Κυριακή, 21 Σεπτεμβρίου 2014

Η μπάντα έπαιζε Waltzing Matilda


Τραγούδι του Σκωτσέζου, μετανάστη στην Αυστραλία, Eric Bogle από τη δεκαετία του 1970. Βασίζεται στο δημοφιλέστατο στην Αυστραλία, Waltzing Matilda, που αναφέρεται στους περιπλανώμενους πλάνητες της ηπείρου στις αρχές του 20ου αιώνα - Matilda ονομαζόταν ο σάκος τους. Ο νεαρός ήρωας καλείται στο στρατό και συμμετέχει μαζί με τους συμμάχους στη μάχη της Καλλίπολης, στον Α' Παγκόσμιο Πόλεμο, όπου και τραυματίζεται σοβαρά. Εκτέλεση από τους Dubliners με τον Ronnie Drew (1934-2008) στο τραγούδι, ενδεικτικά στο σύνδεσμο: http://www.youtube.com/watch?v=Wq0fF6oY6I4&index=2&list=PLmp6nSK65Wu6nGkJFx4QtKXWbzqYHZpIc.
Μετάφραση: Χ.Δ.Τ.

Νέος σαν ήμουν, με το σάκκο στους ώμους
του περιπλανώμενου ζούσα το βίο
απ’ την κοιλάδα του Μάρραιη στους έρημους τόπους
το σακκίδιο μου κουβαλούσα με μπρίο
Μα το ’15 η πατρίδα είπε: «Γιε μου πια φτάνει
σταμάτα τη γύρα, καθένας το χρέος του θα κάνει
με τενεκεδένιο κράνος κι ένα τουφέκι παλιό
στον πόλεμο μ΄έστειλαν και στο χαμό

Και η μπάντα έπαιζε Waltzing Matilda
καθώς τα πλοία απ’ το λιμάνι μακραίναν
σε κλάμματα μέσα, σε γέλια, σε λάβαρα
για την Καλλίπολη μας πηγαίναν

Καλά θυμάμαι τη μέρα την τρομερή
που το αίμα μας χύθηκε στο νερό και στην άμμο
στου κόλπου της Σούβλας την κόλαση τη φοβερή
σα σφάγια μας ξάπλωσαν χάμω
Οι Τούρκοι ήταν από καιρό, καλά πολύ ετοιμασμένοι
μας σκεπάσαν οβίδες, μας γαζώσαν μυδράλλια
σε πέντε μόλις λεπτά βρεθήκαμε τιναγμένοι
σε κομμάτια πίσω σχεδόν στην Αυστράλια

Και η μπάντα έπαιζε Waltzing Matilda
καθώς σταματήσαμε τους νεκρούς μας να θάψουμε
τους δικούς μας εμείς, οι Τούρκοι το ίδιο
και μετά ξανά να λυσσάξουμε

Όσοι γλυτώσανε προσπάθησαν να επιβιώσουν
σ΄αυτήν την τρέλλα της φωτιάς, του θανάτου
δέκα βδομάδες κατάφερα να μη με σκοτώσουν
καθώς σωρεύονταν τα πτώματα ψηλά από κάτου
Μια τούρκικη οβίδα με τίναξε ψηλά
στο νοσοκομείο ξύπνησα μ’ επιδέσμους και ράμματα
σαν είδα πώς ήμουν, ας είχα πεθάνει είπα πιο καλά
δεν ήξερα ότι υπάρχουν απ’ το θάνατο χειρότερα πράγματα

Δε θα ξανατραγουδήσω πια Waltzing Matilda
ως τα μακρινά θαμνοτόπια και πίσω
για να πάω πρέπει νά ‘χω δυο πόδια
και δυο νά ‘χω για να γυρίσω

Τους πληγωμένους μαζέψαν, τους τραυματίες, τους ανάπηρους
και μας στοιβάξαν σ’ ένα πλοίο για την πατρίδα
τους κουτσούς, τους κουλούς, τους  τυφλούς, τους τρελλούς
ακρωτηριασμένους, αγέρωχους  ήρωες σαν κι αυτούς δεν ξαναείδα
Καθώς το πλοίο έδενε στο λιμάνι του Κουαίη
χάρηκα που δικός μου δεν ήτανε στην προβλήτα
να με κοιτάει με έκπληξη και ν’ αρχίσει να κλαίει
την εικόνα μου που είχε από πριν πως ήταν

Και η μπάντα έπαιζε Waltzing Matilda
καθώς μας μετέφεραν μέσα απ’ το πλήθος
κανείς δε χαιρέταγε, στέκονταν μόνο και κοίταγαν
όχι στα μάτια, χαμηλά προς το στήθος

Τώρα κάθε Απρίλη κάθομαι στη βεράντα
η παρέλαση περνάει από εμπρός της
οι παλιοί μου οι σύντροφοι, υπερήφανοι πάντα
αισθάνονται ξανά  τις δόξες της νιότης
κουρασμένα γεροντάκια, σκεβρωμένα, πικρά
ξεθωριασμένοι ήρωες ενός ξεχασμένου πολέμου
κάποιος νέος με ρωτά : «γιατί γίνονται αυτά;»
του αποκρίνομαι: «κι εγώ αναρωτιέμαι καλέ μου»

Και η μπάντα παίζει Waltzing Matilda
και οι γέροι πάλι βρισκόμαστε εκεί
μα χρόνο το χρόνο λιγότεροι είμαστε
μια μέρα δε θα υπάρχει ψυχή

Waltzing Matilda, Waltzing Matilda
ποιός θά ‘ρθει Waltzing Matilda μαζί
τα φαντάσματα τους ακούω απ’ το ξεροπόταμο εκεί
κοντά μου ποιός θά ‘ρθει με την Matilda μαζί;




Δεν υπάρχουν σχόλια: