Δευτέρα 30 Νοεμβρίου 2015

Zen Master (ο Δάσκαλος του Ζεν)


Ανάθεμα κι αν δεν
τα υλικά του Ζεν
δεν είναι λίγα βότσαλα
ένα κομμάτι ξύλο
κάποιος απλός σουγιάς
χαρτί τυχαίο, ό,τι βρεθεί
μικρό απολειφάδι μολυβιού
ή ίσως δανεικός στυλός
κείνο το άναφτο κερί
καθώς και γενικά
διάθεση αχόρταγη
για αέναο περπάτημα
και Τέλος
και Αρχή
και Πάλι.

Κυριακή 29 Νοεμβρίου 2015

Καθρέφτη, καθρεφτάκη


20/11/'015, Νεάπολη - Εξάρχεια, Αθήνα

Μ΄αυτήν τη δουλειά συνέχεια καταγίνομαι
το τριχωτόν της κεφαλής να μεταβάλλω
άλλοτε, κάθε τόσο, το κουρεύω εντελώς
και άλλοτε μακρύ πάλι να το αφήνω
ώρες να το χτενίζω επιμελώς
φορές αχτένιστο να μένει εντελώς, αφάνα
και την τριχοφυΐα του προσώπου μου επίσης να τροποποιώ
και ή τρεις φορές τη μέρα να ξυρίζομαι, αυγό
καιρούς να διατηρώ μια μεγαλόπρεπη, πατερική γενειάδα
ή ένα μουστάκι φουντωτό ως θύσανο
ή ένα λεπτό πολύ και σουβλερό γενάκι
όλο αλλαγές τέτοιες πολλές συνέχεια μηχανεύομαι
γιατί αυτό που στον καθρέπτη βλέπω το αποστρέφομαι
"πιάνει το κόλπο" με ρωτάτε "το λοιπόν;"
"όχι, ούτε κατά διάννοια" σας απαντάω μπέσα

διότι η ασχήμια που ενοχλεί, έρχεται από μέσα. 

Σάββατο 28 Νοεμβρίου 2015

Τετράστιχο


28/11/'015 - κέντρο Αθηνών (οδός Αθηνάς)

Τσέσνα κομψό
πουλί ελικοφόρο
τί γυρεύει ένα πλάσμα σαν και σένα
στην εποχή των τζετ;

Τρίτη 24 Νοεμβρίου 2015

Αχ! Πατρίδα


6/11/’015, Αερολιμένας Μονάχου
Ομάδες (έως και ορδές) τσιφτετελλήνων προσεγγίζουν (να μην πούμε επελαύνουν) με τρόπο ενίοτε (σχεδόν πάντα) θορυβώδη (μάλλον δε) και χαοτικό. Παρ’ όλα αυτά:

Όσο κι αν κάθε φορά
που έξω, στην Ευρώπη πάω
γύρω κοιτάω
παρατηρώ και αναπόφευκτα θαρρώ
καθώς συγκρίνω αναλογίζομαι
τα τόσα της πατρίδος τα κακά

τότε πώς γίνεται έπειτα στο αεροδρόμιο
στην πύλη που φεύγει η πτήση για Αθήνα
όμορφα να νοιώθω και γλυκά
καθώς μαζεύονται οι επιβάτες
κι ύστερα από τόσες μέρες
ακούω γύρω μου παντού Ελληνικά.

Παρασκευή 13 Νοεμβρίου 2015

Το σφουγγαρόπανο του Φάουστ


Άουερμπαχς Κέλλερ - παλιά πόλη, Ξενοδοχείον Πενταχοτέλ -  Γκρόσσερ Μπροκχάους Στράσσε 3 και αεροδρόμιο  πόλης, Λειψία – Γερμανία, 5&6 Νοεμβρίου 2015 

Ο Μεφιστοφελής στην περιπλάνηση του  μαζί με τον Φάουστ, κάνει την πρώτη στάση στην υπόγεια παλιά ταβέρνα του Άουερμπαχ, στην Λειψία. Ο Φάουστ παρατηρεί τα γύρω του τεκταινόμενα και μεταξύ άλλων την παρακάτω σκηνή. 

Χύθηκε η μπύρα
αμάν γρουσουζιά
έσπασε ποτήρι
τσουγκρίσαν δυνατά
αχ! βραχήκαν όλα
γέμισαν γυαλιά
χύθηκε η μπύρα
πριν πιούμε γουλιά

επεμβαίνει η σερβιτόρα
με την άψογη στολή
πωπωπώ όμορφη πού ΄ναι
και πόσο της πάει πολύ
όλα να τακτοποιηθούνε
δίνει εντολή

να αλλάξουν οι πετσέτες
τα τραπεζομάντηλα
νέα νά  ‘ρθουνε σερβίτσια
και τα πάντα νά ν΄καλά

και ολόγιομα ποτήρια πάλι να αφιχθούν
προσοχή παιδιά όμως τώρα μην ξαναχυθούν

κι ένας ηλικιωμένος κύριος
ασπρομάλλης και σκυφτός
πρόθυμος πολύ όμως
και ευγενικός

κουβαλάει σφουγγαρίστρα
και κουβά για τα νερά
μια ολόσωμη φοράει
μακριά άσπρη ποδιά
κάτι με παχείς φακούς στα μάτια
έχει αυτός γυαλιά
ξεκινά να καθαρίζει με νοικοκυριά

με κινήσεις ακριβείας
σβέλτος και ταχύς
σε αυτήν την ηλικία
ντροπή δε νοιώθει ο δυστυχής;

να μπορούσα καλέ κύριε
να βοηθήσω μια σταλιά
σταματάει ένα λεπτάκι
και εγκάρδια με κοιτά
«δε χρειάζεται παιδί μου
τίμια είναι δουλειά».

Τετάρτη 4 Νοεμβρίου 2015

Putzfrau


3/11/’015 – Ξενοδοχείον Πενταχοτέλ, Γκρόσσερ Μπροκχάους Στράσσε 3, Λειψία

Η κυρία που καθαρίζει
δέκα και μισή το βράδυ
στα γραφεία της εταιρίας
με ολάνοιχτα τα φώτα
μα τι ώρα πια να φύγαν
οι εργαζόμενοι απόψε
με συρόμενο καρότσι
τα απαραίτητα που έχει
παχουλούτσικη, ξανθή είναι
όσο βλέπω να διακρίνω
κίτρινο πανί στο χέρι
κι όλο δώσ’ του να σκουπίζει
τα γραφεία, τις καρέκλες
τα καλάθια να αδειάζει
τούτη άχαρη την ώρα
άραγε την περιμένει
κάποιον να ‘χει αυτή στο σπίτι
σύζυγος, παιδιά υπάρχουν
ή γερόντισσα μια μάνα;
με επιμέλεια και σβέλτα
ασκεί τα καθήκοντα της
ένα πλάκωμα με πιάνει
έτσι μόνη που τη βλέπω
να δουλεύει μες στη νύχτα
στο έρημο, αδειανό το κτίριο
τυχαία το μάτι μου την πήρε
πριν ξαπλώσω στο κρεββάτι
του καλού ξενοδοχείου
ήταν μέρα συνεδρίου
επακολουθούντος δείπνου
τώρα πάω πια για ύπνο
πιο νωρίς απ’ τ’ άλλα βράδια
και σου εύχομαι ολοψύχως
νά ‘χεις μία καλή βάρδια.

Κυριακή 1 Νοεμβρίου 2015

I ‘ m gonna dead

(Αμέρικαν)

Άι ‘μ γκόννα ντεντ
Άι ‘μ γκόννα ντεντ
νο μιλκ νο μορ
νο μιλκ, νο μπρεντ

Του ματς μπόντυ κίλλινγκ
του ματς μπόντυ κίλλινγκ
Άι ‘μ γκόννα ντεντ
σατς α μπαντ φήλινγκ

Άι θωτ Άι γουντ γκο ον σαμ γήαρς
Άι θωτ Άι γουντ  γκο ον σαμ γήαρς
Άι ‘μ νοτ γκόννα γκο ον
νο γκουντ ντου τήαρς

Άι χόουπ ‘τ γουίλλ μπη νο πέην
Άι χόουπ ‘τ γουίλλ μπη νο πέην
Άι ‘λλ ντου ιτ αδεργουάιζ
γουέν Άι γουίλλ λίβ αιγκαίην. 

Παρασκευή 30 Οκτωβρίου 2015

Όχι για τα γραφτά


Κοιτώντας το αποτέλεσμα δε θα μπορούσα παρά να πω
δίκαιος όντας και αντικειμενικός ότι είναι
μια τσαπατσούλικη και πρόχειρη δουλειά
βιαστικά κι αδέξια καμωμένη
και όντως παρορμητικά χθες το απόγευμα
σε μια στιγμή τη διεκπεραίωσα
με βάση κάποια έμπνευση που είχα προηγουμένως
και βλέπω τώρα και απαριθμώ
τα καθαρά κουσούρια της
μα σκέπτομαι παρ΄όλο αυτό
το ατελές και πενιχρό αποτέλεσμα
εμπεριέχει μέσα της τον σπόρο, τον πυρήνα, την «ιερή ιδέα»
και για όποιον ξέρει να βλέπει, να διακρίνει
είναι τούτο προφανές
δεν ξέρω ωστόσο εάν φαίνεται αρκετό
για κάποιους ναι – για κάποιους όχι
σίγουρα δίνεται η απάντηση πιστεύω
υπάρχουν βλέπεις οι τελειομανείς
που συνεχώς πασχίζουν για το βέλτιστο
ποτέ δεν ησυχάζουν κι όλο δουλεύουνε
πάλι και πάλι και ξανά το αντικείμενο τους
άλλοι που έτσι ύστερα απ’ την πρώτη την προσπάθεια
τ΄αφήνουνε και λεν «καλό είναι κι έτσι»
και άλλοι κάπου ανάμεσα
που κάνουν μια δυο απόπειρες
να σουλουπώσουν το έργο τους
κι έπειτα τελειώνουν
στην ύστερη κατηγορία θα έλεγα
ότι τον εαυτόν μου κατατάσσω
εις ότι αφορά και μ΄αφορμή το γεγονός…
μία στιγμή… αχού! μήπως νομίσατε ότι μιλάω για…
όχι καλέ, για ένα μικρό μαστόρεμα πού ‘κανα χθες μονάχα.

Τρίτη 27 Οκτωβρίου 2015

Παράβραση


Παράφραση (Χ.Δ.Τ.) της «Παράβασης» από τους «Αχαρνής» του Αριστοφάνη σε μετάφραση, στίχους και μουσική του Διονύση Σαββόπουλου από το 1977
Στίχοι και το τραγούδι, ενδεικτικά στους συνδέσμους:
http://www.greeklyrics.gr/lyrics/view/11130/axarneis-parabash
https://www.youtube.com/watch?v=D03WvPTq-Lo

Στου περβολιού το χώρισμα, μάζευαν τους γιαρμάδες
και δεν ανάβανε φωτιά με ψέφτικο δαδί.
Και τώρα κλαίνε τα μικρά, δέρνονται οι μανάδες
και ο Προφήτης φαίνεται νά’ χει καλό χαρτί.
Θέλγει τα μύρια κύματα με ασυναρτησίες
δε δείχνει να ζορίζεται από το μακελειό.
Λουσμένος μες στα αίματα ψελλίζοντας βλακείες
για την ισοτιμία σας όνειδος φανερό.
Σημάδια του καιρού, βράκα μου μπαλωμένη
ουρίτσα σηκωμένη, θεότρελλου λαγού.
Καμάρι που ψοφάς σα χάρη υψωμένο
έξοχα υμνημένο με λάβρα ωσαννά.
Έλα να πιεις ρακή, να φάμε πασατέμπο
ταινίες να δούμε Βέγγο, το γέλιο ν’ ακουστεί.
Ποιός μας κληρονομεί και μας περνάει πέρα
ξέρω πως είσαι λέρα, έχιδνα φθονερή.
Σε έδαφος σαθρό, με έκδηλη αηδία
και με ζέση σπανία γκρέμιζα το σωρό.
Ποιός πια ιερουργεί στην άγια αλέα
μια δράκα, μια παρέα, εκεί που κατοικεί.
Πετύχαν ξυριστά να φτιάξουν νέο κράμμα
μα συντελείται θαύμα κάπου στη Βηθσαϊδά.
Νόστιμο θα γευτείς, γεύμα – επιδόρπια θεία
και θά’ ναι ευτυχία η πρόβλεψη του εικαστή.


Τρίτη 20 Οκτωβρίου 2015

Μία μερική αναπηρία


Ως ο βαρήκοος που βαριακούει
(εμ βέβαια έξυπνε, τί ήθελες
βαρήκοος ο να κάνει;)
και λέω δεν πως αντιλαμβάνεται
καλά τα ηχητικά τα ερεθίσματα
κι όλο ρωτά όπου το θάρρος έχει
«ακούστηκε ωρέ τίποτα παιδιά;»
έτσι είμαι κι εγώ με τις οσμές
ίσως να είναι κάποια γενετική
υστέρηση ξέρω κι εγώ
μπορεί μικρός που είχα
στη μύτη «κρεατάκια»
πάντως ισχύει
κι όταν οι άλλοι υποφέρουνε
που ένεκα κάποια παρουσιάζεται
μπόχα ή δυσωδία
εγώ αμέριμνος γυρνώ και μάλιστα
αφ΄υψηλού τους ψέγω
«σιγά μωρέ, πώς κάνετε έτσι;» και λοιπά
κι ακόμα ούτε η μόλυνση της πόλης μ’ ενοχλεί
ούτε η εξ ανάγκης απλυσιά
του άστεγου συνάνθρωπου
δίπλα στο λεωφορείο
ούτε ο ελλιπώς ο λειτουργών
βιολογικός καθαρισμός στο θέρετρο
όπου περνώ τις διακοπές μου
κι έτσι γλυτώνω κι εν αδιαφορία διατελλώ
εις ότι αφορά οσφρητικές οχλήσεις

όμως το πράμα έχει και την άλλη του πλευρά
διότι χάνω και τις ευχάριστες οσμές
τη μυρωδιά του χώματος
μετά από τη βροχή
(ή λίγο πριν να βρέξει)
των κωνοφόρων το ρετσίνι
των αγριολούλουδων λεπτό
το άρωμα στο δάσος
τη μυρωδιά ξύλων που καίγονται
σε φωτιά που έχει ανάψει
είτε απλώς για θαλπωρή
είτε για ζεστασιά
ή ακόμα και για την παρασκευή
του κάποιου φαγητού
των φαγητών τις μυρωδιές που σου θυμίζουν
ότι ακόμα είσαι κι ότι μπορείς
να συνεχίσεις να είσαι ζωντανός
όπως πεζοπορείς στους δρόμους
στις γειτονιές της πόλης
απ΄τ’ ανοιχτά παράθυρα που έρχονται
πριν απ’ το μεσημέρι
καθώς βράζουν τα τσουκάλια
και τα τηγάνια καίνε το περιεχόμενο τους
αναμένοντας λίγη ώρα μετά
της οικογένειας τη συνάθροιση
των φίλων, της παρέας ή του ζεύγους
μα η μεγαλύτερη απ’ όλες είναι η απώλεια
των αρωματισμένων, των σαπουνισμένων
των μαλλιών και των σωμάτων
όταν σε προσεγγίζουνε ακούσια μες στο συνωστισμό
σε ώρα αιχμής στην υπαίθρια λαϊκή
σε κάποια ουρά, στο τρόλλευ
και χώνεις –που λέει ο λόγος-
το πρόσωπο σου στους θυσσάνους και τις κόμες
και ρουφάς όσο μπορείς τις θεσπέσιες μυρωδιές
που απελευθερώνονται καθώς ανοίγει το μανίκι στη μασχάλη
ή ένα κουμπί στο μπούστο τον κόρφο αποκαλύπτει
και τότε είναι που σε πιάνει πίκρα και οργή
για την αναπηρία σου
γι αυτήν της φύσης, του Θεού την τόση αδικία

μα περιθώριο αντιδράσεως
ή κίνησης διορθωτικής δεν έχεις
κι άλλο να κάνεις δε μπορείς
πέρα να υπομένεις και να ζεις
σ’ αυτό το ούτε όχι, ούτε ναι
σ΄αυτό το κάπως λίγο
σ΄εκείνο το τοπίο το θολό
στη γκρίζα εκείνη ζώνη
κάπου εκεί ανάμεσα
εν σχέσει ως προς τις οσμές
κάπου εκεί ανάμεσα
και ως προς όλα τα υπόλοιπα εν σχέσει
σού ‘λαχε βίο να διάγεις.

Δευτέρα 19 Οκτωβρίου 2015

Μία στιγμή να δέσω το παπούτσι μου

10/10/’015 – Σπήλαιο πηγών υπόγειου ποταμού Αγγίτη Μααρά, Δήμος Προσοτσάνης, Δράμα

Στο δεξί πάντα παπούτσι
το κορδόνι λύεται
σύνθετο αυτό πρόβλημα
δύσκολα επιλύεται
θα υπάρχει κάποια λύση
σίγουρα θαρρώ
θά ‘ναι κάτι απλό πράμα
πράμα φανερό
μα όσο και εάν δια βίου
ψάχνω να τη βρω
παταγώδης αστοχία
τρύπα στο νερό
θά ΄ρθει η στιγμή, η ώρα, λέω
και θα βρει καιρό
μα μπορεί νά ‘ναι η υστάτη
μέσα στο ψυχρό
το μακάβριο γραφείο
και το θλιβερό
λυτό το δεξί λουστρίνι θα εντοπίσει ο υπεύθυνος
με μάτι κοφτερό
και το διορθώσει αλάνθαστα
με ύφος σοβαρό
κι έτσι θά ‘μαι  έτοιμος
κι επιτέλους άψογος
στον πένθιμο χορό.

Τρίτη 29 Σεπτεμβρίου 2015

Δε ντρινκ

(ιν  Ίνγκλις)

Δε ντρινκ ρανς λάικ ινκ
έβρυθινγκζ’ κόβερντ
μπλακ ιζ δε κόλορ, νοτ πινκ
ιν ιτ Άι σινκ
σουν ωλλ γουίλ μπη μπλακ
σήη, φάιναλλυ δατ’σ
γουώτ νταζ δε ντρινκ. 

Παρασκευή 25 Σεπτεμβρίου 2015

Εμπρός στο δρόμο που χάραξε ο Λύο..... (293)


...Καλοβυρνάς, με το υπέροχο "Πλαθολόγιο Λέξεων" των εκδόσεων Intro Books (ISBN:960-6680-12-6) αλλά και τη νέα "απουστειρωμένη" έκδοση του Πλαθολογίου (εκδόσεις IntroBooks 2008, ISBN: 978-960-6680-48-9). Ας προσπαθήσουμε (έστω και ως ανάξιοι μιμητές) να καταγράψουμε ορισμένα ακόμα λήμματα



Πείστης, ο: είναι ο άνθρωπος με πολύ άνω του μέσου όρου ικανότητα πειθούς, π.χ. «Τον πείστη, α! τον πείστη...», «Με ποιόν τά ‘χεις μωρέ;», «Με τον πωλητή στο κατάστημα ειδών ανδρικής ένδυσης», «Και γιατί τον βρίζεις;», «Γιατί μ’ έκανε και πήρα αυτό το κοστούμι όταν του είπα ότι στη φετινή εκδήλωση της εταιρίας θέλω να κάνω μία εμφάνιση ξεχωριστή», «Α, και τί κοστούμι σου πρότεινε;», «Ένα ροζ», «Ε, και το πήρες;», «Ναι», «Ρε τον πείστη...».


Πέμπτη 24 Σεπτεμβρίου 2015

Φέρτε μου κάτι κοφτερό


Κοιμάμαι αργά και ξυπνάω νωρίς
ύπνο δεν έχω καθόλου
όλο όνειρα απαίσια βλέπω και σύννεφα μάβρα
καλύπτουν το εύρος του θόλου

Πρέπει μάλλον να κόψω
φτάνει πια, πόσο;
το τόσο πολύ το πιοτό
πρέπει επίσης να κόψω
το βράδυ αργά και βαρύ φαγητό
να κόψω πρέπει ακόμα
το σέρτικο που όλο ροφάω καπνό
στο διαδίκτυο να διαβάζω ειδήσεις
φριχτές πρέπει να κόψω
σχόλια όλο κακία
καυγάδες άρρωστους
και τσακωμούς στα φόρα
κοινωνικής μέσα δικτύωσης
μια τρέλλα καθημερινής εξαχρείωσης
το ανεξέλεγκτο σίγουρα
πορνό πρέπει να κόψω
την ηρεμία, την ισορροπία
τον ύπνο μου να βρω (αν τα κόψω)
όλα μαζί με μια κίνηση απόφασης
μ’ ένα καίριο χτύπημα
σαν ευθύβολο τόξο

Αναμφίβολα δύσκολο εγχείρημα
με αποτελέσματα αβέβαια
ίσως...πιο εύκολο και σίγουρο είναι
κάτι άλλο... κάτι άλλο να κόψω.

Τετάρτη 23 Σεπτεμβρίου 2015

Θεληματάρης στα Εξάρχεια


12/9/’015 – Νέα Στύρα, Εύβοια

Χρόνια και χρόνια, χρόνια πολλά
ζει εδώ στη γειτονιά
που ζω κι εγώ από πάντα
ο άνθρωπος αυτός
ομήλικοι πρέπει είμαστε περίπου
τον βλέπω τακτικά
όλο κάτι χαχόλικα φορά
φθαρμένα ρούχα
όλο κάτι φαρδιά παπούτσια
κάποτε ήταν κι αυτός μελαχρινός
τώρα έχει κι αυτός ασπρίσει
αξύριστος συχνά κυκλοφορεί
όλους τους ξέρει και τους χαιρετά
τους μαγαζάτορες, τους καφετζήδες
τον περιπτερά, τους αστυνομικούς στο τμήμα
τους ιερείς του Αγίου Νικολάου
τη βγάζει με θελήματα
πότε να ξεφορτώνει τον βλέπω το χαρτί
σ’ ένα από τα πολλές τυπογραφεία τις δεκάδες
πότε χαρτοκιβώτια με πλακάκια
πότε τίποτα μπύρες στα κασόνια
ή βάζει ένα χεράκι σε κάποια μετακόμιση
ή ότι άλλο μικροθέλημα
και κάθε χαμαλίκι
δεν ξέρω πώς τη βγάζει από φαγητό
ή στέγη αν έχει κάπου
θυμάμαι πάντως μια φορά πρωί
ένα καλοκαίρι που είχα πάει
στο λόφο για περίπατο
και νά ‘σου σε μια πλαγιά να ξεπροβάλλει
μέσα από κάτι πρόχειρα στρωσίδια
από κάτι σληπινγκμπάγκ
και να τεντώνεται και να χασμάται
ατενίζοντας με έντονο ενδιαφέρον
απέναντι τις πολυκατοικίες
άστεγος νά ‘ναι λες;
να βρίσκει καταφύγιο σε κάποιο απ’ τα πολλά
τα άδεια, τα παλιά τα σπίτια;
πάντως και αν φτωχοπερνά
κακόκεφο ποτέ ή δύσθυμο τον είδα
και βέβαια ούτε κατά διάννοια αγχωμένο
όλο πάντα ζωντανός, κινητικός
και ομιλητικός ιδιαίτερα
με μια φωνή χαρακτηριστική
και ένα ψεύδισμα ελαφρό να ξεχωρίζει
στην άκρη της γλώσσας του έχει πάντα ένα πείραγμα
ή κάποιο χωρατό που μ’ ευκαιρία πρώτη ξεστομίζει
…με άλλα λόγια ένας άνθρωπος
που ζει την κάθε μέρα
την κάθε μία την στιγμή
χωρίς σκοτούρες για το χτες
και έγνοιες για το αύριο
χωρίς ο φόβος κι οι ενοχές κάθε λεπτό
ποιός από πούθε να τρυπώνουνε ξέρει και κυριαρχούνε
αυτό το τόσο στοιχειώδες δηλαδή
κι απλό το μυστικό
που λίγοι στην εποχή μας μοναχά
φαίνεται να κατέχουν 
ενώ οι περισσότεροι παλεύουν μάταια
κι ακόμα καταφεύγουν στη βοήθεια ειδικών
μήπως το κατακτήσουν…
αυτά σκεφτόμουν σήμερα, πρωί
πριν φύγω για μία μικρή
διήμερη εκδρομή απ’ την Αθήνα
καθώς τον είδα άλλη μια φορά
σε ένα φορτηγό μικρό
με νεύρο να γεμίζει την καρότσα
βοηθάει είπα η κίνηση η εμπορική
πρωί Σαββάτου να βρεθεί ένα μεροκάματο
βοηθάει ίσως και η λαϊκή
πού ‘χει η Καλλιδρομίου
σκεφτόμουνα εμένα, σκεφτόμουνα αυτόν
τόσα χρόνια τον γνωρίζω
«βίοι παράλληλοι» σκεφτόμουνα
μονάχα που δεν ήξερα
ποιανού είναι πιο καλός ο βίος.


Τρίτη 22 Σεπτεμβρίου 2015

Οι φωνούλες


29/8/’015 – πλησίον χωρίου Αγ. Νικόλαος, χερσόνησσος Μεθάνων

Μικρές φωνούλες μου διαφεύγουν συνεχώς
σε τυχαίους χρόνους ακουσίως εκστομίζονται
(μα πρέπει να παραδεχτώ πως η συχνότητα αυξάνει)
διάφορες ώρες της ημέρας
η ορισμένως και της νυκτός
κυρίως κατά μόνας ευτυχώς
(μα και εν μέσω πλήθους, όλο και πιο συχνά συμβαίνει)
είναι οι φωνούλες σα μικρές πολεμικές κραυγές
σαν θραύσματα από άριες
σαν τμήμα στίχου τραγουδιού οπερέττας
σαν πόνου κάπως οιμωγή
σαν μίνι ουρλιαχτό
σαν μωρού κλάψιμο άναρθρο
στροφής κομμάτι τόσο δα από ένα μοιρολόι
πηγαίες φωνούλες, τί είναι ξέρω καλά
κι ούτε απορώ, ούτε ανησυχώ καθόλου
είναι, έχω καταλάβει από καιρό
σαν μια – που λέμε εμείς (τρομάρα μου) οι μηχανικοί –
βαλβίδα ανακούφισης, μία μορφή εκτόνωσης
για τις κάθε λογής εσώτερες πιέσεις

ισορροπία βρίσκει ο καθείς όπως μπορεί
εμένα μού ‘τυχε με τούτες τις φωνούλες...
απλώς... έχω το νου μου, μήπως κάποιος καλοθελητής
ένας συνάδελφος ας πούμε
κάποια κυρία από τη γειτονιά
φίλος μπορεί ή συγγενής, ποιός ξέρει
μην τύχει από ενδιαφέρον άδολο κι αγνό
στείλει, για το καλό μου, το γνωστό απόσπασμα
ανδρών που με ογκώδη σώματα, λευκές στολές
και σαν παιδιού λεπτές και απαλές  τις ομιλίες
ευγενικά πολύ με πάρουν αγκαλιά
κι αρχίσουν να μου εξηγούν
ότι θα βρω ένα μικρό παράδεισο
μιαν ήσυχη γαλήνη
και μιαν χωρίς φωνούλες ήρεμη ζωή
κει που με πάνε.



Δευτέρα 21 Σεπτεμβρίου 2015

Τέλος εποχής


Τελειώνει πια μου φαίνεται
αυτή η εποχή της τρυφηλότητας
η μέρα έχει μικρύνει αισθητά
το βράδυ κάνει κάπως ψύχρα
και ένα κατιτίς το θέλεις
απάνω σου να ρίξεις
οι για λίγο άδειες πόλεις
έχουν γεμίσει πάλι ασφυκτικά
κι έχουν αδειάσει τα χωριά, τα θέρετρα
έχουνε μείνει οι λιγοστοί, οι μόνιμοι
και τέρμα πια τα εναλλασσόμενα τα δίπολα
βούτηγμα – άπλωμα, βρέξιμο – στέγνωμα
και τέλος η ενδυμασία μόνο βερμούδα και σανδάλια
ή και υποδήματα χωρίς καθόλου
και πάνε τα ουζάκια πριν το μεσημεριανό
και τα τζιν τόνικ σούρουπο
κι οι παγωμένες μπύρες
όλες σχεδόν τις ώρες της ημέρας

τώρα θα έχει κρύο και σκοτάδι
τώρα θά έχει νύχτα κι εργασία
νύχτα θα φεύγεις για δουλειά
και νύχτα πάλι θα γυρίζεις
και θα περνά η βδομάδα
σα νά ΄ναι μια στιγμή
και τα Σαββατοκύριακα
κυλάνε σα νεράκι
τώρα θα έχει κούραση
και ένταση και άγχος
και θέλει οργάνωση
και θέλει αγώνα

έλα Χειμώνα.





Κυριακή 20 Σεπτεμβρίου 2015

Υπαίθρια, χαμηλή, εφήμερη


28/8/’015 – πλησίον χωρίου Αγ. Νικόλαος, χερσόνησσος Μεθάνων

Έκθεση υπαίθρια
μικρά έργα τέχνης διάφορα
συνθέσεις αρχιτεκτονικές
οικίες περίτεχνες
ναοί, κάστρα και πύργοι
κι ακόμα αναπαραστάσεις
της φύσης μορφωμάτων
όρη, ηφαίστεια, σπήλαια,
φαράγγια ποταμών, κοιλάδες
ίσως εξάλλου και ολόκληρα χωριά
κι ακόμα γλυπτά κάθε λογής
γυμνές καλίγραμμες γυναίκες
μυώδεις αθλητές, όντα του μύθου
ήρωες, γοργόνες, σπαθοφόροι πολεμιστές
κι αφηρημένα σχήματα κι επίσης
προϊόντα τεχνικής μικτής
μαζί με ξύλα, πέτρες, βότσαλα
και βέβαια βασικό υλικό
το γύρω άφθονο παντού
συχνά όλα τούτα συνοδεύονται
από σκαλίσματα, γραφές...

μικρά έργα τέχνης διάφορα
έκθεση υπαίθρια και εφήμερη
κάτω εκτείνεται, στο έδαφος
και για να δεις πρέπει να βλέπεις χάμω

το καλοκαίρι, στις ακρογιαλιές, στην άμμο.

Σάββατο 19 Σεπτεμβρίου 2015

Όπως ακριβώς


(23/8/’015, λιμάνι – Μέθανα και 24/8/΄015, όρος Ταΰγετος, πλησίον Ιεράς Μονής Γόλας – Λακωνία)

Τα τεφτέρια μου βρέχονται
σβήνονται τα γράμματα
στην άκρη και χάνονται
τα μουσκεύει η βροχή
ξεχασμένα στην τσέπη
ριγμένα προχείρως στο σακκίδιο
στην νεροποντή
ή στην τσάντα του μπάνιου
το καλοκαίρι
κι από πάνω να πέφτει
η βρεγμένη πετσέτα
σκεβρώνουν τα εξώφυλλα
οι γωνίες διπλώνουν
σαν στεγνώσουν μετά
κυμματιστό είναι το χαρτί
μα έχει σχεδόν χαθεί η αυτοσχέδια
χειρόγραφη στις άκρες η σελιδαρίθμηση
κι όμοια μουτζουρωμένες και θολές
αδιάβαστες σχεδόν
είναι ολόκληρες γραμμές
στίχοι από ποιήματα
φράσεις από ιστορίες
ή από καταγγραφές ιδεών
συνόψεων και άλλων σημειώσεων
για «έργα» μελλοντικά – τί κρίμα!...

κι έτσι τα κουβαλάω πια
τα ταλαιπωρημένα τα τεφτέρια μου
μα δεν τ΄αφήνω
συνεχίζω με τα ίδια
μέχρι κάποιο να τελειώσει
και να πιάσω ένα καινούριο
όπου μάλλον ούτε αυτό θα το προσέξω
και πάλι κάπου θα βραχεί
και θα συμβούν τα ίδια
κι όμοια θα ταλαιπωρηθεί

δεν είναι τα τεφτέρια μου
τακτικά, καθαρά και φροντισμένα
προσεγμένα και νοικοκυρευτά

όπως εξάλλου ακριβώς έτσι είναι
και τα περιεχόμενα γραφτά.





Παρασκευή 18 Σεπτεμβρίου 2015

Τα ξένα σαπούνια


18&28/8/’015, Λυγουριό Αργολίδος, χωρίον Κουνουπίτσα – χερσόνησσος Μεθάνων, λιμάνι πόλης Μεθάνων

Τα ξένα σαπούνια
ωραία που είναι
και όμορφα τόσο
πώς μυρίζουνε πώς
με αρώματα ιδιαίτερα
και τέτοια που θά ‘θελες
μάλλον ποτέ
μα ποτέ μοναχός
καρύδα γλυκειά
φρούτα του δάσους
χυμοί αχιβάδας
πεύκου βελόνες
καρπός δέντρου αγνώστου
εξωτικός
φιλοξενούμενος είτε
απλός επισκέπτης
στο ξένο το μπάνιο
τα σαπούνια μυρίζεις
σαν εκστατικός
στα χέρια ύστερα
στο σώμα τ΄απλώνεις
κι αρχίζει να γίνεται
να γίνεται αφρός
μυρωδιές σε τυλίγουν
τα ρουθούνια ανοίγουν
και τον καθρέφτη
θολώνει ο ατμός
οι πόροι του δέρματος
ανοίγουν και δέχονται
τις νέες και πόσο
θελκτικές τις οσμές
που σε κάνουν και λες:
«θα πάρω κι εγώ,
θα πάρω κι εγώ!»
μα σαν θα πας πάλι
στις αγορές
ποτέ δεν το κάνεις
δεν σου πάει το χέρι
τα ίδια πάλι θα πάρεις
τα ίδια που παίρνεις
απ’ την αρχή του καιρού
το ίδιο σαπούνι
το ίδιο αφρόλουτρο
το ίδιο σαμπού
κι αδημονείς
πότε θά ‘ρθει η ώρα
της άλλης φοράς
που σ’ άλλο σπίτι θα πας
και θα χτυπάς το κουδούνι
και λίγο μετά θα ζητάς
«παρακαλώ πού είν’ το μπάνιο»
όπου θα υπάρχει ασφαλώς
συναρπαστικό κάποιο νέο σαπούνι.