Κυριακή, 14 Δεκεμβρίου 2014

Ο Τάλως δε θα υπάρχει πια


Ο Τάλως, το τεράστιο ρομπότ
δεν ήταν και τόσο καλά τελευταία
εδώ και πάνω από ένα χρόνο δηλαδή
κάθε μέρα όλο και πιο βαρύθυμος, όλο πιο λυπημένος

Είχε σχεδόν πια παρατήσει τις καθημερινές περιπολίες
στις ακτές της Κρήτης
εκεί όπου προστατεύοντας την αγαπημένη γης
απώθαε τους εχθρικούς τους στόλους

Μόνο προς το μεσημέρι πήγαινε λίγο ως τη θάλασσα
να τον δει κανά περαστικό καράβι
και να διαψεύσει σ' όσα άλλα θα συνάνταε
που λέγαν πια πως Τάλως δεν υπάρχει

Ύστερα έσερνε τα βήματα του πίσω
κι ανηφόριζε στου βουνού την πλαγιά
και χώνονταν πάλι μες στην τεράστια
και σκοτεινή σπηλιά του

Άναβε μια πελώρια φωτιά και κάθονταν μπροστά
και τηνε κοίταε συλλογισμένος
κάπνιζε το τσιμπούκι του ασταμάτητα
κι άμα έσβενε το άναβε ξανά με ένα καρβουνάκι

Έπινε ασκιά αμέτρητα κρασί και τσικουδιά
να πνίξει με το σπίρτο τους πόνους, τους καημούς του
κι ήταν -μα την αλήθεια- λύση αυτή καλή
μούδιαζε και ξέχναγε κι ούτε πονούσε, ούτε θυμόταν

(μ' όλο που ήξερε πως τη μέρα που θα 'ρχόταν
θα ήταν όλα πάλι ίδια ή ακόμα και χειρότερα)

Τέλος πια, κοντά στο μεσονύκτι
τελείως πια μεθυσμένος άλλο πια δεν αισθάνονταν
εξόν από μια σα θηρίου πείνα
και λογικό,  τόσο πιοτό σ' άδεια κοιλιά όλη μέρα

Πέταε τότε πάνω στη θράκα σφαχτά ολόκληρα
απ' τα πολυπληθή κοπάδια του
ερίφια, αμνούς και χοίρους
έσταζε το λίπος, τσίκνα γέμιζε παντού

Έτρωγε μετά βουλιμικά χωρίς συναίσθηση πότ' είχε πια χορτάσει
ύστερα σωριαζόταν στο γιατάκι του
ευθύς τον τύλιγε ένα βαθύς και μάβρος ύπνος
πιο πολύ με λιγοθύμια έμοιαζε, με θάνατο

Ταξίδευε μες στις σωλήνες που διέτρεχαν το σώμα του, όπου κύλαε το Ιχώρ
και έκανε ν΄ακούγεται (όχι από κείνον) ανεπαίσθητα ένας βόμβος
εκείνος ο μοιραίος, του χαμού, σαν έφτανε γρήγορα ή αργά
στο μυαλό ή την καρδιά ο θρόμβος.

2/5/'011
Μαυρομιχάλη 91, Νεάπολη-Εξάρχεια, Αθήνα

Δεν υπάρχουν σχόλια: