Κυριακή, 20 Νοεμβρίου 2011

Στίχοι φθηνοί, πρόχειροι, συνηθισμένοι και ένας επεξηγηματικός πρόλογος στη θέση του επιλόγου

Τα λόγια όπως μού 'ρχονται
τα γράφω και τις λέξεις
στιχάκια πλέκω αμέτρητα
για σένα να διαλέξεις
κι άμα διαλέξεις αλλουνού
θα κάψεις την καρδιά μου
ότι ήθελα παντοτινά
να είσαι συ δικιά μου

δικιά μου και να χαίρουμαι
τα θεϊκά σου κάλλη
και να κοιμούμαι τις βραδυές
μες στη ζεστή σου αγκάλη

να σε κοιτώ να λούζεσαι
να πλένεις το κορμί σου
να σ' αγρικώ να τραγουδείς
με τη γλυκειά φωνή σου

κι άμα διαλέξεις άλλονε
εγώ θα πέσω χάμω
χωρίς εσένα στη ζωή
δεν ξέρω τί θα κάμω

οι στίχοι μου είναι πρόχειροι
φτηνοί, συνηθισμένοι
μα είναι μες απ' την καρδιά
αληθινά βγαλμένοι
Στο τέλος του 16ου χρόνου εργασίας και παρ' ότι η "καρριέρα" μου είχε ολοφάνερα αρχίσει να παίρνει την κατιούσα, η Εταιρία αποφάσισε να μου παρέχει αυτοκίνητο, πράγμα κάπως περίεργο.
Περίεργη ήταν η παροχή, όχι η κατιούσα, αυτή ήταν απολύτως αναμενόμενη και εύλογη δεδομένου ότι επανειλλημένως τα τελευταία χρόνια είχα αρνηθεί οποιαδήποτε αναβάθμιση, προαγωγή και πάσης φύσεως ανέλιξη στην ιεραρχία διότι το τίμημα -πίστευα- ήταν μεγάλο και... όμως αυτό όχι εδώ.
Καλό, χρυσό λοιπόν το καινούριο αμάξι, μεγάλο και ευρύχωρο, γρήγορο, εύκολοοδήγητο, καλοτάξιδο και με χρώμα του γούστου μου, μόνο... Μόνο που το ηχοσύστημα δεν είχε ικανότητα σύνδεσης συσκευής αναπαραγωγής ψηφιακής μουσικής. Κι εγώ εδώ και χρόνια άκουγα μουσική σχεδόν αποκλειστικά από ψηφιακά αρχεία, την αντάλλασα με γνωστούς και φίλους ή - επί το πλείστον - την "κατέβαζα" από το διαδίκτυο. Η ευκολία και οι δυνατότητες της νέας μεθόδου με είχαν ενθουσιάσει και η ποσότητα της μουσικής ήταν ανεξάντλητη. Πιθανά θέματα ποιότητας δε με απασχολούσαν, ούτε με είχαν ποτέ απασχολήσει - πάντα πάμφθηνα μηχανήματα και μέσα χρησιμοποιούσα.
Ξανάρχισα λοιπόν, χάρη στην ευκολία της νέας δυνατότητας και το μηδενικό βέβαια κόστος, ν' ακούω ξανά μετά από χρόνια συνεχώς νέα μουσική, να ενημερώνομαι, να ψάχνω, να συζητώ και να "κατεβάζω" συνέχεια δίσκους και τραγούδια σε σημείο που δύσκολα προλάβαινα να τα ακούσω. Σε αυτό το ζήτημα συνέβαλε πολύ η λύση της ακρόασης στο αυτοκίνητο όπου φρόντισα να τοποθετήσω ηχοσύστημα με τέτοια δυνατότητα.
Έκανα μία προσπάθεια στο νέο μου, εταιρικό αυτοκίνητο με CD αλλά δεν απέδωσε... είχα πια αποκυρήξει το μέσο αυτό, δε με βόλευε, το βαριόμουν. Και είπα να κάνω μια δοκιμή με το ραδιόφωνο που είχα επίσης σταματήσει να ακούω. Με έκπληξη διαπίστωσα ότι δεν υπήρχε πια σχεδόν κανένας σταθμός με ενδιαφέρον. Το παλιό, καλό και πολυαγαπημένο Τρίτο πρόγραμμα ήταν βέβαια, όπως πάντα, εκεί μα πέρα από αυτό...
Ανακάλυψα όμως το σταθμό της Εκκλησίας της Ελλάδος. Είχε ωραία μουσική: βυζαντινή, κλασσική, ελληνική παραδοσιακή αλλά και μετάδοση λειτουργιών (που πάντα μου άρεσε ν΄ακούω) πολλές φορές την ημέρα αλλά και εκπομπές ιστορικού, λαογραφικού ή περιηγητικού ενδιαφέροντος που επίσης άκουγα ευχάριστα. Ακόμα και τα - όχι σπάνια - κυρήγματα κάποιων θρησκόληπτων τύπων, ως και παραληρήματα ορισμένες φορές, είχαν - έβρισκα - κάποιο γούστο. Και κόλλησα στο σταθμό αυτόν που άκουγα στο εξής αδιαλλείπτως.
Έτσι και αυτό το Σαββατιάτικο πρωινό, οδηγώντας προς το Άλσος της Νέας Φιλαδέλεφειας όπου σ΄ένα εκκλησάκι εκεί, δυο φίλοι παλιοί θα βάφτιζαν το παιδάκι τους. Είχε μια ωραία εκπομπή με μία πολύ καλή ηχογράφηση παραδοσιακής μουσικής από το νησί της Κάσσου. Έπαιζε και τραγούδαγε την ώρα εκείνη με στεντόρεια φωνή, καίτοι υπερογδοηκοντούτις την εποχή της ηχογράφησης, ο τραγουδιστής, λυράρης και μαντιναδόρος, γέρο Σάββας Περσελής. Έγινε ένα σύντομο διάλλειμα κατά τη διάρκεια του οποίου ο εκφωνητής είπε μερικά λόγια για το ακριτικό νησί της Κάσσου και ξεκίνησε μετά ένα νέο τραγούδι, από την ίδια ηχογράφηση, πάλι με τον γέρο Σάββα Περσελή που τραγούδησε:
την κάθε λέξη που θα πω
μετρώ με το κουμπάσσο*
για να' ν τα λόγια μου σωστά
σαν τραγουδώ στην Κάσσο
* διαβήτης
Μια τσιμπιά ένοιωσα, ένα αίσθημα ντροπής κάπως κι ενοχής, όπως κάθε φορά που ακούω ή διαβάζω τέτοια αναφορά. Να, πάλι το ίδιο πριν καμμιά δεκαριά μέρες που διάβασα τη σύντροφο του Οδυσσέα Ελύτη να λέει για κείνον, πως μπορεί να έψαχνε ένα στίχο για χρόνια. Το ίδιο και για τόσους άλλους: τον Κ. Π. Καβάφη, τον Φλωμπέρ, τον Λ. Κοέν... Όχι - προς Θεού! - ότι πάω να κατατάξω τον εαυτό μου μαζί με τους τιτάνες της τέχνης του λόγου, ούτε κατά διάννοια μα να... επειδή έχω το χούι κι εγώ από μικρός να σκαρώνω στιχάκια, κάθε φορά που ακούω τέτοια δε μπορώ παρά να σκεφτώ πως η δική μου "μέθοδος" άνετα θα μπορούσε να χαρακτηριστεί προχειρογραφία.
Και να πως γίνεται: κάποια στιγμή, ξαφνικά και από το πουθενά, πηδάει στον αφρό του μυαλού μου ένας στίχος που είναι ο σπόρος, η σπίθα κι ο πυρήνας. Αμέσως άλλοι ακολουθούν και τόνε τριγυρίζουν ή τον συνοδεύουν, μία ανεξέλεγκτη, αυτόματη διαδικασία που κρατάει μερικά λεπτά και όχι παραπάνω.
Με πρώτη ευκαιρία οι από μνήμης στίχοι καταγγράφονται στο σημειωματάριο ή όποιο άλλο χαρτί κάθε είδους βρεθεί πρόχειρο. Στη φάση αυτή πάνω, μπορεί να γίνουν κάποιες μικρές διορθώσεις ή συμπληρώσεις. Αργότερα, μες στην ημέρα ή κάποια από τις επόμενες, το χειρόγραφο πληκτρογραφείται στον υπολογιστή οπότε (και πάλι) μπορεί να γίνει μία μικρή επεξεργασία. Μετά το αρχείο αποθηκεύεται και το "έργο" δημοσιεύεται στο προσωπικό μου ιστολόγιο. Αυτό ήταν. Τελείωσε. Πάμε για το επόμενο. Η σκέψη πάντα υπάρχει να γίνει κάποια στιγμή συγκέντρωση - ανθολόγηση και (αυτο)έκδοση σε βιβλίο.
Βέβαια υπάρχει συνείδηση και γνώση ότι η αναγνώριση θα έρθει μετά θάνατον, όπως και τα βραβεία (Μπούκερ, Νόμπελ κ.λ.π.) και η δόξα και το χρήμα και οι γυναίκες... Αααχ!... Αφού έκανα αυτές τις σύντομες σκέψεις και με τη διαδικασία που μόλις περιγράφηκε, από το τέρμα περίπου Αχαρνών και μέχρι να φθάσω στον προορισμό μου, πάντα ακούγοντας το γέρο Σάββα να παίζει και να τραγουδά, εμπνεύστηκα αυτούς τους στίχους, τους έγραψα στο σημειωματάριο όταν στάθμευσα το αυτοκίνητο, μετά πήγα στη βάφτιση και μια άλλη μέρα έγραψα και τούτο το συνοδευτικό πεζό. Μετά τα πληκτρογράφησα στον υπολογιστή και... ιδού!

Δεν υπάρχουν σχόλια: