Παρασκευή 31 Δεκεμβρίου 2010

Εμπρός στο δρόμο που χάραξε ο Λύο..... (183)

...Καλοβυρνάς, με το υπέροχο "Πλαθολόγιο Λέξεων" των εκδόσεων Intro Books (ISBN:960-6680-12-6) αλλά και τη νέα "απουστειρωμένη" έκδοση του Πλαθολογίου (εκδόσεις IntroBooks 2008, ISBN: 978-960-6680-48-9). Ας προσπαθήσουμε (έστω και ως ανάξιοι μιμητές) να καταγράψουμε ορισμένα ακόμα λήμματα

Ρεβεγιονάριος, ο: αυτός που δεν εννοεί με τίποτα να περάσει την παραμονή της πρωτοχρονιάς σε κάποιο σπίτι, π.χ. το δικό του, φιλικό, συγγενικό κ.λ.π. παρά θέλει να πάει οπωσδήποτε σε κάποιο κέντρο διασκέδασης, κλαμπ, αίθουσα δεξίωσης κ.ά., σε εκδήλωση "ρεβεγιόν". Και με τίποτα δεν παραδέχεται ότι συχνά οι εκδηλώσεις αυτές είναι άχαρες, τυποποιημένες, απρόσωπες κ.ο.κ. και επιμένει ο ρεβεγιονάριος.

Σημ. Το ιστολόγιο εύχεται στους επισκέπτες, αναγνώστες και φίλους: αγάπη, ελπίδα και πίστη για τη νέα χρονιά.

Τρίτη 14 Δεκεμβρίου 2010

Η δίνη

Κατά καιρούς με καταπίνει
μια σκοτεινή κι απαίσια δίνη
όσα κι αν πόνους, βάσανα,
άγχη και ανημπόρια δίνει
έχει μια τέρψη νοσηρή
μια γεύση όμως γλυκειά αφήνει

αχ! πόσος ως να 'ρθει ξανά
καιρός να έχει μείνει;

Τετάρτη 8 Δεκεμβρίου 2010

Εμπρός στο δρόμο που χάραξε ο Λύο..... (182)

...Καλοβυρνάς, με το υπέροχο "Πλαθολόγιο Λέξεων" των εκδόσεων Intro Books (ISBN:960-6680-12-6) αλλά και τη νέα "απουστειρωμένη" έκδοση του Πλαθολογίου (εκδόσεις IntroBooks 2008, ISBN: 978-960-6680-48-9). Ας προσπαθήσουμε (έστω και ως ανάξιοι μιμητές) να καταγράψουμε ορισμένα ακόμα λήμματα

Λασπορόνια, τα: τα ζυμαρικά που παράβρασαν τελείως όμως, άμα το κέφι και η παρέα είναι καλά, ή η λόρδα ή το πιώμα προχωρημένα, είναι - παρ' όλα αυτά - πεντανόστιμα.

Τρίτη 7 Δεκεμβρίου 2010

Εμπρός στο δρόμο που χάραξε ο Λύο..... (181)

...Καλοβυρνάς, με το υπέροχο "Πλαθολόγιο Λέξεων" των εκδόσεων Intro Books (ISBN:960-6680-12-6) αλλά και τη νέα "απουστειρωμένη" έκδοση του Πλαθολογίου (εκδόσεις IntroBooks 2008, ISBN: 978-960-6680-48-9). Ας προσπαθήσουμε (έστω και ως ανάξιοι μιμητές) να καταγράψουμε ορισμένα ακόμα λήμματα

Καβλειώνω: σύνθετη λέξη (ρήμα) με προφανή συνθετικά. Π.χ. Χαρακτηριστικός βόμβος μέσα από την τσάντα - ήρθε γραπτό μήνυμα στο κινητό - διακριτική ανάγνωση, λέει: "Παίδαρε μου, είμαι άρρωστος για σένα, καβλειώνω, έχω πάθει ζημιά μαζί σου", απάντηση: "Κι εγώ καλέ μου αλλά δε μπορώ τώρα, είμαι σε σύσκεψη/διάλεξη/κηδεία κ.λ.π.".

Σημ. Ώρες - ώρες έχω την εντύπωση ότι όλο και πιο συχνά το Πλαθολόγιο παίρνει "γενετήσιο" χαρακτήρα. Από την άλλη... εδώ που έχουμε φτάσει, τί άλλο μένει; Τα βιβλία, η μουσική, το χιούμορ, οι φίλοι, η καλή παρέα, το φαγητό, το κρασί και το.. αυτό. Αυτά.

Κυριακή 21 Νοεμβρίου 2010

Το εκτροφείο

Η καλή φίλη Νουνού, με ρώτησε αν θα μπορούσε να φέρει στη μικρή συγκέντρωση που θα έκανα στο σπίτι μου, τη φίλη της Ζουζού. Η Νουνού, εκτός από καλή φίλη, είναι τόσο γλυκιά και χαριτωμένη που είναι δύσκολο να της αρνηθεί κανείς, πόσο μάλλον εγώ. Ήρθαν λοιπόν μαζί.
Η Ζουζού ήταν μια γυναίκα πολύ κομψή και στυλάτη και αναμφίβολα όμορφη. Τί να την κάνεις όμως την ομορφιά που άμα ο άλλος ανοίξει το στόμα του, χάνεται και πάει; Η Ζουζού, που λέτε, ήταν απίστευτα σνομπ, «καλλιεργημένη καλλιτέχνις», φαντασμένη και ψηλομύτα. Φάνηκε με την πρώτη και επιβεβαιώθηκε τόσο πολλές φορές, μέσα σε τόσο λίγη ώρα, που δεν υπήρχε αμφιβολία. Και δεν τους χωνεύω καθόλου τους ψηλομύτες. Σε κάποια δόση μάλιστα, την άκουσα να λέει:
«Έτσι που λες χρυσή μου, η τελευταία μου σχέση τελείωσε μέσα σε λίγους μήνες. Μα δεν ταιριάζαμε, α πα πα πα. Ακούς εκεί, ήθελε λέει να “πάει μερικές μέρες στο χωριό, να βοηθήσει να μαζέψουν τις ελιές”. Τί σχέση μπορεί να έχω εγώ με τέτοια πράγματα: “χωριό”, “ελιές”; Εγώ μόνο την ελιά του μαρτίνι ξέρω! Αχαχαχα!».
Είχα γίνει τούρκος. Γι αυτό όταν ήρθε κουνάμενη σεινάμενη προς το μέρος μου, με το ποτήρι του κρασιού στο ένα χέρι και το τσιγάρο στο άλλο και κοιτώντας με στα μάτια, με τις βλεφαρίδες να πεταρίζουν, ε δεν κρατήθηκα.
«Κι εσύ, με τί ασχολείσαι;»
«Τί δουλειά κάνω εννοείς;»
«Ναι, ναι»
«Έχω μια μικρή επιχείρηση»
«Αχ! τί ωραία. Και τι επιχείρηση είναι αυτή;»
«Ένα μικρό εκτροφείο»
«Ω! τέλεια. Και τί εκτρέφετε;»
«Μινκ»
«Τί είναι αυτό;»
«Αυτά τα μικρά ζωάκια, σα νυφίτσες, που από το δέρμα τους φτιάχνονται οι ομώνυμες, περίφημες γούνες…..»
Άνοιξε τα μάτια διάπλατα και με κοίταξε με φρίκη.
«Αααα πα πα! Και σκοτώνετε τα άμοιρα ζωάκια για να τους πάρετε το δέρμα; Μα πώς μπορείτε;»
Ύψωσα, επίτηδες, τον τόνο της φωνής μου και απάντησα, δήθεν, εκνευρισμένος.
«Ααααααααα! Πόσο θυμώνω και οργίζομαι όταν μου κάνουν αυτήν την ερώτηση. Και βέβαια τα σκοτώνουμε. Τί θέλατε δηλαδή; Να τα γδέρνουμε ζωντανά; Σαδιστές είμαστε;»
Η Ζουζού έκανε μεταβολή και άρχισε να απομακρύνεται. Κουνούσε με απογοήτευση το κεφάλι. Τη φαντάστηκα να σκέπτεται: «μα καλά, τί της ήρθε της Νουνού και μ’ έφερε στο σπίτι αυτού του κτήνους»; Το μάτι της έπεσε (αυτό δεν το είχα προσχεδιάσει) στο κέρατο του ελαφιού. Ήταν ένα κέρατο ελαφιού που είχα βρει στην Πάρνηθα, όπου πεζοπορούσαμε με τον φίλο μου τον Κώστα. Τα ελάφια της Πάρνηθας, μία φορά το χρόνο, όταν τα κέρατα τους έχουν αναπτυχθεί πλήρως, τα αποβάλλουν και φυτρώνουν νέα που μεγαλώνουν μέχρι τον επόμενο χρόνο κ.ο.κ. Όλοι οι εκδρομείς της Πάρνηθας και άλλων βουνών το ξέρουν αυτό και πολλοί έχουν διακοσμήσει το σπίτι τους με τα κέρατα αυτά.
«Αααααααααα!», έμπηξε μια φωνή η Ζουζού, «τί ειν’ αυτό;»
Ε, πάλι δε μπόρεσα να κρατηθώ.
«Τρόπαιο», της απάντησα.
«Τί τρόπαιο;», αποκρίθηκε, «αποτρόπαιο είναι».
«Α, δεν έχεις δίκιο. Αν ακούσεις πώς το απέκτησα, θα αλλάξεις γνώμη»
Ήταν φανερό, πως πάλευαν μέσα της οι καλοί της τρόποι και ένα αίσθημα χρέους, που ως προσκεκλημένη είχε, με την απέχθεια που πλέον της προκαλούσα. Τα πρώτα νίκησαν. Με κοίταξε με καρτερία. Και γω ξεκίνησα να λέω:
«Θα συμφωνείς φαντάζομαι Ζουζού, πως υπάρχουν κάποια ένστικτα του ανθρώπου πολύ παλιά και πολύ βαθιά, ανεξίτηλα μέσα του χαραγμένα με τρόπο…. πώς να το πω; Με τρόπο «γονιδιακό» ας πούμε. Αυτά δυστυχώς, στη σύγχρονη, «πολιτισμένη» εποχή τα καταπνίγουμε, τα αγνοούμε, τα χαλιναγωγούμε και να μου επιτρέψεις: πιστεύω πως τέτοιες πρακτικές δεν είναι άμοιρες στην εξάπλωση της κατάθλιψης κι ένα σωρό άλλων που μας κατατρύχουν. Κι ένα από αυτά τα ένστικτα τα αρχέγονα – κανείς δε μπορεί αυτό να το αμφισβητήσει – είναι για τους ανθρώπους, τους άνδρες ιδίως ανθρώπους (!), το ένστικτο του κυνηγού.
Με βάση αυτά λοιπόν αποφάσισα κι εγώ, πάνε τρία χρόνια τώρα, ν’ ασχοληθώ με το κυνήγι. Μη έχοντας προηγούμενη εμπειρία, πήρα μέρος σε κάτι σεμινάρια σχετικά. Μου κόστισε βέβαια κάτι παραπάνω (είναι βλέπεις κι ο εξοπλισμός πανάκριβος: ρούχα, αξεσουάρ διάφορα και – κυρίως – ο οπλισμός), αλλά εν τέλει αποζημιώθηκα. Μετά το πέρας των θεωρητικών σεμιναρίων και της βασικής εκπαίδευσης (σκοποβολή κ.λ.π.), πήρα μέρος σε κυνηγετική εκδρομή – σαφάρι που διοργάνωσε η ίδια εταιρία των σεμιναρίων, επίσης με πολύ τσουχτερό τίμημα.
Μεταβήκαμε στην περιοχή του κεντρικού ορεινού όγκου, στο Διρφομαίναλο, με θηριώδη 4x4 αυτοκίνητα που κουβαλούσαν εκτός από εμάς και τις προμήθειες, τον εξοπλισμό μας και βοηθητικό προσωπικό. Μισθώσαμε εκεί κάτι ντόπιους βλάχους, χωριάτες, να μας εξυπηρετούν ως ανιχνευτές. Εννοείται πως μόνο τούμπες δεν έκαναν, καθώς το μεροκάματο που τους δίναμε ξεπερνούσε το – υπό κανονικές συνθήκες – μηνιάτικο γι αυτούς. Πολλοί από εμάς (κι εγώ μεταξύ τους) εκμεταλλευθήκαμε το γεγονός αυτό και βγάλαμε τ’ άχτι μας πάνω τους.
Οι ομάδες χωρίστηκαν κι άρχισε η κάθε μία να σκαρφαλώνει το βουνό, μέσα στο δάσος. Μετά από δύο περίπου ώρες πεζοπορίας, ο ανιχνευτής μου έκανε νόημα πως είχε αρχίσει να βλέπει ίχνη και σημάδια παρουσίας ελαφιού και πως έπρεπε να κάνουμε ησυχία. Συμμορφωθήκαμε και μετά από λίγο μού’ δειξε με το χέρι και το δάχτυλο τεντωμένο, ένα σημείο πάνω στην πλαγιά του βουνού.
Σήκωσα το πανίσχυρο, μεγάλου βεληνεκούς πολεμικό μου όπλο (κανονικά ήταν παράνομο να χρησιμοποιεί κανείς τέτοιου είδους όπλα για κυνήγια ή και να κατέχει τέτοια γενικά, μα δε βαριέσαι; Τί πάει να πει παράνομο στη χώρα αυτή, στα τέτοια μου άρα και μένα, σήκωσα λοιπόν το όπλο μου και κοίταξα από τη διόπτρα. Όντως ήταν εκεί, περίπου 250 μέτρα προς τα πάνω, στην πλαγιά, ένα περήφανο αρσενικό, με μεγαλόπρεπα κέρατα. Είχε ήδη κάτι αντιληφθεί και μύριζε τον αέρα με ανησυχία. Δεν υπήρχε χρόνος για χάσιμο. Σκόπευσα με ψυχραιμία και πάτησα την σκανδάλη.
Το χτύπημα ήταν συντριπτικό μα όχι θανάσιμο. Ήθελα βλέπετε το ελάφι ζωντανό ακόμα, όταν θα βρισκόμουν κοντά του. Γι αυτό το χτύπησα στην κλείδωση του πίσω ποδιού. Το πλήγμα από το πολεμικό μου όπλο ήταν τόσο ισχυρό που το κάτω άκρο αποχωρίσθηκε από το σώμα και πετάχθηκε μακριά, το δε ζώο σωριάσθηκε κάτω ημιλιπόθυμο.
Παρέδωσα το βαρύ όπλο σ’ έναν από τους Πακιστανούς δούλ…. εμ, βοηθούς που είχα στην ομάδα κι άρχισα να ανηφορίζω με τους υπόλοιπους να με ακολουθούν. Έφθασα στο μικρό πλάτωμα, το θήραμα μου ήταν εκεί ξαπλωμένο, αιμόφυρτο, λαχανιασμένο. Το πλησίασα. Έβγαλα από τη θήκη το πανάκριβο κυνηγετικό μου μαχαίρι, ολοκαίνουριο, αχρησιμοποίητο, είκοσι εκατοστά λάμα, κοφτερό σα νυστέρι, σκληρό σαν ατσάλι.
Το κτήνος πρέπει κάτι να κατάλαβε ή να διαισθάνθηκε. Η κόρη του ματιού του διεστάλλει τρομαγμένη. Και πάνω της είδα καθρεφτισμένο τον εαυτό μου και μα την αλήθεια, με καμάρωσα: γεμάτος σιγουριά και αυτοπεποίθηση και αποφασιστικότητα. Γονάτισα πάνω στο λαιμό του ζώου ρίχνοντας όλο μου το βάρος. Άρχισα να δουλεύω με τη μύτη του μαχαιριού στη βάση του κέρατου, κόβοντας δέρμα και κρέας. Το ελάφι άρχισε να βγάζει δυνατούς, πονεμένους μυκηθμούς και να προσπαθεί να ξεφύγει, μα δεν του άφησα κανένα περιθώριο. Το μαχαίρι μου σκάβοντας σα χειρουργικό εργαλείο βρήκε το σημείο που το κέρατο ενωνόταν με το κρανίο. Έμπηξα το μαχαίρι μου εκεί και κουνώντας το πάνω κάτω σα μοχλό, υποβοηθώντας και με δυνατά κουνήματα του ελεύθερου χεριού μου που είχε αρπάξει γερά το κέρατο, δουλεύοντας μεθοδικά και αδιαφορώντας για τις οιμωγές του μηρυκαστικού, κατάφερα μετά από 10 περίπου λεπτά να ξεκολλήσω το κέρατο από το κρανίο. Το σήκωσα ψηλά με υπερηφάνια. Είχα πετύχει το στόχο μου. Γύρισα και κοίταξα το θλιβερό, σακάτικο απομεινάρι. Δε μπορούσε να με εξυπηρετήσει άλλο κι είπα να το απαλλάξω απ’ τη μιζέρια του. Με ένα μοναδικό μα καίριο χτύπημα του έκοψα τη σφαγίτιδα φλέβα και πέθανε αυτοστιγμεί, κεραυνοβολήμένο. Γεύτηκα το ζεστό, αλμυρό, αίμα ακουμπώντας τη γλώσσα μου στη λάμα του μαχαιριού κι άρχισα να κατηφορίζω την πλαγιά με το τρόπαιο στα χέρια, αφήνοντας τους υπόλοιπους να γδάρουν και να τεμαχίσουν το ζώο.
Τα καλύτερα κομμάτια τα φάγαμε το βράδυ με τους άλλους φίλους κυνηγούς, σε ένα ξενώνα της περιοχής, συνοδεία ακριβού κρασιού. Το δείπνο ακολούθησε συζήτηση και ανταλλαγή των εμπειριών και αφήγηση των περιπετειών μας, μαζί με ακριβά ουίσκυ μωλτ και πούρα, μέχρι σχεδόν το πρωί. Αα, υπέροχο πράγμα το κυνήγι!», κατέληξα, κοιτώντας όλο λατρεία το «τρόπαιο».
Η δεσποινίς Ζουζού ήταν πλέον πελιδνή και έτρεμε από φρίκη. Ακούμπησε όπως – όπως το ποτήρι της κάπου, άρπαξε την τσάντα της και βγήκε από το σπίτι κυριολεκτικά τρέχοντας, ενώ ήδη πριν την εξώπορτα είχε ξεσπάσει σε λυγμούς.
Αναμίχθηκα με τις παρέες των προσκεκλημένων μου. Γέμιζα τα ποτήρια με κρασί, ανανέωνα τους μεζέδες, έπιανα ψιλή κουβέντα. Με την άκρη του ματιού μου είδα τη Νουνού να γυρνάει στα δωμάτια απορημένη. Με πλησίασε και με ρώτησε:
«Μα… πού είναι η Ζουζού; Την είδες; Πού έχει πάει;»
Σήκωσα τους ώμους μου με το χαρακτηριστικό τρόπο που δηλώνει άγνοια.
«Μα πώς, αφού σε είδα μαζί της, της μιλούσες για ώρα……»
Σταμάτησε, σοβάρεψε ξαφνικά και μου είπε με θυμωμένο τόνο:
«Βρε τέρας! Τί είπες στην κοπέλλα βρε;»
Έτρεξε κι αυτή έξω απ’ το σπίτι, πληκτρολογώντας στο κινητό τον αριθμό της Ζουζούς. Βγήκε έξω στο δρόμο φωνάζοντας: «Ζουζουού! Ζουζουού!»
Εγώ επέστρεψα στη γιορτή. Ένοιωθα πολύ κεφάτος. Και ήμουν σίγουρος ότι θα περνούσαμε μια ωραία βραδιά.

Τρίτη 16 Νοεμβρίου 2010

Εμπρός στο δρόμο που χάραξε ο Λύο..... (180)

...Καλοβυρνάς, με το υπέροχο "Πλαθολόγιο Λέξεων" των εκδόσεων Intro Books (ISBN:960-6680-12-6) αλλά και τη νέα "απουστειρωμένη" έκδοση του Πλαθολογίου (εκδόσεις IntroBooks 2008, ISBN: 978-960-6680-48-9). Ας προσπαθήσουμε (έστω και ως ανάξιοι μιμητές) να καταγράψουμε ορισμένα ακόμα λήμματα

Καρτανόηση, η: όλες οι δουλειές πια με κάρτες γίνονται, έχει γεμίσει το πορτοφόλι μου (και του καθενός) με έξυπνες κάρτες. Ζούμε σε έναν κόσμο γεμάτο καρτανόηση.

Κυριακή 14 Νοεμβρίου 2010

Ο Σαμουήλ κλειθροποιός

Ο φίλος Γ. προσήλθε στο τακτικό μας, άπαξ της εβδομάδος, ραντεβού για απογευματινοβραδυνό απεριτίφ στο καφεμπάρ πλησίον της πλατείας Συντάγματος, όπου για χρόνια πολλά συχνάζαμε, προσήλθε λέω αργοπορημένος μα και εκνευρισμένος. Το κατάλαβα αμέσως από τον τρόπο που παρκάριζε το σκούτερ βλαστημώντας. Ήρθε προς το μέρος μου συνεχίζοντας να βρίζει, καθώς είχε και δυσκολίες να ξεκουμπώσει τον ιμάντα του κράνους - κάπως είχε μαγκώσει φαίνεται, χα! χα! κάπως έτσι δε συμβαίνουν αυτά πάντα; Κι εγώ ήμουν έτοιμος να τον τσιγκλίσω.
«Τι έγινε; Νευράκια; Νευράκια;»
«Άσε με ρε, άσε με σου λέω».
«Ναι, αλλά δεν πάει έτσι».
«Τί δεν πάει έτσι;»
«Να, πολύ εύκολα χάνεις την ψυχραιμία σου, δεν έχεις καθόλου…. πώς να το πω… αυτοέλεγχο, αυτοπειθαρχία. Είναι σοβαρό μειονέκτημα αυτό ξέρεις. Αργά ή γρήγορα θα το διαπιστ….»
«Ρε δεν πα να γαμηθείς λέω εγώ», με διέκοψε με τόνο οξύ ο Γ. μα αμέσως μετά με φωνή που γλύκανε είπε:
«Καλησπέρα, τι κάνεις; Συγνώμμη, ε;»
Αυτά ήταν για τη γλυκιά dj που βρισκόταν πίσω μου και μόλις την είχε δει.
«Καλησπέρα», απάντησε αυτή χαμογελαστή, «κανένα πρόβλημα».
Παρήγγειλε εν τω μεταξύ και ποτό που ήρθε, οπότε – με την ένταση να έχει εκτονωθεί – τον ρώτησα, στα σοβαρά τώρα:
«Τί έγινε ρε;»
«Άσε ρε μαλάκα, άσε, να κοίτα», μου είπε κι έβγαλε από την τσέπη του ένα σπασμένο κλειδί και μου το έδειξε.
«Ε, τί είναι αυτό;»
«Έσπασε το γαμοκλειδί ασφαλείας μέσα στη γαμοκλειδαριά ασφαλείας, στη γαμόπορτα ασφαλείας του σπιτιού, γαμώ την ασφάλεια μου μέσα και δε βγαίνει με τίποτα!»
«Ε, και δε φώναξες κλειδαρά;»
«Φώναξα, πώς δε φώναξα;»
«Ε, και τί σού ‘πε;»
«Πως δε μπορεί να το βγάλει με τίποτα, πως έχει σφηνώσει για τα καλά και πως πρέπει να αλλαχθεί μέρος του μηχανισμού».
«Ε, εντάξει τότε».
«Τί εντάξει ρε βλάχο; 200 – 300 ευρώ θα κοστίσει. Συν 30 ευρώ η επίσκεψη – διάγνωση. Τώρα που έχω τόσα έξοδα ρε πούστη μου…..»
(Δε χρειάστηκε παρά 1 δευτερόλεπτο. Βέβαια, έτσι είναι. Άμα το ταλέντο είναι πηγαίο, άμα την έχει μέσα του ο άνθρωπος την κλίση……)
«Θες να δοκιμάσεις με τον δικό μου κλειδαρά που συνεργάζομαι χρόνια κι είναι πολύ καλός;»
Με κοίταξε με το φρύδι ερωτηματικά ανασηκωμένο. Συνέχισα.
«Να εδώ πιο κάτω, Ακαδημίας και Εμμανουήλ Μπενάκη γωνία είναι το μαγαζί του Σαμ».
«Του Σαμ;» (το φρύδι είχε σηκωθεί κι άλλο).
«Ναι, ο Σαμ ο κλειδαράς, ήμασταν μαζί στο στρατό».
«Ο Σαμ, ο κλειδαράς, απ’ τον στρατό…..» επανέλαβε αργά ο Γ. με το βλέμμα γεμάτο ειρωνεία και καχυποψία (λογικό με όλα αυτά τα φίδια και τα φούμαρα που τού ‘χα σερβίρει όλα τα χρόνια). Δεν τού ‘δωσα περιθώριο.
«Ναι ρε μαλάκα, αλήθεια, σοβαρά σου μιλάω. Να, πάμε να περάσουμε μετά με το μηχανάκι, να δεις το μαγαζί». Όντως υπήρχε κλειδαράδικο σε αυτό το σημείο – είχα πάει καναδυό φορές να φτιάξω κλειδιά για το παλιό μου αυτοκίνητο. Κάθε καλό ψέμμα, πρέπει να έχει μερικά συστατικά αλήθειας για να γίνεται πιστευτό. Στην περίπτωση μας, αυτό ήταν το μόνο αληθινό και βαρετό στοιχείο πεζής πραγματικότητας. Όλα τα άλλα θα ήταν….. Τέχνη. Που θα ξεκινούσε ευθύς.
«Άκου λοιπόν»: με τον Σαμ ήμασταν μαζί στον στρατό. Καλό παιδί ο Σαμ. Από το Σαμουήλ. Ο Σαμ ήταν Εβραίος, Έλληνας υπήκοος. Καλό, χρυσό παιδί που λες ο Σαμ, αλλά μας είχε πρήξει με τη δουλειά του (ήταν κλειδαράς όπως και όλοι στην οικογένεια του εδώ και 10 γενιές σχεδόν). Και τα κλειδιά τούτο κι οι κλειδαριές εκείνο κι οι πόρτες ασφαλείας το άλλο.
«Αμάν ρε Σαμ πια, μας έπρηξες!» του λέγαμε. «Λες κι είσαι πια επιστήμονας της ΝΑΣΑ. Ένας κλειδαράς είσαι». Και ο Σαμ διαμαρτυρόταν:
«Μα όχι, δεν έχετε δίκιο», και μας ανέλυε την υψηλή τέχνη της κατασκευής κλειδιών που τα παλιά τα χρόνια είχε δημιουργήσει κομψοτεχνήματα. Που μπορεί κανείς να δει στα μουσεία τάδε και τάδε και τάδε της Ευρώπης. Και η σπουδαία τεχνική της κατασκευής κλειδαριών. Και ο αυτοκράτωρ Λουδοβίκος ο 16ος που σχεδίαζε, κατασκεύαζε και επιδιόρθωνε κλειδαριές!...«Εμ, τέτοιος χαραμοφάης πού ‘ταν και με τέτοιες μαλακίες που έκανε, είναι ν’ απορείς που τον περάσανε από την καρμανιόλα;», τον διακόπταμε.
«Μα όχι, όχι!» επέμενε ο Σαμ. Και οι πρόγονοί του, Εβραίοι ιταλικής καταγωγής, οικογένεια Bellochio στη Βενετία, σπουδαίοι κλειθροποιοί, προμηθευτές των ευγενών και του κράτους. Και ο προπάππους του που ήρθε στα Επτάνησσα, στην Ιθάκη και εξελλήνισε το όνομα του και από Μπελόκιο το έκανε Μπελόκος, επίθετο που είχε και αυτός (εμείς βέβαια αντί για Μπελόκο τον φωνάζαμε «Μπρελόκο» και τσαντιζότανε), κι ο παππούς που ήρθε στην Αθήνα και το μαγαζί που είχανε στο κέντρο, («αυτό για το οποίο σου μιλάω», είπα στο Γ.) και τα λοιπά και τα λοιπά. Γούστο είχε ο Μπρελόκος.
Απολυθήκαμε, χωρίσαμε, χαθήκαμε. Μια μέρα που γυρνούσα στο κέντρο και συμπτωματικά είχα ένα πρόβλημα με τα κλειδιά του αυτοκινήτου, μού ‘ρθε στο μυαλό ο Σαμ. Θυμήθηκα στο περίπου τη διεύθυνση, έψαξα, ρώτησα, το βρήκα. Μπαίνω μέσα, τί να δω; Το Σαμ, στο βάθος, σκυμμένο σ’ ένα πάγκο να μαστορεύει. Δεν είχε και πελατεία, μοναχός ήταν οπότε βάζω και γω μια φωνή, εν είδει στρατιωτικής εντολής:
«Μπρελόκος!!! Πέντε μέρες φυλακή κωλόψαρο!!!».
Σήκωσε τα μάτια ξαφνιασμένος, με κοίταξε με απορία, μα μετά με αναγνώρισε… Χαρές και πανηγύρια. Είπαμε τα νέα μας, μού ‘φτιαξε και το κλειδί – δεν ήθελε να πάρει λεφτά, ξέρεις τώρα, συμφωνήσαμε να τα ξαναπούμε. Πέρασα μετά δυο τρεις φορές ακόμα, για καλημέρα. Μάλιστα κανονίσαμε και βρήκαμε και κάτι άλλες σειρούλες και κάναμε ένα απόγευμα ένα ωραίο γλεντάκι σ΄ ένα ουζερί πού ‘ταν εκεί κοντά. Φαντάζεσαι ε, αντροπαρέα, ούζα, ιστορίες από το στρατό… δε μας έμεινε άντερο απ’ το γέλιο. Από τότε, ότι δουλίτσα σχετική έχω, στο Σαμ πηγαίνω. Έχω στείλει κι άλλους κι έχουνε μείνει όλοι απόλυτα ευχαριστημένοι.
«Γι αυτό σου λέω, πήγαινε στο Σαμ εκ μέρους μου. Δύο τινά μπορεί να συμβούν. Θά ‘ρθει ο Σαμ και –πίστεψε με- άμα δε μπορέσει κι αυτός να βγάλει το κλειδί δε θα μπορεί κανένας. Θα το αντιμετωπίσει σαν πρόκληση, πώς να στο πω; Μπορεί να κάτσει δυο ώρες ναι παιδεύεται, χωρίς χρέωση εννοείται. Άμα λοιπόν ο Σαμ πει πως είναι αδύνατον, τότε όντως είναι έτσι και είχε δίκιο κι ο πρώτος κλειδαράς που φώναξες. Σ’ αυτήν την περίπτωση, ο Σαμ θα σου κάνει την επιδιόρθωση (και θα κάνει και εξαιρετικά καλή δουλειά) και θα σου πάρει και λίγα, αφού είσαι από μένα. Ε, τί άλλο θες;».
«Λες, ε;» ρώτησε ο Γ. διστακτικά. Αυτό ήταν! Είχε πεισθεί. Κουβεντιάσαμε για άλλα πια πράγματα, πέρασε η ώρα, φύγαμε ο καθένας για το σπίτι του.
Ξάπλωσα, ακούμπησα το κεφάλι μου στο μαξιλάρι, μ’ ένα χαμόγελο πλατύ. Φανταζόμουν το αυριανό σκηνικό…

«Καλημέρα σας!»
«Καλημέρα σας»
«Είσαι ο Σαμ;»
«Πώς είπατε;»
«Έρχομαι από τον Χ… πού ‘σασταν στο στρατό μαζί»
«Ποιός είναι αυτός; Δεν ξέρω κανέναν Χ.»
«Συγνώμμη, δεν είναι εδώ το μαγαζί του Σαμ του Μπρελόκ…… του Μπελόκου;»
«Όχι άνθρωπε μου. Το δικό μου μαγαζί είναι εδώ»
«Μα… μου είπανε… Μήπως ήτανε παλιά του Σαμ κι έχει φύγει τώρα;»
«Όχι βρε χριστιανέ μου, δικό μου είναι το μαγαζί είκοσι χρόνια τώρα. Και το όνομα μου είναι Επαμεινώνδας Σουσαμοβούρδουλας, όχι… Σαμ»
Παύση. Και μετά, οργισμένα:
«Α ρε πούστη, κερατά! Θα σε φτιάξω γω ρε!»
«Καλά, είσαι σοβαρός; Θα με βρίσεις κι από πάνω; Δε φτάνει που μπαίνεις στο μαγαζί και μου τσαμπουνάς ένα σωρό τρέλλες, θα μας βρίσεις και θα μας απειλήσεις κι όλας; Τί καταλαβαίνεις τώρα, θες να…..;»
«Όχι κύριε, με συγχωρείτε κύριε, λάθος, λάθος!»
«Ε, λάθος… λάθος, άιντε περάστε έξω κύριε…. Και στα τσακίδια κύριε!»

Ο ύπνος άρχισε σιγά – σιγά να με γλυκοπαίρνει.
Χε! χε! χε!

Τρίτη 9 Νοεμβρίου 2010

Εμπρός στο δρόμο που χάραξε ο Λύο..... (179)

...Καλοβυρνάς, με το υπέροχο "Πλαθολόγιο Λέξεων" των εκδόσεων Intro Books (ISBN:960-6680-12-6) αλλά και τη νέα "απουστειρωμένη" έκδοση του Πλαθολογίου (εκδόσεις IntroBooks 2008, ISBN: 978-960-6680-48-9). Ας προσπαθήσουμε (έστω και ως ανάξιοι μιμητές) να καταγράψουμε ορισμένα ακόμα λήμματα

Πυγμάγχος, το: νευρικότητα, ανησυχία, φόβος κ.λ.π., μ’ άλλα λόγια άγχος, που διακατέχει εξαιρετικά βραχύσωμο άτομο πριν αυτό προσεγγίσει άλλο άτομο που του αρέσει και τον έλκει. Το ενδεχόμενο της απόρριψης μα και –κυρίως- της χλεύης και της περιφρόνησης, λόγω παρουσιαστικού, προκαλεί παράλυση. Αφορά κυρίως άνδρες καθώς οι όχι ψηλές γυναίκες, συχνά θεωρούνται χαριτωμένα μικροκαμωμένες, έχουσες τα στυλ «μινιόν» ή «πετίτ». Π.χ. «Ακούς εκεί, πώς τόλμησε να μου την πέσει!», «Ποιός;», «Αυτός ο τάπας, ο ζουμπάς, ο σπιθαμιαίος, ο…ο… πυγμαίος!», «Και τι σκέφτεσαι να κάνεις;», «Μάλλον θα προχωρήσουμε, γουστόζικο τον βρίσκω!». (Σημ. τσάμπα το πυγμάγχος!).

Κυριακή 31 Οκτωβρίου 2010

Η (αληθινή) ιστορία του Πέτρου και του λύκου


Διότι, μόνον εγώ αγαπητοί αναγνώστες, όπως και σε άλλα κείμενα θα έχετε διαπιστώσει, μόνον εγώ ξέρω – μα και έχω το θάρρος να σας λέω – την αλήθεια! Ιδού:
Όταν ο Πέτρος μπήκε στην εφηβεία, το συμβούλιο του χωριού (μιας αυτοδιαχειριζόμενης κοινότητας – κολλεκτίβας), αποφάσισε να του αναθέσει πιο υπεύθυνα καθήκοντα στις κοινές εργασίες. Και συγκεκριμένα, να βοσκά τα πρόβατα στο βουνό. Ο Πέτρος ήταν ένα έξυπνο, εργατικό και φιλότιμο παιδί. Είχε όμως ένα φοβερό ελάττωμα. Ήτανε ψεύτης φοβερός, τερατολόγος, παραμυθάς. Τους είχε φλομώσει στο ψέμμα όλους. Κι ήτανε και καλός ο μπαγάσας. Όλοι την πατάγανε και τον πιστεύαν. Είπανε «Άσε, θα μεγαλώσει και θα του περάσει. Άσε, με τη δουλειά θα του περάσει».
Μα πού; Από την πρώτη μέρα, εκεί που βόσκαγε τα πρόβατα, μπήκε ο διάβολος μέσα του, πήγε μέχρι την άκρη του γκρεμού, έκανε τα χέρια του χωνί και βάλθηκε να φωνάζει προς τα κάτω, στον κάμπο, στο χωριό:
«Λύκος! Λύκος!»
Τρελλάθηκαν οι χωρικοί. Αρπάξαν τα μπαστούνια, αρπάξαν τα τουφέκια. Τρέξανε πάνω στο βουνό. Μα όταν φτάσανε πουθενά λύκος. Τα προβατάκια βοσκούσαν ήσυχα κι ο Πέτρος κυλιόταν κάτω από τα γέλια. Του κάνανε σοβαρή παρατήρηση και φύγαν θυμωμένοι.
Την άλλη μέρα, πάλι τα ίδια. Φώναξε ο Πέτρος με φωνή σπαρακτική:
«Λύκος! Αλήθεια μωρέ τούτη τη φορά σας λέω, λύκος, λύκος, λύκος!»
Θέλοντας και μη οι χωρικοί, αρπάξαν τις μαγκούρες, αρπάξανε τα δίκαννα, τρέξανε πάνω. Πάλι τα ίδια. Λύκος πουθενά κι ο Πέτρος ξελιγωμένος από τα γέλια. Ο πρόεδρος της κοινοτικής συνέλευσης, βράζοντας από θυμό, του έκανε δριμεία παρατήρηση και του δήλωσε ξεκάθαρα πως θά ‘χε μία μόνο, τελευταία ευκαιρία. Με ένα ακόμα λάθος θα τον διώχναν από το χωριό.
Την άλλη μέρα, εκεί που ο Πέτρος βόσκαγε τα πρόβατα – κάπως προβληματισμένος (πρέπει να πούμε) με τις εξελίξεις – κατάλαβε ξαφνικά τα ζωντανά νά ‘ναι κάπως νευρικά, άκουσε το τσοπανόσκυλο να γρυλλίζει, γυρνάει, κοιτάει, τί να δει; Στην άκρη του ξέφωτου, ένας αγριολύκαρος μέχρι κει πάνω, με τα αυτιά ορθωμένα και τα δόντια (πωω τι τεράστια δόντια!) ξεγυμνωμένα. Τρελλάθηκε από το φόβο του. Κι άρχισε να φωνάζει:
«Λύυυυκος! παιδιά ακούστε με, λύκος παιδιά πιστέψτε με, εεεεεεε χωριανοί αλήθεια, ορκίζομαι, λύκος μωρέεεε, βοήθειααααα!»
Ούτε που του δώσαν σημασία. Το προεδρείο της συνέλευσης συγκεντρώθηκε και βγήκε η απόφαση αμέσως: με το που θα γύριζε το δειλινό ο Πέτρος στο χωριό, θα μπάζαν μέσα το κοπάδι μα για αυτόν, η πύλη του περιβόλου του χωριού θά ‘ταν κλειστή. Ε, αμάν πια!
Ο Πέτρος κατάλαβε πως ήταν πια μόνος. Όλες τις ελπίδες του τις εναπόθεσε στον τετράποδο σύντροφό του και τόνε διέταξε (με όσο πιο σταθερή και δυνατή φωνή μπορούσε):
«Πάνω του Γκέκα! Όρμα του αγόρι μου!»
Το πιστό σκυλί υπάκουσε κι έκανε δυο τρία βήματα προς το μέρος του λύκου. Μα κείνος ύψωσε το – τουλάχιστον διπλάσιο από του σκύλου κορμί του – κι άφησε ένα τρομερό ουρλιαχτό. Ο καημένος ο Γκέκας, τράπηκε σε άτακτη φυγή κλαψουρίζοντας σαν κουτάβι:
«Κάι, κάι, κάι».
Κι έφυγε. Τα δε πρόβατα, είχαν σκορπίσει και φύγει από ώρα. Ο Πέτρος ήταν ολομόναχος με το λύκο που του χίμηξε με μεγάλες δρασκελιές. Στα λίγα δευτερόλεπτα που μεσολάβησαν, ο Πέτρος συλλογίσθηκε την – αλίμονο! – τόσο σύντομη ως τώρα ζωή του, αναγνώρισε τα λάθη και το τρομερό του ελάττωμα και προσευχήθηκε σιωπηλά ζητώντας συχώρεση από όλους: από την οικογένεια του, τους συγγενείς, τους φίλους, τους χωριανούς του και από το θεό. Και ετοιμάστηκε να πεθάνει.
Μα την ώρα που έκανε το τέρας πάνω του να πηδήσει, να τον αρπάξει, να τόνε φάει, κάτι τον έπιασε τον Πέτρο, ένας θυμός, μία μανία. Και κραδαίνοντας τη γκλίτσα του, ούρλιαξε προς το μέρος του θηρίου:
«Όχι ρε κερατά, όχι έτσι! Έλα το λοιπόν! Έλα ρε άμα σου βαστάει!»
Ο λύκος ξαφνιάστηκε από την ξαφνική αντίδραση του βοσκού που τον απώθησε, αναδιπλώθηκε, ζύγισε τη νέα του επίθεση και όρμησε ξανά. Πώς έγινε τώρα αυτό, θες ήταν τύχη, θες κάτι άλλο; Στη σύντομη μάχη που ακολούθησε, ξάφνου κάνει μια ο Πέτρος, μπαμ! με τη γκλίτσα στην κεφάλα του λύκου και στον τόπο τον αφήνει.
Κάθεται σ’ ένα βράχο ο Πέτρος λαχανιασμένος, κοιτώντας το ακίνητο κουφάρι του λύκου, μη μπορώντας να πιστέψει τί είχε κάνει. Κάπως μετά το παίρνει απόφαση, πλησιάζει, τον σκουντάει…. Ακούνητος. «Μπα» μονολογεί, «μωρέ τόνε σκότωσα». Κοιτάει μια τον ουρανό με ευγνωμοσύνη, ύστερα βγάζει το σουγιά του και γδέρνει το λύκο. Φοράει την προβιά του κι αρχίζει να κατηφορίζει προς το χωριό, αλαφρωμένος που θά ‘δειχνε σε όλους την απόδειξη πού ‘λεγε την αλήθεια και θα τόνε συγχωρούσανε.
Τρόμαξε ο φύλακας στην σκοπιά πού ‘δε ξαφνικά έναν τεράστιο λύκο να πλησιάζει στον περίβολο του χωριού και μάλιστα περπατώντας όρθιος!
«Ααααααα! Συναγερμός! Συναγερμός χωριανοί! Λύκος έρχεται στο χωριό. Αχ! κακούργοι πού ΄μαστε, ο θεός να μας συχωρέσει. Αλήθεια έλεγε, τούτη τη φορά, το κακόμοιρο το τσοπανούδι, ο Πέτρος και μεις δεν το πιστέψαμε και τό ‘φαγε ο λύκος κι έρχεται τώρα να φάει κι εμάς. Συναγερμός! Συναγερμός!»
Συγκεντρώθηκαν οι χωριανοί οπλισμένοι, πίσω από τον περίβολο, δεξιά κι αριστερά από την πύλη. Και με το που μπαίνει ο λύκος – Πέτρος του χιμάνε. Και να μαγκουριές. Και να ροπαλιές, Πάρτονε κάτω. Και να κλωτσές και να πατήματα. Και να! Και να! Και να!
«Παιδιά!» φωνάζει ένας, «ψόφησε πια νομίζω».
Πλησιάζει τότε ο χασάπης του χωριού με τη μαχαίρα του, κάνει μια έτσι κι άλλη μια έτσι, κι άλλη μια, κι άλλη μια και του παίρνει το τομάρι. Το παίρνουν και το πάνε στην πλατεία. Να κάνουνε το βράδυ μια τελετή. Να τιμήσουνε και μαζί να θρηνήσουνε τον Πέτρο, τον σωτήρα του χωριού. Που με τον άδικο χαμό του, τους έκαμε να βρουν το θάρρος ν’ αντιμετωπίσουν το λύκο για να τον γδικιωθούνε.
Στον τόπο του σκοτωμού, είχε μείνει ένας αγνώριστος σωρός – πολτός από κρέατα και αίματα, από λιανισμένα κόκκαλα και σάρκες. Μαζεύτηκαν του χωριού τα σκυλιά κι αρχίσανε με όρεξη να τρώνε. Μέχρι που δεν έμεινε τίποτα.
Μόνον ο Γκέκας δεν έφαγε. Καθόταν σε μια άκρη, κοίταγε γύρω γύρω κι έκανε λυπημένα:
«Κάι, κάι, κάι».
Μα ποιός ακούει, ποιός καταλαβαίνει, ποιός δίνει σημασία σ’ αυτά που λέει ένας σκύλος;

Τετάρτη 27 Οκτωβρίου 2010

Εμπρός στο δρόμο που χάραξε ο Λύο..... (178)

...Καλοβυρνάς, με το υπέροχο "Πλαθολόγιο Λέξεων" των εκδόσεων Intro Books (ISBN:960-6680-12-6) αλλά και τη νέα "απουστειρωμένη" έκδοση του Πλαθολογίου (εκδόσεις IntroBooks 2008, ISBN: 978-960-6680-48-9). Ας προσπαθήσουμε (έστω και ως ανάξιοι μιμητές) να καταγράψουμε ορισμένα ακόμα λήμματα

Έμπυρος, εμπύρετος, εμπύρρειος κ.λ.π.: σειρά ομόηχων λέξεων με κοινή, διπλή, σημασία – αυτός που είναι πλήρης (έχων καταναλώσει μεγάλες ποσότητες) ζύθου, μα και αυτός που καλά (και εκ πείρας) γνωρίζει τις απολαύσεις που το δημοφιλές ποτό δύναται να χαρίσει στον άνθρωπο


Τριάδα και Γιάννη Κ., που βρήκατε κι εσείς τις λέξεις που είχα ήδη σημειώσει, για την υπενθύμιση, την παρότρυνση και το ενδιαφέρον, ευχαριστώ.

Τετάρτη 20 Οκτωβρίου 2010

Ο Λου Ρίδης (λήμμα από την αντι-Βικιπαίδεια)

Είναι γνωστό και παραδεκτό, ακόμα και από τα «επίσημα» μέσα (βλ. παραπομπή στο τέλος του κειμένου), ότι τα περί γονεϊκής καταγωγής του διακεκριμένου αμερικανού καλλιτέχνη Λου Ρηντ (Lou Reed), είναι κάπως συγκεχυμένα. Ο ίδιος μάλιστα, με τη στάση του, καθώς ούτε απορρίπτει – ούτε και βεβαιώνει τίποτα, δηλώνοντας μάλιστα πως το ζήτημα αυτό αποτελεί μία από τις πολλές πτυχές του παρελθόντος του, για τις οποίες όχι μόνον αδιαφορεί τελείως μα και επιθυμεί να ξεχάσει, ποσώς συνεισφέρει στη διαλεύκανση της υπόθεσης.
Ωστόσο, ως συνήθως, οι ερευνητές – συντάκτες της αντι-Βικιπαίδειας, έχουν εντοπίσει την αλήθεια, η οποία έχει ως εξής:
Ο Λου Ρηντ γεννήθηκε (όντως) στο Βρούκλυν, Νέας Υόρκης, Ηνωμένων Πολιτειών Αμερικής, τη δευτέρα Μαρτίου 1942. Ήταν το τέταρτο από τα πέντε τέκνα της οικογενείας ελληνοαμερικανών δεύτερης γενεάς, Ρίδη. Ο πατέρας του Επαμεινώνδας Ρίδης και η μητέρα του Γαρουφαλλιά Ρίδη (το γένος Γουωρχόλου), ήταν μουσικοί κλασσικής ορχήστρας. Ο πατέρας έπαιζε μπασσατούμπα και η μητέρα βιολαγιασάμπα.
Το πρώτο παιδί του ζεύγους ήταν ο Αλλοΐσιος Ρίδης, που οι γονείς του, του έδωσαν το χαϊδευτικό «Λούϊς». Το δεύτερο ήταν ο Λεωνίδας Ρίδης, με το χαϊδευτικό «Λύο». Το τρίτο παιδί το βάφτισαν Παντελή μα τον φώναζαν «Λη». Το τέταρτο παιδί ήταν ο Λούθηρος Ρίδης ή αλλιώς «Λου» Ρίδης, δηλαδή ο Λου Ρηντ. Μετά έκαναν και κορίτσι που ονομάστηκε Ιουλία, μα τη φώναζαν Λία.
Όλα τα παιδιά, ο Λούϊς, ο Λύο, ο Λη, ο Λου και η Λία, μεγάλωσαν σ’ ένα σπίτι γεμάτο μουσική και έμαθαν από μικρή ηλικία θεωρητικά μουσικά μα και να παίζουν διάφορα όργανα. Ο νεαρός Λου έδειξε ιδιαίτερη κλίση στην κιθάρα. Επίσης, χάρη στο επάγγελμα και τον κύκλο των γονιών τους, παρακολούθησαν αμέτρητα κοντσέρτα μα και τις πρόβες πριν από αυτά και όπως έδειχναν όλα, όλα τα τέκνα Ρίδη θα ακολουθούσαν τα βήματα των γονέων και θα γίνονταν μουσικοί.
Περί την εποχή που ο νεαρός Λου ήταν στην εφηβεία, η οικογένεια Ρίδη έκανε ένα ταξίδι στην πατρίδα Ελλάδα. Εκεί και μετά το πέρας των διακοπών, το ζεύγος Ρίδη συγκάλεσε οικογενειακό συμβούλιο. Οι γονείς ανακοίνωσαν στα παιδιά ότι οι σκληροί ρυθμοί της Αμερικής τους είχαν εξουθενώσει και ότι θα επιθυμούσαν πλέον να ζήσουν στην πατρώα γη. Άφησαν στα τέκνα τους να αποφασίσουν ελεύθερα τί θα ήθελαν εκείνα να κάνουν, αφού προηγουμένως τα επληροφόρησαν ότι έχοντας βολιδοσκοπήσει τα στην Ελλάδα τεκταινόμενα περί του μουσικού επαγγέλματος, χάρη και σε συστάσεις και γνωριμίες που η εις την Αμερική δράση τους, τους είχε εξασφαλίσει, έκριναν πως τα παιδιά θα μπορούσαν να βιοπορισθούν ανέτως ως μουσικοί, μα όχι να τύχουν της καρριέρας που πιθανώς να είχαν εις τη Νέαν Υόρκην.
Όλως αναπάντεχα, ο Λούϊς, ο Λύο, ο Λη και η Λία συνεφώνησαν. Μα όχι ο Λου, ο οποίος αμετάπειστος έφυγε, με τις ευχές και την αγάπη της οικογένειας του, πάλι – και για πάντα – για την Αμερική.
Από εκεί και πέρα, οι ερευνητές – συντάκτες της αντι-Βικιπαίδειας δηλώνουν πως λίγο έως πολύ, εξαιρώντας κάποιες λεπτομέρειες, τα όσα καταγγράφονται για τη μετέπειτα ζωή και καρριέρα του Λου Ρίδη, είναι – σε γενικές γραμμές – ορθά και ακριβή.

Βλ. και: http://en.wikipedia.org/wiki/Lou_Reed

Δευτέρα 18 Οκτωβρίου 2010

Εμπρός στο δρόμο που χάραξε ο Λύο..... (177)

...Καλοβυρνάς, με το υπέροχο "Πλαθολόγιο Λέξεων" των εκδόσεων Intro Books (ISBN:960-6680-12-6) αλλά και τη νέα "απουστειρωμένη" έκδοση του Πλαθολογίου (εκδόσεις IntroBooks 2008, ISBN: 978-960-6680-48-9). Ας προσπαθήσουμε (έστω και ως ανάξιοι μιμητές) να καταγράψουμε ορισμένα ακόμα λήμματα

Η πα πα!: επιφώνημα που εκφράζει απόρριψη, ειρωνεία, άρνηση ή ακόμα και αηδία προς ότι προέρχεται εξ Αμερικής (Γιουνάιντετ Στέητς). Π.χ. «- Πού θα πάτε για φαγητό; Για «μπέργκερς» και για «στέηκς»; Αν θά ‘ρθω; Η πα πα!.... Γιατί; Κατ’ αρχάς για λόγους αρχής. Επιπλέον βρε παιδί μου, έχουν αλλάξει με τα χρόνια τα γούστα μου και τέτοιες γεύσεις μα και το κρέας γενικότερα, δεν τα πολυγουστάρω πια… Αν πάτε καμμιά άλλη φορά για κανά ψαράκι ή κανά μαγειρευτό, ευχαρίστως να ‘ρθω.»

Σάββατο 16 Οκτωβρίου 2010

Εμπρός στο δρόμο που χάραξε ο Λύο..... (176)

...Καλοβυρνάς, με το υπέροχο "Πλαθολόγιο Λέξεων" των εκδόσεων Intro Books (ISBN:960-6680-12-6) αλλά και τη νέα "απουστειρωμένη" έκδοση του Πλαθολογίου (εκδόσεις IntroBooks 2008, ISBN: 978-960-6680-48-9). Ας προσπαθήσουμε (έστω και ως ανάξιοι μιμητές) να καταγράψουμε ορισμένα ακόμα λήμματα

Συγγραφεύγας, ο: ο λογοτέχνης συγγραφέας που διαθέτει το ταλέντο, χάρισμα θα μπορούσε να το πει κανείς, με το που ξεκινάς να διαβάζεις το βιβλίο του, να ξεχνιέσαι, να «φεύγεις» από το μάταιο τούτο κόσμο και να χάνεσαι στους δικούς του, φανταστικούς κόσμους.

Κυριακή 10 Οκτωβρίου 2010

Εμπρός στο δρόμο που χάραξε ο Λύο..... (175)

...Καλοβυρνάς, με το υπέροχο "Πλαθολόγιο Λέξεων" των εκδόσεων Intro Books (ISBN:960-6680-12-6) αλλά και τη νέα "απουστειρωμένη" έκδοση του Πλαθολογίου (εκδόσεις IntroBooks 2008, ISBN: 978-960-6680-48-9). Ας προσπαθήσουμε (έστω και ως ανάξιοι μιμητές) να καταγράψουμε ορισμένα ακόμα λήμματα

Αργαναγνώστης, ο: αυτός που διαβάζει πάρα πολύ αργά. Π.χ. «- Σού ‘πα; Δε σού ‘πα…», «- Τι;», «- Μου πήρε βέβαια μια βδομάδα, αλλά διάβασα τον “Οδυσσέα” του Τζόυς *1», «- Έλα ρε θηρίο, τέτοιο δύσκολο κείμενο και τεράστιο βιβλίο σε μια βδομάδα μέσα;», «- Ε, όχι κι όλο – όλο το βιβλίο….», «- Αλλά;», «- Ε, να: 8 σελίδες από τον πρόλογο του μεταφραστή!», «- Ε, να! κι εγώ λοιπόν!», (πέφτει μούτζα).

Βλ. και λήμμα «Γοργαναγνώστης»

Σημειώσεις:
1) “Ulysses” – James Joyce. Η ελληνική έκδοση του Κέδρου (Αθήνα 1990, μετάφραση Σωκράτη Καψάσκη) είναι πάνω από 800 σελίδες, μεγάλου μεγέθους.

Σάββατο 9 Οκτωβρίου 2010

Εμπρός στο δρόμο που χάραξε ο Λύο..... (174)

...Καλοβυρνάς, με το υπέροχο "Πλαθολόγιο Λέξεων" των εκδόσεων Intro Books (ISBN:960-6680-12-6) αλλά και τη νέα "απουστειρωμένη" έκδοση του Πλαθολογίου (εκδόσεις IntroBooks 2008, ISBN: 978-960-6680-48-9). Ας προσπαθήσουμε (έστω και ως ανάξιοι μιμητές) να καταγράψουμε ορισμένα ακόμα λήμματα

Γοργαναγνώστης, ο: αυτός που διαβάζει πάρα πολύ γρήγορα. Π.χ. «Δεν έχω ξαναδεί μεγαλύτερο γοργαναγνώστη από τη Μεταξία τη Μαυρογλαροπούλογλου, που είναι συνάδελφος στο γραφείο. Διάβασε το «Μόμπυ Ντικ»*1 σ’ ένα Σαββατοκύριακο!».

Βλ. και λήμμα «Αργαναγνώστης»
Σημειώσεις:
1) “Moby Dick, or, The Whale” – Herman Melville. Η ελληνική έκδοση του Gutenberg (Αθήνα 1991, μετάφραση Α.Κ. Χριστοδούλου) είναι περίπου 1000 σελίδες.

Παρασκευή 8 Οκτωβρίου 2010

White Horse, Fine Old Scotch Whisky (μεταφράζοντας από το χαρτόνι της συσκευασίας)

Το εξαιρετικό, παλιό, σκωτσέζικο ουίσκυ «Γουάιτ Χορς», έχει μία μοναδική, διακριτικά χαρακτηριστική «τρυφώδη» γεύση. Στην καρδιά του μίγματος του, βρίσκονται τρία έξοχα «σινγκλ μωλτ»*1: τα «Κρεηγκελλάχη» *2 και «Γκλεν Έλγιν» *3 από το Σπεησάιντ *4 και «Λαγκαβούλιν»*5 από τη νήσο Άισλεη*6.
Η δημοφιλία του «Γουάιτ Χορς» βασίζεται στα υψηλά πρότυπα ποιότητας που καθιερώθηκαν από το δημιουργό του, Πήτερ Μακί *7.
Του έδωσε το όνομα «Ουάιτ Χορς» (λευκός ίππος), που είχε το ομώνυμο ιστορικό χάνι του Εδιμβούργου που βρισκόταν στη γη της οικογένειας Μακί.
Από την εμφάνιση του στην αγορά, έως σήμερα, το «Γουάιτ Χορς» έχει γίνει ένα από τα πιο δημοφιλή ουίσκυ στον κόσμο. Το απολαμβάνουν σε πάνω από 100 χώρες και έχει κερδίσει πλήθος βραβείων αριστείας.



Σημειώσεις:

1) Single malt whisky: http://en.wikipedia.org/wiki/Single_malt_Scotch
2) Craigellachie Single Malt Scotch Whisky: http://www.scotchwhisky.net/malt/craigellachie.htm
3) Glen Elgin Single Malt Scotch Whisky: http://en.wikipedia.org/wiki/Glen_Elgin
4) Speyside (Strathspey): περιοχή της Σκωτίας παρά τω ποταμώ Σπέη (Spey), φημισμένη για τα αποστακτήρια ουίσκυ και τα εκεί παραγόμενα προϊόντα - http://en.wikipedia.org/wiki/Strathspey,_Scotland
5) Lagavulin Single Malt Scotch Whisky: http://en.wikipedia.org/wiki/Lagavulin_Single_Malt
6) Islay: νήσος της Σκωτίας, άλλως γνωστή ως η βασίλισσα των Εβριδών - http://en.wikipedia.org/wiki/Islay
7) Sir Peter Mackie: http://www.whisky.com/brands/white_horse_brand.html

Πέμπτη 7 Οκτωβρίου 2010

Εμπρός στο δρόμο που χάραξε ο Λύο..... (173)

...Καλοβυρνάς, με το υπέροχο "Πλαθολόγιο Λέξεων" των εκδόσεων Intro Books (ISBN:960-6680-12-6) αλλά και τη νέα "απουστειρωμένη" έκδοση του Πλαθολογίου (εκδόσεις IntroBooks 2008, ISBN: 978-960-6680-48-9). Ας προσπαθήσουμε (έστω και ως ανάξιοι μιμητές) να καταγράψουμε ορισμένα ακόμα λήμματα

Ικεότητα, η: το αίσθημα που έχει κανείς όταν μπαίνει σ’ ένα σπίτι και νοιώθει πολύ σαν όλα να είναι κάπως γνωστά, νοιώθει πολύ… «ικέα» (βλ. και λήμμα «Κατικέα»).

Τετάρτη 6 Οκτωβρίου 2010

Φιάλες


Λόγω του επαγγέλματος που ασκώ, συνεχεία των σπουδών μου (σπούδασα και υποδύομαι –για βιοποριστικούς λόγους-, τον μηχανικό βιομηχανικών αυτοματισμών), επισκέπτομαι συχνά εργοστασιακές μονάδες βιομηχανικής παραγωγής διαφόρων προϊόντων.
Μεταξύ άλλων, έχω επισκεφθεί υαλουργίες. Έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον να παρατηρήσει κανείς το πυρακτωμένο, ρευστό γυαλί που χύνεται στα καλούπια των μπουκαλιών, που αμέσως ανοίγονται και για μερικά κλάσματα δευτερολέπτου η ύλη του γυαλιού ιριδίζει με υπέροχα χρώματα, σε απίθανα σχήματα, πριν κρυώσει και στερεοποιηθεί τελείως. Στη συνέχεια τα μπουκάλια τακτοποιούνται και συσκευάζονται. Πολλά μπουκάλια. Εκατοντάδες, χιλιάδες, αμέτρητα μπουκάλια.
Επίσης, μεταξύ άλλων, έχω επισκεφθεί ζυθοποιΐες, οινοποιΐες, ποτοποιΐες διάφορες. Εκεί, τα μπουκάλια –που λέγαμε- γεμίζονται με τα διάφορα ποτά. Μετά σφραγίζονται, ετικεττάρονται, τακτοποιούνται και συσκευάζονται. Πολλά μπουκάλια. Εκατοντάδες, χιλιάδες, αμέτρητα μπουκάλια.
Ε, το λοιπόν κι εγώ, από μια αίσθηση …χρέους να το πούμε; …αρμονίας να το πούμε; …ισορροπίας;, τέλος πάντων για να κλείσει ο κύκλος βρε αδερφέ και να ξεκινήσει απ’ την αρχή, ε! φροντίζω να αδειάζω τα μπουκάλια. Πολλά μπουκάλια. Εκατοντάδες, χιλιάδες, αμέτρητα μπουκάλια.
Χα! χα! χα!

Κυριακή 3 Οκτωβρίου 2010

Χο Τσι Μινχάουζεν


Χο Τσι Μινχάουζεν (από το σχετικό λήμμα, στη Βιετναμπαίδεια): ο διακεκριμένος πολιτικός ηγέτης Χο Τσι Μινχ, είχε μία ιδιότητα η οποία δεν είναι καθόλου γνωστή καθ’ ότι έχει σκοπίμως κι επιμελώς αποσιωπηθεί – ήταν μεγάλος ψεύτης! Μάλιστα! Μυθομανής, τερατολόγος, παραμυθάς από τους λίγους. Ο ίδιος θεωρούσε την πτυχή αυτή της προσωπικότητας του, δώρο θεού και σπουδαίο ταλέντο, το οποίο μάλιστα με συνέπεια μα και ενθουσιασμό ασκούσε στην πράξη, φλομώνοντας στο ψέμμα συγγενείς, γνωστούς, φίλους, συναδέλφους, πολιτικούς συνεργάτες και αντιπάλους, τόσο στο Βιετνάμ, την πατρίδα του, όσο και διεθνώς! Μελέτησε με πάθος τη ζωή και το έργο των, ανά τον κόσμο και τους αιώνες, ομοτέχνων του, π.χ. του Λουκιανού, του Αισώπου, του Χότζα Νασρεντίν, του Πινόκιο και βέβαια του διάσημου βαρώνου, προς τιμήν του οποίου τροποποίησε το ψευδώνυμο του (το πραγματικό του όνομα ήταν Νκιεν Σιν Κουνγκ) σε Χο Τσι Μινχ –άουζεν, απαιτώντας από όλους να τον αποκαλούν με αυτό. Όλα αυτά βέβαια, η «επίσημη» ιστορία, κατασκευασμένη (και όχι καταγεγραμμένη) από αρτηριοσκληρωτικούς ακαδημαϊκούς, τα εξωραΐζει ή ακόμα και τα εξαφανίζει. Δες π.χ.:
http://en.wikipedia.org/wiki/Ho_Chi_Minh

Σάββατο 2 Οκτωβρίου 2010

Φεγγαράκι μου λαμπρό (η παράφραση του λυκάνθρωπου)

Φεγγαράκι μου λαμπρό
φέγγε μου να περπατώ
να πηγαίνω στο σχολειό
έξω απ’ το παράθυρο

να ακούω τη δασκάλα στα παιδιά
να τους λέει τα γράμματα
γράμματα σπουδάματα
του θεού τα πράματα

το φριχτό μου ουρλιαχτό
τους παγώνει το μυαλό
σπάω το παράθυρο
και μέσα χιμώ

Μια λιγνή κοπελλίτσα, με κοτσίδα και γυαλιά τόσο τρομαγμένη μα που πασχίζει να κρατηθεί ψύχραιμη και σοβαρή, πρώτη της δουλειά πρέπει να είναι, μόλις έχει βγει απ’ τη σχολή. Σκούζουν τα παιδάκια πανικόβλητα, σφίγγουνται τό ‘να πάνω στ’ άλλο και μαζεύουνται πίσω της όπως τα κλωσσόπουλα πίσω από την κλώσσα, στριμώχνουνται όλοι στη γωνία της αίθουσας και η δασκαλίτσα στέκει μπροστά και με κοιτάει με πείσμα (θράσος που τό’ χει μα την αλήθεια!) κι απλώνει μπροστά τα χέρια της, λες για να με απωθήσει. Μια απότομη, ανάστροφη κίνηση του χεριού – ποδιού μου, τα χεράκια κόβουνται (σπάνε τα κόκκαλα σαν ξυλαράκια) αποχωρίζονται από το σώμα και πέφτουν το ένα στο πάτωμα της αίθουσας και τα’ άλλο πάνω σ’ ένα θρανίο. Ταυτόχρονα, ένα από τα τεράστια, γαμψά, σκληρά σα σίδερο και κοφτερά σα νυστέρι νύχια μου, της κόβει την καρωτίδα αρτηρία. Το αίμα τινάζεται ζεστό, σαν πίδακας ξεχύνεται, ανοίγω το στόμα μου, το δέχομαι μέσα με απόλαυση, το πίνω αχόρταγα. Το φως σβήνει απ’ τα μάτια της, το σφάγιο σωριάζεται κάτω. Τα παιδάκια τώρα έχουν σωπάσει, κάποια με κοιτούν με απόγνωση, τα πιο πολλά έχουν κλείσει τα μάτια. Πόση σάρκα! Φρέσκια, νεανική, παιδική, αγορίστικη, κοριτσίστικη, πόσα μικρά στηθάκια, πόσες κοιλίτσες, πόσα μπουτάκια, μικρά πνευμόνια και νεφρά, πόσες καρδούλες, πόσα αμελέτητα και πόσα παϊδάκια, γλωσσίτσες και ματάκια και μυαλά…. Πανδαισία!
Μια ώρα περίπου μετά, λουσμένος στο αίμα, πηδώ πάλι απ’ το παράθυρο έξω. Δεν έχει ακόμα φανεί φως. Το φεγγάρι στέκει περήφανο στον ουρανό. Το κοιτώ και πάλι του μιλώ:

Φεγγαράκι μου λαμπρό
υψώνω τη μουσούδα μου και σε χαιρετώ
Α! μα την αλήθεια
αυτό ήταν μακελειό!