Παρασκευή, 30 Νοεμβρίου 2007

Ημερολόγιο Τοίχου IV - αντιγραφή: Χ.Δ.Τ.

Εισαγωγή

Πως με συγκίνησεν η ποίησις αυτή
των αισθημάτων ο πλούτος και η λεπτότης
μα και η ρίμα, η τεχνική και η ποιότης
του Στοίχου.

Μα σας μιλώ ειλικρινά:
η καλύτερη ποιητική συλλογή
που τη χρονιά αυτή εδιάβασα
ήτανε σ' ένα Ημερολόγιο Τοίχου.

Τετάρτη 28 Νοεμβρίου 2007
Ανατολή 7:19
Δύση 17:07
Σελήνη 19 ημερών
Ειρηνάρχου - Στεφάνου
Ετοιμασίου - Σωκράτους

Πίσω όψη

Τ' αχείλι σου το κόκκινο
σαν του λαγού το αίμα
κι άγγελος στο ζωγράφισε
με διαμαντένια πένα

Πέμπτη 29 Νοεμβρίου 2007
Ανατολή 7:20
Δύση 17¨:07
Σελήνη 20 ημερών
Παραμόνου & 370 μαρτύρων
Νικολάου - Διονυσίου

Πίσω όψη

Να τα χαρώ τα μάτια σου
τα μαύρα, τα μεγάλα
όπου σταλαματίζουνε
και με παιδεύεις γιάντα

Δευτέρα, 26 Νοεμβρίου 2007

Ένα απόγευμα τρελλό

Ένα απόγευμα τρελλό στην πλατεία
κόσμο γεμάτα τα καφενεία
κυρίες, κύριοι, νεαροί, δεσποινίδες,
γλυκά, αναψυκτικά, καφεδάκια
και γύρω τριγύρω του κόσμου η χαρά
φωνάζαν, παίζανε τα παιδάκια.

Ένας μάγκας περίφημος γόης
όλο εκοίταζε μια όμορφη ξανθιά
που καθότανε με τη μαμά
και το μπαμπά και τ’ αδέρφια της
κι έπινε βυσσινάδα.
Όλο χαμόγελα της έστελνε
και πονηρά νοήματα
και υπολόγιζε το βράδυ
να της κάνει καντάδα.
Μα εκείνη αγέλαστη, σοβαρή,
όλο κοίταγε αλλού
κι ούτε απαντούσε,
(όμως πόσο της άρεσε, ω πόσο πολύ
και τί συγκίνηση, τι λαχτάρα το παλληκάρι)
γιατί ήξερε και της είχαν πει
πως έτσι πρέπει, έτσι αρμόζει.
Την ίδια ώρα κει παραπέρα
στο άδειο οικόπεδο στήνανε
μπερντέ του Καραγκιόζη.
Γιατί το βράδυ είχε παράσταση.
Μα ήταν περίεργη η κατάσταση.

Λέγαν ο δάσκαλος με τον παπά, οι γραμματιζούμενοι,
σ’ ένα τραπέζι με το χωροφύλακα και τον κλητήρα,
και παραδίπλα όρθιοι ακούγανε και χάσκαν
κάτι αγράμματοι, περιπλανώμενοι γύφτοι
που δεν είχαν βρει θέση, περισσευούμενοι.
Λέγανε για του κόσμου τα μυστήρια τα μεγάλα
και τις χώρες τις παράξενες,
τους ωκεανούς, τα όρη
και τους τρανούς ποταμούς……
τον Αμαζόνιο, το Βόλγα,
το Μισισσίπη, το Ζαμβέζη
και πίνανε καφέ και τρώγαν πετιμέζι.
Αχ! οι άνθρωποι πάντα κοιτούν τον ποταμό
κι κανείς ούτε κουβέντα
για τον ήσυχο και ταπεινό,
τον τροφοδότη, τον παραπόταμο,
μονολογούσε εκεί κοντά
ένας του τσίρκου θηριοδαμαστής
που αυτή την ώρα πότιζε
στη βρύση του χωριού
ένα ασημένιο ιπποπόταμο.

Γιατί είχαμε τις μέρες εκείνες,
περαστικούς από την πόλη,
τσίρκο και θεάματα,
κλόουν, ακροβάτες, θηρία εξωτικά,
το μάγο που κατάπινε σπαθιά
και εξαφάνιζε παπούτσια
και πράματα και θάματα!
Είχανε, λέει, έρθει από
τη μακρινή Μαδαγασκάρη
και παρουσίαζαν – μοναδικοί στον κόσμο –
μέσα σε όλα τ’ άλλα
ένα που μίλαγε με ανθρώπινη φωνή
σοφό σκαθάρι.
Μάλιστα διαφημίζανε
όλο το απόγευμα τις παραστάσεις,
μέχρι που τις ρεκλάμες τους κορόιδεψαν
και βρίσανε χυδαία,
κάτι που πίνανε μαστίχα από νωρίς
αδειούχοι απ’ το στρατόπεδο το κοντινό, φαντάροι.
Πάλι καλά που μεσολάβησε ο οδοντίατρος
και τους εκέρασε ένα γύρω
λέγοντας – διπλωμάτης, πονηρός –
«Μαζί σας κι εγώ πίνω»
κάτι ποτήρια με πιοτό
μία μερίδα ρούμι, εφτά κινίνο.
Εκείνος βλέπεις τό ’χυσε, δεν ήπιε,
μα στην παρέα των φαντάρων έφερε πανικό
και φύγανε εκείνοι πικραμένοι,
πίσω γυρίσανε στο στρατώνα
και πήγαν γι αύριο
να δουν την αγγαρεία,
ποιόν είχαν βάλει μαγειρεία
και ποιόν σκοπό.

Βέβαια τότε που όλοι
το νου τους είχανε στο περιστατικό
ευκαιρία βρήκανε τα χαμίνια
να μπούνε στου μπακάλη την αυλή
και να ρημάξουνε τον εύφορο μπαξέ
που έβγαζε γιομάτα σαν αίμα το ζουμί
τα πιο καλά τα σαγκουίνια.

«Κι έτσι πήγανε κι έτσι πάνε»..
μουρμούραγε μονάχος του
σε μια γωνιά ένας γέρος,
«έτσι φτιαγμένοι είμαστε οι ανθρώποι
αδερφοί, κορίτσια, παληκάρια,
έτσι ήταν κι έτσι – μιλάει η φύση
και προστάζει – θά ’ναι».
Μα πίσω του στον τοίχο – αν είναι δυνατόν! –
μα πάλι, είχε βρέξει το πρωί,
ιάμβους σχηματίζανε, κοπάδια σαλιγκάρια.

Σκοτείνιασε, σουρούπωσε, βραδυάζει
και λίγο – λίγο φεύγουν οι νοικοκυραίοι
και η πλατεία αδειάζει.
Ε! πρέπει νά ‘ναι τώρα
η ώρα των παράξενων.
Γιατί μου φαίνεται πως βλέπω
- και πρέπει να ταιριάζει -
εφτά χελιδονόψαρα να κάνουνε παρέα
σ’ εκείνη που όλο το απόγευμα
από πάνω μας φτεράκαγε
και τώρα κουρασμένη,
αλλόκοτη, πορτοκαλιά,
ανεβασμένη στη μουριά,
την κουκουβάγια που κουρνιάζει.

Και στη σκιά της μουριάς,
του φακίρη που έκανε
την ώρα εκείνη τα μαγικά του,
ξεκουραζόταν ο βοηθός
και έτρωγε τουλούμπες.

Ε! λοιπόν μέσα σ’ όλη την τρέλλα,
τρελλός κι εγώ,
ξεκίνησα καταμεσής στην πλατεία
να κάνω κάτι ψηλές
και θεότρελλες τούμπες!

Σάββατο, 24 Νοεμβρίου 2007

Μουσική

Κιθάρα: Νίκος Τσοπόκης
Τύμπανα: Χρήστος Δ. Τσατσαρώνης

Πέμπτη, 22 Νοεμβρίου 2007

Η αφήγηση του Μπίλλυ Μπίλλυ Μπίλλινγκτον

Σημείωση 2007
Ψάχνοντας πρόσφατα κάτι στο (κάπως χαοτικό ομολογώ) αρχείο μου, πέτυχα τούτη την καταγγραφή της αφήγησης του Μπίλλυ Μπίλλυ Μπίλλινγκτον. Σχεδόν συγκινήθηκα διαβάζοντας τον νεανικό (τότε) τρόπο που ο φίλος μου αντιλαμβανόταν τον κόσμο και τα τρυφερά αισθήματα του. Ελπίζω – ευγενικοί επισκέπτες – την ίδια τρυφερότητα να αισθανθείτε και εσείς και να μη σπεύσετε να λοιδωρήσετε το νεανικό ενθουσιασμό του καημένου του Μπίλλυ Μπίλλυ, που έτσι κι αλλιώς δεν είναι πια μαζί μας καθώς βρήκε εδώ και χρόνια ένα πρόωρο και άχαρο τέλος…….. αλλά αυτό είναι θέμα μιας άλλης θλιβερής ιστορίας που ίσως πούμε κάποια άλλη φορά.
Σημείωση περίπου 20 χρόνια πρινΟ Μπίλλυ - Μπίλλυ - Μπίλλινγκτον είναι υπαρκτό πρόσωπο. Το κείμενο που ακολουθεί είναι η ιστορία του, όπως μου τη διηγήθηκε ο ίδιος, έχοντας υποστεί - από μένα - μια μικρή επεξεργασία, απαραίτητη για τη μετουσίωση του προφορικού λόγου σε γραπτό.
Αρχικά είχα, με βάση την ιστορία αυτή, γράψει ένα διήγημα σκοπεύοντας να προσφέρω στο αναγνωστικό κοινό ένα ακόμα κομψοτέχνημα - όπως το έχω συνηθίσει. Ξαφνικά όμως (και κυριολεκτικά την τελευταία στιγμή), αποφάσισα ότι σ'αυτήν τη μορφή, που σε λίγο θα διαβάσετε, "Η Ιστορία του Μπ.Μπ.Μπ." - παρ'όλες τις ομολογουμένως σημαντικότατες αδυναμίες της - θα ήταν περισσότερο ενδιαφέρουσα και επιπλέον "αυθεντική".

……………………….
Ψηλά, πολύ πάνω από εκεί που αφρίζει και αγκομαχά ο μεγάλος Ωκεανός, στην κορυφή ενός απόκρημνου βράχου που τον δέρνουν από παντού οι άνεμοι, στα σύννεφα ανάμεσα εκεί βρίσκεται ο Πύργος της Ζωής.
Ένα τετράγωνο πέτρινο κτίριο που ο όγκος του σου κόβει την ανάσα. Έχει εκατό πατώματα και χιλιάδες δωμάτια. Έχει μπαλκόνια κι αετώματα και βεράντες κι αμέτρητα παράθυρα σε κάθε του πλευρά. Έχει σαλόνια και μεγάλες αίθουσες και σκάλες που ανεβοκατεβαίνουν από τον τελευταίο όροφο ως κάτω στα σκοτεινά υπόγεια.
Σ'ένα απ' τα τόσα δωμάτια γεννήθηκα και σ' αυτό ζω μέχρι σήμερα. Και θυμάμαι σαν τώρα (δεν πάει και πολύς καιρός άλλωστε), που πρωτάνοιξα την πόρτα του δωματίου μου και βγήκα έξω κι άρχισα δειλά-δειλά να περπατάω στους διαδρόμους και διστακτικά να κατεβαίνω και ν' ανεβαίνω τις σκάλες. Και έτσι άρχισα να βλέπω τι υπάρχει στους άλλους ορόφους και τα άλλα δωμάτια. Να βλέπω μόνο, όχι να γνωρίζω, όχι να νοιώθω, μιας και ποτέ δε μπήκα σ' ούτε ένα από τα δωμάτια. Καθόμουν μόνο απ' έξω και μισανοίγοντας τις πόρτες, κοιτούσα στο εσωτερικό. Κι ύστερα επέστρεφα πάλι στο δικό
μου δωμάτιο, το μόνο που έχω μπει ποτέ.
Και έτσι Είδα.
Είδα τους κατοίκους του Πύργου ν' ανεβαίνουν τις σκάλες με βήμα σταθερό προς την κορυφή, προς τον τελευταίο όροφο, εκεί, που όπως λέγανε, ήταν αυτοί που διηύθυναν τα πάντα, και άλλους να κατρακυλάνε τις σκάλες μέχρι κάτω στα βρώμικα υπόγεια, εκεί που ακούγονταν γοερά κλάμματα και κολασμένες κραυγές που σου πάγωναν το αίμα. Τους είδα να πίνουν, να τραγουδούν και να γιορτάζουν στις στολισμένες σάλες και είδα άλλους, απελπισμένοι να χτυπάνε το κεφάλι τους στους τοίχους των κρύων δωματίων τους.
Και είδα τα μικρά παιδάκια να παίζουν χαρούμενα και είδα τη μεγάλη εξέδρα που προεξείχε απ' τον Πύργο και αιωρούνταν στο κενό κι εκεί τους γέρους να σέρνουν τα κουρασμένα τους βήματα, να πηδάνε και να χάνονται.
Και είδα σε δωμάτια με χαμηλά φώτα, γεμάτα καπνό και αναθυμιάσεις από κεριά που καίγαν, σαν οπτασία γυμνά κορμιά αγκαλιασμένα κι αφουγκράστηκα τους στεναγμούς του πόθου τους που μπερδεύονταν με νωχελικές μελωδίες.
Και είδα σ' άλλα δωμάτια τους κατοίκους του Πύργου να ικανοποιούν αμαρτωλά τους πάθη που ντρέπομαι να μιλήσω γι αυτά.
Κι έφτασα μια μέρα δεκατρείς ορόφους πιο πάνω απ' τον δικό μου, εκεί όπου ήταν μαζεμένοι οι συγγραφείς κι οι ποιητές. Κι απόμεινα να τους κοιτώ καθώς σκύβανε πάνω απ'τα γραφεία, με το ένα χέρι βαστώντας το κεφάλι τους και με το άλλο πότε να κυλάνε την πέννα ήρεμα και στρωτά και πότε να τη σέρνουν με βία λες κι ήθελαν να ξεσκίσουν το χαρτί. Ήταν σαν ένα ποτάμι ζωντανό που έπαιρνε όσα είχαν στο νου και την καρδιά τους και κυλώντας μέσα απ' το χέρι και την πέννα, τα εναπόθετε πάνω στο χαρτί. Μια μαγική, ιερή διαδικασία που με καταγοήτευσε.
Και σκέφτηκα: Πόσο θα 'θελα να τους μοιάσω! Και δεν το κρύβω πως το προσπάθησα, μα μετά πήρα τις προσπάθειες μου, άνοιξα το παράθυρο κι άφησα να τις πάρει ο αέρας, γιατί ήταν λειψές και μίζερες κι αστείες.
Για κάμποσο καιρό το μόνο μέρος του Πύργου που πήγαινα ήταν αυτό το ίδιο μέρος με τους συγγραφείς και τους ποιητές, δεκατρείς ορόφους πιο πάνω απ' τον δικό μου, όπου καθόμουν με τις ώρες και τους παρατηρούσα, μέχρι που το πήρα απόφαση ότι ποτέ δε θα
γινόμουν σαν κι αυτούς κι απογοητευμένος εγκατέλειψα την προσπάθεια.
Ο καιρός πέρναγε και εγώ συνέχιζα τις περιπλανήσεις μου στον Πύργο και γύρναγα κάθε βράδυ στο δωμάτιο μου κουρασμένος, με το κεφάλι μου βαρύ, γεμάτο εικόνες. Μόνο εικόνες, αφού το νόημα και την ουσία όσων έβλεπα δεν κατόρθωνα να τα πλησιάσω.
Και καθόμουν στο δωμάτιο μου μπροστά στο παράθυρο, κοιτώντας έξω τη νύχτα κι ονειροπολούσα. Και ήταν εκεί μου φαίνεται, που έφτιαξα έναν άλλο - δικό μου - Πύργο, μες στο μυαλό μου. Και δε μπορούσα από εκεί και πέρα να ξεχωρίσω σε ποιον απ' τους δύο περιπλανιόμουν πιο συχνά.
Ε! Όλοι εσείς εκεί έξω, που περπατάτε ανέμελα και σίγουρα, κρατώντας τα κορίτσια σας αγκαλιά, και χαμογελάτε με αυτοπεποίθηση κι έχετε αυτό το βλέμμα που λέει σε πόσα πολλά δωμάτια του Πύργου έχετε μπει. Νομίζετε ότι είστε κάποιοι;
Ακούστε λοιπόν: Εσείς δεν έχετε δει τα άλογα να χορεύουν σε πράσινες πεδιάδες την πανσέληνο, δεν έχετε παίξει σκάκι με λευκούς γέροντες σε χιονισμένες κορφές, δεν έχετε νάνους να σας τραγουδούν εύθυμα τραγουδάκια όταν είστε θλιμμένοι και οι δικές μου οι γυναίκες είναι θεές μπροστά στις δικές σας και είναι και τόσα άλλα ακόμη που τ' αγνοείτε, αλλά δε μπαίνω στον κόπο να σας τα γνωρίσω. Χαθείτε λοιπόν, ευτυχείς μέσα στην άγνοια σας και μη μ' ενοχλείτε άλλο.
Κι όμως μετά..............αυτό το αίσθημα της ματαιότητας από πού αναβλύζει; Κι όλες αυτές οι επιθυμίες που δεν ξεδιψάνε; Και γιατί όταν είμαι ανάμεσα σας τα γέλια σας κάνουν τον Πύργο μου συντρίμμια;
Και ήταν μια νύχτα ακόμη σαν τις άλλες, που γύρισα στο δωμάτιο μου. O χώρος ήταν λουσμένος μ' ένα χλωμό ασημένιο φως κι απ' το παράθυρο φαινόταν ένα χλωμό ασημένιο φεγγάρι να κρέμεται στον ουρανό. Η ατμόσφαιρα ήταν κάπως παράξενη αλλά δεν έδωσα σημασία.
Ετοιμάστηκα να κοιμηθώ. Ο ύπνος είχε σταθεί καλός φίλος για μένα όλα αυτά τα χρόνια. Όταν η σύγχιση βασίλευε στο μυαλό μου, όταν τα διλλήματα, οι απορίες, οι δύσκολες σκέψεις με περικύκλωναν, μ' έπαιρνε στην αγκαλιά του και τα ξεχνούσα όλα ως την επόμενη μέρα.
Ήμουν λοιπόν ξαπλωμένος στο κρεββάτι μου κοιτώντας το ταβάνι ,όταν ξαφνικά άνοιξε η πόρτα (μα πώς αφού -όπως πάντα- την είχα κλειδώσει;) και μπήκε ένα κορίτσι. Μια γυναίκα!! Στο δικό μου δωμάτιο! Δε θα μπορούσε να συμβαίνει στ' άλήθεια. Κι όμως, με πλησίασε και κάθησε δίπλα μου στο κρεββάτι κι άρχισε να μου μιλάει. Κι ήταν η ανάσα της δροσερή, κι η φωνή της καθαρή κι απαλή, και τα μάτια της τόσο λαμπερά κι όμορφα, και τα δόντια της άσπρα όταν χαμογελούσε. Κι όταν πλησίασε το πρόσωπό της στο δικό μου κι ακούμπησε το χέρι μου κι άρχισε να μου ψιθυρίζει γλυκά λόγια στ' αυτί, μούδιασα σ' όλο μου το σώμα. Κι έτσι συνεχίσαμε να μιλάμε ξαπλωμένοι πλάι-πλάι κι ούτε που θυμάμαι τι λέγαμε, παρά μόνο τον ήχο της φωνής της και την εικόνα του προσώπου της. Ύστερα αποκοιμήθηκε κι εγώ την κοιτούσα κι αναρωτιόμουν: είναι άραγε ο Πύργος όπου βρίσκομαι τώρα ή είναι ο Πύργος Μου;
Αχ! Να σας είχα τώρα εδώ συγγραφείς και ποιητές μου, που κατοικείτε δεκατρείς ορόφους πιο πάνω απ' ον δικό μου, να πασχίζετε και ν' αγωνίζεστε να περιγράψετε πόσο όμορφα νοιώθω αυτή τη στιγμή, άδικα όμως.
Και το τελευταίο πράγμα που θυμάμαι είναι ότι εγώ, ο Μπίλλυ-Μπίλλυ -Μπίλλινγκτον, που είχα ζήσει ως τότε μια ζωή χωρίς ενθουσιασμούς, χωρίς πάθος, χωρίς εξάρσεις, πετάχτηκα απ' τον ύπνο μου στη μέση της νύχτας, φωνάζοντας μ' όλη τη δύναμη της ψυχής μου: Mη Φύγεις. Σ' αγαπώ! Σ' αγαπώ! Σ' αγαπώ!

Τετάρτη, 21 Νοεμβρίου 2007

Γράμμα στο Μόναχο...

...που έστειλα για να αποκτήσω πάλι επαφή και να βρω έτσι την ευκαιρία να ζητήσω συγνώμμη για την όντως απαράδεκτη (ωστόσο όχι αναίτια) συμπεριφορά μου. Το γράμμα συνοδευόταν από μια φωτογραφία ελαιογραφίας εποχής (1915) του Συμεών Σαββίδη με τίτλο «Στον Αγγλικό Κήπο του Μονάχου» που απεικόνιζε την Κινέζικη Παγόδα στον Κήπο της πρωτεύουσας της Βαυαρίας (Chinesischer Turm- Englischer Garten).

Καλημέρα
και καλή χρονιά και καλές απόκριες!
Όλα καλά;
Πώς τα περνάς στα κρύα, στην ωραία Βαυαρία;
Παρεμπιπτόντως, αν συναντήσεις καμμιά μέρα τον μανδαρίνο που δουλεύει – ακόμα από ότι μαθαίνω – ως φύλακας στην Κινέζικη Παγόδα, να του δώσεις παρακαλώ τους εγκάρδιους χαιρετισμούς μου (είμαστε παλιοί και καλοί φίλοι). Και πάλι, αν κάτι τον χρειαστείς μη διστάσεις.
Γεια
Χρήστος Δ. Τσατσαρώνης

Το γράμμα δεν ανοίχτηκε καν: δικαιοσύνη!

Τρίτη, 20 Νοεμβρίου 2007

Παράξενη συνάντηση ΙΙ

Strange Meeting II - τραγούδι του Nick Drake, απόδοση: Χ.Δ.Τ.

Σχεδόν χαμένη στα βάθη ξεχασμένων ονείρων
τόσο μακριά μοιάζει αλλά και τόσο κοντά
η ανάμνηση έρχεται μιας μακρινής παραλίας
με χλωμή και απάτητη άμμο ψιλή.
Εκεί τη βρήκα κι ήταν δικιά μου
κι ήταν για μένα η πριγκίπισσα της άμμου.

Στην άκρη του αφρού περπατούσα
μικρά χαλίκια πατούσα
κοίταξα πίσω και την είδα τόσο γλυκιά,
ήρθε κοντά μου με μάτια θλιμμένα
με λύπη γεμάτα χίλιων ματιών.
Για μένα ήταν η πριγκίπισσα της άμμου.

Κι όπως με κοίταξε το μυαλό μου μπερδεύτηκε
και μαζί περπατήσαμε στην καλοκαιριάτικη αχλύ.
Τα χείλη της κίνησε μα ήχος δε βγήκε
το μήνυμα της δε θα μάθω ποτέ,
μα ήταν για μένα η πριγκίπισσα της άμμου.

Και περπατούσαμε πια με την αύρα της νύχτας
στο πρόσωπο να μας φυσάει απαλά.
Μα ξάφνου χάθηκε χωρίς ίχνος κανένα
που πήγε που ήρθε, δεν ξέρει κανείς,
ούτε θά'ρθει ποτέ για να μάθω στ' αλήθεια
ποιά είναι η πριγκίπισσα της άμμου.

Τώρα όταν πέφτει η καλοκαιριάτικη νύχτα
πάω προς στη θάλασσα το μονοπάτι της άμμου
γύρω μου κοιτάζω κι ελπίζω να βρω
της νιότης μου τ' όνειρο που είναι για μένα
η πριγκίπισσα της άμμου.

"Το ισχυρό φύλλο" ή "Αξιοπρέπεια" ή "Ημερολόγιο τοίχου ΙΙΙ- Αντιγραφή: Χ.Δ.Τ."

Δευτέρα 19 Νοεμβρίου 2007

Ανατολή 7:09
Δύση 17:11
Σελήνη 10 ημερών
Αβδιού προφήτου Βαρλαάμ
Ηλιοδώρου μαρτύρων

Πίσω όψη

Μην αγαπάς πολλούς εσύ
να διασκορπάς το νου σου,
αγάπα μένα μοναχά να
μ΄έχεις τ' ορισμού σου.

Δευτέρα, 19 Νοεμβρίου 2007

Απόσπασμα αστυνομικού ρεπορτάζ – (προδημοσίευση)

Ο αναγνώστης του ιστολογίου (και φίλος), έγκριτος δημοσιογράφος του αστυνομικού ρεπορτάζ, κος Φανούρης Φανφαρόνης, συντάκτης της εφημερίδος «Η Μεταμεσονυκτία», κατόπιν έγκρισης του διευθυντού της εφημερίδος (ευχαριστούμε θερμώς αμφότερους) μας επιτρέπει να προαναγγείλουμε, δύο ημέρες πριν, τη δημοσίευση μεθαύριο Τετάρτη, 21η Νοεμβρίου, στην ηλεκτρονική έκδοση της εφημερίδος που κυκλοφορεί στο διαδίκτυο με τον χαρακτηριστικό, ελαφρώς παραλλαγμένο τίτλο «e- Μεταμεσονυκτία», εκτενούς ρεπορτάζ με συνταρακτικές αποκαλύψεις σχετικά με την ταυτότητα του «αυτόχειρος της Πρεβέζης», μία υπόθεση που έχει αναστατώσει το κοινό. Ακριβώς 4 μήνες μετά την ημερομηνία (21/7) που ο άτυχος άνδρας αυτοπυροβολήθηκε θανάσιμα, αφού είχε προηγουμένως – μάταια – προσπαθήσει να αφαιρέσει τη ζωή του δια πνιγμού στη θάλασσα, στην πόλη της Πρεβέζης και αφού η ταυτότητα του παρέμενε μυστηριωδώς αδιευκρίνιστη, φαίνεται πλέον πως οι αστυνομικές αρχές της πόλεως συνεπικουρούμενες από δυνάμεις της πρωτευούσης μάλλον κατέληξαν: πρόκειται (σχεδόν βέβαια) για νεαρό άνδρα, γεννηθέντα εις Τρίπολην Πελοποννήσου, βιώσαντα εις διαφόρους πόλεις, σπουδάσαντα Νομικά, κρατικού υπαλλήλου κατ’ επάγγελμα αλλά και λογοτέχνη ποιητή με δημοσιεύσεις και διακρίσεις έργων. Αφορμή για την έρευνα που κατέληξε στην ανακάλυψη αυτή, έδωσε το χειρόγραφο ποίημα που βρέθηκε στην εσωτερική τσέπη του θανόντος, υπογεγραμμένο με τα αρχικά «Κ.Κ.», το οποίον και δημοσιεύουμε στη συνέχεια:
Μπαλάντα
Στους άδοξους ποιητές των αιώνων

Από θεούς κι ανθρώπους μισημένοι
Σαν άρχοντες που εξέπεσαν πικροί,
Μαραίνονται οι Βερλαίν. Τους απομένει
πλούτος η ρίμα πλούσια και αργυρή.
Οι Ουγκό με «Τιμωρίες» την τρομερή
των Ολυμπίων εκδίκηση μεθούνε.
Μα εγώ θα γράψω μια λυπητερή
μπαλάντα στους ποιητές άδοξοι πού’ναι.

Αν έζησαν οι Πόε δυστυχισμένοι
και αν οι Μπωντλαίρ εζήσανε νεκροί,
η Αθανασία τους είναι χαρισμένη.
Κανένας όμως δεν ανιστορεί
και το έρεβος εσκέπασε βαρύ
τους στιχουργούς που ανάξια στιχουργούνε.
Μα εγώ σαν προσφορά κάνω ιερή
Μπαλάντα στους ποιητές άδοξοι πού ‘ναι.

Του κόσμου η καταφρόνια τους βαραίνει
κι αυτοί περνούνε αλύγιστοι κι ωχροί,
στην τραγική απάτη τους δομένοι
πως πέρα κάπου η δόξα καρτερεί,
παρθένα βαθυστόχαστα ιλαρή.
Μα ξέροντας πως όλοι τους ξεχνούνε,
Νοσταλγικά εγώ κλαίω τη θλιβερή
Μπαλάντα στους ποιητές άδοξοι πού’ ναι.

Και κάποτε οι μελλούμενοι καιροί:
«Ποιος άδοξος ποιητής» θέλω να πούνε
«την έγραψε μιαν έτσι πενιχρή
μπαλάντα στους ποιητές άδοξοι πού’ ναι;»

Κ.Κ.

Για την αντιγραφή: Φανούρης Φανφαρόνης
και την αναδημοσίευση: Χ.Δ.Τ.

Παρασκευή, 16 Νοεμβρίου 2007

Ο καπνός και η αλήθεια

Πυκνός καπνός
εκ Πνυκός πεπτωκός
χλοερού δαυλού φλοξ
αναμμένος πυρσός
ατυχούς έρωτος
ευειδούς, σοβαρού νεαρού
και σεμνής - καλλιπύγου πλην όμως -
νεαράς γυναικός.

Αι συνθήκαι δυσχερείς
η εποχή ατυχής
τα ήθη αυστηρά
και οι φραγμοί κι οι κανόνες
τριαλαρί τριαλαρά.

Ρομάντσο, ζέσις, λαγνεία,
και αδάμαστος έλξις
κι αυστηρά κοινωνία,
με τους τύπους, τα «σας»
και τα «σεις» και τα «πώς»
και η μόνη οδός
της αγνότατης αγάπης δυο νέων
σκοτεινή ατραπός.

Προτιμοτέρα η πτώσις
- αλόγου πείσματος ώσις –
από του λόφου το ύψος
εις της κοιλάδος το βάθος.
Ολίγα τα μέτρα
αλλά ωστόσο ικανά,
εις τους αυτόχειρες ούτους
ποιοί παράνυμφοι
ενδεδυμένοι μαύρα πέπλα
θα ψάλλουν «ωσαννά»;

Το «Διατί» ποιοί θα ψάξουν
γονείς, γερόντοι καημένοι,
ή μήπως άλλοι λοιποί
«συγγενείς τεθλιμμένοι»;

Τί θα μείνει; Θα μείνει ο Καπνός;
Σας ρωτάω αδερφοί ονειροπόλοι.
Ή θα τον σκορπίσουνε αέρηδες,
του Αιόλου οι σπόροι;

Εις το λόφον της Πνυκός
- αιώνες τώρα – κήρυκες τόσοι
μας είπαν τάχα την Αλήθεια.
Αλήθεια είναι ο Καπνός.
Τα άλλα είναι εύκολα λόγια
που τα λέμε στην ταβέρνα
μ’ ένα μισόκιλο κρασί.
κι ένα πιάτο ρεβίθια.

Τρίτη, 13 Νοεμβρίου 2007

Όταν ποθάνω

Όταν ποθάνω, παρακαλάω, γνωστούς και φίλους που θα τίχει νάναι κοντά μου αφτήν την άχαρη ώρα, να φυγαδέψουν το κουφάρι μου από το νοσοκομίο (γιατί το ξέρω καλά πως δε θα έχω ήσυχο θάνατο, παρά αρρώστια και νοσοκομία και γιατρούς και ορούς - που από παιδί δεν τάντεχα - και πόνο γύρο μου πολύ και θα ποθάνει η ψυχή μου ώρες πολλές πριν το κορμί).
Να το βάλουν μέσα σε τίποτα τσουβάλια, σε τίποτα σκουπιδοσακούλες και να το πάνε με το αυτοκίνητο έξω από την πόλη. Σε κάποια ερημιά, πλησίον - ει δυνατόν - σε καμμιά χωματερή. Και κει καταμεσίς να το πετάξουν, έτσι σκέτο, ούτε λάκκο ν' ανοίξουν, ούτε τίποτα. Να πιούνε απόνα κουτάκι μπίρα από πάνου του, έτσι για τον "τελευταίο ασπασμό", να το παρατήσουν έτσι και να φύγουν, να πάνε στην ταβέρνα να πιούνε κι άλλες.
Κι αργότερα, όταν σουρουπώσει, να μαζευτούνε από γύρω όλα τα αδέσποτα σκυλιά της περιοχής, να καταξεσχίσουνε το κορμί μου και να φύγουν χαρούμενα μένα κομμάτι στο στόμα το καθένα, όπου πεινάνε τα κακόμοιρα πολύ, να πάρουνε ένα μεζέ, να φαν, να στιλωθούνε.
Κι άμα σταθώ τυχερός - που, αλίμονο, ποτές δε στάθηκα - θάρθει από τη διπλανή χωματερή ένας γλάρος, από κείνους τους τετράπαχους που είναι σα γαλοπούλες μεγάλοι από τα σκουπίδια που τρώνε όλη μέρα.
Και θα μου βγάλει το μάτι και θα πετάξει ψηλά στον ουρανό, να το πάει στη φουλιά του, να το φάει με την ησυχία του ή να φιλέψει με δάφτο τη φαμίλια του.
Κι έτσι, μες απτό στόμα του γλάρου που πετά, θα δει το μάτι μου, για μια τελεφταία φορά, τον μάταιο τούτο κόσμο από ψηλά, πριν με τυλίξει - για πάντα - το μάβρο το σκοτάδι. Εφχαριστώ. Χρήστος Δ. Τσατσαρώνης.

Σάββατο, 10 Νοεμβρίου 2007

Αρκετά χαμογελάσαμε! - Ημερολόγιο Τοίχου (Αντιγραφή: Χ.Δ.Τ.)

Παρασκευή 9 Νοεμβρίου 2007

Ανατολή 6:59, Δύση 17:19
Σελήνη 30 ημερών
Νεκταρίου Αιγίνης
Ονησιφόρου - Συμεών

Πίσω όψη

Για σένα αναστεναγμούς
χίλιους την ώρα παίρνω
και αν υπάρχει και χαρά
στον κόσμο δεν την ξέρω.

Πέμπτη, 8 Νοεμβρίου 2007

...δύο ακόμα φωτεινά χαμόγελα

Δύο ακόμα αναγνώστες του ιστολογίου, καταξιωμένοι λογοτέχνες ποιητές, μας έκαναν την τιμή να μας γράψουν με αφορμή την προηγούμενη δημοσίευση της άποψης του κυρίου Χριστόπουλου και συμπαρατασσόμενοι, βρίσκοντας την ατμόσφαιρα κάπως... ζοφερή, μας στέλνουν δύο ποιήματα τους για να απαλυνθεί η αίσθησις αυτή. Τα αναδημοσιεύουμε με θερμές ευχαριστίες και θυμίζουμε την επισήμανση στο προηγούμενο post. Οι αναγνώστες μας είναι αντίστοιχα ο Κος Κώστας Βάρναλης από το Μπουργκάς Βουλγαρίας και ο Κος Κόντε Διονύσιος Σολωμός από τη Ζάκυνθο.

Ο Ποιητής Β'

Στης Τέχνης σου ψηλά τ' ανεμοσκάλι
μετεωρισμένον κάποιο δειλινό
του Τρυγητή, αν παιδίσκη, το λινό
χιτώνιο χαμορίχνοντας, σ΄εκάλει

του χορού τους να μοιραστεί τα κάλλη
γύρο στον κληματόδετο ληνό,
όπου με τον αράπη Σειληνό
χοροπηδάει, μασκάλη με μασκάλη,

μην αναβάλλεις! Τον ψηλό παράτα
της ζωής σου σκοπό και στην παράτα
της τρέλας πρώτος πήδα! Τον αφρό

και το βιδάνι των αισθήσεων πίνε,
και θε να νιώσεις, ώ κότσιφα και σπίνε,
το ξαναπέταμα σου πιο ελαφρό.



Η ημέρα της Λαμπρής (απόσπασμα)

Καθαρότατον ήλιο επρομηνούσε
της αυγής το δροσάτο ύστερο αστέρι,
σύγνεφο, καταχνιά, δεν απερνούσε
τ' ουρανού σε κανένα από τα μέρη,
και από εκεί κινημένο αργοφυσούσε
τόσο γλυκό στο πρόσωπο τ' αέρι,
που λες και λέει μες της καρδιάς τα φύλλα
«γλυκειά η ζωή κι ο θάνατος μαυρίλα».

Σάββατο, 3 Νοεμβρίου 2007

…και ένα φωτεινό χαμόγελο

Ο αναγνώστης του ιστολογίου, κύριος Αθανάσιος Χριστόπουλος από την Καστοριά, άνθρωπος ευρυμαθέστατος και συγγραφέας πολυγραφότατος πλούσιου έργου λογοτεχνικού, ποιητικού, δοκιμιακού, λεξικογραφικού κ.λ.π. είχε την ευγένεια να μας γράψει, να σχολιάσει το ιστολόγιο και να παρατηρήσει (καλοπροαίρετα) πως η ατμόσφαιρα είναι κάπως …σκοτεινή και βαριά και γι αυτό, προς φώτιση και ελάφρυνση της, μας κάνει την τιμή να μας παραχωρήσει τρία ποιήματα του για αναδημοσίευση, πράγμα που κάνουμε ευθύς, με χαρά, διευκρινίζοντας ότι όσα αναφέρονται στη μετωπίδα αφορούν τα κείμενα του υπογράφοντος και μόνον και όχι τα τυχόν φιλοξενούμενα.

Θέληση

Πλούτον δε θέλω,
Δόξαν δε θέλω,
ούτ’ εξουσίαν
ποτέ καμίαν.

Δεν θέλω γνώσιν,
ούτε καν τόσην,
όσ’ είν’ του ψύλλου
κι όσ’ είν’ του ξύλου.

Τούτες οι κρύες
οι φαντασίες,
όσο ευφραίνουν,
τόσο πικραίνουν.

Θέλω ειρήνην,
ψυχής γαλήνην,
χορούς Ερώτων,
τρέλες και κρότον.

Θέλω τραγούδια,
κήπους, λουλούδια,
και χωρατάδες
στες πρασινάδες.

Τούτα λατρεύω
τούτα ζηλεύω,
κι’ εις τούτ’ απάνω
θελ’ ν’ απεθάνω.


Φροντίδες

Τι με μέλει, τι φροντίζω;
κι αν φροντίζω, τι ελπίζω,
και τι τάχα καρτερώ;
Να πηδήξω, να πετάξω,
το μελλούμενο ν’ αλλάξω
παντελώς δεν ημπορώ.

Ό,τ η Μοίρα διορίση
δεν ειν τρόπος να γυρίση,
θα γενή και θα γενή.
Τ’ άλλα όμως ειν’ χαμένα,
ούτε γένεται κανένα
αν αυτή δεν τη φανή.

Νέος είμαι; θα γεράσω.
Ζω και τρέχω; Θα περάσω
και σαν ίσκιος θα σβηστώ.
Όσα κάμω και πασχίσω,
εις τον κόσμο θα τ’ αφήσω
και γυμνός θ’ αφανιστώ.

Το λοιπόν γιατί φροντίδες;
γιατί φόβοι και ελπίδες;
γιατί τόση ταραχή;
Φάγε, πιε, στη γη τανύσου,
με τον Έρωτα κοιμήσου,
να φροντίδα μοναχή!



Βαρελοθήκη

Έξω, έξω τα βιβλία.
Στη φωτιά η φλυαρία.
Λέξεις, λόγοι, όλα κάτω!
τι του κάκου τα φυλάτω;

Τον Απόλλωνα τους ρίξε
και τες Μούσες όλες πνίξε.
Την πικρή τους δάφνη καύσε
κι απ’ τους κόπους πλέον παύσε.

Βάλε Βάκχον και Μαινάδες
και βαρέλια μυριάδες,
να γενή βαρελοθήκη
η χρυσή βιβλιοθήκη.

Ο κισσός ας πρασινήση
και το κλήμα ας ανθίση
να γλυκάνη το σταφύλι
τα πικρά μου τούτα χείλη.

Μη μη μη το καλαμάρι
μον’ κανάτα και πιθάρι.
Μη κοντύλι, μον’ κροντήρι
και γαβάθα και ποτήρι.

Κι έτσι πλέον να καθίσω,
να χαρώ, να ευθυμήσω
με το Βάκχον μου τον φίλον
στης βαρέλας μου τον τύλον.



Σημ. Χ.Δ.Τ. τύλος = ρόζος. Και βέβαια ο -μεταξύ άλλων- ποιητής Αθανάσιος Χριστόπουλος, πέθανε στο Βουκουρέστι, στις 19 Ιανουαρίου 1847. Τα υπόλοιπα είναι προϊόν φαντασίας και αντιγραφής.