Δευτέρα, 31 Δεκεμβρίου 2012

Rio de Janeiro blues


Αγαπητοί επισκέπτες, αναγνώστες και -τριες, το ιστολόγιο αποχαιρετά τη χρονιά που φεύγει με ένα ασυνήθιστα μεγάλης έκτασης κείμενο, το οποίο και με έμφαση συνιστά να μην μπείτε στον κόπο να ξεκινήσετε να διαβάζετε γιατί δεν αξίζει τον κόπο.Επίσης εύχεται σε όλους για τη νέα χρονιά, καλή υγεία και δύναμη, και λίγη -όση χρειάζεται- τύχη.
Και του χρόνου.

Ο Σαντιάγκο Ραφαήλ Μπεναλίστου, που όλοι τον ήξεραν και τον φώναζαν "Ράφα" γεννήθηκε και μεγάλωνε σε μία από τις φαβέλες του Ρίο. Λίγους μήνες αφ' ότου ξεκίνησε το σχολείο, κάλεσαν εκεί τη μητέρα του για να της μιλήσουν. Ο νεαρός δάσκαλος που είχε μόλις αποφοιτήσει από την Παιδαγωγική Ακαδημία και σχεδόν επιδιώξει τη θέση αυτή, που όλοι οι συνάδελφοι του προσπαθούσαν να αποφύγουν γιατί τη θεωρούσαν "δυσμενή μετάθεση", είχε το καθαρό μα κάπως ντροπαλό βλέμμα και το ειλικρινές αλλά και σαν κάπως λυπημένο χαμόγελο των καλών ανθρώπων. Της εξήγησε ότι ο Ράφα δεν μπορούσε να παρακολουθήσει τους ρυθμούς των συμμαθητών του, ότι παρουσίαζε "κάποιου είδους υστέρηση" και ότι η μητέρα του θα έπρεπε να σκεφτεί το ενδεχόμενο, ο Ράφα να πάει σε κάποιο ειδικό σχολείο και - σε κάθε περίπτωση - να τον δουν κάποιοι ειδικοί θεραπευτές.
"Υστέρηση", "ειδικό σχολείο" και "ειδικοί θεραπευτές" ήταν βέβαια έννοιες άγνωστες στη φαβέλα. Η μητέρα του Ράφα, στεναχωρημένη, προσβεβλημένη και πεισμωμένη πήρε το γιο της απ' το σχολείο. Κρίμα γιατί η "υστέρηση" του παιδιού δεν ήταν τίποτα που μια συστηματική λογοθεραπεία μερικών μηνών μαζί με κάποια πρόσθετη αγωγή δε θα μπορούσε να θεραπεύσει... αλλά είπαμε, αυτά ήταν άγνωστα στη φαβέλα.
Για να μην μπλέξει ο Ράφα με τα χαμίνια του δρόμου κι αρχίσει σε λίγο καιρό μοιραία να ανακατεύεται με κλοπές, ληστείες, λαθρεμπορία και ναρκωτικά και περάσει τη ζωή του μπαινοβγαίνοντας στις φυλακές ή - θεός φυλάξοι - σκοτωθεί νέος, όπως τόσα και τόσα παιδιά, η κυρία Μπεναλίστου σκέφτηκε μια λύση. Ο ετεροθαλής αλλά αγαπημένος αδελφός της, Μπερνάντο Σοάρες, είχε καλές σχέσεις με τη Μαφία του Ρίο και ειδικά με το παράρτημα της φαβέλας τους, στο οποίο ήταν αρχηγός ο περιώνυμος Δον Αλβάρο ντε Κάμπος. Η έπαυλη του δέσποζε στην κορυφή του λόφου και επόπτευε ταυτόχρονα όλη την απέραντη παραγκούπολη της φαβέλας τους. Πολλά νεαρά παιδιά που δεν είχαν στον ήλιο μοίρα, σαν τον Ράφα, κατάφερναν να βρουν καταφύγιο σε αυτό το προστατευμένο περιβάλλον και να μεγαλώσουν με μια κάποια σιγουριά, μάλλον βέβαια διαχωρίζοντας από νωρίς το δρόμο τους από το μονοπάτι του Νόμου. Υπήρχαν οπωσδήποτε και κάποιοι νεαροί που θέλησαν, και κατάφεραν, να σπουδάσουν ή να ασχοληθούν με το (νόμιμο) εμπόριο, τη ναυτιλία, τον αθλητισμό, πάντα βέβαια υπό την εύνοια της Μαφίας, σε μια δια βίου σχέση σεβασμού και συμπάθειας με αυτήν. Κάτι τέτοιο ονειρευόταν η καημένη, η μάνα του Ράφα. Και πόσο χάρηκε όταν ο αδερφός της, της μετέφερε τη θετική απάντηση.
Ο νεαρός ξεκίνησε λοιπόν. Και αμέσως άρχισαν όλα να πηγαίνουν καλύτερα. Αισθάνθηκε πολύ ευχάριστα στο νέο του περιβάλλον. Όλοι του φέρονταν με καλωσύνη, ευγένεια και ενδιαφέρον, όσο κι αν ακούγεται παράξενο. Γιατί αυτοί οι σκληροτράχηλοι άντρες που υπηρετούσαν τον Δον Αλβάρο, παραβατικοί και παράνομοι όλοι τους, που είχαν κάνει χρόνια στις φυλακές, είχαν διαπράξει αμέτρητες πράξεις βίας, μέχρι και φόνους, που ήξεραν οι περισσότεροι ότι η μέρα που ξημερώνει μπορεί να είναι η τελευταία τους και που δεν είχαν κανένα δισταγμό να φερθούν με ασύλληπτη κακία ή και να αφαιρέσουν ακόμα τη ζωή ίσως και αθώων ανθρώπων... αυτοί οι ίδιοι λοιπόν, έδειχναν σε κάποιες περιπτώσεις απίστευτη, αταίριαστη τρυφερότητα σε ζώα, παιδιά ή ηλικιωμένους. Κανάκευαν τον Ράφα, αστειεύονταν καλοπροαίρετα μαζί του, τον μάθαιναν πράγματα, τον έπαιρναν μαζί τους βόλτες ή στο γήπεδο... Το τραύλισμα του μικρού εξαφανίστηκε. Η εργασία δεν ήταν καθόλου βαριά. Τα παιδιά και οι έφηβοι που ζούσαν στην έπαυλη του Δον Αλβάρο βοηθούσαν σε διάφορες δουλειές του σπιτιού, σερβίρισμα, καθάρισμα, φροντίδα του κήπου και τέτοια. Επίσης μετέφεραν με ποδήλατο διάφορα μικρά δέματα και φακέλλους, σε σημεία της φαβέλας που τους όριζαν, και τα παρέδιδαν σε κάτι περίεργους άντρες και γυναίκες. Ποιός άλλωστε θα υποπτευόταν έναν πιτσιρίκο, ντυμένο με φτωχικά ρούχα, ένα παλιό τρυπημένο σακκίδιο στον ώμο και ένα σαραβαλιασμένο ποδήλατο. Έτσι έκανε τις δουλειές της η Μαφία της φαβέλας, χρησιμοποιώντας παιδιά ως αγγελιαφόρους, ενώ την ίδια ώρα οι άντρες έκαναν άσκοπες βόλτες για να αποπροσανατολίζουν την αστυνομία που μερικές φορές τους παρακολουθούσε. Και ο καιρός περνούσε...
Τις ώρες που δεν είχε δουλειά ο Ράφα, και που ήταν αρκετές, οι άντρες τον άφηναν να κάθεται μαζί τους στο σαλόνι της έπαυλης όπου παρακολουθούσαν στην τηλεόραση ποδοσφαιρικούς αγώνες, ψυχαγωγικά προγράμματα, ντοκυμανταίρ για τη ζωή στην άγρια φύση και άλλα. Αν τυχόν το πρόγραμμα ήταν ακατάλληλο για παιδιά, οι άντρες τον έδιωχναν παρά τις διαμαρτυρίες του. Ανάμεσα στις διάφορες εκπομπές, πριν ή μετά από αυτές, ο Ράφα αναπόφευκτα παρακολουθούσε και αποσπάσματα των δελτίων ειδήσεων, πράγμα που δεν του ήταν καθόλου ευχάριστο, γιατί αυτά έκαναν τον κόσμο να μοιάζει με ένα μέρος απαίσιο και φρικτό, ενώ εκείνος είχε άλλη άποψη... Αυτό πάντως που του έκανε μεγάλη εντύπωση, ήταν που συνεχώς άκουγε για το εθνικό χρέος της χώρας, ότι η Βραζιλία χρωστούσε, ότι η "χώρα μας είναι χρεωμένη" κ.λ.π....
Όλα τα χρόνια που ο Ράφα βρισκόταν στην υπηρεσία του Δον Αλβάρο, δεν ξόδευε ούτε ρεάλι και όλο του το μικρό μισθό τον έδινε στη μητέρα του, η οποία σιγά σιγά με αυτά τα χρήματα έκανε διάφορες απαραίτητες διορθώσεις στη φτωχική καλύβα τους, την έβαψε μέσα και έξω, επισκεύασε το φούρνο αερίου και πήρε για τον εαυτό της δυο τρία φτηνά φορέματα από το μαγαζί με τα κινέζικα ρούχα. Τελικά υπέκυψε και σε μια μεγάλη "πολυτέλεια". Αγόρασε έναν τηλεοπτικό δέκτη και μία τηλεόραση πλάσμα από δεύτερο χέρι. Και μερικά απογεύματα την εβδομάδα έρχονταν σπίτι οι φίλες της, έβλεπαν σήριαλ εκστατικές και μετά έπιναν καφέ, κάπνιζαν και κουτσομπόλευαν χαχανίζοντας μέχρι αργά το βράδυ. Αργότερα η μητέρα του Ράφα ξάπλωνε στο κρεββάτι της, ευχαριστημένη και ανάλαφρη για πρώτη φορά από όταν ήταν κοριτσάκι και μετά από πολλά χρόνια βασανισμένης και δύσκολης ζωής. Και αναλογιζόταν πόσο πολύ αγαπούσε και ευγνωμονούσε το μικρό της αγόρι, που είχε εν τω μεταξύ μεγαλώσει, και πόσο υπερήφανη ήταν γι αυτό.
Αυτό που δεν ήξερε η κυρία Μπεναλίστου ήταν ότι ο Ράφα συγκέντρωνε, σε μηνιαία βάση, από τα φιλοδωρήματα που του έδιναν οι άντρες του Δον Αλβάρο, οι διάφοροι καλεσμένοι και οι επισκέπτες στην έπαυλη, και οι κάθε λογής συνεργάτες στους οποίους παρέδιδε με το ποδήλατο μηνύματα, ποσό ίσο ή και μεγαλύτερο από τον κανονικό μισθό του. Και όλα αυτά τα χρήματα, από τα οποία δεν είχε σπαταλήσει καθόλου, τα συγκέντρωνε σε ένα κουτί από μπισκότα και τα φύλαγε στο ντουλάπι του φτωχικού κοιτώνα του όπου και ήταν απόλυτα ασφαλή καθώς θεωρείται αδιαννόητο για το δεοντολογικό κώδικα της Μαφίας να κλέψεις το σύντροφο σου. Το ποσό που είχε με τα χρόνια συγκεντρωθεί ήταν σεβαστό, στα δε μάτια του Ράφα μυθικό. Και ο νεαρός είχε υποσχεθεί στον εαυτό του να καταφέρει κάποια στιγμή να διαθέσει τα χρήματα αυτά για έναν ανώτερο και ευγενικό σκοπό. Τελικά κατέληξε πως ο σκοπός αυτός δε θα μπορούσε παρά να είναι η συμβολή του στην τακτοποίηση (που στο παιδικό μυαλό του αυτό σήμαινε μάλλον στην εξάλλειψη) του χρέους της χώρας.
Μια μέρα, όλοι οι άντρες ήταν μαζεμένοι στη μεγάλη σάλα, σε μια συνάντηση που είχε ξεκινήσει από νωρίς και τώρα είχε φτάσει μεσημέρι και η σύσκεψη συνεχιζόταν. Ο Δον Αλβάρο καθόταν στην πολυθρόνα του, τη στερεωμένη πάνω σε ένα βάθρο σε μια άκρη της αίθουσας, σα βασιλιάς στο θρόνο του. Δυο φορές πιο βαρύθυμος απ' ότι συνήθως και πολύ μεθυσμένος, αφού είχε πιεί από το πρωί σχεδόν μια μποτίλια από τα πανάκριβα σκωτσέζικα μαλτ ουίσκυ που αγαπούσε. Οι δουλειές δεν πήγαιναν καλά. Πολλοί αντίπαλοι του στη Μαφία ήθελαν να τον αποκαθηλώσουν. Τα μεγάλα Αφεντικά όλο του επισήμαιναν ότι οι αρχηγοί στις άλλες φαβέλες τα κατάφερναν πολύ καλύτερα. Ότι κόλπο και αν είχε μεταχειριστεί δεν είχε αποδώσει. Κι απ' το πρωί οι επικεφαλής των αντρών του, όλο κακά μαντάτα του φέρνανε, όλο προβλήματα, αναποδιές και αποτυχίες του παρουσιάζανε. Κι αυτός όλο έπινε και βυθιζότανε στο βουβό θυμό και στο ζόφο.
Σε κάποια στιγμή, ο Ράφα μπήκε διστακτικά στην αίθουσα για να αλλάξει τα τασάκια που ήτανε ξεχειλισμένα από σβησμένα τσιγάρα και πούρα. Κοίταζε τον Δον Αλβάρο που στήριζε το κεφάλι με το χέρι του, σωριασμένος στην πολυθρόνα με κλειστά τα μάτια. Συγκέντρωσε όλο του το θάρρος και του απηύθυνε το λόγο, όπως το είχε προσχεδιάσει. Ο φόβος και η ντροπή βέβαια του ξανάφεραν ένα τρομερό τραύλισμα στην ομιλία και ακούστηκε κάπως σαν: "Με με μμμε ό-ό-ό-όοοοό-λλλο το σεβββ-ασ-σμμό Δοδοδον Αλββββ-ββββ-άρο......" και συνέχισε κατ' αυτόν τον τρόπο, με αγωνία μεγάλη και υπερπροσπάθεια να πει στο Δον Αλβάρο πως "τον παρακαλούσε, αυτόν που ήξερε τόσα πολλά και είχε τόσες γνωριμίες, να δεχθεί την προσφορά του Ράφα (έτεινε προς το μέρος του το κουτί των μπισκότων με τα χρήματα) και να τη δώσει όπου έπρεπε για να μη χρωστάει πια η Βραζιλία σε κανέναν".
Την αγωνιώδη, ολιγόλεπτη ομιλία του νεαρού, ακολούθησε παρατεταμένη, παγερή σιωπή από τους έκπληκτους άντρες. Ο δε Δον Αλβάρο, που στα μισά περίπου είχε ανοίξει τα μάτια του, παρατηρούσε τώρα με βλέμμα θολό και σκοτεινό τον νεαρό που στεκόταν στη μέση της αίθουσας και περίμενε την αντίδραση του.
Ξαφνικά, με μια αστραπιαία κίνηση, ο Δον Αλβάρο άρπαξε το τεράστιο πιστόλι του που το είχε ακουμπισμένο δίπλα του, σε ένα τραπεζάκι, το έστρεψε προς τον Ράφα και άρχισε να πυροβολεί.
Η αίθουσα γέμισε καπνούς, βροντή και μυρουδιά μπαρούτης. Το λεπτό κορμάκι του παιδιού χόρευε στον αέρα σαν νευρόσπαστο με κάθε βλήμα που δεχόταν από το πανίσχυρο, βαρύ όπλο. Και μετά ο γεμιστήρας άδειασε, οι πυροβολισμοί σταμάτησαν, οι καπνοί κάπως διαλύθηκαν και οι άντρες είδαν το τσακισμένο κορμί του αγοριού στο πάτωμα ξαπλωμένο, με τα μέλη του σώματος σε ολότελα αφύσικες γωνίες διπλωμένα και μέσα σε λίμνες αίματος, σωματικών υγρών, σκορπισμένου μυικού ιστού και εγκεφαλικής ουσίας...
Εκείνο το απομεσήμερο κόπηκε η ανάσα ακόμα και του πιο σκληρού άντρα του Δον Αλβάρο. Και όλοι αρνούνταν να δεχτούν το θέαμα που αντίκρυζαν τα μάτια τους, την πράξη που μόλις είχε κάνει το αφεντικό τους και το χαμό του μικρού, αθώου Ράφα.
Ο Δον Αλβάρο ξέσπασε τότε με ένα αμόκ οργής, απειλών, ύβρεων και τρέλλας. Παραληρούσε γεμίζοντας πάλι το πιστόλι του να καθαρίσουνε αυτό το χάλι και αν κάποιος έχει πρόβλημα με ότι έγινε να λογαριαστούνε αμέσως άμα ήθελε.
Αναγκαστικά λοιπόν κάποιοι από τους άντρες πήραν την πρωτοβουλία να μαζέψουν τη σορό και να τη μεταφέρουν έξω από την αίθουσα, μέσα σε ένα χαλί που βρέθηκε εκεί, να καθαρίσουν το πάτωμα και να αερίσουν το χώρο. Και τα έκαναν αυτά όλα, συνοφρυωμένοι, αμίλητοι και -όσο κι αν ακούγεται απίστευτο- όταν είχαν γυρισμένη την πλάτη και ο Δον Αλβάρο δεν μπορούσε να τους δει, βουρκωμένοι.
Εκείνος έδωσε εντολή και του έφεραν ένα καινούριο, σφραγισμένο μπουκάλι μαλτ ουίσκυ από το οποίο έβαλε μια τριπλή δόση στο ποτήρι του, το ήπιε μονορούφι, το ξαναγέμισε, ήπιε μια γουλιά ακόμα, άναψε ένα τεράστιο πούρο και έδωσε μια νέα εντολή...   
Ο άντρας που την έλαβε βγήκε από την αίθουσα και γύρισε σε λίγο φέρνοντας μαζί του δέκα περίπου νεαρές μουλάτες, καμμία από τις οποίες δεν ήταν πάνω από δεκαπέντε ετών, ημίγυμνες και φοβισμένες, σχεδόν έντρομες. Ο Δον Αλβάρο τις κοίταγε μία μία εξεταστικά, με μάτια που γυάλιζαν, μέσα από σύννεφα καπνού καθώς έπαιρνε βαθιές ρουφηξιές από το πούρο του και άδειαζε και γέμιζε συνέχεια το ποτήρι του. Τελικά έδειξε με το χέρι του τρία από τα μικρά κορίτσια και παίρνοντας το μπουκάλι μαζί του αποσύρθηκε προς την κρεββατοκάμαρα του, όπου θα του τις πήγαιναν σε λίγο.

Λίγο αργότερα και ενώ ο ήλιος είχε βασιλέψει και το σκοτάδι τύλιγε σιγά σιγά τη φαβέλα μα και την πόλη ολόκληρη, μια κραυγή ακούστηκε από την έπαυλη τον Δον Αλβάρο. Μια κοριτσίστικη κραυγή που ερχόταν από την κρεββατοκάμαρα όπου ποιός ξέρει ποιά διεστραμμένη, ανώμαλη επιθυμία του, προσπαθούσε αυτός να ικανοποιήσει με θύμα την μικρή κοπέλλα.
Και η κραυγή της έσκισε τον αέρα και ταξίδεψε πάνω από τη φαβέλα και ενώθηκε με μια άλλη γυναικεία κραυγή που ακούστηκε σχεδόν ταυτόχρονα από κάποιο σημείο πολύ πιο χαμηλά. Συγκεκριμένα από την καλύβα της μάνας του Ράφα, που στο κατώφλι της είχε μόλις ακούσει το μαντάτο, από δυο άντρες που στέκονταν εκεί με τα κεφάλια κατεβασμένα, αμήχανοι και συντριμμένοι. Και πριν η κυρία Μπεναλίστου αρχίσει να μαδιέται και να μοιρολογάει, οι δυο κραυγές, του κοριτσιού και της μεσόκοπης γυναίκας, ενώθηκαν λες σ' ένα χορό στον ουρανό της πόλης, και τις πήρε ο αέρας πάνω από το λιμάνι, πάνω από τη θάλασσα, μίλια μακριά μέχρι που ένα ρεύμα δυνατό τις σκόρπισε πάνω από τον Ατλαντικό.
Και χάθηκαν.  

1 σχόλιο:

Κώστας είπε...

Διάβασα και το "ζούμε σε μια όμορφη χώρα". Και τα δύο υπάρχουν, σε πιο θέλεις να μείνεις λίγο παραπάνω;