάθε τσάκισμα
κάθε επιφώνημα, βογγητό ή κραυγούλα
οι συζητήσεις αβίαστες για διάφορα θέματα
τα κοινά ή μη ενδιαφέροντα
οι απόψεις που συμπίπτουν ή όχι
και βέβαια τα αστεία, τα πειράγματα, τα ευφυολογήματα
προφορικά ή γραπτά μηνύματα, σχόλια,
αυτό το διαννοητικό κονταροχτύπημα ή καλύτερα
αυτό το τόσο ερεθιστικό και διασκεδαστικό παιχνίδι κι ακόμα
τα φανερά ελλατώματα, οι κάπως ενοχλητικές ορισμένες συνήθειες
που όμως εσκεμμένα αγνοούνται μπρος στα τόσα χαρίσματα
έως ένα χαριτωμένο χαρακτήρα μπορεί και να παίρνουν
... πόσα ακόμα...
Αυτά που λες Β. δεν τα λογαριάζω οπτασία ή χίμαιρα
Άλλο Όνομα τους δίνω κι αν το αρνηθώ Αυτό Β.
τότε θα έχω προδώσει τον εαυτό μου
και λέω ακόμα να μην το κάνω"
Με κοίταξε η Β. σοβαρά, έπειτα ξέσπασε σε γέλια
με αυτό το μπάσσο γέλιο της, ύστερα σοβαρεύτηκε ξανά
και αποφάνθηκε εν τέλει:
"Αχού καημένε μου μονάχος βλέπω στη ζωή να μένεις..."
Και άπλωσε το χέρι της πλάι στον καναπέ
τη γάτα να χαϊδέψει
από συνήθεια οπωσδήποτε
γιατί εκείνη είχε στο σπίτι δυο
κι εγώ καμμία στο δικό μου.

Δευτέρα 14 Ιανουαρίου 2013

Γεια σου ρε Χανκ


Υπάρχουν αναμφίβολα λόγοι πολλοί και διαφορετικοί
για να αγαπήσεις κάποιον συγγραφέα
για μένανε ανέκαθεν ένας και σοβαρός
ήταν να με κάνει να γελάω
εκεί που είμαι δηλαδή στον καναπέ
ή στην πολυθρόνα και διαβάζω το βιβλίο
ή ακόμα μισοξαπλωμένος στο κρεββάτι
να πετυχαίνω μια αράδα, μια γραμμή,
να διαβάζω μια ατάκα
που να με κάνει να ξεσπώ
σε γέλιο δυνατό, αυθόρμητο, πηγαίο
κι ύστερα να δαγκώνομαι από ντροπή
που ξέρουν οι γειτόνοι ότι ζω μονάχος
και με περάσουν σαλεμένο

Να, πάλι σήμερα, το πρωί
(πόσες πολλές φορές αλήθεια, τόσα χρόνια):
..." Σαν έφτασα στο σπίτι, έβγαλα τα ρούχα μου, σκουπίστηκα με μια πετσέτα, φόρεσα το γιαπωνέζικο κιμονό που μου είχε χαρίσει ο Τζον Τόμας, και άνοιξα μια μπύρα.
Χτύπησε το τηλέφωνο. Το σήκωσα.
"Μπουρδέλο Μπουκόβσκι, λέγετε παρακαλώ...".

Charles Bukowski 1920 - 1994, Portions from a wine-stained notebook, "Ένα τετράδιο με λεκέδες από κρασί", Μετάφραση: Γιάννης Λειβαδάς, Εκδόσεις Ηριδανός, Ζωοδόχου Πηγής 79, 11473 Αθήνα, Τηλ./Fax: 210 3847660, www.hridanos-ekdoseis.gr, e-mail:info@hridanos-ekdoseis.gr, ISBN: 978-960-335-267-9, Αθήνα 2012

Παρασκευή 11 Ιανουαρίου 2013

Βαΐων και κλάδων

Για δες πώς η μοίρα τα φέρνει λοιπόν
η μάνα μου πριν από πόσο καιρό
στην πλάτη της σε κουβάλησε πάλι
ο πατέρας σου δίπλα πεζός
κι εσύ στην αγκαλιά της μητέρας σου βρέφος
ένα αθώο μωράκι

και σήμερα, τριάντα τόσα χρόνια μετά
μαζί στην πόλη να! μπήκαμε
θερμό πλήθος μεγάλο σε δέχτηκε
κι ακόμα πιο ζεστό στο λαιμό μου το χέρι Σου
α!... πόσο περήφανα αισθάνθηκα εγώ
ένα ταπεινό γαϊδουράκι.

Δευτέρα 31 Δεκεμβρίου 2012

Rio de Janeiro blues


Αγαπητοί επισκέπτες, αναγνώστες και -τριες, το ιστολόγιο αποχαιρετά τη χρονιά που φεύγει με ένα ασυνήθιστα μεγάλης έκτασης κείμενο, το οποίο και με έμφαση συνιστά να μην μπείτε στον κόπο να ξεκινήσετε να διαβάζετε γιατί δεν αξίζει τον κόπο.Επίσης εύχεται σε όλους για τη νέα χρονιά, καλή υγεία και δύναμη, και λίγη -όση χρειάζεται- τύχη.
Και του χρόνου.

Ο Σαντιάγκο Ραφαήλ Μπεναλίστου, που όλοι τον ήξεραν και τον φώναζαν "Ράφα" γεννήθηκε και μεγάλωνε σε μία από τις φαβέλες του Ρίο. Λίγους μήνες αφ' ότου ξεκίνησε το σχολείο, κάλεσαν εκεί τη μητέρα του για να της μιλήσουν. Ο νεαρός δάσκαλος που είχε μόλις αποφοιτήσει από την Παιδαγωγική Ακαδημία και σχεδόν επιδιώξει τη θέση αυτή, που όλοι οι συνάδελφοι του προσπαθούσαν να αποφύγουν γιατί τη θεωρούσαν "δυσμενή μετάθεση", είχε το καθαρό μα κάπως ντροπαλό βλέμμα και το ειλικρινές αλλά και σαν κάπως λυπημένο χαμόγελο των καλών ανθρώπων. Της εξήγησε ότι ο Ράφα δεν μπορούσε να παρακολουθήσει τους ρυθμούς των συμμαθητών του, ότι παρουσίαζε "κάποιου είδους υστέρηση" και ότι η μητέρα του θα έπρεπε να σκεφτεί το ενδεχόμενο, ο Ράφα να πάει σε κάποιο ειδικό σχολείο και - σε κάθε περίπτωση - να τον δουν κάποιοι ειδικοί θεραπευτές.
"Υστέρηση", "ειδικό σχολείο" και "ειδικοί θεραπευτές" ήταν βέβαια έννοιες άγνωστες στη φαβέλα. Η μητέρα του Ράφα, στεναχωρημένη, προσβεβλημένη και πεισμωμένη πήρε το γιο της απ' το σχολείο. Κρίμα γιατί η "υστέρηση" του παιδιού δεν ήταν τίποτα που μια συστηματική λογοθεραπεία μερικών μηνών μαζί με κάποια πρόσθετη αγωγή δε θα μπορούσε να θεραπεύσει... αλλά είπαμε, αυτά ήταν άγνωστα στη φαβέλα.
Για να μην μπλέξει ο Ράφα με τα χαμίνια του δρόμου κι αρχίσει σε λίγο καιρό μοιραία να ανακατεύεται με κλοπές, ληστείες, λαθρεμπορία και ναρκωτικά και περάσει τη ζωή του μπαινοβγαίνοντας στις φυλακές ή - θεός φυλάξοι - σκοτωθεί νέος, όπως τόσα και τόσα παιδιά, η κυρία Μπεναλίστου σκέφτηκε μια λύση. Ο ετεροθαλής αλλά αγαπημένος αδελφός της, Μπερνάντο Σοάρες, είχε καλές σχέσεις με τη Μαφία του Ρίο και ειδικά με το παράρτημα της φαβέλας τους, στο οποίο ήταν αρχηγός ο περιώνυμος Δον Αλβάρο ντε Κάμπος. Η έπαυλη του δέσποζε στην κορυφή του λόφου και επόπτευε ταυτόχρονα όλη την απέραντη παραγκούπολη της φαβέλας τους. Πολλά νεαρά παιδιά που δεν είχαν στον ήλιο μοίρα, σαν τον Ράφα, κατάφερναν να βρουν καταφύγιο σε αυτό το προστατευμένο περιβάλλον και να μεγαλώσουν με μια κάποια σιγουριά, μάλλον βέβαια διαχωρίζοντας από νωρίς το δρόμο τους από το μονοπάτι του Νόμου. Υπήρχαν οπωσδήποτε και κάποιοι νεαροί που θέλησαν, και κατάφεραν, να σπουδάσουν ή να ασχοληθούν με το (νόμιμο) εμπόριο, τη ναυτιλία, τον αθλητισμό, πάντα βέβαια υπό την εύνοια της Μαφίας, σε μια δια βίου σχέση σεβασμού και συμπάθειας με αυτήν. Κάτι τέτοιο ονειρευόταν η καημένη, η μάνα του Ράφα. Και πόσο χάρηκε όταν ο αδερφός της, της μετέφερε τη θετική απάντηση.
Ο νεαρός ξεκίνησε λοιπόν. Και αμέσως άρχισαν όλα να πηγαίνουν καλύτερα. Αισθάνθηκε πολύ ευχάριστα στο νέο του περιβάλλον. Όλοι του φέρονταν με καλωσύνη, ευγένεια και ενδιαφέρον, όσο κι αν ακούγεται παράξενο. Γιατί αυτοί οι σκληροτράχηλοι άντρες που υπηρετούσαν τον Δον Αλβάρο, παραβατικοί και παράνομοι όλοι τους, που είχαν κάνει χρόνια στις φυλακές, είχαν διαπράξει αμέτρητες πράξεις βίας, μέχρι και φόνους, που ήξεραν οι περισσότεροι ότι η μέρα που ξημερώνει μπορεί να είναι η τελευταία τους και που δεν είχαν κανένα δισταγμό να φερθούν με ασύλληπτη κακία ή και να αφαιρέσουν ακόμα τη ζωή ίσως και αθώων ανθρώπων... αυτοί οι ίδιοι λοιπόν, έδειχναν σε κάποιες περιπτώσεις απίστευτη, αταίριαστη τρυφερότητα σε ζώα, παιδιά ή ηλικιωμένους. Κανάκευαν τον Ράφα, αστειεύονταν καλοπροαίρετα μαζί του, τον μάθαιναν πράγματα, τον έπαιρναν μαζί τους βόλτες ή στο γήπεδο... Το τραύλισμα του μικρού εξαφανίστηκε. Η εργασία δεν ήταν καθόλου βαριά. Τα παιδιά και οι έφηβοι που ζούσαν στην έπαυλη του Δον Αλβάρο βοηθούσαν σε διάφορες δουλειές του σπιτιού, σερβίρισμα, καθάρισμα, φροντίδα του κήπου και τέτοια. Επίσης μετέφεραν με ποδήλατο διάφορα μικρά δέματα και φακέλλους, σε σημεία της φαβέλας που τους όριζαν, και τα παρέδιδαν σε κάτι περίεργους άντρες και γυναίκες. Ποιός άλλωστε θα υποπτευόταν έναν πιτσιρίκο, ντυμένο με φτωχικά ρούχα, ένα παλιό τρυπημένο σακκίδιο στον ώμο και ένα σαραβαλιασμένο ποδήλατο. Έτσι έκανε τις δουλειές της η Μαφία της φαβέλας, χρησιμοποιώντας παιδιά ως αγγελιαφόρους, ενώ την ίδια ώρα οι άντρες έκαναν άσκοπες βόλτες για να αποπροσανατολίζουν την αστυνομία που μερικές φορές τους παρακολουθούσε. Και ο καιρός περνούσε...
Τις ώρες που δεν είχε δουλειά ο Ράφα, και που ήταν αρκετές, οι άντρες τον άφηναν να κάθεται μαζί τους στο σαλόνι της έπαυλης όπου παρακολουθούσαν στην τηλεόραση ποδοσφαιρικούς αγώνες, ψυχαγωγικά προγράμματα, ντοκυμανταίρ για τη ζωή στην άγρια φύση και άλλα. Αν τυχόν το πρόγραμμα ήταν ακατάλληλο για παιδιά, οι άντρες τον έδιωχναν παρά τις διαμαρτυρίες του. Ανάμεσα στις διάφορες εκπομπές, πριν ή μετά από αυτές, ο Ράφα αναπόφευκτα παρακολουθούσε και αποσπάσματα των δελτίων ειδήσεων, πράγμα που δεν του ήταν καθόλου ευχάριστο, γιατί αυτά έκαναν τον κόσμο να μοιάζει με ένα μέρος απαίσιο και φρικτό, ενώ εκείνος είχε άλλη άποψη... Αυτό πάντως που του έκανε μεγάλη εντύπωση, ήταν που συνεχώς άκουγε για το εθνικό χρέος της χώρας, ότι η Βραζιλία χρωστούσε, ότι η "χώρα μας είναι χρεωμένη" κ.λ.π....
Όλα τα χρόνια που ο Ράφα βρισκόταν στην υπηρεσία του Δον Αλβάρο, δεν ξόδευε ούτε ρεάλι και όλο του το μικρό μισθό τον έδινε στη μητέρα του, η οποία σιγά σιγά με αυτά τα χρήματα έκανε διάφορες απαραίτητες διορθώσεις στη φτωχική καλύβα τους, την έβαψε μέσα και έξω, επισκεύασε το φούρνο αερίου και πήρε για τον εαυτό της δυο τρία φτηνά φορέματα από το μαγαζί με τα κινέζικα ρούχα. Τελικά υπέκυψε και σε μια μεγάλη "πολυτέλεια". Αγόρασε έναν τηλεοπτικό δέκτη και μία τηλεόραση πλάσμα από δεύτερο χέρι. Και μερικά απογεύματα την εβδομάδα έρχονταν σπίτι οι φίλες της, έβλεπαν σήριαλ εκστατικές και μετά έπιναν καφέ, κάπνιζαν και κουτσομπόλευαν χαχανίζοντας μέχρι αργά το βράδυ. Αργότερα η μητέρα του Ράφα ξάπλωνε στο κρεββάτι της, ευχαριστημένη και ανάλαφρη για πρώτη φορά από όταν ήταν κοριτσάκι και μετά από πολλά χρόνια βασανισμένης και δύσκολης ζωής. Και αναλογιζόταν πόσο πολύ αγαπούσε και ευγνωμονούσε το μικρό της αγόρι, που είχε εν τω μεταξύ μεγαλώσει, και πόσο υπερήφανη ήταν γι αυτό.
Αυτό που δεν ήξερε η κυρία Μπεναλίστου ήταν ότι ο Ράφα συγκέντρωνε, σε μηνιαία βάση, από τα φιλοδωρήματα που του έδιναν οι άντρες του Δον Αλβάρο, οι διάφοροι καλεσμένοι και οι επισκέπτες στην έπαυλη, και οι κάθε λογής συνεργάτες στους οποίους παρέδιδε με το ποδήλατο μηνύματα, ποσό ίσο ή και μεγαλύτερο από τον κανονικό μισθό του. Και όλα αυτά τα χρήματα, από τα οποία δεν είχε σπαταλήσει καθόλου, τα συγκέντρωνε σε ένα κουτί από μπισκότα και τα φύλαγε στο ντουλάπι του φτωχικού κοιτώνα του όπου και ήταν απόλυτα ασφαλή καθώς θεωρείται αδιαννόητο για το δεοντολογικό κώδικα της Μαφίας να κλέψεις το σύντροφο σου. Το ποσό που είχε με τα χρόνια συγκεντρωθεί ήταν σεβαστό, στα δε μάτια του Ράφα μυθικό. Και ο νεαρός είχε υποσχεθεί στον εαυτό του να καταφέρει κάποια στιγμή να διαθέσει τα χρήματα αυτά για έναν ανώτερο και ευγενικό σκοπό. Τελικά κατέληξε πως ο σκοπός αυτός δε θα μπορούσε παρά να είναι η συμβολή του στην τακτοποίηση (που στο παιδικό μυαλό του αυτό σήμαινε μάλλον στην εξάλλειψη) του χρέους της χώρας.
Μια μέρα, όλοι οι άντρες ήταν μαζεμένοι στη μεγάλη σάλα, σε μια συνάντηση που είχε ξεκινήσει από νωρίς και τώρα είχε φτάσει μεσημέρι και η σύσκεψη συνεχιζόταν. Ο Δον Αλβάρο καθόταν στην πολυθρόνα του, τη στερεωμένη πάνω σε ένα βάθρο σε μια άκρη της αίθουσας, σα βασιλιάς στο θρόνο του. Δυο φορές πιο βαρύθυμος απ' ότι συνήθως και πολύ μεθυσμένος, αφού είχε πιεί από το πρωί σχεδόν μια μποτίλια από τα πανάκριβα σκωτσέζικα μαλτ ουίσκυ που αγαπούσε. Οι δουλειές δεν πήγαιναν καλά. Πολλοί αντίπαλοι του στη Μαφία ήθελαν να τον αποκαθηλώσουν. Τα μεγάλα Αφεντικά όλο του επισήμαιναν ότι οι αρχηγοί στις άλλες φαβέλες τα κατάφερναν πολύ καλύτερα. Ότι κόλπο και αν είχε μεταχειριστεί δεν είχε αποδώσει. Κι απ' το πρωί οι επικεφαλής των αντρών του, όλο κακά μαντάτα του φέρνανε, όλο προβλήματα, αναποδιές και αποτυχίες του παρουσιάζανε. Κι αυτός όλο έπινε και βυθιζότανε στο βουβό θυμό και στο ζόφο.
Σε κάποια στιγμή, ο Ράφα μπήκε διστακτικά στην αίθουσα για να αλλάξει τα τασάκια που ήτανε ξεχειλισμένα από σβησμένα τσιγάρα και πούρα. Κοίταζε τον Δον Αλβάρο που στήριζε το κεφάλι με το χέρι του, σωριασμένος στην πολυθρόνα με κλειστά τα μάτια. Συγκέντρωσε όλο του το θάρρος και του απηύθυνε το λόγο, όπως το είχε προσχεδιάσει. Ο φόβος και η ντροπή βέβαια του ξανάφεραν ένα τρομερό τραύλισμα στην ομιλία και ακούστηκε κάπως σαν: "Με με μμμε ό-ό-ό-όοοοό-λλλο το σεβββ-ασ-σμμό Δοδοδον Αλββββ-ββββ-άρο......" και συνέχισε κατ' αυτόν τον τρόπο, με αγωνία μεγάλη και υπερπροσπάθεια να πει στο Δον Αλβάρο πως "τον παρακαλούσε, αυτόν που ήξερε τόσα πολλά και είχε τόσες γνωριμίες, να δεχθεί την προσφορά του Ράφα (έτεινε προς το μέρος του το κουτί των μπισκότων με τα χρήματα) και να τη δώσει όπου έπρεπε για να μη χρωστάει πια η Βραζιλία σε κανέναν".
Την αγωνιώδη, ολιγόλεπτη ομιλία του νεαρού, ακολούθησε παρατεταμένη, παγερή σιωπή από τους έκπληκτους άντρες. Ο δε Δον Αλβάρο, που στα μισά περίπου είχε ανοίξει τα μάτια του, παρατηρούσε τώρα με βλέμμα θολό και σκοτεινό τον νεαρό που στεκόταν στη μέση της αίθουσας και περίμενε την αντίδραση του.
Ξαφνικά, με μια αστραπιαία κίνηση, ο Δον Αλβάρο άρπαξε το τεράστιο πιστόλι του που το είχε ακουμπισμένο δίπλα του, σε ένα τραπεζάκι, το έστρεψε προς τον Ράφα και άρχισε να πυροβολεί.
Η αίθουσα γέμισε καπνούς, βροντή και μυρουδιά μπαρούτης. Το λεπτό κορμάκι του παιδιού χόρευε στον αέρα σαν νευρόσπαστο με κάθε βλήμα που δεχόταν από το πανίσχυρο, βαρύ όπλο. Και μετά ο γεμιστήρας άδειασε, οι πυροβολισμοί σταμάτησαν, οι καπνοί κάπως διαλύθηκαν και οι άντρες είδαν το τσακισμένο κορμί του αγοριού στο πάτωμα ξαπλωμένο, με τα μέλη του σώματος σε ολότελα αφύσικες γωνίες διπλωμένα και μέσα σε λίμνες αίματος, σωματικών υγρών, σκορπισμένου μυικού ιστού και εγκεφαλικής ουσίας...
Εκείνο το απομεσήμερο κόπηκε η ανάσα ακόμα και του πιο σκληρού άντρα του Δον Αλβάρο. Και όλοι αρνούνταν να δεχτούν το θέαμα που αντίκρυζαν τα μάτια τους, την πράξη που μόλις είχε κάνει το αφεντικό τους και το χαμό του μικρού, αθώου Ράφα.
Ο Δον Αλβάρο ξέσπασε τότε με ένα αμόκ οργής, απειλών, ύβρεων και τρέλλας. Παραληρούσε γεμίζοντας πάλι το πιστόλι του να καθαρίσουνε αυτό το χάλι και αν κάποιος έχει πρόβλημα με ότι έγινε να λογαριαστούνε αμέσως άμα ήθελε.
Αναγκαστικά λοιπόν κάποιοι από τους άντρες πήραν την πρωτοβουλία να μαζέψουν τη σορό και να τη μεταφέρουν έξω από την αίθουσα, μέσα σε ένα χαλί που βρέθηκε εκεί, να καθαρίσουν το πάτωμα και να αερίσουν το χώρο. Και τα έκαναν αυτά όλα, συνοφρυωμένοι, αμίλητοι και -όσο κι αν ακούγεται απίστευτο- όταν είχαν γυρισμένη την πλάτη και ο Δον Αλβάρο δεν μπορούσε να τους δει, βουρκωμένοι.
Εκείνος έδωσε εντολή και του έφεραν ένα καινούριο, σφραγισμένο μπουκάλι μαλτ ουίσκυ από το οποίο έβαλε μια τριπλή δόση στο ποτήρι του, το ήπιε μονορούφι, το ξαναγέμισε, ήπιε μια γουλιά ακόμα, άναψε ένα τεράστιο πούρο και έδωσε μια νέα εντολή...   
Ο άντρας που την έλαβε βγήκε από την αίθουσα και γύρισε σε λίγο φέρνοντας μαζί του δέκα περίπου νεαρές μουλάτες, καμμία από τις οποίες δεν ήταν πάνω από δεκαπέντε ετών, ημίγυμνες και φοβισμένες, σχεδόν έντρομες. Ο Δον Αλβάρο τις κοίταγε μία μία εξεταστικά, με μάτια που γυάλιζαν, μέσα από σύννεφα καπνού καθώς έπαιρνε βαθιές ρουφηξιές από το πούρο του και άδειαζε και γέμιζε συνέχεια το ποτήρι του. Τελικά έδειξε με το χέρι του τρία από τα μικρά κορίτσια και παίρνοντας το μπουκάλι μαζί του αποσύρθηκε προς την κρεββατοκάμαρα του, όπου θα του τις πήγαιναν σε λίγο.

Λίγο αργότερα και ενώ ο ήλιος είχε βασιλέψει και το σκοτάδι τύλιγε σιγά σιγά τη φαβέλα μα και την πόλη ολόκληρη, μια κραυγή ακούστηκε από την έπαυλη τον Δον Αλβάρο. Μια κοριτσίστικη κραυγή που ερχόταν από την κρεββατοκάμαρα όπου ποιός ξέρει ποιά διεστραμμένη, ανώμαλη επιθυμία του, προσπαθούσε αυτός να ικανοποιήσει με θύμα την μικρή κοπέλλα.
Και η κραυγή της έσκισε τον αέρα και ταξίδεψε πάνω από τη φαβέλα και ενώθηκε με μια άλλη γυναικεία κραυγή που ακούστηκε σχεδόν ταυτόχρονα από κάποιο σημείο πολύ πιο χαμηλά. Συγκεκριμένα από την καλύβα της μάνας του Ράφα, που στο κατώφλι της είχε μόλις ακούσει το μαντάτο, από δυο άντρες που στέκονταν εκεί με τα κεφάλια κατεβασμένα, αμήχανοι και συντριμμένοι. Και πριν η κυρία Μπεναλίστου αρχίσει να μαδιέται και να μοιρολογάει, οι δυο κραυγές, του κοριτσιού και της μεσόκοπης γυναίκας, ενώθηκαν λες σ' ένα χορό στον ουρανό της πόλης, και τις πήρε ο αέρας πάνω από το λιμάνι, πάνω από τη θάλασσα, μίλια μακριά μέχρι που ένα ρεύμα δυνατό τις σκόρπισε πάνω από τον Ατλαντικό.
Και χάθηκαν.  

Παρασκευή 28 Δεκεμβρίου 2012

Κυρία Μακ Γκραθ

(Παραδοσιακό Ιρλανδικό πολεμικό τραγούδι, κυρίως γνωστό από τη διάσημη -και εξαιρετική- διασκευή του Μπρους Σπρίνγκστην - μετάφραση: Χ.Δ.Τ.)


"Κυρία Μακ Γκραθ" είπε του λοχία η φωνή
"στρατιώτη θέλεις να κάνω το γιο σου, το Θοδωρή;
με καπέλλο ψηλό και ωραία στολή
κυρία Μακ Γκραθ δεν το θέλεις πολύ;"

Με μένα για γιε με μάνα για γιε
γιε μου μάνα με μένα για γιε
Με μένα για γιε με μάνα για γιε
γιε μου μάνα με μένα για γιε

Η κυρία Μακ Γκραθ ζει στο γιαλό
εφτά χρόνια τώρα μετρά τον καιρό
μια μέρα φτάνει ένα βαπόρι
που μέσα είναι το μικρό της αγόρι
"Ω Καπετάνιε πες μου, που αρμενίζεις,
τις θάλασσες περνάς, τα πέλαγα σχίζεις,
για το γιο μου μην ξέρεις; τον λεν Θοδωρή,
πεθαμένος να είναι η μήπως να ζει;"

Με μένα για γιε...

Ο Θοδωρής βγαίνει έξω απ' τη ρίζα κουτσός
ξύλινα πόδια έχει πια ο φτωχός
τον αγκαλιάζει Αυτή και παντού τον φιλά
"Γιε μου, εσύ είσαι; Βλέπω καλά;
Μεθυσμένος ήσουν ή μήπως τυφλός,
και σου πήραν τα πόδια κι έχεις μείνει χωλός;
Με τα πόδια γυμνά στων νερών την πλημμύρα
περπάταγες και στά 'φαγε η αρμύρα;"

Με μένα για γιε...

"Μεθυσμένος δεν ήμουν και ούτε τυφλός
σαν τα πόδια μου έχασα κι έχω μείνει χωλός.
Μας χτυπούσαν με κανόνια στις πέντε του Μάη,
μια μπάλλα μου πήρε τα πόδια και πάει."
Τώρα όλοι χτυπιούνται, χτυπιούνται και κλαίνε
"δεν έκανες πέρα, μη σε βρει η μπάλλα" του λένε
"Αχ! Θοδωρή της μαμάς σου καμάρι
με ξύλινα πόδια τώρα ποιά θα σε πάρει;"

Με μένα για γιε...

"Όλοι οι ξένοι πόλεμοι" φωνάζω και κλαίω
 "για κάθε μάνα αίμα και πόνος σας λέω.
Κάλλιο νά 'χα το γιο μου όπως ήταν παιδί
παρά Ναύαρχο στόλου - Πρόεδρο στην Αμερική."

Με μένα για γιε...

Πέμπτη 27 Δεκεμβρίου 2012

Εμπρός στο δρόμο που χάραξε ο Λύο..... (271)


...Καλοβυρνάς, με το υπέροχο "Πλαθολόγιο Λέξεων" των εκδόσεων Intro Books (ISBN:960-6680-12-6) αλλά και τη νέα "απουστειρωμένη" έκδοση του Πλαθολογίου (εκδόσεις IntroBooks 2008, ISBN: 978-960-6680-48-9). Ας προσπαθήσουμε (έστω και ως ανάξιοι μιμητές) να καταγράψουμε ορισμένα ακόμα λήμματα

Μικροτσιπσκευές: οι κάθε λογής μικρές ηλεκτρονικές συσκευές και τα διάφορα "γκάτζετς" που είναι προγραμματιζόμενες, εφοδιασμένες με μικροεπεξεργαστές, μικροτσίπ, μίνι - λάιτ λειτουργικά συστήματα κ.λ.π... Ακόμα και μη τεχνοφοβικοί άνθρωποι, καμμιά φορά αγανακτούν με αυτά τα μαραφέτια και αναπολούν τις παλιές, απλές συσκευές που επέτρεπαν κάποιες βασικές μόνο ρυθμίσεις στο χρήστη (τις μόνες εδώ που τα λέμε που ήταν και απαραίτητες) και ήταν ικανές για στοιχειώδεις απλά λειτουργίες (τις μόνες εδώ που τα λέμε που ήταν και απαραίτητες). Π.χ. - Τί είναι αυτό καλέ μπαμπά; - Ποιό κορίτσι μου; - Πάλι το παμπάλαιο, σαραβαλιασμένο, δημοσιογραφικό σου κασσετοφωνάκι κουβαλάς; Πού είναι το υπερσύγχρονο, μικροσκοπικό, στυλάτο και κομψό ντίτζιταλ ρηκόρντερ που σου δώρισα στη γιορτή σου; Δεν πιστεύω να το παραμέρισες λόγω της παροιμιώδους απέχθειας σου για τις μικροτσιπσκευές... - Όχι καλή μου, απλώς κάπου το έχω καταχωνιάσει και μέχρι να το βρω (που μπορεί να μου πάρει και πολύυυ καιρό έτσι μικρό που είναι πανάθεμα το) χρησιμοποιώ το παλιό που είχα κρατήσει εφεδρικό. - Βρε συ; Μήπως μου λες ψέμματα βρε; - Έλα! Έλα σεμνά!...

Δευτέρα 24 Δεκεμβρίου 2012

Άντε γαμήσου Όσκαρ


"Κυλιόμαστε όλοι στο βούρκο αλλά
κάποιοι Προδότες από εμάς, κοιτούν τ΄αστέρια...."

Από την "Ελεγεία της λάσπης και του βορβόρου, ένα έμμετρο μανιφέστο της παρακμής" του παλαίμαχου αστροναύτη και νυν κυνικού φιλόσοφου και ποιητή, Φανούρη Φανφαρόνη. Θα κυκλοφορήσει προσεχώς, σε μία σπάνια, συλλεκτική έκδοση από την εταιρία "Θρασαρτεποβερακουνστβέρκε", σε εξαιρετικά περιορισμένα αντίτυπα. Το βιβλίο θα είναι τυπωμένο με παραδοσιακή λινοτυπία, σε χαρτί Βιεννουά 69 γραμμαρίων, με γραμματοσειρά Lorem Ipsum και το εξώφυλλο θα κοσμεί χαρακτικό του Ιωακείμ Ντύρερ, τρισέγγονου του βαπτιστικού του δέκατου κληρονόμου του διάσημου, συνεπώνυμου προγόνου του και μεγάλου Γερμανού καλλιτέχνη από τη Νυρεμβέργη. Για να εξασφαλίσετε το αντίτυπο σας, αφήστε μήνυμα πιο κάτω...

Παρασκευή 21 Δεκεμβρίου 2012

Ζούμε σε μία όμορφη χώρα

Ζούμε σε μία όμορφη χώρα
ίσως με όχι τους πιο όμορφους ανθρώπους
που πάντως κάνουν, λες, ότι μπορούν
για να την πληγώσουν και να την ασχημύνουν
παρ' όλα αυτά ζούμε σε μια όμορφη χώρα
ποιός μπορεί να τ' αρνηθεί αυτό
τη στιγμή που αρκεί απλά γύρω σου
να κοιτάξεις όπου κι αν βρίσκεσαι
όποια στιγμή και όποια ώρα
να - ας πούμε- κατά τη διάρκεια
ενός επαγγελματικού ταξιδιού
στην εθνική οδό Κορίνθου-Πατρών
με κάμποσο καφέ απ' το πρωί, νερά,
είναι και το κρύο, βλέπεις χειμώνας,
δυο φορές χρειάζεται να σταματήσεις
στην άκρη του δρόμου για...
κι εκεί, καθώς... παρατηρείς
κάτω σου τη φουντωμένη
από τα νερά των βροχών τη χλόη
και τα πευκάκια που πρασινίζουν
ως χαμηλά, εκεί που βρέχεται
η στεριά από τη θάλασσα του Κορινθιακού
που σαν κανάλι εκτείνεται αριστερά - δεξιά
με τα νερά του μπλε που αλλάζουν
τόπους - τόπους χρώματα απ' τα ρεύματα
που εκεί κυλάνε και αλλάζουν αποχρώσεις
ανάλογα το φως και φτάνουνε ως πέρα
εκεί απέναντι που ξεχωρίζουν
καταπράσινες κι αυτές οι πλαγιές της Ρούμελης
και πίσω τους στο βάθος που ορθώνεται
με τον τεράστιο όγκο του ο Παρνασσός
χιόνι έχει πέσει στις κορφές του
που ώρες - ώρες χάνονται στα σύννεφα
και πάνω απ΄όλα αυτά δεσπόζει
ο ελληνικός ουρανός γαλάζιος
αα... ζούμε σε μια όμορφη χώρα

Αργότερα, βγαίνοντας από το εργοστάσιο
των Πατρών όπου έμεινα κάποιες, για
τις ανάγκες της εργασίας μου ώρες
ο λαμπρός ήλιος είχε κρυφτεί
είχε συννεφιάσει και ψιλόβρεχε...
στο ταξίδι της επιστροφής
εκ νέου βγήκε ο ήλιος
χαζεύοντας πάλι τον Κορινθιακό
αυτή τη φορά από το αυτοκίνητο, χωρίς στάση,
είδα να εμφανίζεται ξαφνικά
και να στεφανώνει το τοπίο
ένα τεράστιων διαστάσεων ουράνιο τόξο

αα.. άλλη μια φορά θα το ξαναπώ
ζούμε σε μια όμορφη χώρα.

Πέμπτη 20 Δεκεμβρίου 2012

Μικρή συζήτηση με δεσμοφύλακα, απομεσήμερο στις Συρακούσες

Σας λέω πάλι Κύριε λοιπόν
πως καθήκοντα χθες ανέλαβα μόλις
να φυλάξω πρέπει τον κρατούμενο αυτόν
εωσότου σε λίγη ώρα από τώρα
θα του επιβληθεί η ποινή του
και τη ζωή θα του πάρουν

Απ' όσα μου εξηγείτε δε γνωρίζω τίποτα
και επιτέλους άνθρωπε πάρε μια ανάσα
πώς κάνεις έτσι; θα πεθάνεις!
μα τί έκανες; έτρεχες μ΄όλες σου τις δυνάμεις;
πώς πάλλεται έτσι το στήθος σου
και η καρδιά σου πώς βροντοχτυπά;
κάθιδρος είσαι απ' την κορφή ως τα νύχια
το πρόσωπο σου έχει συσπασθεί
έχει χαθεί το χρώμα σου τελείως

Ναι, βέβαια ξέρω πως καθήκον μου είναι
όσα μου λες να αναφέρω και θα το κάνω
μα θέλω από αυτό που σκοπεύεις να σε αποτρέψω
αν μη τι άλλο δε θά 'ναι ένας εύκολος θάνατος
οι εκτελέσεις αυτές σχεδόν πάντα είναι πράξεις
σκληρότατης, ασύλληπτης, ανείπωτης βίας...
καλά, καλά, πάω να το πω. Λοιπόν; τ΄όνομα σου Φιντίας;

Τετάρτη 19 Δεκεμβρίου 2012

Εμπρός στο δρόμο που χάραξε ο Λύο..... (270)


...Καλοβυρνάς, με το υπέροχο "Πλαθολόγιο Λέξεων" των εκδόσεων Intro Books (ISBN:960-6680-12-6) αλλά και τη νέα "απουστειρωμένη" έκδοση του Πλαθολογίου (εκδόσεις IntroBooks 2008, ISBN: 978-960-6680-48-9). Ας προσπαθήσουμε (έστω και ως ανάξιοι μιμητές) να καταγράψουμε ορισμένα ακόμα λήμματα

Ραντεβούδας: αυτός που δε δίνει καμμία σημασία στην τήρηση συνέπειας στην ώρα των συναντήσεων ραντεβού του, με αποτέλεσμα να εκνευρίζει έως να εξαγριώνει τους άλλους, ενώ αυτός διατηρεί μια μακαριότητα... ανατολικού τύπου. Π.χ. "Αναστάση, Άναστάση, έλα τί γίνεται; Τί στέκεσαι έτσι μωρέ και με κοιτάς; Έλα, πάμε γρήγορα να κάνουμε τσεκίν.", "Δε χρειάζεται. Το τσεκίν τελείωσε πριν μιάμιση ώρα.", "Πώς;!;! Τότε γρήγορα! Γρήγορα στην πύλη που φεύγει το αεροπλάνο μας!", "Τώρα αεροπλάνο; Απογειώθηκε πριν 45 λεπτά!", "Ε; Μαα... Ε, καλά, δε χάθηκε ο κόσμος, πάμε για καφέ; Κερνάω εγώ! Εδώ πιο κάτω ξέρω που κάνουν έναν καπουτσίνο....", "Αχ βρε Ραντεβούδα Ζήκο... Φύγε βρε... Φύγε γιατί θα προβώ σε ωμότητες Ζήκο...", "Μήπως για μια μπυρίτσα;", "Φύγε Ζήκοοο...!!!".  

Τρίτη 18 Δεκεμβρίου 2012

Εμπρός στο δρόμο που χάραξε ο Λύο..... (269)


...Καλοβυρνάς, με το υπέροχο "Πλαθολόγιο Λέξεων" των εκδόσεων Intro Books (ISBN:960-6680-12-6) αλλά και τη νέα "απουστειρωμένη" έκδοση του Πλαθολογίου (εκδόσεις IntroBooks 2008, ISBN: 978-960-6680-48-9). Ας προσπαθήσουμε (έστω και ως ανάξιοι μιμητές) να καταγράψουμε ορισμένα ακόμα λήμματα

Γκαστρονομικός: (το λήμμα ερμηνεύεται κατ΄ευθείαν με παράδειγμα) - π.χ. "Αγαπητοί κυρίες και κύριοι συνάδελφοι, επιθυμώ εκ νέου να σας επιστήσω την προσοχή στο γεγονός ότι η νομική μας φίρμα, της οποίας έχω την τιμή να ηγούμαι, διακρινόταν ανέκαθεν τόσο για τις επιτυχίες όσο και για το ήθος της, παρ΄όλα όσα λέγονται όσον αφορά την παντελή έλλειψη του στοιχείου αυτού που χαρακτηρίζει εμάς τους δικηγόρους. Γι αυτό παρακαλώ θερμώς να είστε ιδιαίτερα προσεκτικοί από αύριο στο δικαστήριο, στο πώς θα συμπεριφερθείτε στην Κυρία Κλεφτοκοττά, την αξιότιμη συνάδελφο της υπεράσπισης που θα αντιμετωπίσουμε, διότι τυγχάνει γκαστρονομικός την περίοδο αυτή, είναι δηλαδή σε ενδιαφέρουσα. Ας ελευθερωθεί με το καλό και τη σταυρώνουμε τη γκιόσσα. Καταννοητό συνάδελφοι; Αυτά λοιπόν, στις εργασίες σας τώρα!".

Ευχαριστώ Σίλα για τη λέξη που γέννησε το λήμμα


Θάλαμος Ι13, Νευρολογική Κλινική, Νοσοκομείο ΝΙΜΤΣ, Αθήνα, 24 Νοεμβρίου 2012

Δευτέρα 17 Δεκεμβρίου 2012

Δε θέλω, δε μπορώ σου λέω

Βλέπω φίλε μου πως είσαι πολύ αναστατωμένος
και ότι αυτά τα προβλήματα που προέκυψαν
σου έχουν προκαλέσει μεγάλη ταραχή
και ξέρω πως εσύ θα προτιμούσες
σαν τα ήσυχα, τα ακίνητα της λίμνης τα νερά
η ζωή σου κάθε μέρα νά 'ναι
(αυτό ωστόσο μάθε άλλοι το λεν βούρκο και τέλμα)
όμως εσύ αυτό θα επιθυμούσες
μια αδιατάραχτη και ήρεμη γαλήνη
σου λέω όμως φίλε μου, όσο και αν ακούγεται παράξενο,
πως και ζωή χωρίς προβλήματα και αναποδιές
και βάσανα και πίκρες πάλι πλήρης δεν είναι
και πως έτσι θα αισθανθείς κάποια στιγμή
όταν τελειώσουν τα...

Τί σαχλαμάρες είν' αυτές που μ' αραδιάζεις;
τί μωρότητες και τί παραδοξολογίες;
γιατί θα πρέπει πες μου να αντέξω εγώ
όταν Εκείνος που ήταν τέλος πάντων και κοτζάμ...
όταν Αυτός στα γόνατα πεσμένος παρακάλαε
να αποφύγει το μαρτύριο
κι έλεγε (γιατί το είπε - ποιός το αμφισβητεί;):
"Παρελθέτω απ' εμού το ποτήριο...".


Κυριακή 16 Δεκεμβρίου 2012

Πνιγμένος

Με τα σπάνια σου τάλαντα
τα ευλογημένα και μύρια
να πνιγείς πώς κατάφερες
σε πόσα ποτήρια

και τα τόσα χαρίσματα
τα πολλά και μεγάλα
να τα πνίξεις πώς δέχτηκες
μες σε μία μπουκάλα

καλωσύνη, ευγένεια, καλλιέργεια και τρόπους
ανθρωπιά και ευπρέπεια που δεν έχουνε άλλοι
να πνιγούνε πώς άφησες
αχ! σε μία φιάλη.

Τετάρτη 12 Δεκεμβρίου 2012

Τζάνκι στη Μπενάκη

Σ' αυτήν την πόλη που αγκομαχά και ασθμαίνει
και ο εορταστικός στολισμός των Χριστουγέννων
περισσότερο τονίζει παρά απαλύνει το γεγονός
αυτής της πόλης στο κέντρο απόγευμα
σε ένα (ακόμα) κατάστημα
κλειστό λόγω της Κρίσης
που τα κατεβασμένα ρολλά του τα κάλυπταν
από πάνω ως κάτω αφίσσες
με αναγγελίες συναυλιών
μουσικών συγκροτημάτων
σ΄αυτό το πολύχρωμο φόντο εμπρός
στεκόσουν με τον ιδιαίτερο τρόπο
που στέκονται οι τζάνκις
λυγισμένα τα πόδια
σαν έτοιμη κάτω να σωριαστείς
μα δεν έπεφτες
παλινδρομώντας ελαφρά πίσω μπρος
λίγο υψωνόσουν λίγο λύγιζες πάλι
με τα μάτια κλειστά και το στόμα να χάσκει ανοιχτό
και το χέρι σφιγμένο γροθιά στον αέρα μετέωρο
δίπλα στο κεφάλι κρατώντας (λες)
ένα αόρατο ακουστικό τηλεφώνου
κοντά μαλλιά, ρούχα απλά
ανοιχτά καλοκαιριάτικα πέδιλα
σχετικά νέα γυναίκα
από μένα πάντως πιο νέα

σ΄αυτήν την πόλη που αγκομαχά και ασθμαίνει
σε ποιούς κόσμους ήσουν χαμένη;


            Κέντρο Αθήνας, οδός Εμμανουήλ Μπεννάκη
            Τετάρτη 12 Δεκεμβρίου (του Αγίου Σπυρίδωνος)
            2012

Δευτέρα 10 Δεκεμβρίου 2012

Hello darkness


Σαν κάπως κόπασε ο άγριος
ο πόθος μου για σένα
φταίνε ίσως οι τόσες πολλές
μέρες που έχω να σε δω
μαλάκωσε την επιθυμία μου στα
δόντια της η καθημερινότητα
κι έτυχε τούτη τη φορά
ανακουφιστικό να είναι το σκοτάδι
παρήγοροι με να τύλιγαν οι ίσκιοι

ε, όσο νά 'ναι βόηθησαν και ποταμοί
ωκεανοί και θάλασσες ουίσκυ.

Πέμπτη 6 Δεκεμβρίου 2012

Εμπρός στο δρόμο που χάραξε ο Λύο..... (268)


...Καλοβυρνάς, με το υπέροχο "Πλαθολόγιο Λέξεων" των εκδόσεων Intro Books (ISBN:960-6680-12-6) αλλά και τη νέα "απουστειρωμένη" έκδοση του Πλαθολογίου (εκδόσεις IntroBooks 2008, ISBN: 978-960-6680-48-9). Ας προσπαθήσουμε (έστω και ως ανάξιοι μιμητές) να καταγράψουμε ορισμένα ακόμα λήμματα

Ροδόνερο: τις βροχερές ημέρες στους δρόμους, οι ρόδες των διερχόμενων οχημάτων εκτοξεύουν παντού γύρω νερό, το οποίο ασφαλώς ονομάζεται... βλ. λήμμα.
Π.χ. Βρουμ! Φλουπ! Πλατς! Σπλας! Ωχ! Φτου! Ουστ! Να!

Ευχαριστώ Νίκο για το λήμμα. Όπως βλέπεις το έβαλα αυτούσιο. Πρόσθεσα μόνο το μικρό, αλλά γλαφυρό παράδειγμα. Και χρόνια καλά για τη γιορτή σου.



Σημείωση: αγαπητοί αναγνώστες προς αποκατάσταση της ακρίβειας και της αλήθειας, σας ενημερώνω ότι ορισμένες μέρες μετά τη δημοσίευση, ο Νίκος απάντησε ως εξής:
Τώρα είδα τα χρόνια τα πολλά...
… και πολύ σε ευχαριστώ!
καιρό πολύ έχω να μπω στίχους να διαβάσω
και πολύ εμειδίασα σαν το ροδόνερο ανάγνωσα
παρότι το λήμμα απλά μετέφερα
από αλλού αναγνωσμένο…
Πράγματι το λήμμα κυκλοφορεί και αναδημοσιεύεται στο δίκτυο και είναι δύσκολο να καθορισθεί ο αρχικός εμπνευστής, έστω και έτσι όμως τον ευχαριστούμε (μαζί με το Νίκο) και δεν αποσύρουμε την δική μας αναπαραγωγή του λήμματος - άλλωστε με κάτι τέτοιες συνεργασίες έχει προοδεύσει η πλαθολεξία.... έτσι δεν είναι;