Τρίτη, 27 Ιουλίου 2010

Όλο Βι και Βη…. (και Βυ και Βει και Βοι και Βυι κ.λ.π.)

(Χρόνια Πολλά Β.)

Εξάρχεια, 26 Ιουλίου 010

Στο στάδιο αυτό, του ανωφελούς μου βίου, όπου έχω πια φθάσει, έχοντας συμπληρώσει τέσσερις – και πλέον - δεκαετίες ζωής και με (κατά πάσσαν πιθανότητα) ολίγα μόνο χρόνια ζωής να μου απομένουν για να ζήσω (βλέπεις, επί σειρά πολλών ετών στη διάρκεια της νεότητος μου, είχα βυθισθεί σε κάθε είδους καταχρήσεις), στο στάδιο αυτό λοιπόν λέω, έχω αποκτήσει ένα από τα προνόμια της ηλικίας: την πείρα.. Χάρι σ’ αυτήν μπορώ να παραμένω ψύχραιμος και νηφάλιος όταν συμβαίνουν διάφορα απροσδόκητα, ακαταννόητα, αιφνίδια γεγονότα, την ώρα που νεότεροι συνάνθρωποι (τελείως βέβαια δικαιολογημένα) σαστίζουν και τα χάνουν: «Αμάν! Πώς έγινε αυτό; Μα πώς είναι δυνατόν; Ωωωω! Τι θα κάνουμε τώρα; Αααα, δε μπορώ να το πιστέψω. Τί θ’ απογίνω θεέ μου, δε μπορώ, δε μπορώ!». Την ώρα εκείνη εγώ κουνώ με συγκατάβαση το γέρικο κεφάλι μου και μ’ ένα κάπως πικρό χαμόγελο στα χείλη, συνεχίζω να λειτουργώ. Ένα που λες από αυτά που με δίδαξε η πείρα, είναι πως ισχύει πέρα για πέρα αυτό που λεν, πως δηλαδή: «η πραγματικότητα ξεπερνά – συχνά - τη φαντασία». Πόσες και πόσες φορές, δεν τό ‘χω διαπιστώσει; Και ιδού ένα παράδειγμα: Κάθε χρόνο, τέτοια μέρα (μέρα για μένα και σημαντική, καθώς η εκκλησία μας γιορτάζει τη μνήμη της Αγίας Παρασκευής, όστις τυγχάνεις αγία πολιούχος και θαυματουργή στο χωριό μου), μου συμβαίνει κάτι εντελώς παράδοξο: αλλοιώνεται η ομιλία μου, ο λόγος μου στρεβλώνει, υποπίπτω σε ένα γλωσσικό παραλήρημα. Ωστόσο, το φαινόμενο διαρκεί μόνον τη συγκεκριμένη ημέρα, την 26η Ιουλίου – ούτε πριν παρατηρείται, ούτε μετά. Σε τι συνίσταται το παραλήρημα αυτό, που – καθώς προηγουμένως σου έλεγα – το έχω πλέον αποδεχθεί και ενστερνισθεί και συμφιλιωθεί μαζί του, που το αντιμετωπίζω με ηρεμία που σε πολλούς φαντάζει αδιαννόητη σε σχέση με το πόσο «ιδιαίτερο» είναι, σε τι συνίσταται λοιπόν; Ε, να: λέω όλο Βι. Και Βη. Και Βυ και Βει και Βοι και Βυι και τα λοιπά. Τί πάει να πει αυτό θα μου πεις; Μα… αυτό που μόλις σου είπα. Χρησιμοποιώ τη συγκεκριμένη συλλαβή ακατάσχετα. Και όταν πρέπει και όταν δεν πρέπει. Και εκεί που ταιριάζει και είναι σωστό και εκεί που δεν ταιριάζει και είναι λάθος. Και στον γραπτό και στον προφορικό λόγο. Συνεχώς, όλην τη μέρα. Καλό, εν τούτοις, πιστεύω είναι να σου δώσω παραδείγματα, να γίνει το παράδοξο αυτό καταννοητό. Φερ ειπείν επιστρατεύω τα ολίγιστα γερμανοαγγλογαλλοιταλολατινικά μου και μιλώ, με κάθε ευκαιρία, σ’ αυτές τις - εν πολλοίς άγνωστες σε μένα – γλώσσες, χρησιμοποιώντας λέξεις που περιέχουν τη συλλαβή «Βι» και χωρίς απαραίτητα αυτά που λέω να αρμόζουν (μάλλον το αντίθετο!) στις περιστάσεις. Π.χ.: «Βη γκέτες ίννεν; Ααααα; Νιχτ ζο γκουτ; Βη ζο; / Λεεετς γκόου φέλλοους….φορ βίιιιιιικτορυ / Ε βιζαβί σι βου βουλέ. Ντακόρ; Αλλόρ, λα βι εν ρόζε / Λα βίτα ε μπέλλα, ε σινιόρα; / Αρς λόνγκα βίτα μπρέβις» κ.λ.π. Επίσης: χρησιμοποιώ συνεχώς μονοσύλλαβες ελληνικές λέξεις με κατάληξη κάθε είδους «ι», αντικαθιστώντας το σύμφωνο που προηγείται του «ι» με «β». Όπως: «Και βι πάει να βει αυτό ρε βυ; Βη νομίζεις ότι είμαι κορόιδο. Φαίνεται, όποιος και να το βει, αμέσως θα καταλάβει. Βι αυτό σταμάτα να με δουλεύεις. Και βη, με αυτόν τον απροκάλυπτο τρόπο. Μα πώς μπορεί κανείς να βει λέγοντας συνέχεια ψέμματα; Όμως, χα!, τα πάντα βει αγαπητέ μου. Ας γελάσω: βι, βι, βι! Ή ακόμα, όταν έρθει η ώρα να καταπιαστώ με το γράψιμο, όπως κάθε μέρα προσπαθώ να κάνω, το γραπτό προκύπτει χαοτικό και σχεδόν ακαταννόητο. Διότι βέβαια βρίθει από λέξεις που περιέχουν «βι» και (μάλλον) στερείται νοήματος – ή μήπως όχι; Χα! χα! χα! Ακολουθεί, ως παράδειγμα, κάτι που ανέσυρα από το αρχείο μου: «Έγλειστος, σ’ ένα ίδρυμα περιθάλψεως ψυχικώς νοσούντων, ετελεύτησε ο Γεώργιος Βιζυηνός. Παν και τα δοκίμια, παν και οι μεταφράσεις και τα διηγήματα και τα παιδικά ποιήματα. Ο πνευματικός του βίος τελείωσε πριν το βιολογικό του θάνατα. Τι φοβερό! Κι εγώ; Πώς – πού θα πεθάνω; Λες, τόσο τη φύση που αγαπώ, σε κάποιον βιότοπο, σ’ ένα βιβάρι; Σ’ ένα πράσινο λιβάδι όπου βίσσωνες βοσκούν; Σε μια ακροποταμιά παρατηρώντας να πλατσουρίζουνε παιχνιδιάρικα οι βίδρες; Ή μήπως θεατής – ακροατής σ’ ένα κοντσέρτο την ώρα που οι βιόλες, τα βιολοντσέλλα και τα βιολιά θα εκτελούν κρεσσέντο; Αχ! τι ωραία μουσική; Ή λες μήπως κι εγώ, όπως πολλοί το λεν κι επιθυμούνε (ο τέλειος θάνατος), ανάμεσα στα απαλά, ζεστά τα στήθη αγαπημένης γυναικός, απάνω στα βυζιά της να ααααχ! κοιμηθώ για πάντα; Μπααα, δε νομίζω. Ε, τότε μήπως παρακαλώ: σε μια σκοτεινή, δροσερή βιβλιοθήκη; Εκεί, ανάμεσα στους αναρίθμητους τους τόμους, φίλοι αγαπημένοι και πιο πιστοί από παιδί, πόσο λατρεύω κι αγαπώ: τα βιβλία, στα βιβλία. Ω! μάταιη ελπίδα. Μα κι είναι δίκαιο. Βλέπεις, με βία φέρθηκα χρόνια πολλά στον εαυτό μου. Και τώρα πρέπει να πληρώσω. Βυθίζομαι την ώρα που οι άλλοι κάνουν βίρα. Αααααα, μάλλον σε κάποια φρικτή πόλη. Γεμάτη θόρυβο, βιασύνη και ρύπους: βυρήλιο, βισμούθιο και άλλα δηλητήρια να αιωρούνται στον αέρα που ανασαίνουμε. Πώς να το αποφύγω δεν ξέρω. Από την άλλη ξέρω, άχρηστη γνώση θα μου πεις…., θέλω να πώ όλοι σχεδόν ξέρουν τον Δημήτριο Βικέλα ως αναβιωτή των Ολυμπιακών αγώνων και αγνοούν τα υπέροχα διηγήμτα που έχει γράψει. Θέλω (και πάλι) να πώ: δεν είμαι βάρβαρος βησσιγότθος μα ούτε κι ευγενής βυζαντινός. Κάνω ότι μπορώ. Διαβάζω τη Βίβλο σχεδόν καθημερινά. Προσεύχομαι στον Άγιο Βίβο (μεγάλη η χάρη του), τον οσιομάρτυρα, μοναχό και διάκονο που συνελλήφθει στον επί Δεκίου διωγμό διωγμό από τον ηγεμόνα Ουαλεριανό στην Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου και αφού υπέστη σκληρά βασανιστήρια, αποκεφαλίσθηκε. Και Κύριε, σε Σε που εγεννήθεις εν Βηθλεέμ τη πόλει, ελπίζω. Τουλάχιστον, την ώρα κείνη, κάπου – έστω μακριά – ν’ ακούγεται Βιβάλντι. Και να μπορέσω να δω σαν σε όραμα τη μορφή του Δάσκαλου, του «μάγου από το Βίντσι», και τα σπινθηροβόλα μάτια του και το γλυκό μέσα από την ολόλευκη γενειάδα του χαμόγελο. Μαέστρο!»

Να, λοιπόν. Καταλαβαίνεις τι σου λέω; Πώς; Δε με πιστεύεις;…… Ε, τότε μέτρησε τα «Βι» στο κείμενο αυτό.

Βικρή μου.

Χρόνια Πολλά.

1 σχόλιο:

Η Βι και η Βη είπε...

Αγαπημένε μου Χ. ...
Κάποτε καμπάνες και καμπανάκια χτυπούσαν κάθε που έλεγα κάτι κουτό...
Κάποτε έμαθα τι γεύση έχει η πάπια η τηγανητή...
Κάποτε λόγω της γιορτής μου βγήκαμε.

Τώρα... Κάθε φορά που γιορτάζω απολαμβάνω τις λέξεις και τις ιστορίες σου.
Ευχαριστώ.