Σάββατο, 11 Μαΐου 2013

Κάθε μέρα που ξυπνώ, ευχαριστώ, δοξάζω τον Θεό


Άνοιξα τα μάτια μου
το φως στο δωμάτιο είχε αλλάξει
έπρεπε νά 'χει αρχίσει να ξημερώνει έξω
κοίταξα το ξυπνητήρι στο κομοδίνο
έξι η ώρα
τί στο καλό ξύπνησα τόσο νωρίς;
είχα βέβαια κοιμηθεί και νωρίς
και είχα συμπληρώσει ώρες ύπνου
αλλά και πάλι... έξι η ώρα...
ανασηκώθηκα στο κρεββάτι
και άνοιξα τις κουρτίνες
απλώνοντας το χέρι
(είναι κοντά η μπαλκονόπορτα)
ξαναξάπλωσα πίσω στα μαξιλάρια
και έβλεπα έξω
γκρίζα μέρα, βροχερή
ατέλειωτος ήταν πια
ο φετινός χειμώνας
ψιλή βροχή έπεφτε σε ριπές
φυσούσε ένας αέρας δυνατός
χτυπάγανε οι τέντες
κουνιόντουσαν με βία τα κλαδιά
των φυτών στα μπαλκόνια, στις βεράντες
η ατμόσφαιρα αυτή
κάθε άλλο παρά βοηθούσε
στην ήδη χάλια διάθεση μου
και ξαφνικά
μέσα σ' αυτό το χαλασμό
το είδα στο απέναντι διαμέρισμα
στον άσπρο τοίχο στο μπαλκόνι
αυτό το απαίσιο τέρας, το εξάμβλωμα
γοργά να σκαρφαλώνει
μάβρο, κατάμαβρο, με πόδια πολλά
ανέβαινε στον τοίχο  με ζιγκ ζαγκ
και μια σατανική ταχύτητα
μα πώς είναι δυνατόν;
υπάρχουν ταραντούλες στην Αθήνα;
και σίγουρα το βδελυρό αυτό έντομο
θα ήταν ασφαλώς δηλητηριώδες
ήτανε φανερό: μοιραίο θα ήταν οπωσδήποτε
το καίριο δάγκωμα του

έτριψα λίγο τα μάτια μου
φόρεσα τα γυαλιά μου
μα πώς γελάστηκα έτσι;
μια μύγα ήταν που σκαρφάλωνε
στο τζάμι της μπαλκονόπορτας
με φόντο τον απέναντι τον τοίχο
νά την τώρα που σηκώθηκε
και βγήκε πετώντας απ' το υπνοδωμάτιο
κάπου μέσα στο σπίτι
σηκώθηκα κι εγώ, ήταν ξεκάθαρο
πως δε θα μ΄έπαιρνε ο ύπνος πάλι
πάει, το χάνεις, σκέφτηκα
μα τί να σου κάνει κιόλας;
τόση μοναξιά; τόση θλίψη;
τόσες ατέλειωτες, ασυγχώρητες καταχρήσεις
στα νεανικά σου χρόνια
ενίοτε και τώρα ακόμα
τί να σου κάνει το σμπαραλιασμένο το μυαλό
το έρμο το κορμί τί να σου κάνει;

πήγα στην κουζίνα
γέμισα, άναψα την καφετιέρα
ε, ας πιω τουλάχιστον μια δυο
κούπες καφέ πριν φύγω για γραφείο.

1 σχόλιο:

Ανώνυμος είπε...

εμ...ναι...το ενδεχομενο να ειναι το σπιτι στοιχειωμενο το εχεις σκεφτει;;;

η ξαδερφη των πατησιων