Τετάρτη, 2 Αυγούστου 2017

Η απόχρωση

Αγαπητοί αναγνώστες, φίλοι και επισκέπτες, το ιστολόγιο έχει σήμερα επέτειο 10 ετών από την ίδρυση του. Σας ευχαριστούμε και ευχόμαστε και εις άλλα με υγεία.

Το διάλεξα επίτηδες ιδιαίτερο
με μια απόχρωση βαθέος ερυθρού
σε ανάμιξη με ένα εκτυφλωτικό πορτοκαλί
μαλακό στην αφή, απαλό στο άγγιγμα
με μια βελούδινη υφή
εύχρηστο, εύκαμπτο, ευέλικτο
αλήθεια μου άρεσε πολύ
κι αντίθεση όμορφη που κάνανε
οι επάλληλες του τυλιγάδες
στις οργιαστικές ανάμεσα
πυκνές τις πρασινάδες

Πρόθυμο στην αρχή και πιστό
για τον κοινό σκοπό
μαζί μου να πασχίζει
πειθήνιο τις κινήσεις μου
αυτό ακολουθούσε και μάλιστα
σημαντικά με διευκόλυνε - τόσο χαιρόμουν!
πόσο φτουράει η δουλειά σκεφτόμουν
και πόσο γίνεται ευχάριστα
όποιος με βλέπει τώρα
σίγουρα πρέπει να επικροτεί
και - ίσως με φθόνο - να με μακαρίζει
μα λίγο – λίγο αρχίσαν τα προβλήματα
μάγκωνε, έστριβε
αντιστεκόταν κάθε δυο και τρεις
και σε χίλιες μεριές έπιανε να τσακίζει
αντί να με βοηθά κατέληξε
πλέον να με εμποδίζει
ειλικρινά δεν τον καταλαβαίνω
τον τρόπο τον εριστικό
το πείσμα το σαδιστικό
λες κι έχει κάποια
μαζί μου προηγούμενα
και θέλει τόσο να με εκνευρίζει
πώς είπατε;... σα να ακούτε είναι
που έχει αρχίζει να μου τη σφυρίζει;
τη βίδα που λασκάρει την ακούτε οπού τρίζει;

Κι εγώ σας λέω είναι ένα τέρας που με ταλαιπωρεί
με αγανακτεί, άνευ ελέους με ταλανίζει...
το λάστιχο ποτίσματος μισώ
ότι φριχτά με βασανίζει.

Δευτέρα, 31 Ιουλίου 2017

Οι πρώτοι του πλανήτη κάτοικοι


Παραλία Ιεράς Μονής Παναγίας Πολεμάρχας, παλαιά Επίδαυρος, Αργολίδα, 25/7/'017
Σε ευχαριστώ Άνε για το μίνι στυλό που βρήκα στον ελβετικό σουγιά σου (δεν είχα πάρει μαζί μου κανονικό) και που με τούτο λοιπόν το μικρό στυλουδάκι έγραψα:

Μέσα απ΄την τρύπα της πετρούλας
εις της θαλάσσης το νερό μέσα όπου μάζεψα
για να την κάνω κάποιο διακόσμημα
ή για άλλη λειτουργία χρηστική
μέσα απ' την τρύπα λοιπόν της πετρούλας
είδα την άκρη μιας φατσούλας
και δυο κατάμαυρα μικρούτσικα ματάκια...
κούνησα δυνατά, ξέπλυνα μήπως φύγει, μα τίποτα
κολλημένο ίσως εκεί με κάποια βεντούζα
πλάσμα ασπόνδυλο, αρχέγονο ον
ίδιο, απαράλλαχτο εδώ και χρόνια αμέτρητα
ο πρώτος πρόγονος του πρέπει να εμφανίστηκε στη γη
λίγο μετά του σύμπαντος τη δημιουργία
που καθώς λέει η θεωρία έγινε
μ' ένα μεγάλο μπουμ
εγώ πάντως πίσω την πέτρα πέταξα
μες στο νερό και πέφτοντας
τί ηχηρό που έκανε μπλουμ!

Τετάρτη, 26 Ιουλίου 2017

Τόσο κέντρο και πάνω και κάτω


Τόσο στενή που τόνιζε τα ευμεγέθη στήθη
τόσο λεπτή που ανάδειχνε τους τορνευτούς γλουτούς
τη μέρα αυτή κάθε χρονιά ο νους μου εκεί θα πέσει
σ' εκείνη την αξέχαστη νεανική σου μέση.

Κυριακή, 16 Ιουλίου 2017

Ο ύμνος του clochard που συναντούσα


Ούτε κρύο, ούτε ζέστη
καλοκαίρι ή χειμώνα
μήτε ξεχωρίζει καν
και ολοχρονίς φοράει
ένα λερό χοντρό μπουφάν

Γκρίζα, μπερδεμένα γένια
άσπρα, ανάκατα μαλλιά
μακριά, κατράμι νύχια
και το πρόσωπο χαμένο
από στρώματα βρωμιά

Υποδήματα που χάσκουν
λόγια ακατάληπτα
περπατά κι όλο μιλάει
ψιθυρίζει ρυθμικά

Μα τί λέει; μα τί λέει;
τί να πει θέλει μαθές
σαν ποιημάτων ήταν λέξεις
ραψωδίας σαν στροφές

...

Το συνεχές αυτό παραλήρημα
εντύπωση μου έκανε τόση
τίνος να ήτανε αυτό το ποίημα
και οι στίχοι του να ήτανε πόσοι;

Έμοιαζε κάπως έργο τρανό
παλιό, ιστορικό  και σπουδαίο
σοφό και μαζί ταπεινό
λαϊκό και αγνό, φορές ίσως χυδαίο

Δεν ήμουν του διαβάσματος άνθρωπος
των βιβλιοθηκών, των αρχείων
μ΄ένα κινητό στο διαδίκτυο
έγινα κυνηγός των στοιχείων

Μου πήρε χρόνο, κουράστηκα
λύση να μπορέσω να βρω
ήταν μυστήριο περίπλοκο
κόλπο πανούργο, φαιδρό

Δυο στίχους ο πλάνητας διάλεγε
πολύ γνωστού ποιητή
και για συμπλήρωμα διάλεγε
στο μυαλό ότι του ΄ρθει...

Λυτρώθηκα από την αγωνία, το μπέρδεμα
και λύθηκε μου η απορία
ήταν η χειρ του Διονυσίου Σολωμού
κι ο «Ύμνος στην Ελευθερία»:

«...
Πότε θα σιγάσει τούτο
και πάψει το βιολί
δεν ειν΄εύκολες οι θύρες
εάν η χρεία τες κουρταλή

Ταπεινότατη μου γέρνει
η τρισάθλια κεφαλή
και αντί αμήν κι ελέησον
ξεστομίζω όλο αλί

Δε θα πάψω, να σωπάσω
να τ΄ακούνε τα παιδιά
και το στόμα θα φωνάζει
όσα αισθάνεται η καρδιά

Λεύτερος πια κάθε μέρα
να κοιτώ τον ουρανό
και την χήτη να τινάζω
σα λιοντάρι Ισπανό

Ό,τι ήμουν τ’ απαρνιέμαι
τώρα ζω όπως μποράω
δε μιλώ και δεν κουνιέμαι
στις βρισιές όπου αγροικάω

Τα πολλά δεν ειν΄ανάγκη
ότι έχω μου αρκεί
μεγαλόψυχο το μάτι
δείχνει πάντα οπώς νικεί

Το σκληρό ψωμί κομμάτι
που σου δίνει η ζητιανιά
να σας φθάνει – αποκριθήτε
στης νυκτός τη σκοτεινιά

Πάρεξ απ’ ότι φοράω
δεν έχω ούτε αλλαξιά
σαν το σκόρπισμα του ανέμου
στου πελάου τη μοναξιά

Διώχνω κάθε κακή σκέψη
κάνω τη να παταχθεί
απ’ το μίσος που την καίει
πολεμάει να πεταχθή

Τόση μάνητα και ζάλη
που στοχάζεσαι μη πως
ξέφυγε τούτος ο κόσμος
πια δεν είναι λογικός

Παντού φόβος και τρομάρα
και φωνές και στεναγμοί
μια ανάσα στην αντάρα
πόθησα,... μία στιγμή

Της αυγής δροσάτο αέρι
δε φυσάς τώρα εσύ πλιο
α! της μάνας μου το χέρι
ένα όραμα παλιό

Φρικτά όντα, συνεπεία
της απαίσιας σας φερσιάς
τα παιδιά σας θελ’ ιδήτε
πόσο μοιάζουνε με σας

Στέλνει ο άγγελος του ολέθρου
πείνα και θανατικά
κι όσα είχαμε τα πλούτη
ήταν όλα δανεικά

Ποιοί ειν’ αυτοί που πλησιάζουν
με πολλή ποδοβολή
ο εχθρός μέσα έχει έμβει
κι όποιον βρίσκει τον χαλεί

Α! το φως που σε στολίζει
σαν ηλίου φεγγοβολή
σύ ‘σαι η λαμπρή ελπίδα
σύ ‘σαι η μοίρα η καλή

Σήμερα άπιστοι εγεννήθη
ναι – του κόσμου ο Λυτρωτής
ο Σωτήρας, ο Ποιμένας
ο Ιατρός, ο Φωτιστής

Αυτός λέγει... Αφοκρασθήτε
εγώ ειμ’ Άλφα, Ωμέγα εγώ
και παντού κάνει αντάρα
και βαθύ χλαπαταγό

Ποίος ειν’ άξιος να νικήση
ή με σε να μετρηθή
αγνέ, άχραντε Πατέρα
άγιε, αλάνθαστε Κριτή

Ποίος στον σύντροφον απλώνει
χέρι, ωσάν να βοηθηθή
ποιός προσεύχεται κι ελπίζει
τον Παράδεισο να ‘ρθει

Εις αυτήν, ειν’ ξακουσμένο
δεν νικιέσαι εσύ ποτέ
στην αγάπη, στην φροντίδα
γλυκογάλατε μαστέ

Τώρα επέρασαν αιώνες
και δεν έπαυσε στιγμή
το Έλεος, η Θεία Χάρη
η ακλόνητη πυγμή

Μα... εγώ ό,τι κι αν λέω
με περνούν για παλαβό
Βασιλείς! ελάτε, ελάτε
και κτυπήσετε κ’ εδώ
.....»

Το βρήκα λοιπόν και ησύχασα
άλλαξαν και τα γραφεία στη δουλειά μου
τον ποιητή του δρόμου πια έχασα
πάει αυτός – κι εγώ πάω, λίγο λίγο, καλλιά μου.

  
Σημ.: Στίχοι δανεισμένοι και ενίοτε ελαφρώς τροποποιημένοι, από τις στροφές: 10, 14, 19, 23, 28, 36, 42, 58, 60,  63, 70, 73, 78, 80, 93, 94, 97, 98, 102,  109, 123, 155, 158
Clochard – γαλλιστί ο άστεγος, ο πλάνητας, ο αλήτης

Κυριακή, 9 Ιουλίου 2017

Πρώτη σημείωση στο καινούριο Moleskine (σημειωματάριο τσέπης αριθμός VΙ)


18/6/’017

Καινούριο τεφτέρι ξεκινώ
να που έγινε πάλι το ευκταίο
για ευλογία και χάρι προσκυνώ
να μην είναι -αλί- τελευταίο.

Σάββατο, 8 Ιουλίου 2017

Πρώτη σημείωση στο καινούριο Moleskine (σημειωματάριο τσέπης αριθμός V)


22/4/’015

Εμπρός λοιπόν
και γράφε αράδα
τα Moleskine τα τεφτέρια σου μ’ αυτό
γίνονται πια πεντάδα.

Παρασκευή, 7 Ιουλίου 2017

Τα "αρρωστάκια"


Δυο ηλικιωμένοι άντρες περιμένουν σε στάση δημόσιου λεωφορείου, αλλά επιβιβάζονται σε ιδιωτικό, Αμπελόκηποι, Αθήνα, 6/7/'017, μεσημέρι

Τριμμένα ρούχα
παλιά υποδήματα
πανάρχαια ζώνη
μάγουλα αξύριστα
και μαδημένα
άσπρα μαλλιά
φτηνά τσιγάρα
ώρα στη στάση
δίχως μιλιά
το στόμα μόνο
σα γέλιο σκάει
στο μάτι κάπως
μια λάμψη αστράφτει
σαν καταφθάνει
μεγάλο πούλμαν
κομψό και φίνο
πού 'χει μπροστά
μια πινακίδα
που λέει "Καζίνο".


Πέμπτη, 6 Ιουλίου 2017

Μαζευτείτε, ενωθείτε


Τραγούδι ("Gather Round"), του αμερικανού τραγουδοποιού και πολιτικοκοινωνικού ακτιβιστή David Rovicks, οι στίχοι και η ηχογράφηση εδώ, μία ζωντανή εκτέλεση εδώ, μετάφραση στίχων Χ. Δ. Τ.

Μαζευτείτε, ενωθείτε, άνθρωποι της εργατιάς
συναχθείτε γιοι του μόχθου, δυχατέρες της δουλειάς
σεις που βγάζετε ντομάτες
σεις οι καλλιεργητές
σεις που γράφετε τον ήχο
που ανασταίνετε παιδιά
στην πυρά που ιδροκοπείτε, της κουζίνας, της φωτιάς
μαζευτείτε, ενωθείτε, άνθρωποι της εργατιάς
σεις που κάνετε τη λάτζα
τη φασίνα κάνετε
σεις που χάνετε το στόχο
τα χαντάκια ανοίγετε
κι αν οχήματα παρκάρεις
τάφων κι αν είσαι σκαφτιάς
μαζευτείτε, ενωθείτε άνθρωποι της εργατιάς

Όλοι οι εργάτες ενωθείτε
σεις οι προγραμματιστές
οι δασκάλοι, οι πισσαδόροι
οδοποιοί, καθηγητές
οι τραινοδηγοί συρμών
όπου αν πάνε μακρυά
κι οι σωφέρ των λεωφορείων
έλα ενώσου εργατιά
κι αν δεν έχετε για νοίκι
διπλοβάρδιες κάνετε
και δε σας περσέβει χρόνος
στο δρόμο αν κοιμόσαστε
και αν τρέμετε απ’ το κρύο
στις σκιές κάθε γωνιάς
μαζευτείτε, ενωθείτε, άνθρωποι της εργατιάς

Μαζευτείτε, ενωθείτε, άνθρωποι της εργατιάς
που τραβάτε τις ταινίες
ηθοποιοί του σινεμά
σεις που ζείτε από την πένα
που ο στρατός σας ειν’ δουλειά
που χειρίζεστε τα όπλα, του αέρα, της ξηράς
μαζευτείτε, ενωθείτε, άνθρωποι της εργατιάς
μαζευτείτε και θα βρείτε
πως αν είσαστε μαζί
κάθε εχθρός πίσω θα κάνει
που μπροστά σας θα σταθεί
όπως το νερό κυλάει
κι η ιστορία μαρτυρά
τους εργάτες ενωμένους
τίποτα δεν τους νικά.

Τετάρτη, 5 Ιουλίου 2017

Μόλλυ Ρόουζ


Τραγούδι ("Molly Rose"), του αμερικανού τροβαδούρου Willy Tea Taylor, οι πρωτότυποι στίχοι στο σύνδεσμο, μία ηχογραφημένη εκτέλεση εδώ και μία ζωντανή εκτέλεση εδώ, μετάφραση στίχων Χ.Δ.Τ.

  
Κανείς φόβο δεν είχε ή το σχέδιο του να ξέρει
του ανθρακωρύχου Λη Μακ Γκόουαν, απ’ τα ψηλά που ήταν μέρη
που ως αργά έμενε μόνος κοντά ένα χρόνο
και το ψυθίριζε όσο, αυτός ν’ άκουε μόνο

Μόλλυ Ρόουζ κινάω για σένα
κι αν ενάντια σταθεί θα σκοτώσω καθένα
ποτάμι το αίμα πλατύ θα χυθεί
κι ως την Κόλαση Μόλλυ θα πλέουμε μαζί

Η Μόλλυ Ρόουζ καλλονή ήταν μα πόρνη
κανείς δεν την πήρε για βραδιά μία και μόνη
και μια νύχτα σαν αυτές που το τσακάλι ουρλιάζει
απ’ του φεγγαριού τις σκιές, ο Μακ Γκόουαν πλησιάζει

Να σου πάρει Μόλλυ ήρθε στο πορνείο τη ζωή
δυο πιστόλια κουβάλαε και κάμα μια κοφτερή

Μόλλυ Ρόουζ κινάω για σένα
κι αν ενάντια σταθεί θα σκοτώσω καθένα
ποτάμι το αίμα πλατύ θα χυθεί
κι ως την Κόλαση Μόλλυ θα πλέουμε μαζί

Απ΄την ομορφάδα της έχασε αυτός τη μιλιά του
κάθε άντρας την ήθελε να είναι δικιά του
το γέλιο της πάγωσε σαν τον είδε μπροστά της
και μια ανάμνηση άσχημη της ήρθε παλιά της
το Λη Μακ Γκόουαν τον ήξερε εδώ κι ένα χρόνο
να τον σκοτώσει δε μπόρεσε παρά λίγο μόνο
η σφαίρα τον πέτυχε μα στάθηκε τυχερός
και να! σήμερα γύρισε σκληρός τιμωρός

Μόλλυ Ρόουζ κινάω για σένα
κι αν ενάντια σταθεί θα σκοτώσω καθένα
ποτάμι το αίμα πλατύ θα χυθεί
κι ως την Κόλαση Μόλλυ θα πλέουμε μαζί

Την πήραν τα κλάμματα σαν είδε ποιός ο σκοπός του
και στο πορνείο όσοι βρίσκονταν στάθηκαν μπρος του
πιστολιές ακουστήκαν, παντού πέφταν κορμιά
όρθιοι στο τέλος μείναν οι δυο τελικά
πληγωμένος βαριά μ’ έξι σφαίρες στο σώμα
το μαχαίρι του έβγαλε και χαμογέλαε ακόμα
κι απ’ το φόβο της Μόλλυ, έτρεμε το κορμί
στο λαιμό με τ’ ατσάλι της ψιθύραε στ’ αυτί

Μόλλυ Ρόουζ ήρθα για σένα
κι ενάντια που στάθηκε σκότωσα τον καθένα
α, το αίμα πώς χύθηκε, ποτάμι πλατύ
ως την Κόλαση Μόλλυ, έλα να πλέουμε μαζί.


Τρίτη, 4 Ιουλίου 2017

Η σβέση


Δεν απωλέσθη η κάθε ελπίς
αίματος σαν υπάρχει ακόμα ρανίς
μα αν φύγει, αν πέσει, εάν κυλήσει
το σώμα δεν είναι άλλο να ζήσει
μάταιο είναι πια του λοιπού
ήρθε η ώρα του τέλους και του χαμού
η ιστορία αυτή ήταν μιας ακόμα ψυχής
και σβένει και πάει η ύστατη αχτίς.


Παρασκευή, 30 Ιουνίου 2017

Ο σκοταδόψυχος*


Θέλω να γίνω γλύφτης
στη θέση αυτού που γλείφει
δεν κάνω για ιππότης
αλλά για καταδότης
και ούτε για Ρωμαίος
μάλλον για αρουραίος
μήτε ποθώ τη νίκη
σέρνομαι σα σκουλήκι
γω δεν είμαι συνεπής
μα γλοιώδης, χαμερπής
δεν στέκω για αγωνιστής
προτιμώ βασανιστής
τη φτύνω την πατρίδα
ζηλεύω την ακρίδα
κατακτητές περάστε
παράσιτα ακμάστε
τέλος η ευδοκιμία
θέλω να έρθει πανδημία
μωρά, παιδιά στο πόδι
για τη σφαγή του Ηρώδη
κανένα σεβασμό
γυναίκες για βιασμό
φωτιά και στη θρησκεία
πλημμύρα και κακία
πείνα με δίχως τελειωμό
κι όποιος αντέξει το λιμό
δεν προσβλέπω σε σωσμό
προσδοκώ κακό χαμό
δεν περμένω αγιασμό
δρέπανο και Θερισμό
ούτε έχω ένα πιστεύω
ένστιχτα άγρια μόνο θρέβω
υψηλό να μην πρευσβεύω
να κουρσεύω, να βατέβω
τους γονείς δεν τους τιμώ
έλκομαι απ’ τον ξεπεσμό
κι από κάθε καλωσύνη
προτιμώ αγνωμοσύνη
δεν μετρούν διόλου οι αξίες
διαστροφές, ανωμαλίες
τους πτωχούς τους κατατρέχω
και σωρεύω για να έχω
αντί τον άγιο Πάολο
προσκυνώ τον Διάολο
θεϊκό το χάρισμα;
φτού! γαϊδάρου γκάρισμα
από γάμου χορωδία
πεθυμώ μια σε κηδεία
«με αγάπη κι ευλογία»
πω πω φρίκη! τί αηδία!

από Δύναμι και Χάρι
κάλλιο ο Χάρος να με πάρει
κι από «εν τω Παραδείσω πρώτος»
επιλέγω άφατο σκότος.


* Σημ. Ο τίτλος είναι "δανεισμένος" από το ομότιτλο ποίημα του εμβληματικού ποιητή Τιμολέοντος Φανφάρα και την ταινία "Ξύπνα Βασίλη" 1969 σε σενάριο - σκηνοθεσία του Γιάννη Δαλιανίδη (1923 - 2010), βασισμένη σε θεατρικό του Δημήτρη Ψαθά (1907 - 1979). Απαγγελία του ποιήματος, από τον ίδιο τον ποιητή μπορεί κανείς να ακούσει εδώ.

Πέμπτη, 29 Ιουνίου 2017

Πόθεν;


Αυτό το άγχος
που με τρελλαίνει

με παραλύει
με διαλύει
πάνω που λέω:
«καλά είμαι τώρα»
συγκροτημένος
θωρακισμένος...

από πού μπαίνει;