Σάββατο, 11 Ιανουαρίου 2014

Πώς μου κόλλησε η μανία

Αγαπητοί επισκέπτες, αναγνώστες και φίλοι, το ιστολόγιο εύχεται "καλή χρονιά και καλή επιτυχία".
Την περίοδο αυτή, λόγω ιδιαίτερα παρατεταμένης έλλειψης εμπνεύσεως και συγγραφικής δυστοκίας (τί λες ρε ρεντίκολο; δε ντρέπεσαι καθόλου;) και πολύ μεγαλυτέρας του έως τώρα συνήθους και σε βαθμό νοσηρό πλέον οκνηρίας (τώρα μάλιστα, τώρα μιλάς σωστά), δημοσιεύονται ορισμένα κείμενα "χαμένα" ή "αποκηρυγμένα"(βρε αθεόφοβε,  ποιός νομίζεις ότι είσαι που έχεις και "χαμένα" ή "αποκηρυγμένα" κείμενα, τρομάρα σου;), ευχαριστούμε για την καταννόηση.
Καλή ανάγνωση.


Πώς μου κόλλησε η μανία

Άει! όταν ήμουνα μικρό
ένα μακρύ καλοκαίρι στο χωριό
επήγα να δουλέψω παραπαίδι
τρεις μήνες σ’ ένα καπηλειό.

Και – μανία που μου κόλλησε –
τα βράδια όταν τελείωνε η δουλειά
έπινα τα αποπίματα
έπινα τα βιδάνια
κι έγραφα κάτι στιχάκια παλαβά
που τά’ λεγα ποιήματα
και ένοιωθα σα να’ μαι στα ουράνια.

Γιατί ενόμιζα πως έκανα κάτι σημαντικό
λες και δεν τό’ξερα το άχαρο μου ριζικό.
                       
Μα να!… τότες, κει κάτου απ’ τα βαρέλια
νέος και άμαθος και μεθυσμένος
φαντάστηκα μια εύκολη κι ανέμελη ζωή
με γελαστά κορίτσια και όμορφες στιγμές
κι όλο να πίνουμε – όσοι αγαπούσα –
δροσερό νερό κι όλο να τρώμε
λουκουμάδες ξεροψημένους
πνιγμένους μες στα μέλια.

Δεν υπάρχουν σχόλια: