Κυριακή, 4 Αυγούστου 2013

Ψωμιά

Πού τα βρίσκει τόσα ψωμιά;
τσάντες νάιλον του σουπερμάρκετ
ψωμιά γεμάτες που βαστάει
χώνει μέσα το χέρι του
κόβει κομμάτια, τα βγάζει έξω
τα τρίβει και τα πετά στο δρόμο
όπου σμήνη περιστεριών
τσιμπολογάνε με μανία
σαν τρελλά φτεροκοπούν
μπερδεύονται μεταξύ τους
καβαλλάει το ένα τ΄άλλο
ανταγωνίζονται ποιό θα πρωτοφάει
κι αυτός συνέχεια τα τροφοδοτεί
τρίβει ψωμί και τα ταΐζει
και υψώνει το βλέμμα
σιωπηλός στον ουρανό
σαν να καλεί και άλλα που όντως
ανταποκρίνονται στο κάλεσμα
και έρχονται πετώντας από παντού
και τον περιτριγυρίζουν
και προσγειώνονται μαζί με τ΄άλλα
μα είναι παράξενο, αλήθεια απορώ
πού τα βρίσκει τόσα ψωμιά;

Κι άλλο παράξενο: κάθε πρωί
τον βλέπω χρόνια τώρα
στο προηγούμενο μου σπίτι
που ήτανε ισόγειο
άνοιγα το παράθυρο στο δρόμο
να πιω τον καφέ μου το πρωί
και έξω να χαζέψω
νά' τος εκεί μπροστά
με τις σακούλες τα ψωμιά
και γύρω περιστέρια
στο καινούριο σπίτι
που είναι σε τρίτο όροφο
κάθε πρωί το ίδιο κάνω
με τον καφέ στο μπαλκονάκι
νά' τος πάλι στο δρόμο, στην ανηφοριά
μα και αν δεν τύχει
από το σπίτι να τον δω
με το που βάλω μπρος το αμάξι
και ξεκινήσω για την εργασία μου
στο δεύτερο, στο τρίτο το στενό
νά 'τος πάλι ο ίδιος.

Παράξενη και η εμφάνιση του είναι
μακριά μαλλιά, ενίοτε και γένεια
κάποτε μαύρα ολοφάνερα
τώρα άσπρα τα μισά, γκριζαρισμένα
έχει λεπτά χαρακτηριστικά
και άσπρο δέρμα
και μάτια πράσινα ή γαλάζια
πάντως ανοιχτά πολύ
και βλέμμα βαθύ και ήρεμο
καλωσυνάτο κι όλο σοφία
θά 'λεγε ίσως κανείς
δε μιλά ποτέ, ποτέ παρεκτός
άμα κάποιος τον πειράξει
και του κάνει παρατήρηση
που μαζεύει περιστέρια
και βρωμίζουνε τον τόπο και λοιπά
τότε εξαγριώνεται, φωνάζει
με μια λεπτή, στριγγή φωνή
και λέει: "Αφήστε με ήσυχο,
άσε με ήσυχο, φύγε, φύγε,
φύγε, σε πείραξα εγώ;
αφήστε με ήσυχο,
φύγε, φύγε, φύγε".

Κι ακόμα πιο παράξενα
τα ενδύματα του είναι
όλως συντηρητικά τα ρούχα
παπούτσια, παντελόνι,
πουκάμισο, μπουφάν,
ίδια πάντα χειμώνα - καλοκαίρι
άντε καλοκαίρι να λείπει το μπουφάν
μα είναι βρώμικα, λερά
με στρώματα αλλεπάλληλα
δε φαίνεται το δέρμα στα παπούτσια
κι έχει το παντελόνι τόση πολλή
κοκκαλωμένη βρωμιά πάνω που
νομίζεις, αν το βγάλει, και πάλι
όρθιο θα σταθεί αντί να σωριαστεί
στο πάτωμα κουβάρι.

Έχει μια μάνα ο άνθρωπος αυτός
(είναι ένα από εκείνα τα παράξενα
ζευγάρια πού 'ναι μεγάλη η μητέρα
και ο γιος μεσήλικας σχεδόν)
η μάνα του... κι αυτή καρικατούρα
κοντή και παχουλή σα σβούρα
ξανθιά βαμμένα τα μαλλιά
και έντονα πολύ τα μάτια και τα χείλη
και φλούο χρώματα στα ρούχα
φορεσιά κοριτσιού
μια υπερήλικη μπεμπέκα
δεν τους βλέπεις πια ποτέ μαζί
μα εγώ που τους ξέρω από παλιά
είχαν ένα κατάστημα στη γειτονιά
που ακόμα υπάρχει, χρόνια κλειστό
τα τζάμια έχουν θολώσει
έχουν ξεβάψει τα εμπορεύματα
πούλαγαν ρούχα παιδικά
μα άσχημα, παλιομοδίτικα, φτηνά
δεν ψώνιζε κανείς
μόνο ανοίγαν κάθε μέρα τακτικά
και η μάνα κάθονταν
κάπου στα βάθη μέσα σκοτεινά
κι ο γιος στης πόρτας το κατώφλι
στην είσοδο του καταστήματος
(σε πολύ καλύτερη κατάσταση τότε
από τώρα και πιο περιποιημένος)
με τα χέρια πίσω απ΄την πλάτη
τον κόσμο περαστικό παρατηρούσε
μα τό 'χε το χούι από τότε
μου φαίνεται πως ξεκινούσε
έτριβε το κουλούρι του κολατσιού
σε ψίχουλα μικρά, τα πέταγε μπροστά
και με μεγάλο ενδιαφέρον
κοίταγε εκστατικά σχεδόν
τα περιστέρια που ταΐζονταν.

Μαζί πηγαίναμε με τον άνθρωπο αυτόν
στο 36ο Δημοτικό Σχολείο, στα Εξάρχεια.









Δεν υπάρχουν σχόλια: