Τετάρτη, 8 Ιουλίου 2020

Απολογία, ασφαλώς μακροσκελής και ενίοτε παραληρηματική, ενός παιδιού της Φάρας



Δεν εφόνισα κανέναν
κύριε Πόλιζμαν εγώ
δώκετε μου ελευθέραν
πέμψατε δια τον φρουρό

Και τα αίματα όλα πόθεν;
κόπηκα στο ξούρισμα
μ' αφού έχω γενειάδα;
να σας πω νανούρισμα!

Μη μου λέτε δαύτο είναι
ολωσδιόλου άσχετο
αντί στέρεο άλλοθι έχω
οίστρο ακατάσχετο

Με αυτόν θα θριαμβεύσω
έμπροσθεν των δικαστών
και του νόμου αντιπροσώπων
ένορκων και θεατών

Με την πάρλα μου θα δούνε
την αλήθεια αλλιώτικα
κι άμα θέλουν τα λέω άγια
κι αν γουστάρουν μόρτικα

Ότι είμαι από σόι
κι από γένος τρανταχτό
ευγενών και ευπατρίδων
κόμηδων εγώ βαστώ

Έτυχε νά 'χουν ξεπέσει
τελευταία θα μου πεις
πού 'ν οι πρόξενοι κ' οι λόρδοι
κ' οι Κυρίες της Αυλής

Είν' ο μπάρμπας καροτσέρης
κ' η θεια καλντεριμιτζού
αδερφό έχω σαλταδόρο
και η γιαγιά μου βοθρατζού

Ο νονός μου πεταλώνει
όνους, ψύλλους, άλογα
ο παππούς μου μπαρμπουτιέρης
πράττει τα ανάλογα

Ετελείωσα σχολείο
(βέβαια το νυχτερινό)
έξι τάξεις πήγα πρώτη
μ' έδιωξαν με το στανιό

Μού 'κοψαν τη μόρφωση μου
την καλή την τύχη μου
υπογράφω τ' αρχικά μου
με μικρό το νύχι μου

Ρίχτηκα στη βιοπάλη
μα πού νά βγει προκοπή
έκανα και το λεμβούχο
ε, ρε, κει να δεις κουπί

Κάτι μικροανομίες
ε, τις κουμαντάριζα
μα ψιλό παιχνίδι μόνο
κι όλο κάτι χάριζα

Στα φτωχά της γειτονιάς μου
χήρες και τα ορφανά
και ηράσθην δεσποινίδα
τσαχπινούλα, μορφονιά

Θα με πάρεις; μ' αρωτούσε
κι έλεα: Αλίμονο!
μα εκείνη το χαβά της
μπούρου μπούρου επίμονο

Σκάσε μωρή σακαφιόρα
και το σκώτι μού 'πρηξες
και να πεις πως πήρα γλύκα;
λίγο μπούτι μού ΄δειξες

Πάει αυτή και πάμε γι άλλα
μία βρήκα τροφαντή
ήταν βέβαια πενηντάρα
μα λαχτάραε νταχτιρντί

Πέντε μήνους με τραβούσε
έρεψα σαν το κερί
έκοψα για να τη βγάλω
όπως όπως καθαρή

Ύστερα έγινα τσιράκι
μες στα λαθρεμπόρια
χρήμα έβγαινε αράδα
φίνα και πανώρια

Μα καρφώσανε ρουφιάνοι
πάει, τσάκισ' η δουλειά
και πλακώσαν αφραγκίες
δώστου πάλε όπως παλιά

Κι έπιασα πια τα τριάντα
μ' ούτε στάλα αναλαμπή
και με λέγανε ρεμάλη
μα δεν είχα τί να πει

Έτσι μού 'ρθε η ιδέα
να γενόμουνα παπάς
όσο νά 'ναι έχεις σέβας
και στα σίγουρα πατάς

Πήγα σ' ένα ιεροράφτη
που το ράσο μού 'ραψε
κι ο μπαρμπέρης πού 'ταν βλάμης
δε με ξανακούρεψε

Ααα, ήρθα βρήκα την υγειά μου
βρήκα και την κλίση μου
αυτή τη δουλειά θα κάνω
είπα ως τη δύση μου

Περασάνε δέκα χρόνοι
μ' ένα βίο ζάχαρη
κι ασ' τους άλλους να χτυπιούνται
μούρτζουφλοι και άχαροι

Πώς δε βρήκαν τώρα ότ' ήμουν
κάλπης, τζούφιος, γιαλαντζή;
Δόξα νά 'χεις λέω Θε μου
και μεγάλε Γιαραμπή

Όλα 'ντάξει και καμπόσο
μια χαρά κονόμησα
και καλά πολύ εζούσα
κι έτσι θά 'ναι νόμισα

Μα αίφνης έπεσε μπροστά μου
Διάολε ο πειρασμός
κι έγινε οργή Κυρίου
και πλημμύρα και σεισμός

Μία μικροπαντρεμένη
μ' ένα γέρο Διεφθυντή
πώς μου γυάλισ' η ρουφιάνα
κι έπιασα το λακριντί

Τέκνο μου η Αρετή είναι δώρο
θείο και εξαίσιο...
κι η κατήχηση επροχώραε
κ' είχε τέλος αίσιο

Μας μυρίστηκε ένας τρίχας
πού ΄ταν θεοσεβούμενος
και στον Τραπεζίτη τά 'πε
πού 'γινε... ηγούμενος!

Μού 'στειλε ένα ντερβίση
να μου πει το "το και το"
και του έριξα αδερφέ μου...
και τον πήραν σηκωτό

Ότι χέρι να σηκώσεις
σ' άνθρωπο άγιο, κληρικό
έχεις κάμει αμαρτία
και τρισμέγιστο κακό

Έτσι έχει η ιστορία
και πριν με δικάσετε
να τα ρίξω άλλη μία
μήπως τα ξεχάσατε;

Πώς; σας έχω εξαντλήσει
με τη φλυαρία μου;
και δεν ξέρετε που θά 'ναι
πόση η αβαρία μου;

Συνεχίζεται την αύριον
τούτη η δικάσιμος;
Κι εγώ ως τότε τί θα γένω;
Έτσι θά 'μαι, στάσιμος;

Φύλαξ, βγάλε δυο τσιγάρα
να φουμάρουμε εδώ
δώσ' μου τό ΄να να τ' ανάψω
τ' άλλο θα το πάρω... εγώ!.

Δεν υπάρχουν σχόλια: