Παρασκευή, 29 Δεκεμβρίου 2017

Οι ήσυχες μέρες


Το κατάλαβα από νωρίς το πρωί
λίγο αφότου ξεκίνησε
ο ηλεκτρικός σιδηρόδρομος
όπου είχα επιβιβαστεί
για να μεταβώ στην εργασία μου
πως θά 'ταν αυτή
μια απ' τις ήσυχες μέρες
τις ήμερες μέρες
τις στρωτές τις ημέρες
τις απροβλημάτιστες, τις γλυκές
που κυλούν νωχελικά
όπως η ποταμιά στον κάμπο
κάτω από τα πλατάνια και τις λεύκες
και βρέχει με τα νερά της
τα χορτάρια της όχθης
και αρδεύει τα αγροκτήματα
και τροφοδοτεί την πανίδα
τα έντομα, τα αμφίβια, τα ερπετά
τα υδρόβια πτηνά
κι ακόμα διάφορα θηλαστικά
έτσι πρέπει όλες οι μέρες
ήσυχες νά 'ναι του ανθρώπου
και σα να μου φαίνεται
μια προαίσθηση έχω
πως κι οι άλλες μέρες αυτής της βδομάδας
έτσι ήσυχες θά 'ναι
και χαίρουμαι, χαίρουμαι τόσο
και τίποτα δε μου χαλά
τη χαρά αυτή
και την ηρεμία
μόνο, να, ίσως λιγάκι
αναπολώντας το παρελθόν στεναχωρούμαι
που υπήρχανε άλλες
αρκετές είν' η αλήθεια
μάλλον πολλές
πάρα πολλές αλίμονο μέρες
που δεν ήταν ήσυχες
ήταν άγριες μέρες
όλο άγχος και αγωνία και φόβο
δύσκολες μέρες
άσχημες μέρες
και μέσα μου λέω
να μην ξεχάσω
να μην ξεχάσω και λησμονήσω
στην άλλη ζωή να φροντίσω
νά 'ναι όλες σχεδόν - γιατί όχι;
ήσυχες νά 'ναι οι μέρες
κι αμ' έπος αμ' έργον
ευθύς στο τεφτέρι μου
να κρατήσω αυτή τη σημείωση
για να μην το ξεχάσω που λέγαμε
και το βγάζω απ΄την τσέπη
τ΄ανοίγω και μεταβαίνω φυλλομετρώντας
προς το σημείο όπου προς τον σκοπόν αυτόν
ιδιαιτέρως είχα αφιερώσει για υπομνήσεις
για να διαπιστώσω πως χώρος εκεί
δεν υπήρχε καθόλου
ούε μια μικρή σπιθαμή
να χωρέσει μια έστω
στενογραφική σημείωση πρόχειρη
και σκέφτηκα προς στιγμήν να παραβιάσω
τον προκαθορισμένο χώρο αυτό και να επεκταθώ
μα ύστερα ματαίωσα και είπα πρέπον δεν είναι
και κατάλαβα αίφνης
πως δε θα σημείωνα μάλλον
σχεδόν σίγουρα τίποτα
και η υπενθύμιση αυτού που επιθυμούσα
είχε εν τη γεννέσει της καταστεί όλως επισφαλής
κι αγχώθηκα με τη σκέψη αυτή
ταχυπαλμία μ' έπιασε
το στόμα μου ξεράθηκε
σφίχτηκε το στομάχι
στάλες ιδρώτα αισθανόμουνα
στο μέτωπο, στο σβέρκο και στην πλάτη
χάθηκε το κέφι μου
κι η ευχάριστη η διάθεση
περίπατο επήγε
μία μακάβρια ακόμα απαίσια μέρα
ένα άχθος πια πλέον τούτος ο βίος
γιατί Θεέ μου εγώ σκοτεινό τέτοιο ριζικό
κι αυτήν  τη χωρίς τέλος την ταλαιπωρία
αχ! οικτίρω και οδύρομαι
αχ! και προς στιγμήν
νόμισα κι αναθάρησα
πως θά 'ταν αυτή
μια απ' τις ήσυχες μέρες...


Τετάρτη, 27 Δεκεμβρίου 2017

Τί επιθυμώ στο νέο χρόνο...


Δώσε Κύριε αν γίνεται
τη νέα αυτή χρονιά
απ' όλα τούτο πέρα να αφήσω
και ούτε μια φορά να κάνω
το σταυρό μου σκύβοντας
ένα ακόμα παγωμένο
μέτωπο να φιλήσω.

Τρίτη, 26 Δεκεμβρίου 2017

Όταν πια πάω στο χωριό, ψάχνω όσους ήξερα να βρω


                Ασωπός Λακωνίας, 24/12/'017
                                              Γεια σου θεία

Μαργαρίτες, παπαρούνες
ανεμώνες, χαμομήλια
όλο γύρω στους αγρούς
πού 'ναι όλοι;
πού 'χουν πάει;
ένα δάσος με σταυρούς.

Παρασκευή, 15 Δεκεμβρίου 2017

Οι ντενεκέδες

Η αξία ενός ποιήματος, κατά την κρίση μου, μπορεί να φανεί και από την έκβαση ενός περί αυτό πειράματος ως εξής: επιλέγει κάνεις από ένα ποίημα στίχους διάφορους και σκόρπιους τους οποίους στη συνέχεια παραθέτει σε ένα νέο μόρφωμα, ένα νέο ποίημα ας πούμε. Εάν το δεύτερο αποπνέει τη δυναμική και μεταδίδει την αίσθηση του πρώτου, τότε ούτε το δημιούργημα ούτε ο δημιουργός (τα αρχικά) είναι τυχαία. Το πείραμα που ακολουθεί βασίζεται στο πρωτότυπο ποίημα "Ο Ακριθάκης. Ο Μυταράς. Ο Φασιανός κι' άλοι τέτιοι ντενεκέδες" του Γιάννη Γαλανού (1929 - 2014), από τη συλλογή "Γαλάζιος Ουρανός", Αθήνα 1998 - Παράφραση: Χ.Δ.Τ.


Η τέχνη έχει σκοπό
πονάει για τον άνθρωπο
μάχεται
άλοι Εμπειρίκοι ετούτοι
στα αρχίδια μας όλα
στον κώλο μας ο λαός
που τους ταΐζει ο ηλίθιος
δάσκαλοι λέει
τί δασκαλέβουν
το σινάφι
με τους δικηγόρους τους
με το αζημίωτο
με τα φακελάκια
οι δάσκαλοι διδάσκουν
τον Χριστό ο Γκρέκο
τη φύση ο Βαν Γκογκ
αφτοί τί διδάσκουν;
την αρλούμπα
την διαστροφή;
την ανωμαλία;
πιούς βελτιώνουν;
και έχουν τέτια πόστα
οι Εμπειρίκοι μας
ακόμα; 
ελέφθεροι βέβαια
όχι στο τρελοκομείο
φτάνουν οι ανοχές
η τέχνη είναι για όλους
όχι μόνο για τους κουνιστούς σνομπ
για όλους.


Πέμπτη, 14 Δεκεμβρίου 2017

Ο Αναλλοίωτος


                                                     Για το φίλο μου Βαγγέλη

Πού είναι τα μαλλιά σου μακρυμάλλη;
ακάλυπτο έχει μείνει το μισό σου το κεφάλι
πού πήγε ο νεανικός σου ενθουσιασμός
πού πήγε η πόρωση; η ζάλη;
σε έκαμψαν καημένε τα χρόνια που περάσανε
σε τσάκισε φτωχέ η βιοπάλη...

ακούει και δε μιλά, δεν αποκρίνεται
μον΄σκέφτεται "Καλά, δεν ξέρουν
πως ειν΄το μέσα που μετρά;"
και πάλι...

βγάζει απ΄το πορτοφόλι μια φωτογραφία παλιά
κοιτά και βεβαιώνεται:
όπως ήτανε κάποτε αυτός - κι αυθεντικός! -
τώρα ειν' για μόδα οι άλλοι.

Τρίτη, 12 Δεκεμβρίου 2017

Τη λύση βρήκα πάλι, ξανά σ' ένα μπουκάλι (με άλλον τρόπο αυτή τη φορά)


Μία φιάλη πλαστική
χωρητικότητος ημίσεως λίτρου
που είχα κενώσει βιαστικά
πίνοντας λαίμαργα
το αναψυκτικό περιεχόμενο της
και κράταγα στο χέρι μου
έτσι όπως περπατούσα
πλάι στη λεωφόρο
γυρίζοντας από την εργασία μου
Παρασκευή απόγευμα
τέλος της εβδομάδος
ή ώρα μόλις έξη μα βαθύ
γύρω σκοτάδι
προχωρημένος βλέπεις
μήνας Νοέμβριος
και ακόμα πιο δύσθυμο με έκανε αυτός
ο θόρυβος ο εκκωφαντικός
απ' τη διπλής κατεύθυνσης
και πολλαπλών λωρίδων
κυκλοφορίας αρτηρία
που κάθε λίγα δευτερόλεπτα
ιδαίτερα ενοχλητικές
έπαιρνε κορυφώσεις
κλάξον των οχημάτων
μοτέρ δικύκλων κι εξατμίσεις
μου ήρθε μια ιδέα και αφαίρεσα
κάπου φυλώντας το καπάκι
πλησίασα το στόμιο
του μπουκαλιού στ' αυτί μου
λες κι ήταν κάποιο όστρακο και έστρεψα
στο δρόμο τον πυθμένα
σχεδόν δεν πίστευα το θαύμα που έγινε
και πώς σαν ψέμμα έπιασε
το φτηνό μου κόλπο
έσβυσε όλος ο ορυμαγδός
και μετατράπηκε σε ένα βόμβο
απαλό, μονότονο
με λίγες μόνο διακυμάνσεις
ευχάριστο σχεδόν που θύμιζε
τον ήχο του αέρα από μισάνοιχτα παράθυρα
σαν τρέχεις με το αυτοκίνητο στην Εθνική Οδό
ή ότι ακούς σαν είσαι μέσα σε μία σύγχρονη
τραινάμαξα ταχεία
που καταπίνει τα χιλιόμετρα
στους κάμπους μίας προηγμένης
χώρας του Βορρά, της κεντρικής Ευρώπης
παράξενο ή ακόμα και γελοίο
θέαμα παρουσίαζα - το καταλάβαινα
αλλά δεν απομάκρυνα
τη φιάλη απ' τ΄αυτί μου
μέχρι που κάποια στιγμή
"έφυγα" εγώ κι άρχισα να φαντάζομαι
πως ταξιδεύω μακριά πολύ απ' την πόλη
για κάποια ξεχασμένη επαρχία
όπου και έφτανα
βαθιά μέσα στο βράδυ
και περπατώντας χωρίς να βλέπω σχεδόν τίποτα
μέσα από δρομάκια ολιγοφωτισμένα του χωριού
έφτανα στο κατάλυμα πού 'ταν κανονισμένο
όπου και έπεφτα για ύπνο κατ' ευθείαν
την άλλη μέρα όμως το πρωί
μια μέρα ξάστερη
λαμπρή, όμορφη μέρα
με μία κούπα στο χέρι αχνιστό καφέ
κοίταγα μέσα από τη τζαμαρία
απ' το μπαλκόνι, τη βεράντα ή την αυλή
πότε κατά τη μια μεριά
προς τις πευκόφυτες πλαγιές
και παρακάτω, στις υπώρειες
τα θαλερά τα θαμνοτόπια
και πότε προς την άλλη
στους κάμπους με τις συστοιχίες
τις ευλογημένες τις ελιές
ως και πιο πέρα ακόμα...
την τρανή, γαλάζια θάλασσα.

Παρασκευή, 8 Δεκεμβρίου 2017

Η ροή του χρόνου είναι ζήτημα προσέγγισης


Τη νέα ηλεκτρονική
κάρτα απεριορίστων διαδρομών
στα Μέσα Μαζικής Μεταφοράς
που έχει διάρκεια τριάντα ημερών
και πρόσφατα απέκτησα
και χρησιμοποιώ για πρώτο μήνα
σαν την πλησιάσεις στο μηχανισμό
ελέγχου της εισόδου
ακούγεται ένα ήχος (της ακύρωσης)
και εμφανίζεται σε μια μικρή οθόνη
το υπόλοιπο των ημερών ισχύος
κι είναι ένα νούμερο αυτό
που ιλλιγγιωδώς μειούται
δέκα έδειξε σήμερα
και χτες - νομίζω - εικοσιοκτώ πως ήταν
χτες όπως νομίζω, πως ήμουν στο στρατό
χτες που έπιασα δουλειά στην Εταιρία
χτες φοιτητής, χτες νεαρός
στα μπαρ, στα κλαμπ των Εξαρχείων
μα άσε λέω καλύτερα...
μην ταξιδεύει ο νους
σε αποθαρρυντικές τέτοιες αναλογίες
άσε καλύτερα το χρόνο να μετρά
μ' αυτή τη σοβαρή
αλλά ζεστή φωνή
που ανακοινώνει απ' τα μεγάφωνα:
"Επόμενος Σταθμός: Άνω Πατήσια".