Παρασκευή, 12 Δεκεμβρίου 2014

Θυμάμαι όταν ήμουν παιδί στο χωριό, κάθε φορά που...


Το χωριό, ωραίο χωριό, μεγάλο χωριό
στην πλαγιά του βουνού το μισό
στον κάμπο το άλλο χτισμένο
το πατρικό μου ήταν από τα ψηλά
(υπήρχαν όμως κι άλλα ψηλότερα ακόμα)
με θέα ωραία ανεμπόδιστη
στους ελαιώνες κάτω σα θάλασσα απέραντη
έως και στα απέναντι βουνά
ύστερα στο μπροστινό οικόπεδο
ένα ακαλαίσθητο μπετόν τέρας υψώθηκε
πάει η θέα η πολλή μα ας είναι
ένας τσιμεντόδρομος όλο ανηφόρα
οδηγούσε στα απάνω τα σπίτια
παιχνίδι που κάναμε εκεί
στην άκρη του δρόμου κάτω απ' τις μάντρες
είχε ένα αυλάκι που μετέφερε το νερό
που κυλούσε από πέρα απάνω τις πηγές των βουνών
και εκ περιτροπής με αυτοσχέδια φράγματα
έπαιρνε ο κάθε νοικοκύρης
το περβολάκι του, τον κήπο να ποτίσει
παιχνίδι πού 'χαμε κάνει εκεί
ξυλαράκια και φύλλα και καραβάκια χάρτινα
στην κατηφοριά γοργά πώς κυλούσαν
μα πιο πολύ από κάθε άλλη φορά
σαν βγαίναμε στο τσιμεντένιο δρομάκι χαιρόμαστε
με σακούλες στα χέρια γεμάτες με κόκκαλα
που περίσσεψαν από το κρέατος γεύμα
και ανεβαίναμε προς το σπίτι όλο πάνω ευθεία πριν τη στροφή
με ολόγυρα κήπους με άνθη και δένδρα
έως και μία μεγάλη δεξαμενή
όπου το καλοκαίρι το βράδυ εκόαζαν
δεκάδες απαίσια βατράχια
μια μάνα, δυο κόρες, μονάχα εκεί έμεναν
μα εμείς για κείνον πηγαίναμε
χαρές που έκανε καθώς πλησιάζαμε
μας μύριζε και αντιλαμβανόταν
τεράστιος στα μάτια μας φάνταζε, ξανθότριχος, μεγαλόσωμος
ο γερμανικός ποιμενικός υπέροχος σκύλος
Αλή τον φωνάζανε, καλός τόσο που ήτανε
και με τα παιδιά ιδιαιτέρως
καθόλου δεν ποτέ τον φοβόμασταν
τον χαϊδεύαμε κι ακόμα μας άφηνε
να τον καβαλλικεύουμε σαν γαϊδουράκι
με το όνομα του "Αλή!" τον καλούσαμε
και τα κόκκαλα μπροστά του, στο πιάτο, αδειάζαν
και αυτός τα θρυμμάτιζε με τα ισχυρά τα σαγόνια του
κουνώντας ταυτόχρονα φουντωτή την ουρά του
έξω απ΄την ξύλινη αυλόπορτα
ένα δένδρο υψωνόταν
και ίσαμε τώρα θυμάμαι απολύτως καλά
τη δυνατή μυρωδιά των ανθέων
κίτρινων, χνουδωτών, σφαιρικών, κάθε Άνοιξη
δεν ξέρω αν είναι ορθός
ο όρος "οσφρητικές αναμνήσεις"
υποστηρίζω πάντως πως σίγουρα ναι
αφού κάθε φορά που χτυπά τα ρουθούνια μου
η οσμή τους της πόλης καθώς
περιδιαβαίνω τους δρόμους
το κεφάλι γυρνώ να εντοπίσω Α! Νά τη! Αχά!
με πλημμυρίζουν θυμήσεις κι αισθήματα
από κείνη τη μακρινή εποχή
της αθωότητας, την εποχή της μαγείας
κάθε φορά που μυρίζω λουλούδια γαζίας.


Δεν υπάρχουν σχόλια: