Σάββατο, 19 Οκτωβρίου 2013

Ο Λέων της Χαιρώνειας

Σε περασμένη ηλικία σχετικά
αντίκρυσα πρώτη φορά
τον Λέων της Χαιρώνειας
ότι στα μέρη αυτά δεν είχα ξαναπάει ποτέ
αλλά την άνοιξη εκείνη
ξεκίνησα μαθήματα σεμιναρίων σπηλαιολογίας
το τελευταίο εκ των οποίων
θα ελάμβανε χώρα στο όρος Παρνασσός
όπου ήταν προγραμματισμένη
τριήμερη σπηλαιολογική κατασκήνωση
και δράσεις διάφορες
με των οποίων κορυφαία την κατάβαση
στο περιώνυμο βάραθρο του Επτάστομου
ένα χάσμα τρομερό που εάν
στο χείλος του στεκόσουν και κοιτούσες κάτω
σου κόβονταν η ανάσα
και είχε στον πυθμένα του χειμώνα καλοκαίρι
μόνιμους παγετώνες
όλα καλά λοιπόν και έπειτα στο γυρισμό για την Αθήνα
ήμουν στο αυτοκίνητο και συνοδηγός
η Ιωσηφίνα, συμμαθήτρια από τα σεμινάρια
άρτι αποφοιτήσασα επίσης
και καθώς διασχίζαμε αμέριμνοι
την πόλη της Χαιρώνειας
(στον πηγαιμό είχαμε πάει από άλλο δρόμο)
αίφνης βρεθήκαμε μπροστά
στο τεράστιο άγαλμα του Λέοντα
που ορθώνονταν λευκό και αγέρωχο
πάνω στο βάθρο του
καταμεσής στο πράσινο λιβάδι του
εξίσου εντυπωσιασμένοι διότι
και η Ιωσηφίνα πρώτη φορά τον έβλεπε
σταθμεύσαμε το αυτοκίνητο και κατεβήκαμε
διασχίσαμε βαδίζοντας τη χλόη
και  πλησιάσαμε θαυμάζοντας τον Λέοντα
κοιτάζοντας τον γύρω από όλες τις πλευρές
και σκαρφαλώσαμε στο βάθρο
πρέπει να φωτογραφηθήκαμε κιόλας
μα δεν είμαι βέβαιος γι αυτό
ούτε και συνηθίζω να βαστώ ποτέ φωτογραφίες

Από τότε αρκετές φορές ξανά
ανέβηκα στον Παρνασσό
για δραστηριότητες στη φύση
είχε κι ένας φίλος σπίτι σε χωριό της περιοχής
λίγο το λίγο άρχισα τον τόπο να πονάω
και ν΄αγαπώ τη Ρούμελη
ποιός να το περίμενε αυτό
από έναν αμεταννότητο, ακραιφνή, φανατικό Πελοποννήσου
και όλο ήμουν προσμονή
για κάθε ταξίδι του οποίου ξεχωριστή στιγμή
θα ήταν αυτή όταν θα έβλεπα τον Λεόντα και πάλι

Μα πιο πολύ απ΄όλες τις φορές
με είχε κυριεύσει αδημονία
τη φορά που ήταν μαζί να ταξιδέψουμε
α! πώς περίμενα τις δυόμιση ώρες στο αυτοκίνητο κοντά σου
και σκόπευα να σου δείξω τον Λεόντα τον μεγαλοπρεπή
και για να κάνω εντύπωση
έκατσα και διάβασα όλα τα ιστορικά στοιχεία
ότι δηλαδή ο Λέων ήταν ένα μνημείο ταφικό, ένα ηρώο,
για τους σχεδόν τριακόσιους ντόπιους άνδρες νεαρούς
που ετόλμησαν να αντισταθούν
στα προελαύνοντα τα Μακεδονικά τα στίφη
μα ηττήθηκαν από το Βασιλιά
και γεννήτορα του μεγάλου μακελλάρη
που σ΄αυτόν τον ανερμάτιστο τον τόπο
σπουδαίο τον λογαριάζουμε και Μέγα
ακόμα ίσως πιο πολύ -αλίμονο!- από το Δάσκαλό του
τον στυλοβάτη της σκέψης και του πολιτισμού της ανθρωπότητας
και πώς ανακαλύφθηκαν το κεφάλι του
και διάφορα μέλη διάσπαρτα
στον τόπο εκεί της μάχης, της θυσίας
και πώς για χρόνια κι άλλα χρόνια γίνονταν προσπάθειες
αναστήλωσης που πέτυχαν στο τέλος
μετά από πολλές αναβολές, καθυστερήσεις... και άλλα τέτοια

Και να λοιπόν που έφτασε του ταξιδιού η μέρα
και να που φτάσαμε στη Χαιρώνεια
και άρχισα εγώ να μιλάω, να δείχνω
μα τί κι αν μιλούσα, τί κι αν έδειχνα
όλα τα πέρασες στο ντούκου
ούτε που σταματήσαμε για ένα λεπτό

Μόνο στην έξοδο της Χαιρώνειας
πρότεινες να δούμε ένα άλλο αξιοθέατο που γνώριζες εσύ
όπου βέβαια και παράκαμψη απ΄την πορεία κάναμε
και το αυτοκίνητο σταθμεύσαμε
και περπατήσαμε -μες στην ψιλή βροχή-
και περιηγηθήκαμε στο Αρχαίο Πέτρινο Θέατρο της Χαιρώνειας
που είχες έρθει πριν από καιρό
με μια παρέα από παιδιά που έτσι κι έτσι
και είχε γίνει αυτό κι αυτό
και τί ωραία που ήταν... και λοιπά

Και τα άκουγα όλα και κατάλαβα
για μία εισέτι φορά
πως η ζωή νικά τη θεωρία

Εκείνο που δεν κατάλαβα
(γιατί δεν ήθελα)
ήταν που δεν είχα
την παραμικρή ελπίδα.


Οκτώβριος '013, Αθήνα, Μόδι - Τιθορέα / Παρνασσός και πάλι πίσω

2 σχόλια:

Ανώνυμος είπε...

Ότι δεν θέλω δεν καταλαβαίνω. Αλλά τι ομορφιά κι αυτή! Να σου αρέσει αυτό που βλέπεις, αυτό που θέλεις, αυτό που φαντάζεσαι και να μην ακούς τις όποιες άλλες φωνές, τις δικές σου, αλλά ξένες συνάμα που μόνο την ανάσχεση και την καταστροφή και τη μιζέρια φέρνουν. Σε μένα πάντα υπερνικούν αυτές οι φωνές, την ομορφιά και δεν καταλαβαίνω τι θέλω.

Χρήστος Δ. Τσατσαρώνης είπε...

Ευχαριστώ αναγνώστη/στρια για το αισιόδοξο σχόλιο!